Οι περισσότεροι οι οποίοι ασχολούνται με το λατινοαμερικάνικο ποδόσφαιρο γνωρίζουν τον Κάρλος Μπιάνκι κυρίως από την προπονητική του καριέρα κοοουτσάροντας ομάδες όπως η Μπόκα Τζούνιορς, η Ατλέτικο Μαδρίτης και η Ρόμα. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι ο 77χρονος πλέον προπονητής ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αργεντινούς επιθετικούς της δεκαετίας του '70 με μεγάλη καριέρα τόσο στην πατρίδα του όσο και στην Γαλλία
Γεννημένος στις 26 Απριλίου του 1949 στο Μπουένος Άιρες ο "El Virrey(σ.σ. Ο Αντιβασιλέας)" όπως είναι το παρατσούκλι του ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Βελέζ Σάρσφιλντ, πολύ σύντομα εντάχθηκε στην πρώτη ομάδα και σε ηλικία 18 ετών στις 23 Ιουλίου του 1967 θα κάνει ντεμπούτο κόντρα στην Μπόκα Τζύνιορς.
Το 1968 πανηγύρισε μαζί της το πρωτάθλημα Νασιονάλ και παρέμεινε έως το 1973 έχοντας ένα πολύ καλό απολογισμό με 165 συμμετοχές και 121 γκολ, και δύο χρονιές το 1970 όσο και το 1971 βγήκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος με 18 και 36 γκολ αντίστοιχα.
Το καλοκαίρι του 1973 η ομάδα του βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση και η πώληση του μεγάλου της αστεριού ήταν μονόδρομος. Ιταλία και Ισπανία είχαν πολύ αυστηρούς περιορισμούς ή και πλήρη απαγόρευση όπως η Ιταλία στην απόκτηση ξένων παικτών.
Η Γαλλία αποτελούσε τότε έναν πολύ ελκυστικό και πιο «ανοιχτό» προορισμό για τους Νοτιοαμερικάνους, με τον ιστορικό παράγοντα της Ρεμς Ρομπέρ Μαριόν, να έχει εντοπίσει τον Μπιάνκι από το 1971.
Τον «πολιόρκησε» στενά για δύο χρόνια, παρακολουθώντας τον σταθερά στην Αργεντινή και όταν προέκυψε η ανάγκη της Βελέζ να τον παραχωρήσει λόγω οικονομικών αναγκών, η γαλλική ομάδα είχε ήδη έτοιμο το έδαφος και δεν άφησε περιθώρια σε άλλους μνηστήρες.
Η πρόταση της Ρεμς ήταν τόσο γενναιόδωρη που, εκτός από το τεράστιο ποσό προς τη ομάδα όσο και τον παίκτη, η διοίκηση της γαλλικής ομάδας υποσχέθηκε και έκανε δώρο στον Μπιάνκι και τη μέλλουσα σύζυγό του, Μαργαρίτα, ένα υπερπολυτελές ταξίδι του μέλιτος για να τον δελεάσει να πει το τελικό «ναι».
Έτσι βρέθηκε στα γήπεδα της Γαλλίας για λογαριασμό της Ρέμς και στην τετραετία που αγωνίστηκε μέχρι το 1977 πέτυχε σε 144 αγώνες 130 γκολ. Tρεις χρονιές το 1974, το 1976 και το 1977 βγήκε πρώτος σκόρερ με 30, 34 και 28 γκολ αντίστοιχα, en;v στις 25 Μαϊου του 1974 κόντρα στην Μονακό πέτυχε 5 γκολ
Tην σεζόν 1974-1975 ένας σοβαρός τραυματισμός κάταγμα κνήμης-περόνης που υπέστη σε φιλικό παιχνίδι τον κράτησε εκτός για καιρό. Παρα τα ατομικά επιτεύγματα δεν μπόρεσε να πανηγυρίσει κάποιον τίτλο, ενώ ήταν άτυχος αφού η Ρέμς έφτασε στον τελικό του Κυπέλλου το 1977 κόντρα στην Σεντ Ετιέν αλλά ο ίδιος ήταν απών λόγω τραυματισμού.
Η Ρεμς αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, το συμβόλαιο του ήταν υψηλό και έπρεπε να τον παραχωρήσει για να εισπράξει ένα σημαντικό ποσό και να εξισορροπήσει τα οικονομικά της. Δεν έφυγε απο την χώρα με την Παρί Σεν Ζερμέν το καλοκαίρι του 1977 να τον φέρνει στο Παρίσι.
Την πρώτη χρονιά 1977-1978, αναδείχτηκε και πάλι πρώτος σκόρερ με 37 γκολ σε 38 παιχνίδια, ενώ αναδείχθηκε και κορυφαίος παίκτης του Πρωταθλήματος. Την δεύτερη σεζόν 1978-1979, αναδείχθηκε επίσης πρώτος σκόρερ αυτή την φορά με 27 τέρματα, φτάνοντας στην διετία τα 71 τέρματα σε 80 συμμετοχές.
Το καλοκαίρι του 1979 επιζητώντας απεγνωσμένα να κατακτήσει έναν συλλογικό τίτλο στην Ευρώπη, κάτι που η Παρί της εποχής δεν μπορούσε να του προσφέρει, παράλληλα αντιμετώπιζε τότε διοικητικές αλλαγές και οικονομικές πιέσεις, γεγονός που διευκόλυνε την παραχώρησή του.
Απο την άλλη η Στρασμπούρ είχε μόλις στεφθεί Πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1979 και του έδινε την ευκαιρία να αγωνιστεί για πρώτη φορά στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης, θα κάνει μια τεράστια οικονομική υπέρβαση για να εντάξει στο δυναμικό της τον κορυφαίο σκόρερ της χώρας, προσφέροντάς του παράλληλα ένα από τα πιο υψηλά συμβόλαια της κατηγορίας.
Όμως ο τρίτος αυτός σταθμός στην γαλλική καριέρα του ήταν και ο λιγότερο επιτυχημένος. Η χημεία του Μπιάνκι με το αγωνιστικό πλάνο του προπονητή Ζιλμπέρ Γκρες δεν λειτούργησε ποτέ ιδανικά. Ο Γκρες επιζητούσε έναν επιθετικό με διαφορετικό προφίλ που θα πίεζε και θα συμμετείχε περισσότερο στην κυκλοφορία, όπως ο Γιόχαν Νέσκενς που ήταν ο αρχικός του στόχος, ενώ ο Μπιάνκι ήταν ένας κλασικός, «στατικός» εκτελεστής περιοχής
Έκατσε μόνο μια χρονιά την περίοδο 1979-1980 όπου σε 25 συμμετοχές είχε μόλις 11 γκολ, πολύ μακριά από τα συνήθη στάνταρ του, και βλέποντας οτι το σύστημα της ομάδας δεν του ταίριαζε αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του και στην Βελέζ
Επιστροφή στην πατρίδα του και στην Βελέζ για μια τετραετία μέχρι το 1984 στο δεύτερο πέρασμα του, έχοντας 159 συμμετοχές και 85 γκολ. Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο National του 1981, φτάνοντας συνολικά τα 206 γκολ που τον φέρνει στην πρώτη θέση της λίστας των σκόρερ όλων των εποχών της Βελέζ, σε 324 συμμετοχές, τέταρτος στην σχετική λίστα και την 10η θέση στο αργεντίνικο πρωτάθλημα συνολικά.
Το 1984, η Ρέμς αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία της Γαλλίας και βρισκόταν σε αγωνιστική κρίση και τότε η διοίκηση στράφηκε στον μεγαλύτερο θρύλο της ιστορίας της, τον 35χρονο τότε Μπιάνκι, ο οποίος ολοκλήρωνε τη δεύτερη θητεία του στη Βέλες της Αργεντινής.
Η πρόταση της Ρεμς δεν αφορούσε μονο το αγωνιστικό κομμάτι, αλλά ένα ολόκληρο πλάνο μετάβασης. Η συμφωνία προέβλεπε ότι ο Μπιάνκι θα βοηθούσε την ομάδα στο γήπεδο για έναν χρόνο και στη συνέχεια θα αναλάμβανε αμέσως την τεχνική ηγεσία του συλλόγου.
Ο Αργεντινός ήθελε πάντα να ζήσει μόνιμα στη Γαλλία μετά το ποδόσφαιρο και έβλεπε τη Ρενς ως το ιδανικό «σχολείο» για να κάνει τα πρώτα του βήματα ως προπονητής, γεγονός που τον έκανε να αποδεχθεί την πρόταση χωρίς δεύτερη σκέψη.
Πράγματι ολοκλήρωσε στην Ρέμς την καριέρα του την περίοδο 1984-1985 με 18 συμμετοχές και 8 γκολ, κατατάσσοντάς τον με 179 γκολ στην 10η θέση στην λίστα των σκόρερ όλων των εποχών στο γαλλικό ποδόσφαιρο.
Το πιο σημαντικό παράσημο για τον "αντιβασιλιά" ήταν το γεγονός ότι η ΦΙΦΑ τον ανακήρυξε ως τον κορυφαίο Αργεντίνο σκόρερ όλων των εποχών στην πρώτη κατηγορία ξεπερνώντας τον μυθικό Αλφρέντο Ντι Στέφανο αλλά και τον Ντέλιο Όννις.
Παράλληλα κατέχει την 8η θέση παγκοσμίως στην λίστα με τους σκόρερ των πρωταθλημάτων της πρώτης κατηγορίας. Εν αντιθέσει με την συλλογική του παρουσία ο απολογισμός του με την φανέλα της "αλμπισελέστε" ήταν φτωχή κάνοντας ντεμπούτο στις 22 Οκτωβρίου του 1970 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Παραγουάη στην Ασουνσιόν, περιορίστηκε μόνο σε 14 συμμετοχές και 7 γκολ, ενώ δεν κατάφερε να αγωνιστεί σε κάποια τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Αμέσως μετά την αποχώρηση του από τους αγωνιστικούς χώρους ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα στην Γαλλία χωρίς όμως τα πρώτα του βήματα να είναι και επιτυχημένα. Τον Μάρτιο του 1985 ανέλαβε τον ρόλο του παίκτη-προπονητή στην Ρέμς και έκατσε στον πάγκο της μέχρι και την σεζόν 1987-1988.
Σε 121 παιχνίδια είχε 58 νίκες, 28 ισοπαλίες και 35 ήττες, έφτασε στα ημιτελικά του Κυπέλλου Γαλλίας αλλά ο στόχος της ανόδου δεν επετεύχθη. Όταν ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του με τη Ρεμς το 1988, ο τότε πρόεδρος της Παρί Σεν Ζερμέν, Φρανσίς Φορελί, τον προσέγγισε και οι δύο πλευρές είχαν συμφωνήσει να αναλάβει ο Μπιάνκι την τεχνική ηγεσία της.
Ωστόσο, την επόμενη κιόλας ημέρα η διοίκηση της Παρί άλλαξε γνώμη και υπέγραψε τελικά τον Τόμισλαβ Ίβιτς, αφήνοντας τον Μπιάνκι χωρίς ομάδα για τη σεζόν 1988–89. Μετά από έναν χρόνο μακριά από τους πάγκους, το καλοκαίρι του 1989 η Νις του κατέθεσε επίσημη πρόταση και του πρόσφερε την ευκαιρία που έψαχνε.
Η θητεία του εκεί αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη και δραματική, καθώς η Νις βρέθηκε στις τελευταίες θέσεις. Παρόλα αυτά, ο Μπιάνκι έμεινε στην ιστορία του συλλόγου, καθώς οδήγησε την ομάδα σε μια ιστορική παραμονή μέσα από τα μπαράζ υποβιβασμού το 1990, επικρατώντας με το εντυπωσιακό συνολικό σκορ 7-3 επί της πρώην ομάδας του, της Στρασμπούρ και σε 27 παιχνίδια είχε 9 νίκες, 5 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Φαινόταν ότι η προπονητική καριέρα θα έληγε άδοξα μιας και κανείς απο την Αργεντινή δεν ενδιαφέρθηκε, στην χώρα του θεωρούταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, πολλοί θεωρούσαν ότι δεν τον ενδιέφερε να επιστρέψει αναζητώντας στην Ευρώπη περισσότερα χρήματα και δόξα.
Θα συνεχίσει να ταξιδεύει ανά την Ευρώπη περνώντας και απο την Ιταλία για να παρακολουθήσει τις προπονήσεις του Αρίγκο Σάκι, θα επιστρέψει στην Αργεντινή όπου τον Δεκέμβριο του 1992 θα αναλάβει την Βελέζ.
Γνωρίζοντας τον σύλλογο όσο λίγοι κατάφερε να συνδυάσει το φυσικό ταλέντο με την επιθετικότητα να βγαίνουν νικητές στις προσωπικές μονομαχίες. Θα κάνει πράγματα και θαύματα αφού στην τριετία στην οποία παραμένει στον πάγκο της κατακτά τα Clausura του 1993 και του 1996, το Apertura του 1995, το Copa Libertadores κόντρα στην Σάο Πάολο ,το Διηπειρωτικό κόντρα στην Μίλαν και το Copa Interamericana του 1994, έχοντας σε 161 παιχνίδια, 77 νίκες, 50 ισοπαλίες και 34 ήττες.
Οι σειρήνες απο την Ιταλία δεν τον αφήνουν αδιάφορο και το καλοκαίρι του 1996 αποχαιρετά ένα κατάμεστο "Χοσέ Αμαλφιτάνι" για να κάτσει στον πάγκο της Ρόμα, όμως δεν καταφέρνει να βγάλει όλη την σεζόν.
Το μεγαλύτερο λάθος της θητείας του ήταν η κακή σχέση του με τον νεαρό τότε Φραντσέσκο Τότι. Ο Αργεντινός τεχνικός δεν πίστευε στο ταλέντο του 20χρονου Ιταλού, τον θεωρούσε «απλώς έναν κανονικό παίκτη» και εισηγήθηκε επίμονα στη διοίκηση την παραχώρησή του με δανεισμό στη Σαμπντόρια.
]Ο πρόεδρος της Ρόμα, Φράνκο Σένσι, αρνήθηκε να χάσει το «χρυσό παιδί» της Ρώμης, ενώ η ρήξη αυτή έστρεψε τους φιλάθλους και τα ΜΜΕ εναντίον του. Επίσης ζήτησε και έφερε στη Ρόμα παίκτες της δικής του απόλυτης εμπιστοσύνης, όπως τον Αργεντινό επιθετικό Μαρτίν Ποσέ, οι οποίοι όμως δεν κατάφεραν να αποδώσουν τα αναμενόμενα, μεγαλώνοντας τη δυσαρέσκεια των διοικούντων.Μετά απο ένα σερί κακών αποτελεσμάτων στις 8 Απριλίου του 1997 απολύεται από τους 'τζιαλορόσι", έχοντας σε 31 παιχνίδια, 12 νίκες, 9 ισοπαλίες και 10 ήττες. Στις 9 Ιουλίου του 1998 ανακοινώνεται απο την Μπόκα Τζούνιορς στο πρώτο από τα συνολικά τρία περάσματά του από τους 'χεινέσες".
Κατακτά μαζί της τα Apertura του 1998 και του 2000, το Clausura του 1999, 2 Copa Libertadores το 2000 κόντρα στην Παλμέιρας και το 2001 κόντρα στην Κρούς Ασούλ και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 2000 κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης σε 190 παιχνίδια με 104 νίκες, 54 ισοπαλίες και 32 ήττες.
Μετά τον χαμένο τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλλου στις 31 Δεκεμβρίου του 2001 απέναντι στην Μπάγερν Μονάχου αποφασίζει να αποχωρήσει από τον σύλλογο, για να επανέρθει δύο χρόνια αργότερα την 1η Ιανουαρίου του 2003.
Εκείνη η χρονιά ήταν ιδιαίτερα πετυχημένη αφού κατέκτησε αντίστοιχα το Apertura, το Copa Libertadores κόντρα στην Σάντος και το Διηπειρωτικό Κύπελλο κόντρα στην Μίλαν, η απώλεια του Copa Libertadores στις 4 Ιουλίου του 2004 απο την κολομβιανή Όνσε Κάλντας τον οδηγεί εκ νέου στην έξοδο μετά απο 90 παιχνίδια με 51 νίκες, 23 ισοπαλίες και 16 ήττες.
Η τρίτη του απόπειρα στην Ευρώπη, αυτή την φορά στην Ισπανία και την Ατλέτικο Μαδρίτης την την 1η Ιουλίου του 2005 ούτε και αυτή στέφθηκε με επιτυχία. Παρά το εξαιρετικό ξεκίνημα και μια σπουδαία νίκη με 2-1 επί της Μπαρτσελόνα τον Σεπτέμβριο του 2005, η ομάδα γρήγορα άρχισε να καταρρέει.
Ο Μπιάνκι δεν κατάφερε να περάσει τη φιλοσοφία του και η Ατλέτικο συμπλήρωσε 9 συνεχόμενα παιχνίδια πρωταθλήματος χωρίς νίκη. Στις 12 Ιανουαρίου 2006, μόλις πέντε μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, η διοίκηση της Ατλέτικο Μαδρίτης ανακοίνωσε τη λύση της συνεργασίας της με τον Μπιάνκι.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η εντός έδρας ήττα με 1-0 από τη Σαραγόσα για το Κύπελλο Ισπανίας, η οποία άφησε την ομάδα στην 12η θέση του πρωταθλήματος και μόλις 4 βαθμούς πάνω από τη ζώνη του υποβιβασμού, έχοντας σε 21 παιχνίδια 6 νίκες, 8 ισοπαλίες και 7 ήττες.
Την 1η Ιανουαρίου του 2009 δέχεται να αναλάβει το πόστο του υπεύθυνου ποδοσφαίρου όλων των βαθμίδων της Μπόκα Τζούνιορς, όμως η απόλυση του Άλφιο Μπαζίλε στις 26 Ιανουαρίου του 2010 ανάγκασε τον πρόεδρο της ομάδας Χόρχε Αμόρ Αμεάλ να του προτείνει την τεχνική ηγεσία.
Μια πρόταση όμως που ο ίδιος ο Μπιάνκι την απέρριψε παραμένοντας στην θέση του μέχρι τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου όταν και αποφάσισε να παραιτηθεί. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το "φάντασμα" του Μπιάνκι πλανιόταν κάθε φορά πάνω απο το "Μπομπονέρα" όταν κάποιος προπονητής είτε απολυόταν είτε τελείωνε το συμβόλαιο του αφού πάντοτε το όνομα του περιλαμβανόταν στους αντικαταστάτες αν και ο ίδιος είχε αρνηθεί πολλές φορές την πρόταση.
Τον Δεκέμβριο του 2012 ο Ντανιέλ Ανχελίσι πιεζόμενος τόσο από τα άσχημα αποτελέσματα και την κατακραυγή του κόσμου αποφάσισε να προτείνει στον Μπιάνκι να αναλάβει για τρίτη φορά τα ηνία του συλλόγου στην θέση του Χούλιο Σέζαρ Φαλσιόνι.
Μία πρόταση που αυτή την φορά ο ασπρομάλλης τεχνικός αποφάσισε να την αποδεχτεί κάνοντας ντεμπούτο στην εντός έδρας αναμέτρηση απέναντι στην Κίλμες τον Φεβρουάριο του 2013 για την πρεμιέρα του πρωταθλήματος Final.
Εν αντιθέσει με τις δύο προηγούμενες φορές που πέρασε απο τον πάγκο των "χεινέσες" δεν απέφερε κάποιον τίτλο, αν και στο Final του 2014 τερμάτισε στην δεύτερη θέση πίσω απο την Ρίβερ Πλέιτ, ενώ στο Copa Libertadores του 2013 αποκλείστηκε απο την Νιούελς Όλντ Μπόις στα προημιτελικά.
Τελικά στις 28 Αυγούστου του 2014 ύστερα απο τρείς συνεχόμενες ήττες και μία "ασθενική" νίκη το συμβούλιο της ομάδας αποφάσισε με ομόφωνη απόφαση την απόλυση του πολυνίκη τεχνικού. ύστερα απο 74 παιχνίδια στα οποία είχε 26 νίκες, 22 ισοπαλίες και 26 ήττες.
Συνολικά με τους "Γενοβέζους" είχε σε 354 παιχνίδια, 182 νίκες, 98 ισοπαλίες και 74 ήττες όντας ο πρώτος σε συγκομιδή τίτλων και ο δεύτερος σε παιχνίδια στην ιστορία της Μπόκα.
Μετά την Μπόκα αποφάσισε να κλείσει τον κύκλο του στους πάγκους, επιλέγοντας μια ήρεμη προσωπική ζωή. Οι δραστηριότητές του έκτοτε περιλαμβάνουν. Παρότι κατά καιρούς το όνομά του συνδέθηκε με φήμες για την ανάληψη εθνικών ομάδων ή την επιστροφή του στην Μπόκα Τζούνιορς σε ρόλο συμβούλου, ο ίδιος ξεκαθάρισε επανειλημμένα ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επιστρέψει στην πίεση του επαγγελματικού ποδοσφαίρου.
Ακόμη και πρόσφατα, ξεκαθάρισε δημόσια σε συνεντεύξεις του ότι είναι απόλυτα ευτυχισμένος με τη ζωή του μακριά από τα γήπεδα, βάζοντας οριστικό τέλος σε κάθε σενάριο επιστροφής.
Επέλεξε να περνάει μεγάλο μέρος του χρόνου του στο Παρίσι, μια πόλη που αγάπησε κατά τη διάρκεια της σπουδαίας ποδοσφαιρικής του καριέρας στη Γαλλία. Αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στη σύζυγό του, Μαργαρίτα, στα παιδιά και τα εγγόνια του, απολαμβάνοντας τους καρπούς μιας μυθικής καριέρας χωρίς το καθημερινό άγχος των αποτελεσμάτων.
Παρόλο που απέχει από την επικαιρότητα, συνεχίζει να λαμβάνει τιμές από τους συλλόγους που δόξασε. Εμφανίζεται επιλεκτικά σε επετειακές εκδηλώσεις, ενώ η Μπόκα Τζούνιορς και η Βέλεζ Σάρσφιλντ τον αντιμετωπίζουν πάντα ως τον «αιώνιο Αντιβασιλέα» (El Virrey) της ιστορίας τους.
