Είναι ο ένας απο τους πέντε ποδοσφαιριστές που κατέχουν τον τίτλο του επιτίμου αρχηγού. Ο Φρίτς Βάλτερ τον Νοέμβριο του 2003 επιλέχθηκε απο την Γερμανική Ομοσπονδία στα πενήντα χρόνια απο την ίδρυση της UEFA ως ο "χρυσός" παίκτη της για αυτή την περίοδο(1954-2003).
Γεννήθηκε στις 31 Οκτωβρίου του 1920 στο Κάιζερσλάουτερν και ήταν ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας. Απο νωρίς ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ακαδημία της FC Καιζερσλάουτερν και πολύ σύντομα θα ανέβει στην πρώτη ομάδα παίρνοντας μάλιστα ειδική άδεια λόγω ηλικίας.
Την περίοδο του Β' Παγκοσμίου Πολέμου το 1942 στρατεύθηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος πολέμου στην περιοχή Μαραμούρες της Ουκρανίας. Η έλευση των Σοβιετικών τον έστειλε σε γκούλαγκ όπου τα πράγματα ήταν πάρα πολύ δύσκολα.
Τελικά σώθηκε χάρις στην ευστροφία ενός Ούγγρου φύλακα ο οποίος τον είχε δει να παίζει ποδόσφαιρο σε φιλικό παιχνίδι μαζί με τον αδερφό του κόντρα σε Ούγγρους και Σλοβάκους φύλακες και τον έσωσε λέγοντας ότι δεν ήταν Γερμανός αλλά απο την περιοχή του Σάαρ. Επέστρεψε στην Γερμανία τον Οκτώβριο του 1945 ταλαιπωρημένος και προσβεβλημένος απο μαλάρια.
Θα συνεχίσει στους "κόκκινους διαβόλους" δεν θα τους αποχωριστεί καθόλη την διάρκεια της ποδοσφαιρικής του καριέρας εκτελώντας ακόμα και χρέη προπονητή, για είκοσι περίπου χρόνια απο το 1938 έως το 1959 με 384 συμμετοχές και 327 γκολ κατακτώντας 2 Πρωταθλήματα Δυτικής Γερμανίας το 1951 και το 1953.
Πολλές ομάδες εκτός Γερμανίας του προσέφεραν χρήματα για να φύγει απο την Γερμανία, όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης, ο θρυλικός προπονητής Ελένιο Ερέρα, ο οποίος τότε βρισκόταν στον πάγκο της εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από το ταλέντο του Βάλτερ που του πρόσφερε το αστρονομικό για την εποχή ποσό των 225.000 μάρκων, συν έναν τεράστιο μισθό, για να μετακομίσει στη Μαδρίτη.
Η Ιταλίδα σύζυγός του, η Ιτάλια παρότι υπήρχαν προτάσεις απο ιταλικές ομάδες, έπαιξε καθοριστικό ρόλο, όταν συζήτησαν την πρόταση, του είπε τη χαρακτηριστική φράση ότι "τα χρήματα δεν είναι το παν στη ζωή" και τον ενθάρρυνε να μείνει εκεί που ένιωθε ευτυχισμένος.
Ήταν βαθιά δεμένος με το Καϊζερσλάουτερν και την τοπική κοινωνία, μετά τις τραυματικές εμπειρίες του στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, η επιστροφή στο σπίτι του σήμαινε τα πάντα για εκείνον. Προτίμησε να μείνει στην πατρίδα του λαμβάνοντας τον ανώτατο επιτρεπόμενο μισθό της ομάδας, μόλις 120 μάρκα το μήνα τότε και να συμπληρώνει το εισόδημά του λειτουργώντας ένα πλυντήριο ρούχων και έναν κινηματογράφο.
Εκείνη την εποχή, αν ένας Γερμανός ποδοσφαιριστής έπαιρνε μεταγραφή στο εξωτερικό, αυτόματα αποκλειόταν από την Εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας. Ο προπονητής Ζεπ Χέρμπεργκερ τον οποίο ο Βάλτερ αποκαλούσε «Αφεντικό» χρειαζόταν τον αρχηγό του για να χτίσει την ομάδα που λίγα χρόνια μετά, το 1954, θα δημιουργούσε το «Θαύμα της Βέρνης».
Η Ίντερ, η Νανσί, η Μίλαν και η Ρασίγκ Παρί του έκαναν προτάσεις και κρούσεις αλλά ποτέ δεν σκέφτηκε να φύγει εκτός της χώρας του, απαντώντας με την κλασική γερμανική φράση .κλασική τοπική γερμανική φράση που συνήθιζε να λέει: «Dehäm is dehäm» (που σημαίνει «Το σπίτι σου είναι το σπίτι σου» ή «Σαν το σπίτι μας δεν έχει»).
Στον αγώνα της προημιτελικής φάσης το 2002 απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ποδοσφαιριστές είχαν μια μαύρη κορδέλα προς τιμή του. Πριν από την ταφή, οργανώθηκε μια συγκινητική τελετή μνήμης μέσα στο Fritz-Walter-Stadion, όπου συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από 8.000 φίλαθλοι.
Με την εθνική ομάδα της Δυτικής Γερμανίας έκανε ντεμπούτο στις 14 Ιουλίου του 1940 στην Φρανκφούρτη κόντρα στην Ρουμανία. όπου πέτυχε 3 τέρματα. Αναδείχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στα γήπεδα της Ελβετίας το 1954 όπου και αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια πετυχαίνοντας ένα γκολ κόντρα στην Τουρκία και δύο κόντρα στην Αυστρία.
Πήρε μέρος σε ένα ακόμα Παγκόσμιο Κύπελλο αυτό της Σουηδίας το 1958 όπου αγωνίστηκε και στα πέντε παιχνίδια. Στις 24 Ιουνίου του 1958 στο Γκέτεμποργκ κόντρα στην Σουηδία για τα ημιτελικά θα αγωνιστεί για 61η και τελευταία φορά με την Γερμανία, έχοντας πετύχει 33 τέρματα.
Του άρεσε να αγωνίζεται με κακές καιρικές συνθήκες, άλλωστε εξαιτίας της μαλάριας δυσκολευόταν να αγωνιστεί με ζέστη. Όταν τα σοβιετικά στρατεύματα το 1956 εισέβαλαν στην Ουγγαρία, ο Βάλτερ για δύο χρόνια βοήθησε οικονομικά όσους Ούγγρους ποδοσφαιριστές έμειναν στην Γερμανία τους στήριξε οικονομικά και βοήθησε στη διοργάνωση αγώνων γι' αυτούς.
Ένιωθε ότι έτσι ξεπλήρωνε το χρέος του προς τον Ούγγρο στρατιώτη που του είχε σώσει τη ζωή στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κατά τον πόλεμο. Λίγο πριν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1962 στην Χιλή, ο Ζεπ Χέρμπεργκερ προσπάθησε να τον πείσει να επανέρθει στην αγωνιστική δράση σε ηλικία 42 ετών, αλλά ο Βάλτερ ήταν ανένδοτος.
Μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση το 1959, επέλεξε συνειδητά να μην γίνει επαγγελματίας προπονητής παρά μόνο για ένα σύντομο, ερασιτεχνικό πέρασμα από την τοπική ομάδα SV Alsenborn και παλαιότερα ως παίκτης-προπονητής στην Καϊζερσλάουτερν.
Αντίθετα, στράφηκε στις επιχειρήσεις, τη φιλανθρωπία και την κοινωνική προσφορά, παραμένοντας μία από τις πιο σεβάσμιες προσωπικότητες στη Γερμανία, Δούλεψε με επιτυχία έναν κινηματογράφο και ένα πλυντήριο ρούχων μαζί με τη σύζυγό του, Ιτάλια και παράλληλα, έγινε ο κεντρικός εκπρόσωπος και πρεσβευτής μεγάλης εταιρείας αθλητικών ειδών όπως της Adidas), αλλά και άλλων γνωστών brands της εποχής.
Από το 1976 έως το 1997, εργάστηκε εντατικά για το νεοσύστατο Ίδρυμα Sepp Herberger της Γερμανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας. Ο ρόλος του ήταν εξαιρετικά ενεργός: επισκεπτόταν τακτικά σωφρονιστικά ιδρύματα ανηλίκων, χρησιμοποιώντας το ποδόσφαιρο ως εργαλείο για την κοινωνική επανένταξη και την αποκατάσταση των νεαρών παραβατών.
Έγραψε αρκετά αυτοβιογραφικά βιβλία και αθλητικές μελέτες, περιγράφοντας τις εμπειρίες του από τον πόλεμο, την αιχμαλωσία και τη χρυσή εποχή του 1954, τα οποία έγιναν ανάρπαστα στη Γερμανία.
Στις 2 Νοεμβρίου του 1985 ο τότε πρόεδρος της Καϊζερσλάουτερν, Γιούργκεν Φρίντριχ, του παρέδωσε και επίσημα το έγγραφο της μετονομασίας του θρυλικού «Betzenberg» ως ένα ιστορικό δώρο για την προσφορά του στον σύλλογο.
Η ημερομηνία αυτή επιλέχθηκε με κάθε επισημότητα, καθώς συνέπεσε με τον εορτασμό των 65ων γενεθλίων του Φριτς Βάλτερ, είχε γεννηθεί στις 31 Οκτωβρίου 1920. Όταν το 2000 ανακοινώθηκε ότι η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 θα διεξαχθεί στη Γερμανία, έκανε αγώνα ούτως ώστε να διεξαχθούν παιχνίδια στην πόλη του.
Ήταν το όνειρό του το οποίο δεν πρόλαβε να το ζήσει αφού στις 17 Ιουνίου του 2002 σε ηλικία 81 ετών άφησε την τελευταία του πνοή στο Ενκενμπαχ-Άλσενμπορν, μόλις λίγους μήνες μετά τον θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, Ιτάλια
Στον αγώνα της προημιτελικής φάσης το 2002 απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι ποδοσφαιριστές είχαν μια μαύρη κορδέλα προς τιμή του. Πριν από την ταφή, οργανώθηκε μια συγκινητική τελετή μνήμης μέσα στο Fritz-Walter-Stadion, όπου συγκεντρώθηκαν περισσότεροι από 8.000 φίλαθλοι.
Κορυφαίες προσωπικότητες του γερμανικού κράτους και του αθλητισμού έδωσαν το «παρών», ανάμεσά τους ο τότε Υπουργός Εσωτερικών της Γερμανίας, Ότο Σίλι, και ο πρόεδρος της Γερμανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας ο οποίος ταξίδεψε εσπευσμένα από τη Νότια Κορέα.
Τάφηκε στο Κεντρικό Νεκροταφείο του Καϊζερσλάουτερν σε έναν ειδικό τάφο τιμής, παρουσία εκατοντάδων πιστών οπαδών. Η Ομοσπονδία το 2005 θεσμοθέτησε το Fritz Walter Medal, το οποίο απονέμεται ετήσια στα μεγαλύτερα νεαρά ταλέντα του γερμανικού ποδοσφαίρου (στις κατηγορίες U17, U19 κ.λπ.). Κορυφαίοι παίκτες όπως ο Τόνι Κρόος, ο Μάνουελ Νόιερ, ο Κάι Χάβερτς και ο Φλόριαν Βιρτς έχουν τιμηθεί με αυτό το μετάλλιο στο ξεκίνημα της καριέρας τους.
Στην επέτειο των τεσσάρων χρόνων από τον θάνατό του 17 Ιουνίου 2006, κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ, η εθνική ομάδα των ΗΠΑ αντιμετώπισε την Ιταλία στο γήπεδο της Καϊζερσλάουτερν. Πριν τη σέντρα, κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του, εκπληρώνοντας έμμεσα την παρουσία του στο τουρνουά
Ήταν ο πρώτος ποδοσφαιριστής που εισήχθη επίσημα στο Hall of Fame του Γερμανικού Αθλητισμού. το 2008, ενώ επιλέχθηκε το 2018 και εισήχθη επίσημα τον Απρίλιο του 2019 στο Hall of Fame του Γερμανικού Ποδοσφαίρου , όταν άνοιξε τις πόρτες του το σχετικό τμήμα στο Γερμανικό Μουσείο Ποδοσφαίρου στο Ντόρτμουντ.
Ψηφίστηκε ως μέλος της «ιδρυτικής ενδεκάδας» των κορυφαίων Γερμανών όλων των εποχών, μαζί με μύθους όπως ο Φραντς Μπεκενμπάουερ, ο Γκερντ Μίλερ και ο Λόταρ Ματέους. Το σπίτι όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο Άλσενμπορν έχει μετατραπεί σε μουσείο (Fritz-Walter-Haus), το οποίο είναι επισκέψιμο για τους φιλάθλους
