www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

9/9/26

Ομπντούλιο Βαρέλα "El Negro Jefe"

Σύμφωνα με την IFFHS o Ομπντούλιο Βαρέλα ήταν ανάμεσα στους 13 καλύτερους παίκτες της Νοτίου Αμερικής του 20ου αιώνα. Η πιο σημαντική όμως στιγμή στην καριέρα του "El Negro Jefe(σ.σ. νέγρος αρχηγός)" δεν ήταν άλλη από το ότι ως αρχηγός της "σελέστε" σήκωσε στο "Μαρακανά" το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της.

Γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1917 στην γειτονιά Λα Τέχα στο Μοντεβίδεο και από πολύ μικρή ηλικία των 8 ετών έβγαλε τα πρώτα του χρήματα πουλώντας εφημερίδες. Στην ηλικία των 15 ετών παράτησε το σχολείο για να ασχοληθεί με το ποδόσφαιρο ξεκινώντας την καριέρα του ως κεντρικός μέσος στην Club Deportivo Joventud  έχοντας 60 συμμετοχές και 20 γκολ.

To 1938 πήγε στους Μοντεβιδέο Γουόντερερς όπου έγινε επαγγελματίας, ξεχωρίζοντας αμέσως για τη σωματική του διάπλαση και τη δύναμή του στη μεσαία γραμμή και αγωνίστηκε για έξι χρόνια με 139 συμμετοχές και 13 γκολ.

Στα γήπεδα της Γουόντερερς άρχισε να σφυρηλατείται ο μύθος του, αν και δεν ήταν ο πιο ταχύς ή ο πιο τεχνίτης παίκτης, η ακλόνητη προσωπικότητά του, το πάθος του και η ικανότητά του να κατευθύνει τους συμπαίκτες του τον μετέτρεψαν γρήγορα στον απόλυτο ηγέτη της ομάδας.

Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις προκάλεσαν την άμεση κλήση του στην εθνική Ουρουγουάης, με την οποία έκανε ντεμπούτο το 1939 στο Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής. Μάλιστα, το 1942, όντας παίκτης της Γουόντερερς, κατέκτησε το Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής με την Ουρουγουάη, κερδίζοντας και το βραβείο του Πολυτιμότερου Παίκτη (MVP) της διοργάνωσης.

Όπως ήταν λογικό οι μεγάλες δυνάμεις της χώρας κινήθηκαν για την απόκτηση του, η Νασιονάλ διένυε τότε τη χρυσή της πενταετία (το λεγόμενο Quinquenio de Oro, έχοντας πάρει 5 συνεχόμενα πρωταθλήματα από το 1939 έως το 1943). Βλέποντας τις ηγετικές ικανότητες του Βαρέλα έκανε διερευνητικές επαφές για να τον εντάξει στο ήδη πανίσχυρο ρόστερ της.

Ωστόσο, η Πενιαρόλ που ήθελε πάση θυσία έναν ηγέτη στη μεσαία γραμμή για να σπάσει την κυριαρχία της Νασιονάλ, κινήθηκε πιο αποφασιστικά, κατέθεσε την αστρονομική προσφορά των 15.000 πέσος που η Γουόντερερς δεν μπορούσε να αρνηθεί, και κατάφερε να αποσπάσει την υπογραφή του.

Στους "aurinegros(σ.σ. χρυσόμαυρους)" αγωνίστηκε για δώδεκα χρόνια από το 1943 έως το 1955 όταν και σταμάτησε την ποδοσφαιρική του καριέρα με την κατάκτηση έξι  πρωταθλημάτων (1944,1945,1949,1951,1953,1954), έχοντας 302 συμμετοχές και 72 γκολ και παράλληλα εργαζόταν στην οικοδομή.

Το 1953 όταν η ομάδα του συμφώνησε να διαφημίσει στην φανέλα της εταιρία με το ανάλογο χρηματικό αντίτιμο, εκείνος αντέδρασε μην φορώντας την φανέλα με το λογότυπο αλλά την κλασική παραδοσιακή εμφάνιση καθόλη την διάρκεια της σεζόν.

Η έντονη προσωπικότητα του αποδείχθηκε και την περίοδο 1948-1949 όταν πρωταγωνίστησε στις απεργιακές κινητοποιήσεις των επαγγελματιών ποδοσφαιριστών οι οποίοι ζητούσαν την δημιουργία ενός σαφούς εργασιακού πλαισίου για τους ίδιους με κατοχύρωση ασφάλισης και βασικού μεροκάματου. 

Τόσο η ομοσπονδία όσο και οι ίδιοι οι σύλλογοι απείλησαν όλους όσους πρωτοστατούσαν στις κινητοποιήσεις ότι θα τους έκοβαν το ποδόσφαιρο. Η Πενιαρόλ μάλιστα έψαχνε να βρει τρόπο να τον πουλήσει στο εξωτερικό αλλά τελικά δεν χρειάστηκε αφού ύστερα από μήνες απεργίας έγιναν αποδεκτά τα κύρια αιτήματα των ποδοσφαιριστών.   

Με την "σελέστε" έκανε το ντεμπούτο του στις 29 Ιανουαρίου του 1939 στο πλαίσιο του Πρωταθλήματος Νοτίου Αμερικής που διεξαγόταν στην Λίμα του Περού στην νίκη απέναντι στην Χιλή με 3-2. Τρία χρόνια αργότερα το 1942 αναδείχτηκε Πρωταθλητής Νοτίου Αμερικής που διεξήχθη "εντός έδρας" πετυχαίνοντας και ένα γκολ.

Η διεξαγωγή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου όπως ήταν λογικό ανέβαλλε τις διοργανώσεις των Παγκοσμίων Κυπέλλων του 1942 και του 1946 και έτσι έπρεπε να περιμένει τέσσερα χρόνια για να πάρει μέρος σε τελική φάση.

Ενδιάμεσα πήρε μέρος στα Πρωταθλήματα Νοτίου Αμερικής  του 1941, του 1945 και του 1946, και με την Ουρουγουάη στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Βραζιλίας το 1950. Αγωνίστηκε και στα τέσσερα παιχνίδια της τελικής φάσης και ως αρχηγός πήρε από τα χέρια του Ζίλ Ριμέ το τρόπαιο μετά την νίκη επί της Βραζιλίας στον τελευταίο αγώνα των ομίλων με την "σελεσάο" να βολευόταν ακόμα και με την ισοπαλία.

Συνέβαλλε και ο ίδιος τα μέγιστα στο "θαύμα του Μαρακανά" όπως έμεινε γνωστό στην ιστορία μαζεύοντας όλες τις εφημερίδες πριν τον μεγάλο τελικό όπου όλες προεξοφλούσαν τον θρίαμβο της Βραζιλίας και τις αράδιασε στα αποδυτήρια. Άλλωστε ως αρχηγός ήταν αυτός που τους εμψύχωσε λίγο πριν βγουν στον αγωνιστικό χώρο για να μην επηρεαστούν από το κατάμεστο "Μαρακανά". 

"Μην σκέφτεστε και μην κοιτάτε όλους αυτούς που βρίσκονται στις εξέδρες. το παιχνίδι παίζεται στο γήπεδο. Δεν παίζει ρόλο το τι είμαστε αουτσάιντερ έντεκα είναι αυτοί, έντεκα είμαστε και εμείς. Μην νομίζετε ότι θα μας συμβεί κάτι κακό όταν νικήσουμε. Τίποτα δεν θα συμβεί. Για να κερδίσουμε όμως πρέπει να βάλουμε τα αρχίδια μας στις άκρες των παπουτσιών μας".

Ακόμα και όταν οι Βραζιλιάνοι προηγήθηκαν με τον Φριασα, πήρε την μπάλα απο τα δίχτυα και κατευθύνθηκε προς τον διαιτητή υποστηρίζοντας ότι το γκολ είναι οφσάιντ, εκμεταλλευόμενος ότι ούτε αυτός γνώριζε αγγλικά, ούτε ο διαιτητής ισπανικά. 

Όπως άλλωστε δήλωσε ο ίδιος αυτός ήταν ο τρόπος ούτως ώστε να "παγώσει" τον ρυθμό του παιχνιδιού, προκαλώντας τον εκνευρισμό τόσο των αντιπάλων όσο και των θεατών. Στην συνέχεια αφήνοντας την μπάλα απο τα χέρια του φώναξε "τώρα πάμε να νικήσουμε".

Το πιο αξιοπερίεργο απ'όλα είναι ότι μετά το τέλος του αγώνα βγήκε στους δρόμους του Ρίο, όπου  κάποιοι του έδωσαν συγχαρητήρια, μερικοί εξέφρασαν τον θαυμασμό τους για το πως έπαιξε και κάποιοι άλλοι τον προσκάλεσαν να πιούνε παρέα με τους ανθρώπους τους οποίους λίγο πριν τους είχε στερήσει τον παγκόσμιο τίτλο. 

Στα γήπεδα της Ελβετίας το 1954 ο Βαρέλα αγωνίστηκε σε τρία παιχνίδια της τελικής φάσης πετυχαίνοντας και ένα γκολ απέναντι στην Αγγλία στην προημιτελική φάση. Παρόλα αυτά λόγω τραυματισμού απουσίαζε τόσο από τον χαμένο ημιτελικό με την Ουγγαρία αλλά και από το παιχνίδι της τρίτης θέσης απέναντι στην Αυστρία.

Ο αγώνας της 26ης Ιουνίου του 1954 στην Βασιλεία απέναντι στα "λιοντάρια" ήταν η 45η και τελευταία του εμφάνιση με το εθνόσημο έχοντας πετύχει και 9 γκολ και θεωρείται ως ένα από τα σύμβολα του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου. Κατέχει ένα ρεκόρ το γεγονός ότι όταν αυτός βρισκόταν στον αγωνιστικό χώρο η Ουρουγουάη δεν έχασε ποτέ σε Παγκόσμιο Κύπελλο.

Το φινάλε της μυθικής του καριέρας γράφτηκε με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο στο στάδιο Μαρακανά του Ρίο ντε Τζανέιρο σε φιλικό αγώνα της Πενιαρόλ εναντίον της Αμέρικα του Ρίο ντε Τζανέιρο στις 15 Ιουνιου 1955. Εκείνο το διάστημα μαζί με τον Ρόκε Μάσπολι, εκτελούσε και χρέη προπονητή στην Πενιαρόλ. Καθώς η ομάδα έχανε στο πρώτο ημίχρονο, αποφάσισε να περάσει ο ίδιος στον αγωνιστικό χώρο ως αλλαγή για το δεύτερο μέρος.

Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ημιχρόνου, νιώθοντας πλέον ότι το σώμα του δεν μπορούσε να ακολουθήσει τις απαιτήσεις του αγώνα, συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει το τέλος. Μετά τη λήξη, πήρε την οριστική απόφαση να σταματήσει το ποδόσφαιρο και δεν αγωνίστηκε ποτέ ξανά.

Στους πρώτους μήνες της σεζόν του 1955, μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου, η Πενιαρόλ βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση και η διοίκηση ζήτησε από τον εμβληματικό αρχηγό να αναλάβει την τεχνική καθοδήγηση της ομάδας, λειτουργώντας παράλληλα και ως ενεργός ποδοσφαιριστής.

Δεν ήταν μόνος του, μοιράστηκε τα χρέη του προπονητή με τον στενό του φίλο, συμπαίκτη και θρυλικό τερματοφύλακα Ρόκε Μάσπολι. Οι δυο τους αποτελούσαν μια άτυπη «τεχνική επιτροπή» μέσα στα αποδυτήρια, προσπαθώντας να κατευθύνουν την ομάδα.

Η ιδέα αυτή δεν κράτησε πολύ, καθώς ο Βαρέλα συνειδητοποίησε γρήγορα ότι δεν του ταίριαζε ο ρόλος του προπονητή και μετά απο το παιχνίδι με την Αμέρικα στο Ρίο Ντε Τζανέιρο παραιτήθηκε από τη θέση του προπονητή και ταυτόχρονα αποσύρθηκε οριστικά και από ποδοσφαιριστής.

Μετακόμισε σε ένα απλό σπίτι στη λαϊκή γειτονιά La Comercial του Μοντεβιδέο. Απέφευγε συστηματικά τις συνεντεύξεις, τις τηλεοπτικές εμφανίσεις και τις κοσμικές εκδηλώσεις. Όταν δημοσιογράφοι από όλο τον κόσμο τον επισκέπτονταν, εκείνος προτιμούσε να συζητά για την καθημερινότητα παρά για το έπος του 1950.

Πίστευε ακράδαντα ότι το ποδόσφαιρο ήταν ένα παιχνίδι πάθους και όχι χρήματος. Αρνήθηκε αμέτρητες προτάσεις να διαφημίσει προϊόντα ή να πληρωθεί για να παραστεί σε εκδηλώσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν η κυβέρνηση της Ουρουγουάης του πρόσφερε ως δώρο ένα σπίτι μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ, εκείνος αρχικά αρνήθηκε να το δεχτεί.

Καθώς την εποχή που αγωνιζόταν τα συμβόλαια ήταν χαμηλά και ο ίδιος δεν κράτησε χρήματα για τον εαυτό του (συχνά τα μοίραζε σε φτωχότερους συμπαίκτες του), έζησε τα γεράματά του με μια πολύ μικρή, τιμητική σύνταξη που του παραχώρησε το κράτος.

Κατάφερε να πιάσει δουλειά ως δημόσιος υπάλληλος στο καζίνο στις αρχές του 1950, μόλις λίγους μήνες πριν ταξιδέψει στη Βραζιλία για το Παγκόσμιο Κύπελλο. Ο ίδιος είχε δηλώσει πως ένιωσε τεράστια ανακούφιση και ευτυχία όταν πήρε αυτή τη θέση, καθώς του εξασφάλιζε μια σταθερή οικονομική διέξοδο πέρα από το ποδόσφαιρο.

Όταν κρέμασε οριστικά τα ποδοσφαιρικά του γάντια το 1955, επέστρεψε στα καθήκοντά του στο Καζίνο. Εκεί εργάστηκε για πολλά χρόνια με κύριο ρόλο την εποπτεία και την αποτροπή της απάτης στα τραπέζια των παιχνιδιών μέχρι το 1972 όταν και συνταξιοδοτήθηκε. 

Κατά την διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου των Ηνωμένων Πολιτειών το 1994 τιμήθηκε από την FIFA για την προσφορά του στο ποδόσφαιρο. 

Πέθανε σε ηλικία 78 ετών στις 2 Αυγούστου του 1996 πέθανε από φυσικά αίτια που σχετίζονταν με την προχωρημένη ηλικία του και τη γενικότερη επιδείνωση της υγείας του στα τελευταία χρόνια της ζωής του και έφυγε ήσυχα στον ύπνο του.

Η υγεία του και η ψυχολογική του κατάσταση είχαν επιβαρυνθεί σημαντικά τους τελευταίους μήνες πριν από το τέλος, κυρίως λόγω της βαθιάς θλίψης που ένιωσε όταν λίγο καιρό πριν είχε φύγει  η γυναίκα του Καταλίνα.

Ήταν πάμφτωχος έχοντας κερδίσει από το ποδόσφαιρο μόνο το πριμ της κατάκτησης του τροπαίου το οποίο το διέθεσε για να αγοράσει ένα αυτοκίνητο το οποίο μέσα σε μία εβδομάδα του το έκλεψαν.

Η κυβέρνηση της Ουρουγουάης κήρυξε επίσημο εθνικό πένθος, η σορός του μυθικού αρχηγού τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο Palacio Peñarol την έδρα του αγαπημένου του συλλόγου στο Μοντεβιδέο.
Χιλιάδες πολίτες κάθε ηλικίας, κρατώντας σημαίες της Ουρουγουάης, της Πενιαρόλ, αλλά και της «αιώνιας αντιπάλου» Νασιονάλ, σχημάτισαν ατελείωτες ουρές για να αποχαιρετήσουν τον "El Negro Jefe". 

Στην τελετή παρέστησαν σύσσωμη η πολιτική ηγεσία της χώρας, παλιοί συμπαίκτες του όπως ο Αλσίδες Γκίγκια και κορυφαίες προσωπικότητες του αθλητισμού της Λατινικής Αμερικής. Ο ενταφιασμός του έγινε με ύψιστες τιμές στο κοιμητήριο Cementerio del Cerro στο Μοντεβιδέο.

Στο μουσείο της ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας της Ουρουγουάης στο Σεντενάριο υπάρχουν τα παπούτσια, η φανέλα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού που φορούσε στον ιστορικό τελικό στο Μαρακανά και εκτίθενται σε περίοπτη θέση ως «εθνικοί θησαυροί» της Ουρουγουάης.
Όταν η Πενιαρόλ έχτισε το υπερσύγχρονο ιδιόκτητο γήπεδό της (Estadio Campeón del Siglo), έδωσε σε μία από τις κεντρικές κερκίδες το όνομα Tribuna Obdulio Varela, ώστε η μορφή του να «επιβλέπει» για πάντα την ομάδα.

Ένα ολόκληρο ποδοσφαιρικό στάδιο στο Μοντεβιδέο, το οποίο αποτελεί την έδρα της ομάδας Villa Española, ονομάστηκε Estadio Obdulio Varela προς τιμήν του, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου του 2017 το ονομά του δόθηκε σε κεντρικό δρόμο του Μοντεβίδεο.      

Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου τον κατέταξε επίσημα ανάμεσα στους κορυφαίους Νοτιοαμερικανούς ποδοσφαιριστές του 20ού αιώνα, ενώ επιλέγεται σταθερά ως ο αρχηγός στην ιδανική 11άδα όλων των εποχών για την εθνική Ουρουγουάης.

Η ζωή του έγινε αντικείμενο σπουδαίων βιβλίων και ντοκιμαντέρ στη Λατινική Αμερική, μεταξύ αυτών και αναφορές από τον εμβληματικό συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο, που εστιάζουν στην άρνησή του να πουλήσει την αξιοπρέπειά του για τα χρήματα.


  
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...