Είναι ο άνθρωπος που έχει κοουτσάρει πέντε διαφορετικές ομάδες σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Αναδείχτηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών το 1994, οδήγησε την "σελεσάο" σε μία ακόμα τελική φάση στα γήπεδα της Γερμανίας το 2006, ενώ άνηκε στο τεχνικό τιμ της Βραζιλίας το 1970 ως γυμναστής, Ο λόγος για τον Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα που έχει να επιδείξει πλούσια παρουσία και σε συλλογικό επίπεδο.
Γεννήθηκε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 ασχολήθηκε από πολύ μικρός με τον αθλητισμό μιας και το 1966 αποφοίτησε από την Εθνική Σχολή Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού στον τομέα της Φυσικής Αγωγής.
Στην Σάο Κριστοβάο απο την 1η Ιανουαρίου έως τις 6 Οκτωβρίου του 1967 είχε δύο ιδιότητες αυτή του Γυμναστή, ήταν ο υπεύθυνος φυσικής κατάστασης της πρώτης ομάδας και η δεύτερη είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας των αναπληρωματικών/νέων και εκτελούσε χρέη βοηθού προπονητή.
Στην Σάο Κριστοβάο απο την 1η Ιανουαρίου έως τις 6 Οκτωβρίου του 1967 είχε δύο ιδιότητες αυτή του Γυμναστή, ήταν ο υπεύθυνος φυσικής κατάστασης της πρώτης ομάδας και η δεύτερη είχε αναλάβει την τεχνική ηγεσία της ομάδας των αναπληρωματικών/νέων και εκτελούσε χρέη βοηθού προπονητή.
Κατά τη δεκαετία του 1960, η Γκάνα ήταν η απόλυτη ποδοσφαιρική δύναμη της Αφρικής, έχοντας κατακτήσει τα Κόπα Άφρικα του 1963 και του 1965. Η ομοσπονδία της χώρας ήθελε να αναβαθμίσει το παιχνίδι της εισάγοντας τη φιλοσοφία της Βραζιλίας, οπότε η κυβέρνηση της Γκάνας πλησίασε επίσημα το Υπουργείο Εξωτερικών της Βραζιλίας, ζητώντας την αποστολή ενός νεαρού και φιλόδοξου τεχνικού.
Το Υπουργείο Εξωτερικών της Βραζιλίας προώθησε το αίτημα στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο, το οποίο ήταν τότε το μοναδικό ίδρυμα στη χώρα που πρόσφερε εξειδικευμένο πτυχίο Φυσικής Αγωγής.
Οι καθηγητές δεν δίστασαν καθόλου και πρότειναν αμέσως τον Παρέιρα, καθώς ήταν ένας από τους πιο ευφυείς και αριστούχους φοιτητές της σχολής. Ο Παρέιρα εργαζόταν ήδη για λίγους μήνες στη Σάο Κριστόβαο, κερδίζοντας πολύ λίγα χρήματα και η Γκάνα του πρόσφερε ένα εξαιρετικό πακέτο για την εποχή: 100 δολάρια την εβδομάδα, συν καλυμμένα όλα τα έξοδα για διαμονή, διατροφή και μετακινήσεις.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο ίδιος αναγνώρισε αμέσως ότι επρόκειτο για μια «χρυσή ευκαιρία» ζωής και αποδέχθηκε τη θέση μέσα σε λίγες ημέρες. Όταν έφτασε στην Άκρα, οι ντόπιοι ξαφνιάστηκαν βλέποντας ένα σχεδόν αγένειο παιδί να φέρει τον τίτλο του «Professor».
Παρά το γεγονός ότι κατά τη διαμονή του πέρασε βαριά ελονοσία και νόμιζε ότι θα πεθάνει, ο Παρέιρα άντεξε, εισήγαγε το επαναστατικό για την Αφρική σύστημα 4-3-3 και οδήγησε την Γκάνα μέχρι τον τελικό του Κόπα Άφρικα το 1968 και έκατσε στον πάγκο της για 5 αγώνες έχοντας 3 νίκες, 1 ισοπαλία και 1 ήττα.
Τον Αύγουστο του 1968 αποφάσισε να αποχωρήσει γιατί ένιωθε ότι χρειαζόταν περισσότερα εφόδια. Έτσι, μετακόμισε στη Δυτική Γερμανία για να σπουδάσει στην περίφημη Αθλητική Σχολή του Ανόβερου, ενώ πέρασε και από την Αγγλία για να παρακολουθήσει τον τρόπο προπόνησης των ευρωπαϊκών ομάδων.
Επέστρεψε από την Ευρώπη με προηγμένες γνώσεις και ανέλαβε καθήκοντα κεντρικού γυμναστή της Βάσκο Ντα Γκάμα το 1969. Η επιστημονική του προσέγγιση στη φυσική κατάσταση εντυπωσίασε αμέσως το ποδοσφαιρικό στερέωμα του Ρίο και κλήθηκε στη «Σελεσάο», σχηματίζοντας μια μυθική ομάδα γυμναστών μαζί με τον Αντμίλντο Σιρόλ και τον κατοπινό σπουδαίο προπονητή Κλάουντιο Κοουτίνιο
Ο Παρέιρα και οι συνεργάτες του εφάρμοσαν για πρώτη φορά στο ποδόσφαιρο το Τεστ Κούπερ Μελέτησαν σχολαστικά τις επιδράσεις που θα είχε στους παίκτες το μεγάλο υψόμετρο του Μεξικού και σχεδίασαν μια πρωτοποριακή προετοιμασία 4 μηνών.
Ο Παρέιρα και οι συνεργάτες του εφάρμοσαν για πρώτη φορά στο ποδόσφαιρο το Τεστ Κούπερ Μελέτησαν σχολαστικά τις επιδράσεις που θα είχε στους παίκτες το μεγάλο υψόμετρο του Μεξικού και σχεδίασαν μια πρωτοποριακή προετοιμασία 4 μηνών.
Όταν ο Μάριο Ζαγκάλο ανέλαβε πρώτος προπονητής λίγο πριν το Μουντιάλ, βρήκε μια ομάδα που «πετούσε» σωματικά. Η συνεργασία του 27χρονου τότε Παρέιρα με τον Ζαγκάλο στο Μεξικό ήταν τόσο αρμονική που αποτέλεσε τη βάση για τη μελλοντική τους σχέση.
Μετά τον θρίαμβο του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα εντάχθηκε στο τεχνικό τιμ της Φλουμινένσε, αρχικά ως γυμναστής απο το 1971 έως το 1974, μέχρι που το 1975 πήρε την πολυπόθητη προαγωγή και ανέλαβε για πρώτη φορά στην καριέρα του ως πρώτος προπονητής.
Το 1975, η Φλουμινένσε είχε δημιουργήσει μια τρομερή ομάδα που έμεινε στην ιστορία ως "Máquina Tricolor". Ο Παρέιρα ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ομάδας λίγο πριν από τους τελικούς και την οδήγησε στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος Καριόκα το 1975, πανηγυρίζοντας τον πρώτο του τίτλο ως πρώτος προπονητής σε 18 αγώνες, με 12 νίκες, 2 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Παράλληλα με τον σύλλογο, το 1972 υπηρέτησε και ως τεχνικός διευθυντής/βοηθός στην Ολυμπιακή ομάδα της Βραζιλίας για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μονάχου.
Το 1976 το Κουβέϊτ προσέφερε στον Παρέιρα ένα μυθικό συμβόλαιο, με οικονομικές απολαβές που καμία ομάδα στη Βραζιλία δεν μπορούσε να πλησιάσει, προκειμένου να αναλάβει αρχικά τις μικρές εθνικές ομάδες και τη γενική εποπτεία του ποδοσφαίρου της χώρας, ως βοηθός του επίσης σπουδαίου Μάριο Ζαγκάλο.
Το 1978 ανέλαβε πρώτος προπονητής και μέχρι το 1982 σε 48 αγώνες είχε 27 νίκες, 7 ισοπαλίες και 4 ήττες. Κατέκτησε το Κύπελλο Ασίας το 1980 και το Κύπελλο του Κόλπου το 1982, αλλά το κυριότερο η πρώτη συμμετοχή σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ισπανίας το 1982, όπου γνώρισε δύο ήττες από Γαλλία και Αγγλία, ενώ έφερε ισοπαλία στην πρεμιέρα με την Τσεχοσλοβακία.
Θα αναλάβει τις τύχες της Εθνικής Βραζιλίας για εφτά μήνες από τον Απρίλιο έως τον Νοέμβριο του 1983 όπου ήταν φιναλίστ στους διπλούς τελικούς του Copa America απέναντι στην Ουρουγουάη και σε 14 αγώνες είχε 5 νίκες, 7 ισοπαλίες και 2 ήττες.
Απολύθηκε από τη διοίκηση της Ομοσπονδίας και δεν παραιτήθηκε οικειοθελώς, ως αποτέλεσμα της έντονης πίεσης για τον χαμένο τελικό του Copa America, της έλλειψης στήριξης από το κοινό και των εσωτερικών διοικητικών συγκρούσεων.
Ο Τύπος και οι φίλαθλοι άσκησαν σκληρή κριτική στον Παρέιρα, κατηγορώντας τον ότι το σύστημά του ήταν υπερβολικά αμυντικό και στερούνταν τη λάμψη του παραδοσιακού βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου.
Ο Παρέιρα ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με τους ποδοσφαιρικούς παράγοντες της χώρας για τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας. Φεύγοντας, άφησε μια ιστορική αιχμή που αποτύπωνε το χάος της εποχής: «Χωρίς ένα μακροπρόθεσμο πλάνο, είναι αδύνατο να έρθει η επιτυχία. Οι διοικούντες πρέπει επιτέλους να μάθουν τι ακριβώς θέλουν».
Η θητεία του συνέπεσε με μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της εθνικής ομάδας, η οποία σημαδεύτηκε από κακές εμφανίσεις, απρόσμενα αποτελέσματα και ένα άτυπο «μποϊκοτάζ» των παικτών προς τα μέσα ενημέρωσης.
Η θητεία του συνέπεσε με μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους της εθνικής ομάδας, η οποία σημαδεύτηκε από κακές εμφανίσεις, απρόσμενα αποτελέσματα και ένα άτυπο «μποϊκοτάζ» των παικτών προς τα μέσα ενημέρωσης.
Μέσα σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, η Ομοσπονδία επέλεξε να τον θυσιάσει ως εξιλαστήριο θύμα για να κατευνάσει τις αντιδράσεις. Στις 16 Απριλιου του 1984, ο Παρέιρα ανέλαβε επίσημα ως προπονητής της Φλουμινένσε μεσούσης της σεζόν, διαδεχόμενος τον Ζοζέ Λουίς Καρμπόνε και κοούτσαρε την ομάδα στην κρίσιμη τελική φάση και σε 24 αγώνες είχε 14 νίκες, 8 ισοπαλίες και 2 ήττες και αναδείχθηκε πρωταθλητής Βραζιλίας.
Την 1η Ιουλίου του 1984 θα αναλάβει τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, μια ομάδα που αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από ερασιτέχνες ποδοσφαιριστές και εφάρμοσε το αυστηρό, επιστημονικό του πρόγραμμα φυσικής κατάστασης και τακτικής.
Οδήγησε τα Εμιράτα στη 2η θέση του Κυπέλλου του Κόλπου το 1986, χάνοντας τον τίτλο στις λεπτομέρειες από το πανίσχυρο τότε Κουβέιτ. Έφτασε πολύ κοντά στην πρόκριση για τα γήπεδα του Μεξικού, αλλά η ομάδα αποκλείστηκε οριακά στα μπαράζ της Ασίας από το Ιράκ (λόγω του κανονισμού των εκτός έδρας γκολ, ενώ κατέκτησε την 4η θέση στο Κύπελλο του Κόλπου το 1988, σε ένα τουρνουά όπου η ομάδα έδειξε εξαιρετική αμυντική λειτουργία, αλλά είχε πρόβλημα στο σκοράρισμα.
Αποχώρησε για να αναλάβει τους Σαουδάραβες, τους οποίους οδήγησε λίγους μήνες μετά στην κατάκτηση του Ασιατικού Κυπέλλου του 1988, όμως παρά αυτη την ιστορική επιτυχία του 1988, το κλίμα άλλαξε κατά τη διάρκεια των προκριματικών του Μουντιάλ 1990.
Στην τελική φάση των προκριματικών της Ασίας, η Σαουδική Αραβία τερμάτισε στην 5η θέση του ομίλου, σημειώνοντας 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 2 ήττες, με αποτέλεσμα να χάσει το εισιτήριο για τα γήπεδα της Ιταλίας.
Η αποτυχία αυτή οδήγησε στην ολοκλήρωση της συνεργασίας του με την ομοσπονδία των Σαουδαράβων στις αρχές του 1990 ύστερα απο 26 αγώνες με 10 νικες, 9 ισοπαλίες και 7 ήττες. Ότι εν το κατάφερε με την Σαουδική Αραβία το πέτυχε με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Λιγες εβδομάδες νωρίτερα ο Μάριο Ζαγκάλο απολύθηκε γιατί ήρθε σε ρήξη με την ομοσπονδία της χώρας για τα μπόνους των παικτών και η ομοσπονδία των Εμιράτων στράφηκε στον Παρέιρα, ο οποίος είχε δουλέψει στη χώρα την τριετία 1985-1988 και γνώριζε άριστα το ρόστερ.
Θα γνωρίσει τρεις ήττες από Κολομβία, Δυτική Γερμανία και Γιουγκοσλαβία αντίστοιχα. Ένιωθε ότι ο κύκλος του στη Μέση Ανατολή είχε κλείσει, έχοντας περάσει εκεί σχεδόν μια 15ετία και εκείνη την περίοδο ήρθε η προταση απο την Μπραγκαντίνο.
Εκείνη την εποχή, η Μπραγκαντίνο ήταν η πιο «καυτή» και ανερχόμενη ομάδα στο ποδόσφαιρο της Βραζιλίας. Είχε μόλις κατακτήσει το Πρωτάθλημα Παουλίστα (1990) υπό τις οδηγίες του Βαντερλέι Λουξεμβούργο, αλλά οταν εκείνος αποχώρησε, η διοίκηση του συλλόγου έψαχνε έναν προπονητή διεθνούς κύρους με επιστημονική κατάρτιση για να διατηρήσει την ομάδα στην κορυφή.
Η πρόταση της Μπραγκαντίνο έδωσε στον Παρέιρα την ευκαιρία να δουλέψει σε ένα οργανωμένο, υγιές περιβάλλον χωρίς την τοξική πίεση των παραδοσιακών μεγάλων συλλόγων του Ρίο. Την οδήγησε μέχρι τον τελικό του Πρωταθλήματος Βραζιλίας το 1991, χάνοντας τον τίτλο στις λεπτομέρειες από την πανίσχυρη Σάο Πάουλο του Τέλε Σαντάνα και σε 23 αγώνες, είχε 10 νικες, 10 ισοπαλίες και 3 ήττες.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 1991 για δεύτερη φορά θα κάτσει στον πάγκο της εθνικής Βραζιλίας και θα την οδηγήσει στο Copa America του 1993 και στο Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών του 1994 όπου με 5 νίκες και 2 ισοπαλίες την φέρνει στην κορυφή του κόσμου ύστερα από 24 χρόνια κερδίζοντας στην διαδικασία των πέναλντι τη Ιταλία.
Στις 31 Ιουλίου του 1994 θα αποχωρήσει ύστερα απο 45 παιχνίδια με 28 νίκες, 11 ισοπαλίες και 6 ήττες. Κατά τη διάρκεια της τριετίας 1991-1994, ο Παρέιρα δέχθηκε τη σκληρότερη κριτική που έχει υποστεί ποτέ προπονητής στη Βραζιλία, τα μέσα ενημέρωσης και οι οπαδοί τον κατηγορούσαν ασταμάτητα ότι το σύστημά του το ευρωπαϊκού τύπου, πειθαρχημένο 4-4-2 ήταν «βαρετό», «αμυντικό» και κατέστρεφε το παραδοσιακό, θεαματικό Jogο Bonito.
Ο ίδιος δήλωσε αργότερα ότι η πίεση ήταν τόσο απάνθρωπη που ένιωθε ότι «κουβαλούσε στις πλάτες του μια ολόκληρη χώρα». Ήξερε ότι η κατάκτηση του 4ου Παγκοσμίου Κυπέλλου στις ΗΠΑ, μετά από 24 χρόνια ξηρασίας για τη «Σελεσάο», ήταν η απόλυτη απάντηση στους επικριτές του.
Ήθελε να κλείσει αυτό το κεφάλαιο ως θριαμβευτής και να μην ρισκάρει μια μελλοντική φθορά. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά: «Δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο να κερδίσω ή να αποδείξω με τη Βραζιλία».
Την 1η Αυγούστου του 1994 θα αναλάβει την Βαλένθια προσφέροντάς του ένα αστρονομικό συμβόλαιο για να αναλάβει τις τύχες της στη Ισπανία δίνοντάς του την ευκαιρία να δουλέψει για πρώτη φορά στο κορυφαίο συλλογικό επίπεδο της Ευρώπης, μακριά από την τοξικότητα του Ρίο.
Όμως η φιλοσοφία του συγκρούστηκε με την πραγματικότητα του ισπανικού ποδοσφαίρου, Ο Παρέιρα ζήτησε τη μεταγραφή του Ρομάριο, με τον οποίο είχε κατακτήσει το Μουντιάλ, αλλά η διοίκηση δεν κατάφερε να τον αποκτήσει άμεσα.
Παράλληλα, ήρθε σε ρήξη με τον Βούλγαρο σταρ της ομάδας, Λιούμποσλαβ Πενέφ, ο οποίος επέστρεφε από σοβαρό πρόβλημα υγείας και δεν συμφωνούσε με τις τακτικές του προπονητή. Όπως και στη Βραζιλία, ο Παρέιρα προσπάθησε να επιβάλει ένα αυστηρό, αμυντικογενές 4-4-2, αλλά οι απαιτητικοί φίλαθλοι της Βαλένθια στο στάδιο «Μεστάγια» αποδοκίμαζαν έντονα το θέαμα, ζητώντας πιο επιθετικό ποδόσφαιρο.
Την 1η Ιουλίου του 1995 ανέλαβε την Φενερμπαχτσε και παρότι έκατσε μόλις ένα χρόνο κατάφερε να την οδηγήσει στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος ενώ έφτασε και στον τελικό του Κυπέλλου αλλά ηττήθηκε απο την Γαλατασσράι.
Συνολικά σε 44 αγώνες είχε 44 αγώνες, είχε 29 νίκες, 8 Ισοπαλίες και 7 ήττες, παρά την αποθέωση από τους οπαδούς για την κατάκτηση του πρωταθλήματος, ο Παρέιρα αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του και να επιστρέψει στη Βραζιλία για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους, παραδίδοντας τη σκυτάλη.
Στις 22 Ιουλιου 1996 θα αναλάβει την Σάο Πάολο όμως η θητεία του αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη λόγω της ασφυκτικής πίεσης των οπαδών και ενός ιδιότυπου «λιντσαρίσματος» από τον Τύπο. Οι απαιτητικοί οπαδοί της Σάο Πάουλο είχαν συνηθίσει στο θεαματικό ποδόσφαιρο του προκάτοχού του.
Το πειθαρχημένο, ευρωπαϊκό 4-4-2 του Παρέιρα δεν έγινε ποτέ αποδεκτό, με την κερκίδα να τον αποδοκιμάζει συστηματικά και να φωνάζει ρυθμικά το όνομα του Σαντάνα, ακόμη και μετά από νίκες.
Ο βραζιλιάνικος Τύπος άσκησε πρωτοφανή και ισοπεδωτική κριτική στον Παρέιρα, ο ίδιος ο πρόεδρος της Σάο Πάουλο, Φερνάντο Καζάλ ντε Ρέι, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά πως ο προπονητής υφίστατο ένα «αδιανόητο ηθικό λιντσάρισμα».
Το κλίμα έγινε εντελώς τοξικό στα τέλη Οκτωβρίου, μετά από μια ήττα με 2-0 από τη Βιτόρια στο Σαλβαδόρ. Οι οπαδοί επιτέθηκαν φραστικά στην αποστολή, ενώ οι τοίχοι του σταδίου Μορουμπί γεμίσαν με υβριστικά συνθήματα κατά του Παρέιρα.
Αντιλαμβανόμενος ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, ήρθε σε κοινή συμφωνία με τη διοίκηση και αποχώρησε στις 30 Οκτωβρίου 1996. Συνολικά, ο Παρέιρα κάθισε στον πάγκο της Σάο Πάουλο σε 21 αγώνες, έχοντας τον εξής απολογισμό, 9 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες.
Στις 7 Ιανουαρίου του 1997 θα αναλάβει τους Μετροσταρς στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής , ανέλαβε την ομάδα στη δεύτερη μόλις σεζόν από την ίδρυση του αμερικανικού πρωταθλήματος έχοντας ως στόχο να φέρει ευρωπαϊκή και λατινοαμερικάνικη κουλτούρα τακτικής στις ΗΠΑ.
Ο συνολικός απολογισμός του ήταν 41 αγώνες, με 15 νίκες και 26 ήττες και παρά το γεγονός ότι η διοίκηση της ομάδας ήθελε να τον κρατήσει για να χτίσει την ομάδα της επόμενης χρονιάς, ο Παρέιρα αποχώρησε τον Δεκέμβριο του 1997.
Ο λόγος ήταν μια αστρονομική πρόταση που δέχθηκε για να επιστρέψει στη Σαουδική Αραβία, η οποία του έδινε την ευκαιρία να κοουτσάρει ξανά σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου για τέταρτη φορά στην καριέρα του.
Στα γήπεδα της Γαλλίας πρόλαβε να την κοουτσάρει στα δύο πρώτα παιχνίδια των ομίλων απέναντι σε Δανία και Γαλλία αφού πριν τον αγώνα με την Νότια Αφρική απολύθηκε. Οι προσδοκίες των Σαουδαράβων ήταν τεράστιες, καθώς είχαν προσφέρει στον Παρέιρα ένα μυθικό συμβόλαιο, θεωρώντας ότι ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής (με τη Βραζιλία το 1994) θα επαναλάμβανε την καλή πορεία του 1994, όταν η χώρα είχε φτάσει στους «16».
Η ομάδα δεν κατάφερε να σκοράρει ούτε ένα γκολ στα δύο πρώτα ματς, γεγονός που εξόργισε τους διοικούντες, ύστερα απο 9 αγώνες με 1 νίκη, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1998 θα αναλάβει την Φλουμινένσε στην τρίτη κατηγορία και παρά το γεγονός ότι η κίνηση αυτή φαινόταν ως «επαγγελματική αυτοκτονία» για έναν προπονητή του δικού του βεληνεκούς, ο Παρέιρα δήλωσε: «Δεν επιστρέφω για τα χρήματα ή για τη δόξα. Επιστρέφω γιατί η Φλουμινένσε μου έδωσε τα πάντα όταν ξεκίνησα και τώρα με έχει ανάγκη»
Σε 66 αγώνες κατέγραψε τον εξής απολογισμό με 33 νίκες, 16 ισοπαλίες και 15 ήττες και στις 23 Δεκεμβρίου 1999, η ομάδα επικράτησε με 2-1 της Ναούτικο εκτός έδρας, σφραγίζοντας την κατάκτηση του Πρωταθλήματος της Série C.
Η επιστροφή της αποστολής στο Ρίο ντε Τζανέιρο προκάλεσε ντελίριο ενθουσιασμού, με χιλιάδες οπαδούς να πλημμυρίζουν τους δρόμους για να αποθεώσουν τον Παρέιρα, ο οποίος είχε καταφέρει να βγάλει τον σύλλογο από τον ποδοσφαιρικό «τάφο».
Ο Παρέιρα παρέμεινε στον πάγκο της Φλουμινένσε μέχρι και τις 14 Φεβρουαρίου του 2000 και το καλοκαίρι του 2000, στις 13 Ιουλίου του 2000, θα αναλάβει την Ατλέτικο Μινέιρο αλλά στις 23 Οκτωβρίου θα απολυθεί.
Η διοίκηση της Ατλέτικο Μινέιρο έχασε γρήγορα την υπομονή της με τον Βραζιλιάνο τεχνικό και μετά από μια βαριά εκτός έδρας ήττα με 4-0 από τη Γκρέμιο για το πρωτάθλημα, οι διοικούντες αποφάσισαν την άμεση λύση της συνεργασίας τους ύστερα απο 17 αγώνες με 4 νίκες, 4 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Ο Παρέιρα ανέλαβε τη Σάντος στις 26 Οκτωβρίου 2000, αμέσως μετά την απόλυσή του από την Ατλέτικο Μινέιρο. Λόγω της έκρυθμης κατάστασης στον σύλλογο, έκανε μια απλή προφορική συμφωνία για δύο μήνες έναντι 200.000 ρεάλ, με σκοπό να λειτουργήσει ως πυροσβέστης.
Στόχος του ήταν να κοουτσάρει την ομάδα στα τελευταία 6 παιχνίδια της πρώτης φάσης του Πρωταθλήματος Βραζιλίας και να την βάλει στην πρώτη 12άδα που οδηγούσε στα νοκ-άουτ. Παρά τις 3 νίκες, οι 3 ήττες άφησαν τη Σάντος εκτός συνέχειας και καθώς η ομάδα αποκλείστηκε πρόωρα από τη φάση των νοκ-άουτ και δεν είχε άλλες αγωνιστικές υποχρεώσεις για το υπόλοιπο του έτους, η συνεργασία των δύο πλευρών λύθηκε κοινή συναινέσει στις 22 Νοεμβρίου 2000.
Απο τις 21 Μαϊου έως και τις τις 4 Δεκεμβρίου του 2001 κάθισε στον πάγκο της Ιντερνασιονάλ σε 43 αγώνες, έχοντας τον εξής απολογισμό, 19 νίκες, 11 ισοπαλίες και 13 ήττες και παρόλο που η διοίκηση της Ιντερνασιονάλ επιθυμούσε να ανανεώσει το συμβόλαιό του για την επόμενη σεζόν, ο Παρέιρα αποφάσισε να αποχωρήσει.
Ο λόγος ήταν μια δελεαστική πρόταση από την Κορίνθιανς του Σάο Πάουλο στις 22 Δεκεμβρίου του 2001, όπου σε 66 αγώνες, είχε 36 νίκες, 14 ισοπαλίες και 16 ήττες. Κατέκτησε το Κύπελλο Βραζιλίας, το Τουρνουά Ριο-Σάο Πάολο, ενώ ήταν φιναλίστ στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας όπου ηττήθηκε απο την Σάντος.
Στις 8 Ιανουαρίου του 2003 μετά την παραίτηση του Λουίς Φελίπε Σκολάρι αναλαμβάνει μαζί με την βοήθεια του Μάριο Ζάγκαλο τους "καριόκας". Θα κατακτήσει στην Βενεζουέλα το 2004 το Copa America, ενώ τον αμέσως επόμενο χρόνο επικρατεί με 3-0 της Αργεντινής στον τελικό του Confederations Cup.
Θεωρείται ένα από τα φαβορί για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 στην Γερμανία ξεκινώντας με τέσσερις σερί νίκες (Κροατία, Αυστραλία, Ιαπωνία και στην φάση των "16" την Γκάνα), αλλά στην προημιτελική φάση η Γαλλία του Ζινεντίν Ζιντάν τον αποκλείει.
Συνολικά ο Παρέιρα έκατσε στον πάγκο της σε 112 παιχνίδια έχοντας 61 νίκες, 37 ισοπαλίες και 14 ήττες. και βρίσκεται πίσω από τον Μάριο Ζάγκαλο και τον Τέλε Σαντάνα στα συνολικά παιχνίδια.
Μετά τον αποκλεισμό, η κριτική στη Βραζιλία ήταν ισοπεδωτική, με τον Παρέιρα να κατηγορείται ότι δεν είχε την τόλμη να αφήσει στον πάγκο κάποιο από τα μεγάλα ονόματα που δεν βρίσκονταν σε καλή φυσική κατάσταση.
Στις 19 Ιουλίου 2006, ο Παρέιρα υπέβαλε επίσημα την παραίτησή του, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο του ως πρώτος προπονητής της εθνικής ομάδας. Στις 26 Ιανουαρίου του 2007 θα αναλάβει την εθνική Νοτίου Αφρικής, με μοναδικό στόχο να χτίσει μια ανταγωνιστική ομάδα ενόψει του Μουντιάλ του 2010, το οποίο η χώρα θα φιλοξενούσε για πρώτη φορά στην ιστορία της αφρικανικής ηπείρου.
Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας του προσέφερε ένα μυθικό συμβόλαιο (περίπου 240.000 δολάρια τον μήνα), καθώς έβλεπε στο πρόσωπό του τον απόλυτο «μετρ» των εθνικών ομάδων που θα γλίτωνε τη χώρα από έναν ιστορικό διασυρμό εντός έδρας.
Στην πρώτη του χρονιά, οδήγησε τη Νότια Αφρική στην κατάκτηση του κυπέλλου των χωρών της Νότιας Αφρικής, κερδίζοντας στον τελικό τον Μαυρίκιο ενώ στο Κόπα Άφρικα του 2008 στην Γκάνα παρουσίασε μέτριο πρόσωπο και αποκλείστηκε πρόωρα στη φάση των ομίλων με 2 ισοπαλίες και 1 ήττα.
Στις 21 Απριλίου του 2008 υπέβαλε την παραίτησή του έχοντας υπηρετήσει μόλις 15 μήνες από το συμβόλαιό του, λόγω ενός σοβαρού οικογενειακού προβλήματος. Η σύζυγός του, με την οποία ήταν παντρεμένος 36 χρόνια, διαγνώστηκε με καρκίνο και υποβλήθηκε σε σοβαρή χειρουργική επέμβαση στη Βραζιλία.
Ο ίδιος δήλωσε πως η οικογένειά του τον χρειαζόταν και επέστρεψε αμέσως στο Ρίο ντε Τζανέιρο και στις 7 Μαρτίου έως τις 13 Ιουλίου του 2009 θα αναλάβει την Φλουμινένσε σε 25 αγώνες, έχοντας 8 νίκες, 9 ισοπαλίες και 8 ήττες, σε μια πολύ ταραγμένη διοικητικά και αγωνιστικά περίοδο.
Η διοίκηση του συλλόγου έχασε την υπομονή της λόγω της κακής πορείας στο εθνικό πρωτάθλημα και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στις 13 Ιουλίου 2009, μετά από μια εντός έδρας ήττα με 1-0 από τη Φλαμένγκο στο κλασικό ντέρμπι "Fla-Flu".
Ο Παρέιρα απολύθηκε, κλείνοντας έτσι οριστικά τον κύκλο του ως προπονητής της Φλουμινένσε, έχοντας γράψει ιστορία ως ο άνθρωπος που την υπηρέτησε σε τέσσερις διαφορετικές δεκαετίες. Στις 23 Οκτωβρίου του 2009 θα επανέρθει στον πάγκο της εθνικής Νοτίου Αφρικής και κοούτσαρε την ομάδα σε 16 επίσημους διεθνείς αγώνες, έχοντας απολογισμό 7 νίκες, 6 ισοπαλίες και 3 ήττες.
Με τους "μπαφάνα-μπαφάνα" που ήταν οικοδεσπότες στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 ήρθε ισόπαλος με το Μεξικό, ηττήθηκε από την Ουρουγουάη και κέρδισε την Γαλλία, όμως δεν κατάφερε να πάρει την πρόκριση για την συνέχεια λόγω χειρότερης διαφοράς τερμάτων από τους "τρί".
Με τη συμμετοχή του στο Μουντιάλ του 2010, ο Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα έγραψε το όνομά του με χρυσά γράμματα στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, πετυχαίνοντας ένα μοναδικό ρεκόρ. Έγινε ο πρώτος και μοναδικός τεχνικός στην ιστορία που έχει κοουτσάρει σε 6 διαφορετικές τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Παράλληλα, κατέχει το ρεκόρ της καθοδήγησης των περισσότερων διαφορετικών εθνικών ομάδων στη διοργάνωση (Κουβέιτ 1982, ΗΑΕ 1990, Βραζιλία 1994 και 2006, Σαουδική Αραβία 1998, Νότια Αφρική 2010).
Τον Δεκέμβριο του 2010 ανακοίνωσε την απόσυρση του από τους πάγκους και στις 29 Νοεμβρίου του 2012 με την επιστροφή του Σκολάρι στο αντιπροσωπευτικό συγκρότημα ανέλαβε τον ρόλο του τεχνικού συντονιστή μέχρι και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, αλλά μετά την συντριβή απο την Γερμανία με 7-1 παραιτήθηκε.
Μετά την αποχώρησή του από το πόστο του τεχνικού διευθυντή της Βραζιλίας, ο Παρέιρα εντάχθηκε στην Τεχνική Μελετητική Ομάδα της FIFA. Από αυτή τη θέση, ταξίδεψε σε μεγάλες διοργανώσεις αναλύοντας τις τακτικές τάσεις, τα συστήματα και τις στατιστικές του σύγχρονου ποδοσφαίρου, προσφέροντας την τεράστια εμπειρία του στη διεθνή ομοσπονδία.
Το 2023, ο 80χρονος τότε θρύλος διαγνώστηκε με Λέμφωμα Hodgkin (έναν τύπο καρκίνου που επηρεάζει το λεμφικό σύστημα). Άν και το 2025 ανακοινώθηκε ότι η νόσος βρισκόταν σε ύφεση, χρειάστηκε να ξεκινήσει εκ νέου ογκολογική θεραπεία μετά από μερική επανεμφάνιση των συμπτωμάτων.
Το καλοκαίρι του 2026, η κατάσταση της υγείας του επιβαρύνθηκε σημαντικά. Στις 16 Ιουνίου 2026, εισήχθη εσπευσμένα στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του νοσοκομείου στο Ρίο ντε Τζανέιρο λόγω σοβαρής φλεγμονής/λοίμωξης των πνευμόνων, η οποία επηρέασε και τη νεφρική του λειτουργία.
Χρειάστηκε να υποβληθεί σε τραχειοστομία και να τεθεί σε μηχανική υποστήριξη (αναπνευστήρα). Έπειτα από 43 ημέρες σκληρής μάχης στην εντατική, στις 27 Ιουλίου 2026, οι γιατροί ανακοίνωσαν ότι ο Παρέιρα παρουσίασε σημαντική κλινική βελτίωση.
Αποσυνδέθηκε από τα μηχανήματα, είχε σταθερή νεφρική λειτουργία και μεταφέρθηκε σε μονάδα αυξημένης φροντίδας (ημι-εντατική), όντας πλέον συνεργάσιμος
