Δεν είναι και λίγο πράγμα ο πατέρας σου να είναι ο Βαλεντίνο Ματσόλα o αρχηγός της μεγάλης Τορίνο της δεκαετίας του '40 που χάθηκε τόσο άδοξα στο αεροπορικό δυστύχημα της 4ης Μαΐου του 1949. Όμως ο Αλέσσαντρο Ματσόλα περί αυτού ο λόγος δεν λύγισε από το βάρος της σύγκρισης κάνοντας μια εκπληκτική καριέρα φορώντας την φανέλα μόνο μίας ομάδας της Ίντερ.
Γεννήθηκε στις 8 Νοεμβρίου του 1942 στο Τορίνο λίγες ημέρες αφότου ο πατέρας του είχε μετακινηθεί από την Βενέτσια στους "γκρανάτα". Οι γονείς του ήταν χωρισμένοι και τόσο αυτός όσο και ο αδερφός του Φερούτσιο ήταν υπό την κηδεμονία του πατέρα τους.
Όμως ήταν μόλις 6 ετών όταν ο πατέρας του ήταν ένα από τα 31 θύματα του αεροπορικού δυστυχήματος στον λόφο της Σουπέργκα λίγο έξω από το Τορίνο. Μετά την τραγωδία τα δύο αδέρφια μαζί με την μητέρα τους μετακόμισαν στο Κασάνο Ντ'Άντα περιοχή του Μιλάνο.
Όμως ήταν μόλις 6 ετών όταν ο πατέρας του ήταν ένα από τα 31 θύματα του αεροπορικού δυστυχήματος στον λόφο της Σουπέργκα λίγο έξω από το Τορίνο. Μετά την τραγωδία τα δύο αδέρφια μαζί με την μητέρα τους μετακόμισαν στο Κασάνο Ντ'Άντα περιοχή του Μιλάνο.
Αρχικά, τα δύο αδέλφια υπέγραψαν ως «μασκότ» της ομάδας, συνόδευαν τους παίκτες της πρώτης ομάδας στον αγωνιστικό χώρο πριν από τα επίσημα παιχνίδια. Μπαίνοντας κανονικά στα τμήματα υποδομής της Ίντερ, είχε την τύχη να έχει ως δάσκαλο τον μυθικό Τζουζέπε Μεάτσα.
Ο Μεάτσα διέκρινε αμέσως το σπάνιο ταλέντο του, δούλεψε μαζί του στην τεχνική κατάρτιση και τον βοήθησε να διαχειριστεί το τεράστιο βάρος του επιθέτου του και όπως λέει η παροιμία "το μήλο κάτω από την μηλιά θα πέσει" ακολούθησαν τα χνάρια του αδικοχαμένου πατέρα τους.
Αρχικά είχε ξεκινήσει ως επιθετικός στην συνέχεια οπισθοχώρησε στον χώρο του κέντρου ως αμυντικός μέσος, για να καταλήξει ως αριστερός μεσοεπιθετικός με μεγάλη ευχέρεια στο σκοράρισμα. Το ντεμπούτο του με την φανέλα των "νερατζούρι" το έκανε στις 10 Ιουνίου του 1961 απέναντι στην Γιουβέντους.
Ακόμα πανηγύρισε την κατάκτηση δύο Διηπειρωτικών Κυπέλλων το 1964 και το 1965 απέναντι στην Ιντεπεντιέντε και στις δύο περιπτώσεις. Το 1967 βρέθηκε για τρίτη φορά σε έναν τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην Λισαβόνα απέναντι στην Σέλτικ ο οποίος όμως αυτή την φορά δεν ήταν νικηφόρος.
Κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1971, ενώ έναν χρόνο αργότερα το 1972 έπαιξε σε έναν ακόμα τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Ρότερνταμ απέναντι στον Άγιαξ με τους Ολλανδούς να κατακτούν τον δεύτερο συνεχόμενο τίτλο.
Δύο χρόνια αργότερα το 1968 η διεξαγωγή της τελικής φάσης του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Εθνών στην χώρα τους ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να "πάρουν το αίμα τους πίσω". Η πρόκριση απέναντι στην Σοβιετική Ένωση κρίθηκε στην κλήρωση μιας και οι δύο ομάδες είχαν έρθει ισόπαλοι με 0-0.
Αρχικά είχε ξεκινήσει ως επιθετικός στην συνέχεια οπισθοχώρησε στον χώρο του κέντρου ως αμυντικός μέσος, για να καταλήξει ως αριστερός μεσοεπιθετικός με μεγάλη ευχέρεια στο σκοράρισμα. Το ντεμπούτο του με την φανέλα των "νερατζούρι" το έκανε στις 10 Ιουνίου του 1961 απέναντι στην Γιουβέντους.
Ήταν το περίφημο ματς όπου ο πρόεδρος της Ίντερ Άντζελο Μοράτι κατέβασε την ομάδα του με τα παιδιά από τις ακαδημίες ως αντίδραση στην απόφαση της Ομοσπονδίας για την επανάληψη του αγώνα. Ένα χρόνο πριν το καλοκαίρι του 1960 αναλάμβανε την ομάδα ο Χελένιο Χερέρα ο οποίος την μεταμόρφωσε κάνοντάς την ανταγωνιστική σε Ιταλία και Ευρώπη.
Βασικό κομμάτι στο "κατενάτσιο" που εφάρμοσε ο "μάγος" ήταν και ο Ματσόλα ο οποίος αγωνιζόμενος στο αριστερό άκρο ευτύχησε να φτάσει στην κατάκτηση 3 Πρωταθλημάτων Ιταλίας(1963,1965,1966), 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1964 στο "Πράτερ" της Βιέννης όπου μάλιστα πέτυχε δύο γκολ στην νίκη επί της Ρεάλ Μαδρίτης με 3-1 και το 1965 στο "Τζιουζέπε Μεάτσα" απέναντι στην Μπενφίκα.
Ακόμα πανηγύρισε την κατάκτηση δύο Διηπειρωτικών Κυπέλλων το 1964 και το 1965 απέναντι στην Ιντεπεντιέντε και στις δύο περιπτώσεις. Το 1967 βρέθηκε για τρίτη φορά σε έναν τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην Λισαβόνα απέναντι στην Σέλτικ ο οποίος όμως αυτή την φορά δεν ήταν νικηφόρος.
Κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1971, ενώ έναν χρόνο αργότερα το 1972 έπαιξε σε έναν ακόμα τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Ρότερνταμ απέναντι στον Άγιαξ με τους Ολλανδούς να κατακτούν τον δεύτερο συνεχόμενο τίτλο.
Αντιπροσώπευσε απόλυτα τον όρο "σημαία" αφού δεν αγωνίστηκε σε καμία άλλη ομάδα πλην της Ίντερ παρότι είχε κρούσεις τόσο απο την Γιουβέντους όσο και απο την Μίλαν, κλείνοντας την καριέρα του το 1977. Συνολικά με 570 παιχνίδια και 162 γκολ βρίσκεται στην τέταρτη θέση στις συμμετοχές και στην πέμπτη θέση στην λίστα των σκόρερ.
Στις 12 Μαΐου του 1963 έκανε το ντεμπούτο του με την φανέλα της εθνικής του ομάδας σε φιλικό παιχνίδι στο Μιλάνο απέναντι στην Βραζιλία. Τρία χρόνια αργότερα πήρε μέρος στη πρώτη του μεγάλη διοργάνωση την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1966 στα γήπεδα της Αγγλίας.
Μια εμπειρία ιδιαίτερα τραυματική με τον αποκλεισμό στην φάση των ομίλων μετά την ήττα από την Βόρεια Κορέα μία από τι μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών. Ο Ματσόλα αγωνίστηκε και στα τρία παιχνίδια πετυχαίνοντας και γκολ απέναντι στην Χιλή, η επιστροφή στην Ρώμη όμως ήταν ιδιαίτερα "θερμή" αφού συνοδεύτηκε από την ρίψη ντοματών και γιαουρτιών.
Μια εμπειρία ιδιαίτερα τραυματική με τον αποκλεισμό στην φάση των ομίλων μετά την ήττα από την Βόρεια Κορέα μία από τι μεγαλύτερες εκπλήξεις όλων των εποχών. Ο Ματσόλα αγωνίστηκε και στα τρία παιχνίδια πετυχαίνοντας και γκολ απέναντι στην Χιλή, η επιστροφή στην Ρώμη όμως ήταν ιδιαίτερα "θερμή" αφού συνοδεύτηκε από την ρίψη ντοματών και γιαουρτιών.
Δύο χρόνια αργότερα το 1968 η διεξαγωγή της τελικής φάσης του Ευρωπαϊκού Κυπέλλου Εθνών στην χώρα τους ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να "πάρουν το αίμα τους πίσω". Η πρόκριση απέναντι στην Σοβιετική Ένωση κρίθηκε στην κλήρωση μιας και οι δύο ομάδες είχαν έρθει ισόπαλοι με 0-0.
Απέναντι στην Γιουγκοσλαβία το πρώτο ματς μετά από παράταση ήρθε ισόπαλο 1-1 και αποφασίστηκε νέος αγώνας εκεί όπου οι "ατζούρι" με 2-0 επικράτησαν των "πλάβι" και κατέκτησε το τρόπαιο που ήταν το πρώτο και το μοναδικό έως τώρα στην ιστορία των Ευρωπαϊκών Πρωταθλημάτων.
Στα γήπεδα του Μεξικό το 1970 ο Φερούτσιο Βαλκαρέτζι είχε ένα μεγάλο δίλημμα πως θα χρησιμοποιούσε τα δύο μεγάλα του αστέρια Ματσόλα και Ριβέρα αφού πίστευε ότι δεν χωράνε μαζί στην ίδια ενδεκάδα.
Στα γήπεδα του Μεξικό το 1970 ο Φερούτσιο Βαλκαρέτζι είχε ένα μεγάλο δίλημμα πως θα χρησιμοποιούσε τα δύο μεγάλα του αστέρια Ματσόλα και Ριβέρα αφού πίστευε ότι δεν χωράνε μαζί στην ίδια ενδεκάδα.
Στα δύο πρώτα παιχνίδια με Σουηδία και Ουρουγουάη ο άσος της Μίλαν δεν αγωνίστηκε καθόλου ενώ με το Ισραήλ οι δύο μεγάλοι ποδοσφαιριστές βρέθηκαν μαζί στον αγωνιστικό χώρο για όλο το δεύτερο ημίχρονο. Τότε ο Βαλκαρέτζι αποφάσισε να εφαρμόσει το σύστημα "staffeta(σ.σ. σκυταλοδρομία" μια κίνηση που αποδείχθηκε εξαιρετική.
Ο Ματσόλα ήταν αυτός που ξεκινούσε τον αγώνα και την θέση του στην επανάληψη την έπαιρνε ο Ριβέρα, με μόνη εξαίρεση τον τελικό. Με αυτό τον τρόπο απέκλεισαν κατά σειρά Μεξικό, Δυτική Γερμανία αλλά στον τελικό η Βραζιλία αποδείχτηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Ο Ματσόλα ήταν αυτός που ξεκινούσε τον αγώνα και την θέση του στην επανάληψη την έπαιρνε ο Ριβέρα, με μόνη εξαίρεση τον τελικό. Με αυτό τον τρόπο απέκλεισαν κατά σειρά Μεξικό, Δυτική Γερμανία αλλά στον τελικό η Βραζιλία αποδείχτηκε ανυπέρβλητο εμπόδιο.
Τελευταία του παρουσία σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας όπου όμως η εμφάνιση της ήταν κατώτερη του αναμενόμενου αφού αποκλείστηκε από την συνέχεια παίζοντας σε όλα τα παιχνίδια.
Στην Στουτγάρδη στις 23 Ιουνίου στην ήττα από την Πολωνία έμελλε να αγωνιστεί για 70η και τελευταία φορά με την φανέλα των "ατζούρι" έχοντας και 22 γκολ. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του ακολούθησε διευθυντικά πόστα σε Ίντερ απο την 1η Ιουλίου του 1977 μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1984, με ευθύνη τις μεταγραφές.
Στην Στουτγάρδη στις 23 Ιουνίου στην ήττα από την Πολωνία έμελλε να αγωνιστεί για 70η και τελευταία φορά με την φανέλα των "ατζούρι" έχοντας και 22 γκολ. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του ακολούθησε διευθυντικά πόστα σε Ίντερ απο την 1η Ιουλίου του 1977 μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1984, με ευθύνη τις μεταγραφές.
Στη θητεία αυτή πιστώνεται η απόκτηση σπουδαίων παικτών, όπως ο Αλεσάντρο Αλτομπέλι και ο Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε. Τον Ιανουάριο του 1984, ο επί 16 χρόνια πρόεδρος της Ίντερ, Ιβάνοε Φραϊτζόλι, πούλησε τις μετοχές της ομάδας στον επιχειρηματία Ερνέστο Πελεγκρίνι, ο Ματσόλα ήταν ο στενότερος συνεργάτης εντεταλμένος σύμβουλος του Φραϊτζόλι και η αποχώρηση του παλιού προέδρου σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής.
Ο Πελεγκρίνι ήθελε να φέρει τους δικούς του ανθρώπους στις καίριες θέσεις της διοίκησης, επιθυμώντας μια ριζική ανανέωση στα γραφεία της ομάδας. Βλέποντας ότι τα περιθώρια δράσης του θα περιορίζονταν υπό το νέο καθεστώς, ο Ματσόλα επέλεξε να αποχωρήσει κοινή συναινέσει το καλοκαίρι του 1984, αποδεχόμενος αμέσως πρόταση της Τζένοα για να αναλάβει εκεί γενικός διευθυντής.
Αν και αποχώρησε από την Ίντερ το 1984, η επίσημη πρόσληψή του στην Τζένοα έγινε την 1η Ιουλίου του 1985. Η άφιξή του συνέπεσε με μια ιστορική διοικητική αλλαγή στο κλαμπ, ο επί 20ετίας πρόεδρος Ρέντσο Φοσάτι παρέδωσε τα ηνία στον Άλντο Σπινέλι.
Ο Σπινέλι, ως νέος ιδιοκτήτης, επέλεξε τον Ματσόλα για να οργανώσει το αγωνιστικό πλάνο και να φέρει αέρα ανανέωσης. Η συνεργασία ολοκληρώθηκε με το τέλος της αγωνιστικής περιόδου 1985-1986, στις 30 Ιουνίου του 1986 και κατά τη διάρκεια αυτής της μονοετούς θητείας, η Τζένοα αγωνιζόταν στη Serie B και τερμάτισε στην 7η θέση του πρωταθλήματος.
Μετά τη σύντομη αυτή «παρένθεση» στη Γένοβα, ο Ματσόλα απομακρύνθηκε για μερικά χρόνια από τα καθημερινά διοικητικά των συλλόγων, στρέφοντας το ενδιαφέρον του κυρίως στην τηλεόραση, ως σχολιαστής αγώνων της Εθνικής Ιταλίας στη RAI.
Τον Φεβρουάριο του 1995, ο Μάσιμο Μοράτι αγόρασε τις μετοχές της Ίντερ. Θέλοντας να επαναφέρει τις παλιές δόξες της "Grande Inter" του πατέρα του, τον κάλεσε αμέσως πίσω. Ανέλαβε επίσημα καθήκοντα Αθλητικού Διευθυντή με την έναρξη της νέας σεζόν, την 1η Ιουλίου του 1995.
Η θητεία του ολοκληρώθηκε στο τέλος της αγωνιστικής περιόδου 1998-1999, στις 30 Ιουνίου του 1999. Μετά από μια πολύ δύσκολη αγωνιστική χρονιά όπου η Ίντερ άλλαξε τέσσερις προπονητές και τερμάτισε 8η, ο Μοράτι αποφάσισε να κάνει ριζικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα, φέρνοντας τον Μαρτσέλο Λίπι στον πάγκο και τον εμπειρογνώμονα Λουτσιάνο Μότζι, εμμέσως να επηρεάζει τις επόμενες διοικητικές επιλογές, με αποτέλεσμα την αποχώρηση του.
Την η1 Ιουλίου του 2000, ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντα του Αθλητικού Διευθυντή της Τορίνο με την έναρξη της νέας ποδοσφαιρικής και οικονομικής σεζόν του συλλόγου, αμέσως μετά τον υποβιβασμό της ομάδας στη Serie B.
Στην πρώτη του κιόλας σεζόν 2000-2001, οργάνωσε υποδειγματικά το ρόστερ και υπό την τεχνική ηγεσία του Τζανκάρλο Καμολέζε, η ομάδα κατέκτησε το πρωτάθλημα της Serie B και κέρδισε την άμεση επιστροφή στη Serie A.
Την επόμενη χρονιά 2001-2002, η Τορίνο έκανε μια εξαιρετική πορεία στη μεγάλη κατηγορία, τερμάτισε 11η και εξασφάλισε την έξοδο στο Κύπελλο Ιντερτότο. Η συνεργασία ολοκληρώθηκε πρόωρα και άδοξα κατά τη διάρκεια της εφιαλτικής σεζόν 2002-2003, η ομάδα βρισκόταν σταθερά στην τελευταία θέση της βαθμολογίας, αντιμετωπίζοντας παράλληλα σοβαρά οικονομικά προβλήματα.
Στις 15 Απριλίου 2003, μετά από μια βαριά εντός έδρας ήττα από την Πιατσέντζα με 1-3 και μέσα σε ένα κλίμα έντονων αποδοκιμασιών από τους οπαδούς, υπέβαλε την παραίτησή του. Η αποχώρηση αυτή από την Τορίνο σηματοδότησε και το οριστικό τέλος της διοικητικής του καριέρας στο ιταλικό ποδόσφαιρο.
Μέχρι και το 2012, εργάστηκε ως ο κεντρικός τεχνικός αναλυτής της κρατικής ιταλικής τηλεόρασης της RAI Sport. Ήταν ο σχολιαστής στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 2006 στο Βερολίνο, περιγράφοντας τη ζωντανή κατάκτηση του τροπαίου από την Ιταλία δίπλα στον σπορτκάστερ Μάρκο Τσιβόλι.
Συμμετείχε σταθερά στις κορυφαίες ποδοσφαιρικές εκπομπές Sabato Sprint και La Domenica Sportiva, αναλύοντας τους αγώνες της Serie A.
Στις 22 Νοεμβρίου 2012, εξέδωσε το πολύ επιτυχημένο βιβλίο του με τίτλο "Ho scelto di stare davanti" (Επέλεξα να στέκομαι μπροστά) απο τον εκδoτικό οίκο Limina. Σε αυτό ξετύλιξε όλη του τη ζωή, από την τραγική απώλεια του πατέρα του στο Σουπέργκα, μέχρι τα παρασκήνια της «Μεγάλης Ίντερ» και τις κρυφές λεπτομέρειες των μεταγραφών που έκανε ως διευθυντής.
Παραχωρούσε επιλεκτικά μεγάλες και συγκινητικές συνεντεύξεις σε κορυφαία ιταλικά μέσα, όπως η La Gazzetta dello Sport και το Vivo Azzurro TV της Ιταλικής Ομοσπονδίας. Σε αυτές μιλούσει συχνά για τη σχέση με τον θρυλικό πατέρα του Βαλεντίνο, την αιώνια αγάπη του για την Ίντερ και τις μεγάλες του στιγμές ως διευθυντής, όπως η υπογραφή του Ρονάλντο.
Όπως δήλωνε ο ίδιος, αυτό που συνέχισε να τον συγκινεί βαθιά στην καθημερινότητά του ήταν «το ίδιο το παιχνίδι της μπάλας και το να βλέπει τους νέους να προσπαθούν και να αγωνίζονται στα γήπεδα».
Αν και δεν κατείχε επίσημο πόστο, ο σύλλογος της Inter τον τιμούσε διαρκώς ως έναν από τους μεγαλύτερους εν ζωή μύθους της, με τον ίδιο να έστελνε συχνά βίντεο-μηνύματα και χαιρετισμούς σε συνδέσμους φιλάθλων.
Στις 19 Σεπτεμβρίου 2026 σε ηλικία 83 ετών άφηνε την τελευταία του πνοή μετά από μάχη με μια μακρά ασθένεια που τον ταλαιπωρούσε το τελευταίο διάστημα, χωρίς ωστόσο η οικογένειά του ή η ομάδα της Ίντερ να δώσουν στη δημοσιότητα περισσότερες ιατρικές λεπτομέρειες, επιλέγοντας να κρατήσουν τις στιγμές ιδιωτικές.
Το παρών έδωσε σύσσωμη η ποδοσφαιρική κοινότητα της Ιταλίας, όπως ο πρόεδρος της Ίντερ Μπέπε Μαρότα, παλιοί συμπαίκτες και θρύλοι (π.χ. Μπέργκομι, Καμπιάσο, Τόλντο), καθώς και πλήθος πιστών φιλάθλων της ομάδας που τον αποχαιρέτησαν με χειροκροτήματα και συνθήματα.
Τάφηκε στο Νεκροταφείο της Μόντσα, ενώ κατά τη διάρκεια της κηδείας, πάνω στο φέρετρό του τοποθετήθηκε η φανέλα με τον αριθμό 8 της Ίντερ, την οποία τίμησε σε όλη του την καριέρα ως «πιστός στρατιώτης» ενός μόνο συλλόγου.
Επίσης οι οργανωμένοι οπαδοί της Ίντερ (Curva Nord) ανήρτησαν πανό και τραγούδησαν προς τιμήν του, τονίζοντας ότι το όνομά του έχει γραφτεί ανεξίτηλα στην ιστορία του συλλόγου.
