Ο Λουίς Μόντι κατέχει ένα ρεκόρ μοναδικό στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων αφού κατάφερε να βρεθεί σε δύο συνεχόμενους τελικούς Παγκοσμίου Κυπέλλου με δύο διαφορετικές εθνικές ομάδες, το 1930 με την Αργεντινή και το 1934 με την Ιταλία όπου μάλιστα αναδείχθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής.
Ο Luis Felipe Monti γεννήθηκε στις 15 Μαΐου του 1901 στο Μπουένος Άιρες και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1921 στην Ουρακάν με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα, έχοντας 4 συμμετοχές. Ήταν ένας πολύ τραχύς και σκληρός ποδοσφαιριστής διέθετε και αρκετές τεχνικές αρετές για να αγωνίζεται ως επιθετικός μέσος με βάση τα τωρινά δεδομένα.
Το 1922 υπέγραψε στην Μπόκα Τζούνιορς χωρίς όμως να αγωνιστεί σε κάποιο παιχνίδι, κατα τη διάρκεια της παραμονής του στην Μπόκα, δεν ένιωσε ποτέ απόλυτα προσαρμοσμένος. Την ίδια στιγμή, η Σαν Λορέντζο αναζητούσε έναν ηγέτη για το κέντρο της και το μεγάλο πλεονέκτημα της Σαν Λορέντσο ήταν η οικογένεια Μόντι, καθώς ο αδερφός του, Ενρίκε Μόντι, αγωνιζόταν ήδη εκεί και πίεζε για τη μεταγραφή.
Η Σαν Λορέντζο του κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση, η οποία του εξασφάλιζε πρωταγωνιστικό ρόλο δίπλα στον αδερφό του. Βλέποντας ότι στην Μπόκα δεν θα έβρισκε άμεσα τον χρόνο που ήθελε, ο Μόντι αποφάσισε να σπάσει το συμβόλαιό του πριν καν κάνει ντεμπούτο και μετακόμισε στην «Αζουλγκράνα» πλευρά του Μπουένος Άιρες.
Κατέκτησε τρία πρωταθλήματα το 1923, το 1924 και το 1927 έχοντας 244 παιχνίδια και 45 γκολ. Είχε δεχθεί απειλές για τη ζωή του στον τελικό του Μουντιάλ του 1930 και η ψυχολογική του κατάσταση ήταν κακιά.
Ο πρόεδρος της Σαν Λορέντζο, Εδουάρδο Λεντό, γνώριζε την τεράστια αξία του και του προσέφερε γη και ύδωρ (σημαντική αύξηση αποδοχών για τα δεδομένα της ερασιτεχνικής Αργεντινής) προκειμένου να μην αφήσει τον σύλλογο, ωστόσο ένιωθε ότι ο κύκλος του στη χώρα είχε κλείσει.
Λόγω της ιταλικής καταγωγής του (είχε δικαίωμα να αγωνιστεί ως oriundo), το όνομά του κυκλοφόρησε γρήγορα στη Serie A, η Τζένοα, που εκείνη την εποχή ήταν παραδοσιακή δύναμη του ιταλικού ποδοσφαίρου, εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς έψαχνε έναν σκληροτράχηλο μέσο.
Ο Τσεζαρίνι (επίσης Αργεντινός με ιταλική καταγωγή που έπαιζε ήδη στη «Γιούβε») ταξίδεψε προσωπικά στο Μπουένος Άιρες για να τον πείσει. Η οικονομική πρόταση των «Μπιανκονέρι» ήταν ασυναγώνιστη, του προσέφεραν το μυθικό για την εποχή ποσό των 5.000 δολαρίων τον μήνα, συν ένα πολυτελές σπίτι στο Τορίνο.
Αυτό το συμβόλαιο, σε συνδυασμό με την εγγύηση ότι θα αγωνιζόταν σε μια ομάδα που στόχευε στο πρωτάθλημα, έκανε τον Μόντι να απορρίψει κάθε άλλη σκέψη. το πρώτο διάστημα ήταν υπέρβαρος και εκτός φόρμας υπεβλήθη σε εντατική γυμναστική.
Ήταν ο παίκτης που σταματούσε τις επιθέσεις των αντιπάλων και ταυτόχρονα ξεκινούσε το παιχνίδι της Γιουβέντους, φημισμένος για το ασύλληπτα σκληρό αλλά αποτελεσματικό παιχνίδι του. Στο Τορίνο παρέμεινε για εννιά χρόνια μέχρι το 1939 και είχε ενεργό ρόλο στην κατάκτηση τεσσάρων συνεχόμενων Πρωταθλημάτων το 1932, το 1933, το 1934 και το 1935, και ένα Κύπελλο Ιταλίας το 1938.
Συνολικά φόρεσε την φανέλα των "μπιανκονέρι" σε 263 παιχνίδια πετυχαίνοντας 21 τέρματα, έχοντας
κλείσει τα 38 του χρόνια και για τα δεδομένα της εποχής, αλλά και για τη θέση του κεντρικού μέσου που απαιτούσε τεράστια αποθέματα δύναμης, τρεξίματος και συνεχείς σωματικές μονομαχίες, η ηλικία αυτή ήταν το απόλυτο όριο για έναν αθλητή.Μετά το τέλος της «Χρυσής Πενταετίας», η Γιουβέντους βρισκόταν σε μια σταδιακή φάση ριζικής ανανέωσης. Οι παλιοί πρωταθλητές αποχωρούσαν και η ομάδα έπρεπε να δώσει χώρο σε νεότερους, πιο γρήγορους ποδοσφαιριστές.
Ένιωθε έτοιμος να περάσει στο επόμενο στάδιο του ποδοσφαίρου, κλείνοντας έναν απόλυτα επιτυχημένο κύκλο 8 ετών με τη φανέλα των «Μπιανκονέρι», κρέμασε τα παπούτσια του και άρχισε αμέσως να εργάζεται ως προπονητής.
Την πρώτη του εμφάνιση με την φανέλα της εθνικής Αργεντινής την πραγματοποίησε στις 10 Αυγούστου του 1924 στο Μπουένος Άιρες απέναντι στην Ουρουγουάη. Κατέκτησε το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1927 και το άργυρο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Άμστερνταμ του 1928.
Στο παρθενικό παγκόσμιο κύπελλο της Ουρουγουάης ο Μόντι ήταν βασικό στέλεχος της "αλμπισελέστε" αφού αγωνίστηκε και στα πέντε παιχνίδια πετυχαίνοντας δύο γκολ απέναντι σε Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες.
Στον τελικό απέναντι στους οικοδεσπότες λέγεται ότι στο ημίχρονο δέχτηκε απειλές ότι εάν κερδίσει η Αργεντινή τότε θα βρει την μητέρα του νεκρή. Ουσιαστικά δεν "βγήκε ποτέ" στην επανάληψη στον αγωνιστικό χώρο αφού δεν ακούμπησε καθόλου την μπάλα και δεν συμμετείχε καθόλου στο παιχνίδι. Στις 4 Ιουλίου του 1931 στο Μπουένος Άιρες απέναντι στην Παραγουάη φόρεσε για 16η και τελευταία φορά πετυχαίνοντας 5 γκολ.
Στην Ιταλία βίωσε τα αντίθετα συναισθήματα αφού όταν υπέγραψε στην Γιουβέντους με προσωπικές ενέργειες του Μπενίτο Μουσολίνι πήρε ταυτόχρονα και την ιταλική υπηκοότητα . Ο "doble ancho(σ.σ. δίφυλλη ντουλάπα)" αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την "σκουάντρα ατζούρα" στις 27 Νοεμβρίου του 1932 στο Μιλάνο απέναντι στην Ουγγαρία.
Τόσο ο ίδιος όπως και οι υπόλοιποι συμπαίκτες του αλλά και ο προπονητής του είχαν την πίεση από το καθεστώς ούτως ώστε να κατακτήσει η Ιταλία με κάθε τρόπο το Παγκόσμιο Κύπελλο που συν τοις άλλοις διεξαγόταν και εντός έδρας
Αγωνίστηκε και στα πέντε παιχνίδια πανηγυρίζοντας αυτό που δεν κατάφερε να πετύχει τέσσερα χρόνια πριν και στις 5 Απριλίου του 1936 στην Ζυρίχη απέναντι στην Ελβετία φόρεσε για 18η και τελευταία φορά πετυχαίνοντας ένα γκολ.
Στις 14 Νοεμβρίου του 1934 στο Χάιμπουρι θα διεξαγόταν το φιλικό παιχνίδι ανάμεσα στην Αγγλία και την Ιταλία. Ο Μόντι αγωνιζόταν στον χώρο του κέντρου και μόλις στο δεύτερο λεπτό σε μια κόντρα του με τον Τεντ Ντρέικ έσπασε το δάχτυλο του ποδιού του.
Σε μια εποχή όπου οι αλλαγές δεν υπήρχαν δεν αποσύρθηκε με τους Ιταλούς να παίζουν με δέκα παίκτες σε ένα ματς που χαρακτηρίστηκε ως η "μάχη του Χάιμπουρι" για το γεγονός ότι υπήρξαν σκληρά μαρκαρίσματα ειδικά απο την πλευρά της "σκουάντρα ατζούρα".
Μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση ακολούθησε το επάγγελμα του προπονητή στην Τριεστίνα απο την 1η Ιουλίου του 1939 μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1940 και σε 31 αγώνες είχε 10 νίκες, 6 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Ο βασικός στόχος της Τριεστίνα ήταν η παραμονή στην κατηγορία, η ομάδα συγκέντρωσε 26 βαθμούς και τερμάτισε στη 12η θέση (ισοβαθμώντας με τη Φιορεντίνα και τη Μπάρι), εξασφαλίζοντας τη σωτηρία της με διαφορά 3 βαθμών από τη ζώνη του υποβιβασμού.
Παρά το γεγονός ότι ήταν ένας άπειρος προπονητής που μόλις είχε βγει από τα γήπεδα, η πρώτη του αυτή απόπειρα κρίθηκε επιτυχημένη καθώς εκπλήρωσε τον στόχο της παραμονής σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό πρωτάθλημα.
Στις 28 Ιανουαρίου 1942, κλήθηκε από τη διοίκηση της Γιουβέντους για να αντικαταστήσει τον πρώην συμπαίκτη του, Τζοβάνι Φερράρι. Ανέλαβε την ομάδα μέσα στη δίνη του πολέμου και παρέμεινε στον πάγκο της έως τις 30 Ιουνίου 1942
Η θητεία αυτή σημαδεύτηκε από την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας του 1942, η Γιουβέντους αντιμετώπισε στους διπλούς τελικούς τη Μίλαν, αποσπώντας ισοπαλία 1-1 εκτός έδρας και ισοπεδώνοντάς την με 4-1 στο Τορίνο και στο πρωτάθλημα οδήγησε την ομάδα στην 6η θέση της κατάταξης και σε 20 αγώνες είχε 10 νίκες, 5 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Η πρώτη και βασική προπονητική θητεία στη Βαρέζε διήρκεσε από την 1η Ιουλίου 1942 έως τις 30 Ιουνίου 1943, καλύπτοντας ολόκληρη την αγωνιστική περίοδο 1942/43. Στην κανονική διάρκεια του πρωταθλήματος, ήταν ισοπεδωτική, τερμάτισε στην 1η θέση του ομίλου της με 38 βαθμούς, έχοντας το εξωπραγματικό παθητικό των μόλις 9 γκολ σε 22 αναμετρήσεις.
Στα τελικά μπαράζ, η ομάδα διατήρησε την ψυχραιμία της, τερμάτισε 1η στον τελικό όμιλο ανόδου (μπροστά από τη Σαλερνιτάνα) και εξασφάλισε το εισιτήριο για τη Serie B και σε 30 αγώνες είχε 23 νίκες, 3 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Λόγω των σφοδρών βομβαρδισμών, της πτώσης του Μουσολίνι και της γερμανικής κατοχής στον Βορρά, η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία αποφάσισε ότι η διεξαγωγή ενός ενιαίου εθνικού πρωταθλήματος (όπως η Serie B στην οποία είχε μόλις ανέβει η Βαρέζε) ήταν πλέον πρακτικά αδύνατη.
Καθώς αποφασίστηκε να διεξαχθούν μόνο τοπικά, περιφερειακά τουρνουά, το λεγόμενο Campionato Alta Italia του 1944 για να αποφεύγονται οι μεγάλες και επικίνδυνες μετακινήσεις, ο Μόντι δέχθηκε πρόταση να μετακομίσει στην περιοχή του Πιεμόντε.
Η Μπιελέζε του πρόσφερε ένα ασφαλέστερο και πιο οργανωμένο περιβάλλον μέσα στη δίνη του πολέμου. Επιπλέον, του δόθηκε η ευκαιρία να σχηματίσει ένα πανίσχυρο προπονητικό δίδυμο με τον κολλητό του φίλο και παλιό συμπαίκτη του στη Γιουβέντους, Βιρτζίλιο Ροζέτα, γεγονός που τον έπεισε να αφήσει τη Λομβαρδία και τη Βαρέζε.
Επέστρεψε για μια πολύ σύντομη δεύτερη θητεία από την 1η Ιουλίου 1944 έως τις 31 Δεκεμβρίου 1944, ωστόσο εκείνη η περίοδος σημαδεύτηκε από την απόλυτη έξαρση του πολέμου και την οριστική διακοπή των επίσημων διοργανώσεων, με αποτέλεσμα να μην καταγραφούν επίσημα στατιστικά.
Ανέλαβε την Αταλάντα αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, αρχικά στο μεταβατικό πρωτάθλημα Campionato Alta Italia 1945/46 απο τις 13 Ιανουαρίου έως τις 24 Νοεμβρίου 1946, όταν και αποχώρησε μετά την 9η αγωνιστική του νέου πρωταθλήματος.
Κάθισε σε 22 αγώνες με 7 νίκες, 7 ισοπαλίες και 8 ήττες και μετά από μια εντός έδρας ήττα με 1-3 από τη Σαμπντόρια στις 24 Νοεμβρίου 1946, αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία και αντικαταστάθηκε από τον Ίβο Φιορεντίνι.
Ανέλαβε την Βιτζέβανο από την 1η Ιουλίου 1946 έως τις 30 Ιουνίου 1948 και σε 68 αγώνες είχε 27 νίκες, 16 ισοπαλίες και 25 ήττες. Στην πρώτη του χρονιά, την οδήγησε σε μια εξαιρετικά σταθερή πορεία στον Όμιλο Α της Serie B, παρουσίασε καλό ποδόσφαιρο και τερμάτισε άνετα στο πρώτο μισό του βαθμολογικού πίνακα.
Η δεύτερη χρονιά ήταν πολύ περίεργη για το ιταλικό ποδόσφαιρο, λόγω της προγραμματισμένης ριζικής αναδιάρθρωσης της Serie B (η οποία από την επόμενη σεζόν θα ενώνονταν σε έναν μόνο ενιαίο όμιλο αντί για τρεις γεωγραφικούς), οι 7 τελευταίες ομάδες κάθε ομίλου υποβιβάζονταν απευθείας. Η Βιτζέβανο τερμάτισε στην 9η θέση του ομίλου της και, παρά τη θετική της συγκομιδή, υποβιβάστηκε στη Serie C.
Μετά το τέλος αυτής της διετίας και τον υποβιβασμό της ομάδας, ολοκλήρωσε το συμβόλαιό του και αποφάσισε να επιστρέψει προσωρινά στην πατρίδα του, την Αργεντινή, για να αναλάβει την αγαπημένη του Ουρακάν.
Επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες ύστερα από 16 ολόκληρα χρόνια στην Ευρώπη απο τον Ιούλιο του 1947 έως τον Δεκέμβριο του 1948. Ανέλαβε την ομάδα στα μέσα της σεζόν του 1947 και παρά τις δυσκολίες προσαρμογής του στα νέα δεδομένα του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής, η Ουρακάν ολοκλήρωσε τη χρονιά τερματίζοντας στην 11η θέση του βαθμολογικού πίνακα.
Το 1948 ήταν μια εξαιρετικά περίεργη και επεισοδιακή χρονιά για το ποδόσφαιρο της Αργεντινής λόγω της μεγάλης απεργίας των ποδοσφαιριστών, η οποία ανάγκασε τις ομάδες να αγωνίζονται με ερασιτέχνες και παίκτες των ακαδημιών στις τελευταίες αγωνιστικές.
Υπό αυτές τις ειδικές συνθήκες, η Ουρακάν του Μόντι τερμάτισε στη 10η θέση (ισοβαθμώντας με τη Μπόκα Τζούνιορς). Η αποχώρησή του στα τέλη του 1948 οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι το ποδόσφαιρο της Αργεντινής είχε βυθιστεί στο χάος λόγω της απεργίας, με αποτέλεσμα πολλοί κορυφαίοι παίκτες και προπονητές να μεταναστεύουν (κυρίως προς την Κολομβία).
Έχοντας πλέον συνηθίσει τα ευρωπαϊκά πρότυπα οργάνωσης, αποφάσισε να κλείσει τον κύκλο του στην πατρίδα του και να επιστρέψει στην Ιταλία το καλοκαίρι του 1949. Διήρκεσε από την 1η Ιουλίου 1949 έως τις 23 Απριλίου 1950 και ανέλαβε την ομάδα με στόχο να πρωταγωνιστήσει
Όμως η αγωνιστική αστάθεια στο δεύτερο μισό του πρωταθλήματος οδήγησε στην απομάκρυνσή του από τον πάγκο την 33η αγωνιστική στις 23 Απριλίου 1950, δίνοντας τη σκυτάλη στον Τζοβάνι Γκάρμπο, ύστερα απο 33 αγώνες με 13 νίκες, 7 ισοπαλίες και 13 ήττες.
Μετά την απόλυσή του από την Πίζα τον Απρίλιο του 1950, πήρε την οριστική απόφαση να αποσυρθεί πλήρως από τους πάγκους σε ηλικία 49 ετών. Λίγο αργότερα επέστρεψε στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, κλείνοντας οριστικά το ποδοσφαιρικό του κεφάλαιο
Το 1953 ένας απατεώνας που ειδικεύονταν στις απάτες όταν συνελήφθη και χωρίς να έχει κάποιο έγγραφο που να πιστοποιεί την ταυτότητα του ισχυρίστηκε ότι είναι ο Λουίς Μόντι δείχνοντας μια ουλή θέλοντας να δείξει ότι είναι το χτύπημα απο την "Μάχη του Χάιμπουρι".
Εν τέλει ήρθε ο πραγματικός Λουίς Μόντι για κατάθεση στην αστυνομία οπότε όλη αυτή η ιστορία έληξε με την φυλάκιση του.
Κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 που διεξήχθη στην Αργεντινή, ολόκληρη η αποστολή της Εθνικής Ιταλίας (παίκτες και τεχνικό τιμ) επισκέφθηκε τον ηλικιωμένο πλέον Μόντι στο σπίτι του. Οι Ιταλοί διεθνείς του επεφύλασσαν μια θερμή και ενθουσιώδη υποδοχή, τιμώντας τον ως έναν από τους «πατέρες» του πρώτου ιταλικού Μουντιάλ.
Έφυγε από την ζωή στις 9 Σεπτεμβρίου του 1983 σε ηλικία 82 ετών ύστερα απο καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Μπελέν ντε Εσκομπάρ της Αργεντινής. Η κηδεία του τελέστηκε στην Αργεντινή σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης και σεβασμού, παρόλο που τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.
Στην τελετή έδωσαν το «παρών» εξέχουσες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου της Λατινικής Αμερικής, εκπρόσωποι της Σαν Λορέντζο και της Ουρακάν, καθώς και παλιοί συνοδοιπόροι του από τα γήπεδα. Παράλληλα, η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και η διοίκηση της Γιουβέντους απέστειλαν στεφάνια και συλλυπητήρια μηνύματα, τιμώντας τον άνθρωπο που δοξάστηκε εξίσου και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
