Η παρουσία του κάτω από τα δοκάρια της "σελέστε" μπορεί να μην συνδυάστηκε από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου παρόλα αυτά ο Λαντισλάο Μαζούρκιεβιτς αποτελεί μία από τις θρυλικότερες μορφές του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου.
Γεννημένος στις 14 Φεβρουαρίου του 1945 στην Πιριάπολις ο πολωνικής καταγωγής Μαζούρκιεβιτς ασχολήθηκε με το μπάσκετ πρώτα για να ακολουθήσει το ποδόσφαιρο. Την ποδοσφαιρική του καριέρα την ξεκίνησε το 1963 αγωνιζόμενος για μια χρονιά με την Racing Club de Montevideo την οποία την βοήθησε να ανέβει κατηγορία, έχοντας 26 συμμετοχές.
Τα πρώτα του βήματα πάντως δεν τα έκανε απο την θέση του τερματοφύλακα. Αυτό προέκυψε όταν λόγω απουσίας του δεύτερου γκολκίπερ απο την προπόνηση κάθισε αυτός κάτω απο τα γκολπόστ αποκρούοντας έξι πέναλτι οπότε αυτό του έδωσαν τα γάντια του βασικού.
Οι εμφανίσεις του "el polaco"(σ.σ. ο Πολωνός), στο πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής των ελπίδων κέντρισε το ενδιαφέρον της Πενιαρόλ η η οποία έψαχνε τον αντικαταστάτη του Λουίς Μαϊδανά. Έτσι οι "ανθρακωρύχοι" με το ποσό των 500.000 πέσος τον αγόρασαν φορώντας την φανέλα της εφτά χρόνια απο το 1965 έως το 1971.
Κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα Ουρουγουάης(1965,1967,1968), 1 Copa Libertadores το 1966 κόντρα στην Ρίβερ Πλέιτ, το Διηπειρωτικό Κύπελλο επίσης το 1966 κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης και το Σούπερ Καπ Πρωταθλητριών Διηπειρωτικού το 1969, έχοντας 169 συμμετοχές.
Μάλιστα κατέχει το ρεκόρ των 987 λεπτών απαραβίαστης εστίας από τον Σεπτέμβριο του 1966 έως τον Μάιο του 1968, ρεκόρ που συνεχίζει ακόμα να παραμένει ακατάρριπτο. Η Πενιαρόλ εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς ο χρυσός κύκλος της δεκαετίας του '60 είχε κλείσει και τα έσοδα είχαν μειωθεί.
Η Ρεάλ Μαδρίτης τον είχε ζήσει από πρώτο χέρι στους τελικούς του Διηπειρωτικού το 1966 και εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του. Ωστόσο, εκείνη την εποχή στο ισπανικό ποδόσφαιρο υπήρχαν αυστηροί περιορισμοί και απαγορεύσεις στις μεταγραφές ξένων παικτών (ειδικά τερματοφυλάκων), κάτι που δυσκόλευε τη μετακίνηση Νοτιοαμερικανών στην Ευρώπη.
Υπήρξε έντονο φιλολογικό ενδιαφέρον από την Ιταλία, όμως η ιταλική ομοσπονδία είχε «κλείσει τα σύνορα» για ξένους παίκτες μετά την αποτυχία της εθνικής τους στο Μουντιάλ του 1966, μια απαγόρευση που κράτησε μέχρι το 1980.
Το «πρέσινγκ» της Ατλέτικο Μινέιρο, η βραζιλιάνικη ομάδα, υπό την καθοδήγηση του εμβληματικού προπονητή Τέλτε Σαντάνα, ήθελε να χτίσει μια ομάδα-μοντέλο για να κατακτήσει το πρώτο επίσημο εθνικό πρωτάθλημα Βραζιλίας το 1971.
Κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική πρόταση η οποία ήταν αδύνατο να απορριφθεί, ήταν τόσο υψηλή για τα δεδομένα της εποχής, που η διοίκηση είδε την πώληση του Μαζουρκιέβιτς ως την ιδανική «ένεση ρευστότητας» για να εξισορροπήσει τα οικονομικά της.
Ο ίδιος ο παίκτης, όντας στο πικ της καριέρας του μετά το Μουντιάλ του 1970, συναίνεσε στη μεταγραφή καθώς το βραζιλιάνικο πρωτάθλημα του προσέφερε πολύ υψηλότερες αποδοχές από αυτές που μπορούσε πλέον να αντέξει η ομάδα του Μοντεβιδέο.
Αγωνίστηκε μέχρι το 1974 σε 44 αγώνες και η επιδραστικότητά του ήταν άμεση, βοήθησε την Ατλέτικο Μινέιρο να στεφθεί η πρώτη επίσημη Πρωταθλήτρια Βραζιλίας στην ιστορία της διοργάνωσης η οποία θεσπίστηκε με τη σύγχρονη μορφή της εκείνη ακριβώς τη χρονιά (1971).
Η παρουσία του κάτω από τα δοκάρια προσέφερε την απαραίτητη αμυντική σιγουριά και εμπειρία που χρειαζόταν ο σύλλογος στα κρίσιμα παιχνίδια των τελικών φάσεων κόντρα σε μεγαθήρια όπως η Σάο Πάολο και η Μποταφόγκο.
Αν και ξεκίνησε ως το απόλυτο είδωλο των οπαδών, η συνέχεια της θητείας του στη Βραζιλία δεν ήταν εξίσου ανέφελη, κατά τη διάρκεια του 1972 και του 1973, ο Ουρουγουανός κίπερ ταλαιπωρήθηκε από ορισμένους τραυματισμούς που δεν του επέτρεψαν να έχει την ίδια σταθερή αγωνιστική παρουσία, μοιράζοντας τη θέση με τον Βραζιλιάνο τερματοφύλακα Καρέκα.
Παρά τις δυσκολίες, παρέμεινε ένας διεθνώς αναγνωρισμένος σταρ για το πρωτάθλημα Μινέιρο, διατηρώντας την κλάση του όποτε αγωνιζόταν. Μετά από τρία χρόνια στην "γκάλο", ο κύκλος του εκεί είχε αρχίσει να κλείνει λόγω κάποιων τραυματισμών, και το Μουντιάλ του 1974 στη Δυτική Γερμανία λειτούργησε ως η ιδανική «βιτρίνα» για να κάνει το μεγάλο άλμα.
Παρά τον αποκλεισμό της Ουρουγουάης, ψηφίστηκε από τους κριτικούς ως ο τρίτος καλύτερος τερματοφύλακας της διοργάνωσης, αναζωπυρώνοντας το ευρωπαϊκό ενδιαφέρον. Η βραζιλιάνικη ομάδα δεν πίεσε ασφυκτικά για την ανανέωσή του, καθώς είχε χάσει τη σταθερή θέση του βασικού λόγω των τραυματισμών των προηγούμενων ετών.
Η πώλησή του στην Ευρώπη θεωρήθηκε μια συμφέρουσα λύση και για τις δύο πλευρές, αν και υπήρχε πάντα φιλολογικό ενδιαφέρον από μεγάλους συλλόγους της Αργεντινής και της Κολομβίας. Ωστόσο, καμία οικονομική ή αγωνιστική πρόταση από την Αμερική δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την προοπτική να παίξει στην ισπανική Primera División.
Η Γρανάδα κινήθηκε πολύ έξυπνα και του κατέθεσε επίσημη πρόταση, η μεταγραφή αυτή έγινε εφικτή χάρη στο καθεστώς των Oriundos που ίσχυε τότε στην Ισπανία. Η ισπανική ομοσπονδία απαγόρευε τους ξένους τερματοφύλακες, όμως επέτρεπε παίκτες με αποδεδειγμένη ισπανική (ή λατινοαμερικάνικη με ισπανικές ρίζες) καταγωγή.
Η μητέρα του Μαζουρκιέβιτς ήταν ισπανικής καταγωγής, όμως λόγω των πολλών πλαστών πιστοποιητικών γέννησης που κυκλοφορούσαν τότε από άλλους συλλόγους που προσπαθούσαν να «βαφτίσουν» Ισπανούς διάφορους Νοτιοαμερικανούς, η Ομοσπονδία πέρασε τα έγγραφα του από «κόσκινο».
Η γραφειοκρατική αυτή έρευνα για την επαλήθευση των εγγράφων από την Ουρουγουάη πήρε εβδομάδες, με αποτέλεσμα να χάσει πολύτιμο χρόνο προετοιμασίας και να μην μπορεί να δηλωθεί αμέσως. Αυτή η αρχική γραφειοκρατική καθυστέρηση έδωσε το πλεονέκτημα στον Ισπανό τερματοφύλακα Φρανθίσκο Ιθκόα, ο οποίος ξεκίνησε βασικός στη σεζόν, έδεσε με την άμυνα
Για αυτό τον λόγο δυστυχώς για τον ίδιο η παρουσία του ήταν κατώτερη των προσδοκιών και χαρακτηρίστηκε από πλήρη αγωνιστική αδράνεια, καθώς η θρυλική «Αράχνη» της Ουρουγουάης κατέγραψε μόλις 2 επίσημες συμμετοχές στο ισπανικό πρωτάθλημα.
Άν και αποκτήθηκε με τυμπανοκρουσίες ως ένας από τους κορυφαίους τερματοφύλακες του κόσμου, η παραμονή του στην Ανδαλουσία εξελίχθηκε σε ένα ποδοσφαιρικό παράδοξο. Ο Ιθκόα βρισκόταν στην καλύτερη φάση της καριέρας του, απολαμβάνοντας την απόλυτη εμπιστοσύνη του προπονητή, και πραγματοποιούσε εξαιρετικές εμφανίσεις.
Η ιεραρχία στην ομάδα δεν άλλαξε ποτέ, με αποτέλεσμα ο Ουρουγουανός σταρ να ζει σε ένα καθεστώς «αθλητικού οστρακισμού». Η Γρανάδα τη σεζόν 1974-75 υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία, παρέμεινε στο ρόστερ και την επόμενη χρονιά (1975-76), χωρίς ωστόσο να καταφέρει να ανατρέψει την κατάσταση.
Συνειδητοποιώντας ότι σπαταλούσε τα τελευταία καλά ποδοσφαιρικά του χρόνια μεταξύ πάγκου και εξέδρας, αποφάσισε να λύσει το συμβόλαιό του και να επιστρέψει στη Λατινική Αμερική. Όταν έλυσε το συμβόλαιό του με τη Γρανάδα το 1976, η αρχική του πρόθεση και η μεγάλη του επιθυμία του "chiquito" ήταν να επιστρέψει στην Πενιαρόλ.
Ωστόσο, ο τραυματισμός αυτός στον αχίλλειο τένοντα έκανε τη διοίκηση της Πενιαρόλ εξαιρετικά διστακτική. Λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης και του μεγάλου ρίσκου υποτροπής, ο σύλλογος έκρινε ότι δεν έπρεπε να προχωρήσει σε μια τόσο ακριβή επιστροφή για έναν παίκτη που δεν ήταν 100% έτοιμος ιατρικά.
Μετά το ναυάγιο της επιστροφής του στην Πενιαρόλ, χρειαζόταν μια ομάδα που θα πίστευε σε αυτόν, θα του έδινε χρόνο να αποθεραπευτεί πλήρως και θα ρίσκαρε να επενδύσει πάνω του. Η ευκαιρία αυτή ήρθε από τη Χιλή απο την Κομπρελόα η οποία είχε ιδρυθεί τον Ιανουάριο του 1977 και υποστηριζόταν από την κρατική εταιρεία χαλκού την CODELCO.
Διέθετε τεράστια οικονομική άνεση αλλά μηδενικό ποδοσφαιρικό στάτους, οπότε για να τραβήξει τα βλέμματα και να δείξει ότι μπαίνει δυναμικά στο προσκήνιο, η διοίκηση αποφάσισε να κάνει μια μεταγραφή-βόμβα παγκόσμιου βεληνεκούς.
Ο πρώτος προπονητής στην ιστορία της Κομπρελόα ήταν ο Χιλιανός Άντρες Πριέτο που είχε πολύ στενούς δεσμούς με το ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης και γνώριζε άριστα την κλάση του Μαζουρκιέβιτς.
Ήταν αυτός που έπεισε τη διοίκηση της χιλιανής ομάδας ότι, παρά τον πρόσφατο τραυματισμό του, το ρίσκο άξιζε 100%, καθώς η προσωπικότητα και η εμπειρία της «Αράχνης» θα άλλαζαν το επίπεδο ολόκληρου του συλλόγου.
Για τον ίδιο τον Μαζουρκιέβιτς, η πρόταση ήταν ιδανική, η Κομπρελόα ξεκινούσε από τη Β' Κατηγορία της Χιλής (αν και ανέβηκε αμέσως στην Α'), κάτι που σήμαινε ότι η πίεση του πρωταθλητισμού δεν θα ήταν τόσο ασφυκτική στην αρχή. Αυτό του επέτρεψε να βρει τα πατήματά του χωρίς την ακραία πίεση των ΜΜΕ που θα αντιμετώπιζε αν επέστρεφε στο Μοντεβιδέο
Άν και αποκτήθηκε ως το απόλυτο «βαρύ πυροβολικό» για να διαφημίσει τον σύλλογο, πέρασε το πρώτο διάστημα κάνοντας ειδική αποθεραπεία και συντηρητική επανένταξη. Μπήκε σταδιακά στις επίσημες αγωνιστικές υποχρεώσεις και βοήθησε την ομάδα να κερδίσει την ιστορική άνοδο στην πρώτη κατηγορία από την παρθενική της κιόλας χρονιά.
Στην πρώτη κατηγορία πλήρως αποκατεστημένος από τον τραυματισμό του, ήταν ο βασικός και αναντικατάστατος πυλώνας της εστίας της Κομπρελόα. Η ομάδα έκανε μια συγκλονιστική πορεία και αναδείχθηκε Δευτεραθλήτρια Χιλής το 1978, χάνοντας τον τίτλο οριακά από την Παλεστίνο.
Ο Μαζουρκιέβιτς ψηφίστηκε από το έγκριτο περιοδικό Revista Estadio ως ο κορυφαίος τερματοφύλακας της Χιλής για το 1978, έχοντας 34 συμμετοχές. Ο σύλλογος ήταν ακόμα πολύ νέος μόλις δύο ετών και δεν είχε τη βαριά φανέλα ή τη διεθνή δυναμική που έψαχνε ο Ουρουγουανός σταρ στα τελευταία χρόνια της καριέρας του.
Πήγε στη Χιλή με σκοπό να αποδείξει ότι ξεπέρασε τον τραυματισμό του στον αχίλλειο τένοντα και ότι παρέμενε τερματοφύλακας παγκόσμιας κλάσης. Έχοντας αναδειχθεί κορυφαίος γκολκίπερ του πρωταθλήματος Χιλής το 1978, ένιωσε ότι ο κύκλος του εκεί έκλεισε με απόλυτη επιτυχία, έχοντας βάλει τις βάσεις για να γίνει η Κομπρελόα μια υπολογίσιμη δύναμη.
Στα τέλη του 1978, ο προπονητής της Αμέρικα ντε Κάλι Γκαμπριελ Οτσόα Ουρίμπε ζήτησε αμέσως έναν τερματοφύλακα με τεράστια προσωπικότητα, επενδύοντας υπέρογκα ποσά για να σπάσει την «κατάρα» που την ήθελε να μην έχει κατακτήσει ποτέ το εγχώριο πρωτάθλημα. Η οικονομική προσφορά που κατέθεσε ήταν κατά πολύ ανώτερη από το συμβόλαιο που μπορούσε να του προσφέρει η Κομπρελόα, παρά τη στήριξη της εταιρείας χαλκού CODELCO.
Η επιρροή του Ουρουγουανού θρύλου ήταν άμεση, μεε τις 36 γεμάτες εμφανίσεις του, έδωσε στην άμυνα την απαραίτητη σιγουριά και στις 19 Δεκεμβρίου 1979, η Αμέρικα ντε Κάλι κέρδισε 2-0 την Ουνιόν Μαγδαλένα και κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα της ιστορίας της.
Δεν ξεχώρισε μόνο για τις αποκρούσεις του, αλλά και για τον χαρακτήρα του, ήταν ο άνθρωπος που ενέπνευσε μια ομάδα γεμάτη ηττοπάθεια από τα προηγούμενα χρόνια, μεταδίδοντάς της τη νοοτροπία του νικητή που είχε αποκτήσει στην Πενιαρόλ και την εθνική Ουρουγουάης.
Έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του και έχοντας γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία της Κολομβίας, ο 35χρονος τότε Μαζουρκιέβιτς αποφάσισε ότι ήρθε η ώρα να επιστρέψει στην πατρίδα του.
Μετά το «ναυάγιο» του 1976, όταν η Πενιαρόλ δεν τον είχε αποκτήσει λόγω του σοβαρού τραυματισμού του στον αχίλλειο τένοντα, υπήρχε μια άτυπη, κοινή επιθυμία να διορθωθεί εκείνη η ατυχία. Όταν απέδειξε σε Χιλή (Κομπρελόα) και Κολομβία (Αμέρικα) ότι παρέμενε υγιής, σε εξαιρετική κατάσταση και απόλυτος νικητής, η διοίκηση της Πενιαρόλ δεν έχασε χρόνο και του πρότεινε να επιστρέψει για να ηγηθεί των αποδυτηρίων.
Δεν τον έφερε πίσω μόνο για να υπερασπιστεί την εστία της, αλλά κυρίως για την τεράστια προσωπικότητά του. Ο σύλλογος εκείνη την περίοδο προετοίμαζε τη μετάβαση σε μια νέα γενιά παικτών, που λίγο αργότερα, το 1982, θα κατακτούσε ξανά το Copa Libertadores. Η παρουσία της «Αράχνης» στα αποδυτήρια λειτούργησε ως το ιδανικό σχολείο για τους νεότερους ποδοσφαιριστές και τους επόμενους τερματοφύλακες της ομάδας, όπως ο μετέπειτα βασικός Φερνάντο Άλβες.
Ενσωματώθηκε επίσημα στο ρόστερ για τη σεζόν 1981, κατέγραψε 14 συμμετοχές στο πρωτάθλημα Ουρουγουάης, μοιραζόμενος τη θέση ανάλογα με τις ανάγκες της ομάδας, έχοντας συνολικά 245 συμμετοχές. Η επιστροφή του σφραγίστηκε με τον πιο ονειρικό τρόπο αφού η Πενιαρόλ αναδείχθηκε Πρωταθλήτρια Ουρουγουάης το 1981.
Έχοντας προσθέσει ένα ακόμα τρόπαιο στη συλλογή του με την ομάδα της καρδιάς του, ο Μαζουρκιέβιτς κρέμασε οριστικά τα γάντια του στο τέλος εκείνης της χρονιάς.
Με την φανέλα της "σελέστε" αγωνίστηκε σε 36 αγώνες κατακτώντας το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής του 1967, ενώ πήρε μέρος σε τρεις τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στα γήπεδα της Αγγλίας το 1966 εμφανίστηκε για πρώτη φορά αγωνιζόμενος και στα τέσσερα παιχνίδια φτάνοντας μέχρι και την προημιτελική φάση όπου αποκλείστηκε από την Δυτική Γερμανία.
Στο Μεξικό το 1970 πραγματοποίησε σπουδαίες εμφανίσεις χωρίς να χάσει ούτε ένα λεπτό από τα έξι παιχνίδια, οδηγώντας την ομάδα του στα ημιτελικά της διοργάνωσης όπου αποκλείστηκε από την Βραζιλία. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αφενός μεν ανακηρύχτηκε κορυφαίος τερματοφύλακας της διοργάνωσης και αφετέρου συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά.
Τελευταία του παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελλο στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας το 1974 όπου αγωνίστηκε και στα τρία παιχνίδια του ομίλου, όμως η Ουρουγουάη δεν μπόρεσε να επαναλάβει την πορεία της προηγούμενης διοργάνωσης τερματίζοντας στην τελευταία θέση. Μάλιστα στα παιχνίδια με Βουλγαρία και Σουηδία όπου ήταν και η τελευταία του παρουσία γενικά με το εθνόσημο φόρεσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού.
Το 1971 προσκλήθηκε απο την FIFA στον αγώνα της μεικτής κόσμου κόντρα στην Ντινάμο Μόσχας προς τιμήν του Λεβ Γιασίν. Μετά απο την κοινή τους προθέρμανση ο Σοβιετικός εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που του χάρισε τα γάντια του χρίζοντας τον ουσιαστικά διάδοχο του.
Απο το 1982 έως το 1987, αμέσως μετά το τέλος της καριέρας του, άρχισε να προετοιμάζεται για το νέο του ρόλο στο ποδόσφαιρο, αποκτώντας τα απαραίτητα διπλώματα και δουλεύοντας σε τμήματα υποδομής, ενώ παράλληλα παρέμεινε κοντά στο περιβάλλον της Πενιαρόλ.
Απο τον Οκτώβριο του 1988 έως τον Απρίλιο του 1989 ανέλαβε πρώτος προπονητής της Πενιαρόλ σε μια μεταβατική και δύσκολη περίοδος για τον σύλλογο μετά την κατάκτηση του Copa Libertadores το 1987, έχοντας σε 21 αγώνες με 13 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Κατάφερε να οδηγήσει την Πενιαρόλ στην κατάκτηση της Liguilla Pre-Libertadores του 1989, η κατάκτηση αυτού του εγχώριου μίνι-πρωταθλήματος ήταν εξαιρετικά κρίσιμη, καθώς εξασφάλισε στον σύλλογο το εισιτήριο για την κορυφαία διασυλλογική διοργάνωση της Νότιας Αμερικής.
Στο Copa Libertadores του 1989 οδήγησε την ομάδα στη φάση των ομίλων, με αντιπάλους όπως η Μπολίβαρ και η Δε Στρόνγκεστ και έφτασε μέχρι τη φάση των «16» της διοργάνωσης. Τις δεκαετίες '90 και '00s κατάλαβε ότι η πραγματική του κλίση ήταν η εξειδικευμένη προπόνηση.
Επέστρεψε στην Πενιαρόλ, όπου για πολλά χρόνια διετέλεσε προπονητής τερματοφυλάκων τόσο της πρώτης ομάδας όσο και των ακαδημιών, αποτελώντας τον «μέντορα» για γενιές Ουρουγουανών γκολκίπερ.
Την περίοδο 2000–2012, λόγω της τεράστιας ιστορίας του, η FIFA και η CONMEBOL τον καλούσαν συχνά ως επίσημο προσκεκλημένο και πρεσβευτή σε κληρώσεις Μουντιάλ και επετειακές εκδηλώσεις, θεωρούνταν ο απόλυτος ζωντανός μύθος του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου.
"Έφυγε" απο την ζωή σε ηλικία 68 ετών στις 2 Ιανουαρίου του 2013 ύστερα από μια εβδομάδα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο του Μοντεβιδέο ενώ βρισκόταν σε κώμα, .έχοντας υποστεί σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια η οποία επιπλέχθηκε από νεφρικά προβλήματα.
Η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στην αίθουσα της εταιρείας Road Hnos στο Μοντεβιδέο. Εκεί συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου, ανάμεσά τους παλιοί συμπαίκτες, προσωπικότητες του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής, πολιτικοί, αλλά και εκατοντάδες φίλαθλοι της Πενιαρόλ και της εθνικής ομάδας.
Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στο νεκροταφείο Parque del Recuerdo, στην περιοχή Κανελόνες. Σε επίσημους αγώνες μετά τον θάνατό του, οι τερματοφύλακες της Πενιαρόλ αγωνίστηκαν φορώντας ολοκληρωτικά μαύρες εμφανίσεις, ως φόρο τιμής στη χαρακτηριστική μαύρη στολή που φορούσε πάντα ο ίδιος στην καριέρα του (εξού και το προσωνύμιο El Arquero Negro - Ο Μαύρος Τερματοφύλακας).
Το προπονητικό τιμ των τερματοφυλάκων της Πενιαρόλ θέσπισε ειδικό πρόγραμμα και τιμητική πλακέτα στις εγκαταστάσεις της ομάδας, ώστε οι νέοι γκολκίπερ να προπονούνται έχοντας πάντα ως πρότυπο τη δική του κληρονομιά.
Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον συμπεριέλαβε επίσημα στην Καλύτερη Ενδεκάδα Όλων των Εποχών για το ποδόσφαιρο της Ουρουγουάης εδραιώνοντας τη θέση του δίπλα σε μύθους όπως ο Χουάν Αλμπέρτο Σκιαφίνο και ο Ομπντούλιο Βαρέλα.
Σε πολλά γήπεδα της Ουρουγουάης, αλλά και στην Κολομβία από την Αμέρικα ντε Κάλι τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή, ενώ το όνομά του μνημονεύεται σε κάθε επέτειο της 2ας Ιανουαρίου από τον αθλητικό Τύπο της Λατινικής Αμερικής ως ο «Φύλακας Άγγελος» του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου.
