Αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος της "σελεσάο¨στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών το 1994 οδηγώντας την στην κορυφή του κόσμου ύστερα από 24 χρόνια. Ο Ρομάριο Ντε Σόουζα Φαρία είναι μια εκρηκτική προσωπικότητα που δεν δίσταζε να έρθει σε κόντρα με άλλους σπουδαίους Βραζιλιάνους ποδοσφαιριστές όπως τον Πελέ και τον Ζίκο ενώ δεν αρνιόταν την αδυναμία του στο γυναικείο φύλο.
Γεννήθηκε στις 29 Ιανουαρίου του 1966 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο στην περιοχή Ζακαρεζίνιο και όταν ήταν 3 ετών η οικογένειά του μετακόμισε στην Βίλα Ντε Πένια. Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Εστρελίνια, ομάδα που είχε δημιουργήσει ο πατέρας του για να τον ενθαρρύνει να ασχοληθεί με τον αθλητισμό.
Το 1979 σκάουτερ για λογαριασμό της Olaria Atletico Clube θα τον φέρει στην ομάδα νέων όπου θα αρχίζει να φαίνεται το ταλέντο του. Πολύ σύντομα η Βάσκο Ντα Γκάμα θα ενδιαφερθεί για την απόκτηση του με ένα ιδιότυπο καθεστώς υπογραφής ενός έτους, μιας και δεν υπήρχε η δυνατότητα να υπογράψει κανονικό συμβόλαιο λόγω της ηλικίας του.
Θα κατακτήσει δύο Πρωταθλήματα καριόκα το 1983 και το 1984 στην κατηγορία του, ενώ τρείς συνεχόμενες χρονιές απο το 1982 έως το 1984 θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ. Το 1985 ο Αντόνιο Λόπες θα τον προωθήσει στην πρώτη ομάδα και τον Φεβρουάριο θα κάνει ντεμπούτο κόντρα στην Κοριτίμπα.
Θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο πρωτάθλημα και το 1986 θα υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο. Για μία ακόμη χρονιά θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο πολιτειακό πρωτάθλημα και θα ακολουθήσουν δύο συνεχόμενες κατακτήσεις πολιτειακών πρωταθλημάτων το 1987 και το 1988 και το Taca Guanabara το 1986 και το 1987.
Συνολικά με την φανέλα των "cruz-maltinos(σ.σ. η ομάδα με τον μαλτέζικο σταυρό)" σε 194 εμφανίσεις θα πετύχει 124 γκολ, και θα πάρει γεύση απο εθνική ομάδα παίρνοντας μέρος με την Ολυμπιακή ομάδα στο τουρνουά ποδοσφαίρου των Ολυμπιακών Αγώνων του 1988 που διοργανώθηκαν στην Σεούλ της Νότιας Κορέας.
Αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 7 γκολ προκαλώντας το άμεσο ενδιαφέρον της Αιντχόφεν με τον Γκούς Χίντινκ τότε προπονητή της ολλανδικής ομάδας να μεταβαίνει ο ίδιος στην Βραζιλία για να πάρει μέρος στις διαπραγματεύσεις.
Οι δύο πλευρές έρχονται σε συμφωνία με την Βάσκο να βάζει στο ταμείο της 6 εκατομμύρια δολλάρια που για εκείνη την εποχή ήταν η κορυφαία μετεγγραφή Βραζιλιάνου στο εξωτερικό. Πέρα όμως απο το ποσό το συμβόλαιο που υπέγραψε ήταν "βασιλικό" με πάρα πολλές ανέσεις, πολυτελές σπίτι, αυτοκίνητο, εισιτήρια αεροπορικά, εξοπλισμός εικόνας και ήχου, διαφημιστικό συμβόλαιο με την Philips στην Βραζιλία και μαθήματα αγγλικών και ολλανδικών.
Στο "Φίλιπς Στάντιον" ο Ρομάριο πραγματοποιεί εκπληκτικές εμφανίσεις με το "καλημέρα" αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ στην Ολλανδία και θα κατακτήσει το ντάμπλ. Την περίοδο 1989-1990 έχασε τρεις μήνες λόγω προβλήματος στον αστράγαλο και η Αιντχόφεν έχασε το πρωτάθλημα από τον Άγιαξ για έναν πόντο, αλλά κέρδισε το Κύπελλο και για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά βγήκε πρώτος σκόρερ, τόσο επιδραστική ήταν η παρουσία του.
Θα ακολουθήσουν δύο συνεχόμενα Πρωταθλήματα το 1991 και το 1992 και το Ολλανδικό Σούπερ Καπ του 1992. Τα κατορθώματά του στην Eredivisie αλλά και στην Ευρώπη(πρώτος σκόρερ στο Κύπελλο Πρωταθλητριών την περίοδο 1989-1990, και του Τσάμπιονς Λίγκ την περίοδο 1992-1993) θα κάνει κλάμπ απο την Ισπανία όπως την Βαλένθια να ενδιαφερθούν και όχι μόνο.
Η Ίντερ έψαχνε απεγνωσμένα έναν κορυφαίο ξένο επιθετικό για να απαντήσει στην κυριαρχία της Μίλαν. Αν και έκανε κρούση, στράφηκε τελικά στον Ντένις Μπέργκαμπ από τον Άγιαξ και τον Ρούμπεν Σόσα.
Μίλαν και Γιουβέντους είχαν δείξει έντονο ενδιαφέρον και έκαναν διερευνητικές επαφές με την PSV, αλλά οι περιορισμοί στους ξένους παίκτες (τότε επιτρέπονταν μόνο τρεις στην ενδεκάδα) και οι ήδη γεμάτες γραμμές κρούσης τους (η Μίλαν είχε τους Φαν Μπάστεν, Παπέν και Σαβίσεβιτς, ενώ η Γιουβέντους τον Ρομπέρτο Μπάτζιο και τον Ραβανέλι) τις έκαναν να μην προχωρήσουν σε επίσημη τελική πρόταση.
Η Ρεάλ Μαδρίτης, εξέτασε την περίπτωσή του, καθώς έψαχνε τον επόμενο μεγάλο γκολτζή της μετά την εποχή του Ούγκο Σάντσες. Ωστόσο, η Ρεάλ δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την ταχύτητα και την αποφασιστικότητα των Καταλανών.
Το μεγάλο όπλο της Μπαρτσελονα ήταν ο προπονητής της ο Γιόχαν Κρόιφ, επικοινώνησε προσωπικά μαζί του, του παρουσίασε το πλάνο του και του εξήγησε ότι το επιθετικό στυλ της Μπάρτσα θα αναδείκνυε απόλυτα τα προσόντα του.
Ο Ρομάριο πείστηκε και με το ποσό των 4,5 έως 5 εκατομμυρίων δολαρίων το καλοκαίρι του 1993 για να τον κάνει δικό της. Έτσι ύστερα από 149 συμμετοχές και 128 τέρματα φεύγει από την χώρα της "τουλίπας" και γίνεται κάτοικος Βαρκελώνης.
Στην πρώτη του χρονιά είναι από τους βασικούς συντελεστές για την κατάκτηση του τέταρτου συνεχόμενου πρωταθλήματος των "μπλαουγκράνα" το 1994 όντας πρώτος σκόρερ με 30 γκολ και "χαιλάιτ" το χατ-τρικ και την μία ασίστ στην συντριβή της Ρεάλ Μαδρίτης με 5-0 στο "Καμπ Νού" και το Σούπερ Καπ.
Η μοναδική άσχημη στιγμή εκείνης της χρονιάς ήταν η συντριβή στον τελικό του Τσάμπιονς Λίγκ από την Μίλαν με 4-0 που πραγματοποιήθηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας και ήταν το μεγάλο φαβορί.
Η μοναδική άσχημη στιγμή εκείνης της χρονιάς ήταν η συντριβή στον τελικό του Τσάμπιονς Λίγκ από την Μίλαν με 4-0 που πραγματοποιήθηκε στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας και ήταν το μεγάλο φαβορί.
Δεν είχε όμως την ανάλογη συνέχεια την επόμενη χρονιά αφού λίγο η καταπόνηση από το Παγκόσμιο Κύπελλο λίγο η πρόταση από την Φλαμένγκο οδήγησε τους υπευθύνους της Μπαρτσελόνα τον Ιανουάριο του 1995 να αποδεχθούν την πρόταση της "μενγκάο" και έτσι ύστερα από 65 συμμετοχές και 39 γκολ επιστρέφει στην Βραζιλία.
Η είδηση της απόκτησης του από την Φλαμένγκο έκανε τόσο μεγάλο "γκέλ" αφενός πάρα πολλές εταιρίες προσφέρθηκαν να βοηθήσουν χρηματικά και αφετέρου ήταν η έκπληξη που επιφύλασσε ο πρόεδρος Κλέμπερ Λέιτε για τα 100 χρόνια από την ίδρυση του συλλόγου.
Η μοναδική άλλη ομάδα που προσπάθησε να εμπλακεί ήταν η Βάσκο ντα Γκάμα η ομάδα από την οποία ξεκίνησε, η οποία προσπάθησε να μπλοκάρει νομικά ή να χαλάσει τη μεταγραφή του στη Φλαμένγκο, καθώς δεν ήθελε να δει το είδωλό της στον μεγάλο τοπικό αντίπαλο. Η Φλαμένγκο βρήκε τα χρήματα (περίπου 4-4,5 εκατομμύρια δολάρια) μέσω κοινοπραξίας χορηγών και της δημαρχίας του Ρίο.
Το ξεκίνημα ήταν καλό με την κατάκτηση του Taca Guanabara, το πρωτάθλημα καριόκα και το Copa de Oro του 1996 με 79 συμμετοχές και 68 τέρματα. Όμως το καλοκαίρι του ίδιου έτους θα επιστρέψει στην Ισπανία για λογαριασμό της Βαλένθια που τον ήθελε απο το 1993.
Η ομάδα του Ρίο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Η Βαλένθια προσέφερε περίπου 2,5 με 3 εκατομμύρια δολάρια, ένα ποσό που η Φλαμένγκο χρειαζόταν άμεσα, ενώ παράλληλα γλίτωνε από τον βαρύ μισθό του.
Ο τότε πρόεδρος της Βαλένθια, Πάκο Ρόιχ, είχε ως όραμα να σπάσει το δίπολο Ρεάλ-Μπαρτσελόνα και να πάρει το πρωτάθλημα, Έκανε μεγάλες επενδύσεις και έπεισε τον Ρομάριο ότι η ομάδα θα χτιζόταν γύρω του.
Ο Ρομάριο ήθελε να επιστρέψει για να αποδείξει στην Μπαρτσελόνα και τον Γιόχαν Κρόιφ (που τον είχαν διώξει κακήν κακώς το 1995) ότι έκαναν λάθος και ότι μπορούσε ακόμα να κυριαρχήσει στην Ισπανία.
Στο "Μεστάγια" όμως δεν θα μακροημερεύσει θα έρθει σε κόντρα με τον Λουίς Αραγονιές και τον Οκτώβριο του 1996 θα δοθεί δανεικός πίσω στη Φλαμένγκο για το υπόλοιπο της σεζόν 1996–1997, καθώς η Βαλένθια ήθελε να εκτονώσει την κρίση που είχε ξεσπάσει ανάμεσα σε εκείνον και τον προπονητή Λουίς Αραγονιές.
Ο δανεισμός κράτησε από τον Οκτώβριο του 1996 έως τον Ιούνιο του 1997, στη Φλαμένγκο βρήκε ξανά τον καλό του εαυτό, σκοράροντας ασταμάτητα στο τοπικό πρωτάθλημα του Ρίο και διατηρώντας τη θέση του στην Εθνική Βραζιλίας, έχοντας σε 36 συμμετοχές 34 τέρματα.
Το καλοκαίρι του 1997, ο Λουίς Αραγονιές παραιτήθηκε από τον πάγκο της Βαλένθια και αυτό επέτρεψε στον Ρομάριο να επιστρέψει στις «Νυχτερίδες» για τη δεύτερη θητεία του, η οποία όμως αποδείχθηκε εξίσου επεισοδιακή..
Ήρθε σε κόντρα και με τον Κλαούντιο Ρανιέρι, αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ο Ρομάριο απολάμβανε ένα καθεστώς από τον πρόεδρο Πάκο Ρόιχ που εξόργιζε τους υπόλοιπους ποδοσφαιριστές, είχε την άδεια να ξενυχτάει, να ταξιδεύει στη Βραζιλία όποτε ήθελε και να κάνει ελλιπή προπόνηση.
Οι συμπαίκτες του ένιωθαν ότι έτρεχαν και μοχθούσαν στο γήπεδο για να καλύπτουν έναν παίκτη που δεν σεβόταν την κοινή προσπάθεια. Το σημείο μηδέν γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 1997, όταν ο Ρομάριο αρνήθηκε να ακολουθήσει τις οδηγίες του Ρανιέρι.
Οι αρχηγοί και τα «βαριά» ονόματα της Βαλένθια, όπως ο Ισπανός μέσος Φερνάντο Γκόμεθ και ο εμβληματικός τερματοφύλακας Αντόνιο Θουμπιθαρέτα ο οποίος τον ήξερε και από την Μπαρτσελόνα, βγήκαν μπροστά. Στήριξαν δημόσια τον προπονητή και απαίτησαν από τον Ρομάριο να πειθαρχήσει ή να φύγει.
Αντί να προσπαθήσει να γεφυρώσει το χάσμα, ο Ρομάριο αποκόπηκε ακόμα περισσότερο. Σε συνεντεύξεις του δήλωσε κυνικά ότι δεν τον ενδιέφερε να κάνει φίλους στη Βαλένθια, παρά μόνο να πληρώνεται και να προετοιμάζεται για το Μουντιάλ του 1998.
Όταν ο Ρανιέρι τον έθεσε εκτός ομάδας, κανένας συμπαίκτης του δεν τον στήριξε, με το κλίμα να γίνεται τόσο «τοξικό» που η διοίκηση αναγκάστηκε να τον πουλήσει εσπευσμένα τον Δεκέμβριο του 1997 για να σώσει τη χρονιά.
Με 12 παιχνίδια και 6 γκολ αποχώρησε απο την Βαλένθια, και η Φλαμένγκο ήταν η μόνη ομάδα που κατέθεσε επίσημη πρόταση και αγόρασε τα δικαιώματά του από τη Βαλένθια τον Δεκέμβριο του 1997. Ο κόσμος της ομάδας τον λάτρευε, και οι διοικούντες δημιούργησαν ένα ειδικό οικονομικό πλάνο με χορηγούς για να καλύψουν το συμβόλαιό του.
Ο πρωτεύων στόχος του Ρομάριο ήταν να παίζει βασικός και να σκοράρει ασταμάτητα στο Ρίο, ώστε να εξασφαλίσει τη θέση του στην Εθνική Βραζιλίας για το Μουντιάλ του 1998 (από το οποίο τελικά κόπηκε την τελευταία στιγμή λόγω τραυματισμού).
Υπήρξε μια σύντομη κρούση και διερευνητικές επαφές από τη Σαό Πάολο, η οποία έψαχνε ένα μεγάλο όνομα για την επίθεση. Η μετακίνηση δεν προχώρησε ποτέ σε επίσημη πρόταση, καθώς ο Ρομάριο ξεκαθάρισε ότι δεν ήθελε να ζήσει στην πόλη του Σαό Πάολο και προτιμούσε αποκλειστικά το αγαπημένο του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Όπως και το 1996, ομάδες από την Ιαπωνία και τη Σαουδική Αραβία προσέγγισαν τον μάνατζερ του προσφέροντας λευκή επιταγή. Ο Ρομάριο τις απέρριψε χωρίς δεύτερη σκέψη, θεωρούσε ότι αν πήγαινε σε ένα μη ανταγωνιστικό πρωτάθλημα, ο ομοσπονδιακός τεχνικός Μάριο Ζαγκάλο θα τον άφηνε εκτός Μουντιάλ.
Με τους "ρούμπρο-νέγκρο" κατακτά το 1999 το Taca Guanabara, το Copa Mercosur και το πολιτειακό πρωτάθλημα, πετυχαίνοντας σε 94 παιχνίδια 81 γκολ και συνολικά με την Φλαμένγκο σε 240 παιχνίδια είχε 204 γκολ.
Ο Ρομάριο απολύθηκε ουσιαστικά από τη Φλαμένγκο τον Νοέμβριο του 1999 λόγω ενός σοβαρού πειθαρχικού παραπτώματος, καθώς εθεάθη να διασκεδάζει σε νυχτερινό κέντρο λίγες ώρες μετά τον αποκλεισμό της ομάδας από το πρωτάθλημα.
Το κλίμα ήταν ήδη τεταμένο εξαιτίας της κακής πορείας της ομάδας στο πρωτάθλημα Βραζιλίας, το ποτήρι όμως ξεχείλισε μετά την ήττα-αποκλεισμό από τη Γιουβέντους (SP) με 3-1. Παρά την απογοήτευση του κόσμου, ο Ρομάριο εθεάθη την ίδια νύχτα να διασκεδάζει σε ένα διάσημο φεστιβάλ μπύρας στη μακρινή πόλη Μπλουμενάου.
Η διοίκηση της Φλαμένγκο, κάτω από την πίεση των εξοργισμένων οπαδών, αποφάσισε να διακόψει άμεσα και μονομερώς το συμβόλαιό του. Φλουμινένσε και Μποταφόγκο εξέτασαν την περίπτωσή του, καθώς ο παίκτης δήλωνε ξεκάθαρα ότι δεν ήθελε να φύγει από την πόλη, καμία όμως δεν είχε την οικονομική δύναμη να ανταγωνιστεί την πρόταση της Βάσκο.
Η τουρκική Γαλατασαράι η οποία εκείνη τη σεζόν κατέκτησε τελικά το Κύπελλο UEFA έκανε μια πολύ δελεαστική κρούση στον μάνατζέρ του, προσφέροντας πολλά χρήματα για να τον επαναφέρει στην Ευρώπη. Ο Ρομάριο όμως απέρριψε την προοπτική αμέσως, καθώς η προσαρμογή στην Κωνσταντινούπολη δεν ταίριαζε καθόλου στον τρόπο ζωής που επιζητούσε.
Ο πρόεδρος της Βάσκο, Ευρίκο Μιράντα, κινήθηκε με απόλυτη μυστικότητα και αστραπιαία ταχύτητα. Προσέφερε στον Ρομάριο ένα ηγεμόνικό συμβόλαιο, εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο παίκτης είχε ξεκινήσει την καριέρα του εκεί.
Ο Ρομάριο υπέγραψε μέσα σε λίγες ημέρες, προκαλώντας το μίσος των οπαδών της Φλαμένγκο. Θα πραγματοποίησει εκπληκτικές εμφανίσεις αφού σε 71 συμμετοχές θα πετύχει 65 γκόλ και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα, το Taca Guanabara και το Copa Mercosur. όπου στον τελικό εναντίον της Παλμέιρας, η Βάσκο έχανε με 3-0 στο ημίχρονο εκτός έδρας και έπαιζε με 10 παίκτες.
Στο δεύτερο ημίχρονο, ο Ρομάριο πήρε την ομάδα στις πλάτες του, πέτυχε χατ-τρικ (το νικητήριο γκολ στο 93') και οδήγησε τη Βάσκο σε μια επική ανατροπή με 4-3. Αποχώρησε από τη Βάσκο ντα Γκάμα το καλοκαίρι του 2002 λόγω της οικονομικής κατάρρευσης του συλλόγου, ο οποίος του χρωστούσε εκατομμύρια δολάρια σε δεδουλευμένα, και υπέγραψε στη Φλουμινένσε.
Η κατάσταση στη Βάσκο είχε φτάσει στο απροχώρητο από τα τέλη του 2001, ο ιστορικός και αυταρχικός πρόεδρος Ευρίκο Μιράντα είχε σταματήσει να πληρώνει τους παίκτες, με αποτέλεσμα το χρέος της ομάδας προς τον Ρομάριο να αγγίζει τα 5 εκατομμύρια δολάρια.
Παράλληλα, ο αποκλεισμός του από την αποστολή της Εθνικής Βραζιλίας για το Μουντιάλ του 2002 από τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι πλήγωσε τον εγωισμό του και ο «Κοντός» αποφάσισε να καταθέσει προσφυγή, έμεινε ελεύθερος και έψαξε τον επόμενο σταθμό του.
Η Μποταφόγκο προσπάθησε να κάνει την έκπληξη και του κατέθεσε επίσημη πρόταση, την εξέτασε σοβαρά, αλλά την απέρριψε καθώς το οικονομικό πλάνο της Φλουμινένσε που υποστηριζόταν από ισχυρούς χορηγού ήταν πολύ πιο σταθερό.
Δύο σύλλογοι από το εξωτερικό το Μεξικό και την Σαουδική Αραβία, προσέγγισαν τον μάνατζέρ του προσφέροντας «λευκή επιταγή» για μονοετές συμβόλαιο. Τις απέρριψε αμέσως, στην ηλικία του, η άνεση της ζωής στο Ρίο και οι παραλίες της Μπάρα ντα Τιζούκα ήταν αδιαπραγμάτευτες.
Η Φλουμινένσε του κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση, προσφέροντάς του περίπου 70.000 δολάρια τον μήνα, συν ποσοστά από τα εισιτήρια και τις τηλεοπτικές μεταδόσεις. Το πιο σημαντικό για τον ίδιο ήταν ότι δεν χρειαζόταν να μετακομίσει από το Ρίο.
Η παρουσία του εκεί προκάλεσε ντελίριο ενθουσιασμού, με τον Ρομάριο να συμπληρώνει έτσι το «παζλ», έχοντας αγωνιστεί και στις τρεις μεγάλες ομάδες της πόλης (Βάσκο, Φλαμένγκο, Φλουμινένσε).
Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2003η Άλ Σαντ του προσέφερε το μυθικό ποσό των 1,5 εκατομμυρίου δολαρίων για να αγωνιστεί για μόλις 90 ημέρες. Για έναν 37χρονο ποδοσφαιριστή, η συγκεκριμένη προσφορά ήταν αδύνατο να απορριφθεί και έτσι υπέγραψε ένα πολύ σύντομο συμβόλαιο διάρκειας μόλις 3 μηνών.
Εκείνη την περίοδο αρχές του 2003, το Πρωτάθλημα Βραζιλίας δεν είχε ξεκινήσει ακόμα. Η Φλουμινένσε αγωνιζόταν μόνο στο τοπικό πολιτειακό πρωτάθλημα (Καριόκα), γεγονός που επέτρεψε στον σύλλογο να παραχωρήσει τον Ρομάριο για τρεις μήνες, ώστε να γλιτώσει το βαρύ του συμβόλαιο και να εισπράξει χρήματα, με την προοπτική ο παίκτης να επιστρέψει το καλοκαίρι για τις μεγάλες εθνικές διοργανώσεις.
Αγωνίστηκε σε μόλις 3 επίσημα παιχνίδια και δεν κατάφερε να σκοράρει ούτε μία φορά. Η παραμονή του συνέπεσε με την έναρξη του πολέμου στο γειτονικό Ιράκ τον Μάρτιο του 2003. Παρόλο που δήλωνε ότι δεν φοβάται, ενεργοποίησε ειδική ρήτρα ασφαλείας που είχε στο συμβόλαιό του και αποχώρησε εσπευσμένα.
Ο ίδιος δήλωσε αργότερα ότι αυτή η περίοδος ήταν μία από τις χειρότερες της επαγγελματικής του ζωής, καθώς έχασε τον ρυθμό του, και τον Ιούνιο του 2003 επέστρεψε στη Φλουμινένσε για να συνεχίσει το κυνήγι των 1.000 γκολ.
Θα παραμείνει μέχρι τον Οκτώβριο του 2004 έχοντας μια πορεία γεμάτη σκαμπανεβάσματα, τραυματισμούς και έντονο παρασκήνιο. Πέτυχε 13 γκολ σε 21 επίσημα ματς πρωταθλήματος, βοηθώντας τη Φλουμινένσε να αποφύγει τον υποβιβασμό, αλλά το 2004 ήταν μια πολύ δύσκολη χρονιά.
Ταλαιπωρήθηκε από συνεχείς μυϊκούς τραυματισμούς, έχανε πολλές προπονήσεις και η απόδοσή του έπεσε, σε 19 επίσημα ματς πέτυχε 11 γκολ. Κατά τη διάρκεια μιας ανοιχτής προπόνησης, ένας οπαδός της Φλουμινένσε άρχισε να τον βρίζει και να του πετάει έξι κότες στο γήπεδο, κατηγορώντας τον για «τεμπελιά».
Έγινε έξαλλος, ανέβηκε στις κερκίδες και ήρθε στα χέρια μαζί του, προκαλώντας τεράστιο σκάνδαλο στη Βραζιλία. Ώς συνήθως ήρθε σε ρήξη με τον τότε τεχνικό της ομάδας, Αλεσάντρε Γκάλο, ο οποίος απαιτούσε πειθαρχία.
Στις 21 Οκτωβρίου 2004, μετά από μια βαριά ήττα με 4-1 από την Γκοϊάς, η διοίκηση της Φλουμινένσε ανακοίνωσε την κοινή συναινέσει λύση του συμβολαίου του πετυχαίνοντας σε 60 συμμετοχές 45 γκολ. Μετά την επεισοδιακή απόλυσή του από τη Φλουμινένσε στα τέλη του 2004, ο Ρομάριο ήταν 38 ετών, ελεύθερος και στα μάτια πολλών «τελειωμένος».
Ο πρόεδρος της Βάσκο, Ευρίκο Μιράντα, είδε μια τεράστια ευκαιρία για μάρκετινγκ και ενίσχυση της ομάδας. Παρά τη δικαστική κόντρα που είχαν το 2002 για τα χρέη, οι δυο τους τα βρήκαν, καθώς ο Μιράντα του υποσχέθηκε ένα πλάνο αποπληρωμής των παλιών οφειλών και ο Ρομάριο ήθελε μια ομάδα που θα τον σέβεται.
Ο Ρομάριο χρειαζόταν έναν σύλλογο που θα δεχόταν να παίζει αποκλειστικά για εκείνον, ώστε να μαζεύει γκολ για το ιστορικό ορόσημο. Η Βάσκο ντα Γκάμα, η ομάδα που τον ανέδειξε, ήταν το ιδανικό περιβάλλον για να κλείσει τον κύκλο του.
Όπως πάντα, ο Ρομάριο αρνήθηκε προτάσεις από άλλες πολιτείες της Βραζιλίας όπως το Σαό Πάολο ξεκαθαρίζοντας ότι θα έπαιζε ποδόσφαιρο μόνο αν μπορούσε να μένει στο σπίτι του στο Ρίο. Η θητεία του έληξε την άνοιξη του 2006 ύστερα απο 49 συμμετοχές και 33 γκολ, καθώς ο Ρομάριο δέχθηκε μια άκρως δελεαστική πρόταση από τη νεοσύστατη Μαϊάμι FC στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στόχος του ήταν να συνδυάσει το ποδόσφαιρο με την καλή ζωή στο Μαϊάμι, συνεχίζοντας παράλληλα να σκοράρει σε ένα πιο εύκολο πρωτάθλημα για να πλησιάσει ακόμα περισσότερο τα 1.000 γκολ. Η μετακίνησή του στις Ηνωμένες Πολιτείες αποδείχθηκε μια πολύ επιτυχημένη κίνηση μάρκετινγκ για την ομάδα, αλλά και μια σπουδαία αγωνιστική επιτυχία για τον ίδιο, καθώς διατήρησε τον απίστευτο μέσο όρο του (1 γκολ ανά αγώνα).
ο 40χρονος πλέον Ρομάριο είχε μια εξαιρετική παρουσία, σημειώνοντας 19 επίσημες συμμετοχές και 19 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις. Αναδείχθηκε με διαφορά ο κορυφαίος σκόρερ της Μαϊάμι FC, οδηγώντας την ομάδα στα play-offs της USL στην πρώτη κιόλας σεζόν της ιστορίας της.
Παρά την ηλικία του, αναδείχθηκε μέλος της Καλύτερης Ενδεκάδας του Πρωταθλήματος και ήταν ένας από τους κορυφαίους σκόρερ σε ολόκληρη τη λίγκα. Η παρουσία του γέμισε το στάδιο "Tropicana Field", καθώς η μεγάλη κοινότητα Βραζιλιάνων και Λατινοαμερικάνων στο Μαϊάμι έσπευδε να δει τον θρύλο του 1994.
Η A-League είχε δημιουργηθεί μόλις το 2005 και οι ομάδες έψαχναν απεγνωσμένα μεγάλα ονόματα από την Ευρώπη και τη Νότια Αμερική για να προσελκύσουν κόσμο στα γήπεδα. Η Αδελαΐδα Γιουνάιτεντ, με τη βοήθεια χορηγών, κατέθεσε μια εξωφρενική πρόταση στον Ρομάριο, 250.000 δολάρια για μόλις 5 παιχνίδια (περίπου 50.000 δολάρια ανά αγώνα).
Η σεζόν στις ΗΠΑ με τη Μαϊάμι FC είχε ολοκληρωθεί τον Σεπτέμβριο του 2006, ήταν ελεύθερος και το timing ήταν ιδανικό για να κάνει ένα σύντομο «ποδοσφαιρικό ταξίδι» στην Ωκεανία πριν επιστρέψει στη Βραζιλία.
Η παρουσία του στην Αυστραλία διήρκεσε από τον Νοέμβριο έως τον Δεκέμβριο του 2006. Αγωνιστικά, το πέρασμά του θεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό απογοητευτικό, καθώς το σώμα του δεν μπορούσε να ακολουθήσει τον γρήγορο ρυθμό της A-League, 4 μόνο αγώνες με μόλις 1 γκολ.
Αν και είχε υπογράψει για 5 ματς, αγωνίστηκε τελικά στα 4, καθώς έχασε ένα παιχνίδι λόγω ενοχλήσεων και κακής φυσικής κατάστασης. Παρά τη φτωχή αγωνιστική του συγκομιδή, η μεταγραφή πέτυχε τον εμπορικό της στόχο: τα γήπεδα γέμισαν, τα ΜΜΕ της Αυστραλίας ασχολούνταν καθημερινά μαζί του και ο ίδιος πληρώθηκε πλουσιοπάροχα για έναν μήνα δουλειάς.
Μετά το σύντομο πέρασμά του από την Αυστραλία, ο 41χρονος πλέον «Κοντός» επέστρεψε για τέταρτη φορά στη Βάσκο. Όλο το κλαμπ, από τον πρόεδρο Ευρίκο Μιράντα μέχρι τους συμπαίκτες του, είχε αφοσιωθεί στο να βοηθήσει τον Ρομάριο να σκοράρει τα ελάχιστα γκολ που του απέμεναν για το μεγάλο ρεκόρ.
19 συμμετοχές και 15 γκολ και συνολικά 410 συμμετοχές και 326 γκολ και στις 20 Μάϊου του 2007 με την φανέλα της Βάσκο Ντα Γκάμα πέτυχε απέναντι στην Σπόρ Ρεσίφε με πέναλντι το 1000ο γκολ στην καριέρα του.
Το παιχνίδι διακόπηκε για 20 περίπου λεπτά για να τιμηθεί, βέβαια όπως στην περίπτωση του Πελέ έτσι και σε αυτήν υπήρχε αμφιβολία κατά πόσο τα επίσημα γκολ φτάνουν τον αριθμό 1000. Η ίδια η FIFA παρότι τον συνεχάρη για το κατόρθωμά του είχε ανακοινώσει ότι τα επίσημα γκολ του είναι 929. Πάντως η ομάδα του μετά το γκολ πραγματοποίησε τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος του μπροστά από το "Estadio Sao Januario".
Τον Οκτώβριο του 2007 ανέλαβε τον διλό ρόλο του πάικτη-προπονητη, μετά την απόλυση του προπονητή Σέλσο Ροτ, ο ιδιόρρυθμος πρόεδρος της Βάσκο, Ευρίκο Μιράντα, πρότεινε στον Ρομάριο να κοουτσάρει την ομάδα, παραμένοντας παράλληλα ενεργός στο ρόστερ ως επιθετικός.
Το πρώτο του παιχνίδι ως παίκτης-προπονητής ήταν στις 24 Οκτωβρίου 2007, σε έναν διεθνή αγώνα εναντίον της Κλαμπ Αμέρικα του Μεξικού για το Copa Sudamericana. Σε εκείνο το ματς, ο Ρομάριο συμπεριέλαβε τον εαυτό του στην αποστολή, μπήκε ως αλλαγή στο δεύτερο ημίχρονο και η Βάσκο νίκησε με 1-0.
Η θητεία του στον πάγκο κράτησε μόλις μέχρι τις αρχές Φεβρουαρίου του 2008, παραιτήθηκε έξαλλος από τη θέση του προπονητή, επειδή ο πρόεδρος Ευρίκο Μιράντα παρενέβη στο έργο του, διατάζοντάς τον να βάλει ως αλλαγή έναν συγκεκριμένο νεαρό παίκτη τον Άλαν Κάρντε) σε έναν αγώνα.
Ανακοίνωσε επίσημα την απόσυρσή του από την ενεργό δράση στις 15 Απριλίου 2008, σε ηλικία 42 ετών, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης ενός αναμνηστικού DVD για την καριέρα του. Απο τον Απρίλιο του 2009 έως τον Δεκέμβριο του 2010 ανέλαβε ως υπεύθυνος μάρκετινγκ της Αμέρικα, ήταν η πρώτη επίσημη θέση που ανέλαβε στον σύλλογο αμέσως μετά την απόσυρσή του από τα γήπεδα, με σκοπό να φέρει χορηγούς και να αναγεννήσει εμπορικά την ομάδα.
Ήταν η περίοδος που αναδιοργάνωσε τον σύλλογο, κατέκτησε το πρωτάθλημα της Β' Κατηγορίας του Ρίο στο οποίο έπαιξε και το μοναδικό του ματς, και αποχώρησε προσωρινά στα τέλη του 2010, όταν εκλέχθηκε για πρώτη φορά Ομοσπονδιακός Βουλευτής στη Βραζιλία. Στις 25 Νοεμβρίου του 2009 θα δώσει τον τελευταίο του αγώνα με την America Football Club, μπαίνοντας ως αλλαγή για 22 λεπτά, θέλοντας με αυτό τον τρόπο να εκπληρώσει μία από τις ευχές του πατέρα του.
Αφού εξασφάλισε τη μαθηματική άνοδο και την κατάκτηση του τίτλου της Β' Κατηγορίας, ο 43χρονος Ρομάριο αποφάσισε να βγάλει το κοστούμι, να βάλει σορτσάκι και να γραφτεί στο επίσημο ρόστερ για το τελευταίο ματς της χρονιάς.
Επέστρεψε ως τεχνικός διευθυντής τον Ιανουάριο του 2011 με αναβαθμισμένο ρόλο, αναλαμβάνοντας πλέον αποκλειστικά το αγωνιστικό κομμάτι, τον σχεδιασμό του ρόστερ, την επιλογή προπονητών και τις μεταγραφές. Αποχώρησε οριστικά από το πόστο στα τέλη του 2012, καθώς οι αυξημένες πολιτικές του υποχρεώσεις στη Μπραζίλια δεν του επέτρεπαν να βρίσκεται στο Ρίο για την καθημερινότητα της ομάδας.
Επίσης ήταν φανατικός υποστηρικτής τόσο του footvolley ενώ πήρε μέρος με την Εθνική Βραζιλίας στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα μπιτς-σόκερ όπου κατέκτησε το 2005 το χάλκινο μετάλλιο.
Στις 23 Μαΐου του 1987 φόρεσε για πρώτη φορά σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Ιρλανδία στο Δουβλίνο την φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας. Ήταν ο "χρυσός" σκόρερ στον τελικό του Κόπα Αμέρικα που διεξήχθη στην χώρα της "σάμπας" το 1989 απέναντι στην Ουρουγουάη χαρίζοντας τον τίτλο του Πρωταθλητή Νότιας Αμερικής βάζοντας τέλος στην αναμονή 40 ετών.
Πήρε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1990 στα γήπεδα της Ιταλίας όπου αγωνίστηκε μόνο σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Σκωτία. Αντίθετα στα γήπεδα της Αμερικής το 1994 ήταν βασικός σε όλα τα παιχνίδια και η συνεργασία του με τον Μπεμπέτο στην επιθετική γραμμή ήταν ιδανική με τον "Baixinho(σ.σ. κοντός)" να πετυχαίνει πέντε γκολ τα τρία απ' αυτά στην πρώτη φάση με Ρωσία, Καμερούν και Σουηδία.
Στις νοκ-άουτ αναμετρήσεις δημιούργησε το γκολ-πρόκριση του Μπεμπέτο απέναντι στους οικοδεσπότες, ενώ σκόραρε απέναντι στην Ολλανδία και την Σουηδία σε προημιτελικό και ημιτελικό αντίστοιχα. Αναδείχτηκε καλύτερος παίκτης της διοργάνωσης και συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ενδεκάδα του τουρνουά.
Ένας μυϊκός τραυματισμός του στέρησε την δυνατότητα να πάρει μέρος στην τελική φάση της Γαλλίας το 1998 αφού παρά την εντατική θεραπεία στην οποία υπεβλήθη δεν πρόλαβε τελικά τις προθεσμίες.
Το 2002 παρά τις καλές εμφανίσεις με την Φλουμινένσε "πλήρωσε" την κόντρα του με τον Λουίς Φελίπε Σκολάρι λόγω της άρνησης του να πάρει μέρος στην αποστολή της ομάδας για το Copa America του 2001 στην Κολομβία, με τον "Φελιπάο" να μην συγκινείται ούτε ακόμα και από τον πρόεδρο της χώρας Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο που είχε ζητήσει να το ξανασκεφτεί.
Ενδιάμεσα είχε κατακτήσει το Copa America του 1997 και το Confederations Cup της ίδιας χρονιάς, και στις 27 Απριλίου του 2005 σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Γουατεμάλα έκλεισε τον κύκλο της Εθνικής ομάδας. Συνολικά φόρεσε την φανέλα της 70 φορές και πέτυχε 55 γκολ που τον φέρνει τρίτο στην λίστα των σκόρερ όλων των εποχών.
Αμέσως μετά το ποδόσφαιρο ακολούθησε η πολιτική και στις γενικές εκλογές του 2010 εκλέχτηκε στην Βουλή των Αντιπροσώπων με το Σοσιαλιστικό κόμμα της Βραζιλίας καταλαμβάνοντας στην έκτη θέση ανάμεσα στους υποψήφιους στο Ρίο Ντε Τζανέιρο.
Κατήγγειλε ότι η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 ήταν 'βουτηγμένη" στην διαφθορά και στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος ενώ από το στόχαστρο του δεν ξέφυγε ούτε η FIFA αλλά και η βραζιλιάνικη ομοσπονδία με αφορμή την ανάδειξη της Ρωσίας ως διοργανώτριας χώρας του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2018.
Ενδιάμεσα είχε κατακτήσει το Copa America του 1997 και το Confederations Cup της ίδιας χρονιάς, και στις 27 Απριλίου του 2005 σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Γουατεμάλα έκλεισε τον κύκλο της Εθνικής ομάδας. Συνολικά φόρεσε την φανέλα της 70 φορές και πέτυχε 55 γκολ που τον φέρνει τρίτο στην λίστα των σκόρερ όλων των εποχών.
Αμέσως μετά το ποδόσφαιρο ακολούθησε η πολιτική και στις γενικές εκλογές του 2010 εκλέχτηκε στην Βουλή των Αντιπροσώπων με το Σοσιαλιστικό κόμμα της Βραζιλίας καταλαμβάνοντας στην έκτη θέση ανάμεσα στους υποψήφιους στο Ρίο Ντε Τζανέιρο.
Κατήγγειλε ότι η διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 ήταν 'βουτηγμένη" στην διαφθορά και στο ξέπλυμα μαύρου χρήματος ενώ από το στόχαστρο του δεν ξέφυγε ούτε η FIFA αλλά και η βραζιλιάνικη ομοσπονδία με αφορμή την ανάδειξη της Ρωσίας ως διοργανώτριας χώρας του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2018.
Στις 28 Ιουνίου του 2017 θα αποχωρήσει απο το Σοσιαλιστικό Κόμμα για να ενταχθεί στο Pode και το Σεπτέμβριο ανακοίνωνε την πρόθεση του να διεκδικήσει την θέση του κυβερνήτη του Ρίο Ντε Τζανέιρο, όμως δεν τα κατάφερε αφού έμεινε εκτός απο τον πρώτο γύρο.
Πέρα όμως απο τους προπονητές όπως τον Αραγονιές, τον Ρανιέρι, τον Σκολάρι, τον Ζαγκάλο και τον Βαντερλέι Λουξεμπούργκο έχει έρθει σε κόντρα με συμπαίκτες απο τον Μπεμπετο και τον Ρονάλντο, τον Εντμούντο και τον Στόιτσκοφ, ακόμα και με προσωπικότητες του παρελθόντος όπως τον Πελέ, τον Ζικό αλλά και τον Ντιέγκο Μαραντόνα, δηλώνοντας ότι δεν υπάρχει αληθινή φιλία στο ποδόσφαιρο.
Θα βρεθεί θετικός σε αντι-ντόπινγκ κοντρόλ τον Δεκέμβριο του 2007 στην ουσία φιναστερίδη που υπήρχε σε ένα φάρμακο που έπαιρνε για την τριχόπτωση, ενώ θα έχει γενικότερα προβλήματα με την δικαιοσύνη.
Ο Ρομάριο ηγήθηκε της αντιπολίτευσης του συλλόγου και κατέβηκε ως ο μοναδικός υποψήφιος στις εκλογές, καθώς καμία άλλη παράταξη δεν κατάφερε ή δεν τόλμησε να καταθέσει ψηφοδέλτιο απέναντί του.
Βάσει του καταστατικού της Αμέρικα, χρειαζόταν τουλάχιστον 30 ψήφους από το Συμβούλιο για να επικυρωθεί η εκλογή του, τελικά, έλαβε 54 ψήφους υπέρ και μόλις 2 λευκά.
Εξελέγη πανηγυρικά Πρόεδρος της Αμέρικα του Ρίο στις 9 Νοεμβρίου 2023 και ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του στις 6 Ιανουαρίου 2024, για μια τριετή θητεία που εκτείνεται μέχρι τα τέλη του 2026, συνδυάζοντας τον ρόλο αυτό με τη θέση του ως εν ενεργεία Γερουσιαστής της Βραζιλίας
Για τον Ρομάριο, η προεδρία δεν ήταν απλώς ένα διοικητικό πόστο, αλλά ένα ιερό οικογενειακό χρέος. Ο πατέρας του, ο αποβιώσας Εντεβάιρ, ήταν φανατικός και ισόβιος υποστηρικτής της Αμέρικα, και όπως δήλωσε με δάκρυα στα μάτια ότι έγινε πρόεδρος για να εκπληρώσει το μεγαλύτερο όνειρο που είχε ο πατέρας του όσο ζούσε: να δει την Αμέρικα ξανά ισχυρή.
Η Αμέρικα βρισκόταν σε τραγική οικονομική κατάσταση, πνιγμένη στα χρέη και καθηλωμένη στη δεύτερη κατηγορία του Ρίο, το κλειδί πίσω από την υποψηφιότητά του ήταν η πολιτική και οικονομική του επιρροή.
Ο Ρομάριο υποσχέθηκε να χρησιμοποιήσει τις διασυνδέσεις του για να φέρει μεγάλους χορηγούς, ενώ άνοιξε αμέσως τον δρόμο για τη μετατροπή του συλλόγου σε Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία, ώστε να προσελκύσει ξένους επενδυτές.
Το πιο απίστευτο κομμάτι του παρασκηνίου γράφτηκε λίγους μήνες μετά την ανάληψη της προεδρίας του. Τον Απρίλιο του 2024, σε ηλικία 58 ετών, ο Πρόεδρος Ρομάριο δήλωσε τον εαυτό του ως ενεργό ποδοσφαιριστή στο ρόστερ της ομάδας.
Ο σκοπός αυτού του παγκόσμιου διαφημιστικού τεχνάσματος ήταν διπλός, να τραβήξει τα βλέμματα των χορηγών και των ΜΜΕ στην Αμέρικα. και να αγωνιστεί σε επίσημο ματς δίπλα στον γιο του, Ρομαρίνιο, ο οποίος είχε πάρει μεταγραφή στην ομάδα.
Χάρη σε αυτό το παρασκήνιο και τη διοίκησή του, η Αμέρικα κατάφερε να σταθεροποιηθεί οικονομικά, να επιστρέψει στις ημιτελικές φάσεις και να διεκδικεί ξανά με αξιώσεις την άνοδο στην πρώτη κατηγορία.
