Ήταν ο πρώτος προπονητής που είχε την τιμή να σηκώσει το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας το 1930. Ο λόγος για τον Αλμπέρτο Σουπίτσι ο οποίος μάλιστα είναι ο νεότερος προπονητής που κατάφερε να κατακτήσει το βαρύτιμο τρόπαιο σε ηλικία μόλις 31 ετών.
Ο Horacio Alberto Suppici Venues γεννήθηκε στις 20 Νοεμβρίου του 1898 στην πόλη Colonia del Sacramento και σε ηλικία 19 ετών στις 22 Απριλίου του 1917 ήταν από τους ιδρυτές της ομάδας Club Plaza Colonia de Deportes.
Αγωνίστηκε στην Νασιονάλ στην θέση του αριστερού μέσου, μια θέση που εκείνη την εποχή απαιτούσε εξαιρετική φυσική κατάσταση, καθώς κάλυπτε τόσο την άμυνα όσο και την ανάπτυξη του παιχνιδιού, απο το 1915 έως το 1923 με την οποία κατέκτησε εφτά πρωταθλήματα το 1915, το 1916, το 1917, το 1919, το 1920, το 1922 και το 1923 έχοντας αγωνιστεί σε 146 παιχνίδια και πετυχαίνοντας 6 γκολ.
Ολοκλήρωσε την ποδοσφαιρική του καριέρα τον Δεκέμβριο του 1923, αποσύρθηκε από την ενεργό δράση σε ηλικία μόλις 25 ετών. Η πρόωρη απόσυρσή του από τα γήπεδα ως ποδοσφαιριστής οφειλόταν στο γεγονός ότι στράφηκε πολύ νωρίς στην επιστήμη της φυσικής αγωγής και την προπονητική.
Ανέλαβε τα τμήματα υποδομής της Πενιαρόλ και το 1928 αναλαμβάνει ως τεχνικός διευθυντής την εθνική Ουρουγουάης. Πηρε μέρος στο Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1929 όπου καταλαμβάνει την τρίτη θέση και στην συνέχεια αναλαμβάνει να την οδηγήσει ί στο παρθενικό Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930 "εντός έδρας"
Τέσσερις ημέρες πριν την έναρξη της διοργάνωσης ο Σουπίτσι στέλνει σπίτι του τον Άντρες Μαζάλι ο οποίος βγήκε κρυφά απο το ξενοδοχείο όπου διέμενε η αποστολή και άργησε να γυρίσει. Σημαντική απώλεια αφού επρόκειτο για τον βασικό τερματοφύλακα των δύο χρυσών ολυμπιακών μεταλλίων σε Παρίσι και Άμστερνταμ αντίστοιχα.
Στον όμιλο κατέλαβε την πρώτη θέση μπροστά απο το Περού και την Ρουμανία, στον ημιτελικό "διέλυσε" την Γιουγκοσλαβία με 6-1 και στον τελικό του "Estadio Cenetenario" επικρατεί της Αργεντινής με 4-2 αν και στο ημίχρονο έχανε 2-1 χάρις στα γκολ των Ντοράδο, Σέα, Ιριάρτε και Κάστρο.
Παραμένει στον πάγκο της μέχρι το 1932, μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ το 1930 έχοντας σε 12 αγώνες, 9 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες, αφύ στην συνέχεια η εθνική Ουρουγουάης μπήκε σε μια περίοδο αγωνιστικής αδράνειας.
Λόγω του ότι πολλές ευρωπαϊκές ομάδες είχαν αρνηθεί να ταξιδέψουν στη Λατινική Αμερική για το Μουντιάλ του 1930, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Ουρουγουάης αποφάσισε σε ένδειξη διαμαρτυρίας να μποϊκοτάρει το επόμενο Μουντιάλ (που έγινε στην Ιταλία).
Χωρίς επίσημες μεγάλες διοργανώσεις στον ορίζοντα, η ανανέωση του τεχνικού τιμ κρίθηκε φυσιολογική. Παρέμεινε στην πατρίδα του και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως καθηγητής φυσικής αγωγής και σύμβουλος.
Στην συνέχεια αναλαμβάνει για ένα μικρό χρονικό διάστημα απο τις 18 Μάϊου έως τις 22 Δεκεμβρίου 1935 την τεχνική ηγεσία της Central Espanol Futbol Club όπου θα έχει ως συνεργάτη του τον Juan Lopez Fontana και σε 18 αγωνες είχε 4 νίκες, 4 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1935 ο "El Professor" επανέρχεται στην "σελέστε" το 1935 μέχρι και την 1η Ιουλίου του 1941 παίρνοντας μέρος σε τρία Πρωταθλήματα Νοτίου Αμερικής το 1937, το 1939 και το 1941 όπου ήταν φιναλίστ της διοργάνωσης. Ο συνολικός του απολογισμός και από τα δύο περάσματα είναι σε 36 παιχνίδια 17 νίκες, 3 ισοπαλίες και 16 ήττες.
Απο την 1η μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1945 ανέλαβε την Πενιαρόλ με την οποία κατέκτησε το Πρωτάθλημα του 1945 όπου σε 18 αγώνες είχε 15 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες. Η απόφασή του να σταματήσει σε ηλικία 47 ετών δεν οφειλόταν σε αποτυχία, αλλά στο γεγονός ότι είχε εκπληρώσει κάθε ποδοσφαιρικό του στόχο.
Ήταν ο πρώτος που εφάρμοσε τα υποχρεωτικά προπονητικά καμπ πριν από μεγάλες διοργανώσεις. Πριν από το Μουντιάλ του 1930, έκλεισε τους παίκτες του σε ξενοδοχείο για εβδομάδες με αυστηρό πρόγραμμα ύπνου και απαγόρευση κυκλοφορίας.
Σχεδίασε ειδικό διαιτολόγιο για τους ποδοσφαιριστές, αντικαθιστώντας τα βαριά γεύματα με ελαφριές, εύπεπτες τροφές, φρέσκα φρούτα, ωμά λαχανικά και ψωμί ολικής αλέσεως. Εισήγαγε ασκήσεις νευρομυϊκού συντονισμού, διατάσεις και ασκήσεις σωστής αναπνοής, κάτι αδιανόητο για τα δεδομένα της δεκαετίας του 1920.
Για να σπάσει τη μονοτονία της προπόνησης, έβαζε τους παίκτες να παίζουν βόλεϊ και μπότσια τονώνοντας το ομαδικό πνεύμα και την πνευματική τους διαύγεια. Επιπλέον, η μεγάλη του αγάπη ήταν πάντα η ακαδημαϊκή πλευρά της φυσικής αγωγής και η διοίκηση αθλητικών οργανισμών, τομείς στους οποίους ήθελε να αφοσιωθεί πλήρως χωρίς την καθημερινή πίεση των πάγκων.
Συνέχισε να εργάζεται ως καθηγητής φυσικής αγωγής, συμβάλλοντας στην οργάνωση του σχολικού και πανεπιστημιακού αθλητισμού στη χώρα του. Στην πατρίδα του, την Κολόνια ντελ Σακραμέντο, το γήπεδο της ομάδας που ο ίδιος είχε ιδρύσει το 1917 (της Πλάσα Κολόνια) ονομάστηκε προς τιμήν του: Estadio Profesor Alberto Suppici.
Στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1948 ορίστηκε αρχηγός της αποστολής, εκμεταλεύομενοι το τεράστιο κύρος του, τις ακαδημαϊκές του γνώσεις στη φυσική αγωγή, αλλά και τη διοικητική του πειθαρχία αναθέτοντάς του αυτόν τον ηγετικό, μη προπονητικό ρόλο για τη μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση της μεταπολεμικής εποχής.
Έζησε μια ήρεμη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και έφυγε από τη ζωή στις 21 Ιουνίου 1981, σε ηλικία 82 ετών στο Μοντεβίδεο. Η κηδεία του τελέστηκε στο Μοντεβίδεο μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, παραβρέθηκαν σύσσωμη η ποδοσφαιρική και αθλητική ηγεσία της χώρας, εκπρόσωποι των ιστορικών συλλόγων Νασιονάλ και Πενιαρόλ, καθώς και παλιοί ποδοσφαιριστές του.
Το φέρετρό του καλύφθηκε με τη σημαία της Ουρουγουάης και το έμβλημα της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας, τιμώντας τον ως εθνικό ήρωα του αθλητισμού. Στον περιβάλλοντα χώρο του σταδίου που φέρει το όνομά του, έχει στηθεί ένα μνημειώδες χάλκινο άγαλμα του Σουπίτσι.
Το άγαλμα τον αναπαριστά με το χαρακτηριστικό σοβαρό, πειθαρχημένο του βλέμμα, κρατώντας μια μπάλα της δεκαετίας του '30. Στο επίσημο Μουσείο Ποδοσφαίρου της Ουρουγουάης, το οποίο βρίσκεται κάτω από τις κερκίδες του ιστορικού σταδίου Σεντενάριο εκεί που κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο υπάρχει ειδική μόνιμη προθήκη αφιερωμένη σε αυτόν.
Περιλαμβάνει προσωπικά του σημειωματάρια με τακτικές, τη σφυρίχτρα του, καθώς και το χρυσό μετάλλιο που του απένειμε η ομοσπονδία.
