Ήταν ένας από τους βασικούς συντελεστές της κατάκτησης του 4ου παγκοσμίου κυπέλλου για την "σελεσάο" το 1994 στην τελική φάση που διεξήχθη στα γήπεδα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο λόγος για τον Jose Roberto Gama de Oliveira κατά κόσμον "Μπεμπέτο" ο οποίος μάλιστα στο παιχνίδι της προημιτελικής φάσης με την Ολλανδία πανηγύρισε το γκολ που πέτυχε κουνώντας τα χέρια σαν να νταντεύει μωρό μιας και η σύζυγός του έφερνε στον κόσμο το τρίτο τους παιδί. Μια κίνηση που βρήκε αρκετούς μιμητές αφού αρκετοί ποδοσφαιριστές σε όλο τον κόσμο τα επόμενα χρόνια την υιοθέτησαν στους πανηγυρισμούς τους.
Ο "Μπεμπέτο" γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1964 στην πόλη Σαλβαδόρ και όπως τα περισσότερα παιδιά ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην γειτονιά του και η Μπαία ήταν η πρώτη ομάδα που τον προσκάλεσε για να τον δοκιμάσει.
Εκεί όμως έμεινε μόνο ένα μήνα αφού στην συνέχεια μετακόμισε στην Βιτόρια στην οποία εντάχθηκε στις ακαδημίες της και έκανε ντεμπούτο το 1982 σε ηλικία 19 ετών. και το καλοκαίρι του 1983 η Φλαμένγκο αναζητούσε έναν μεσοεπιθετικό που θα μπορούσε να καλύψει το κενό του Ζίκο που είχε φύγει για την Ιταλία.
Οι σκάουτερ της Φλαμένγκο κινήθηκαν αστραπιαία προτού προλάβουν να αντιδράσουν άλλοι μεγάλοι σύλλογοι, κλείνοντας τον προσφέροντας το ποσό των 25 εκατομμυρίων κρουζέιρος, ποσό που αντιστοιχούσε σε μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια της εποχής.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του και την τεράστια πίεση, κέρδισε γρήγορα θέση βασικού. Η λεπτή, ντελικάτη σιλουέτα του και η εξαιρετική του τεχνική κατάρτιση ανάγκασαν τους οπαδούς να τον αποκαλέσουν «Chorão» (κλαψιάρη) λόγω του τρόπου που διαμαρτυρόταν, αλλά σύντομα υποκλίθηκαν στο ταλέντο του.
Συνολικά, στην πρώτη του χρονιά που ήταν μισή, πέτυχε 5 γκολ σε 15 επίσημους αγώνες για το Καριόκα, δείχνοντας ψήγματα του ταλέντου του. Το 1984 ήταν η χρονιά που ο Μπεμπέτο μονιμοποιήθηκε στην ενδεκάδα της Φλαμένγκο, αποτελώντας τον βασικότερο επιθετικό κίνδυνο της ομάδας αλλά βίωσε και ένα προσωπικό δράμα αφού ο αδερφός του Νίλτον Γκάμα Ντε Ολιβέιρα αλλά και ο Φιγκεϊρέδο, ένας 23χρονος υποσχόμενος κεντρικός αμυντικός που ήταν συμπαίκτης και στενός φίλος του στη Φλαμένγκο, σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα και όπως είχε εκμυστηρευτεί ο Μπέμπέτο σκέφτηκε σοβαρά να σταματήσει το ποδόσφαιρο πριν καλά-καλά ξεκινήσει την επαγγελματική του καριέρα.
Το 1986 κατέκτησε το πολιτειακό Πρωτάθλημα και το 1987 το Copa Uniao με τον Μπεμπέτο να πετυχαίνει στην τελική φάση τέσσερα τέρματα με κυριότερο αυτό κόντρα στην Ιντερνασιονάλ στον τελικό της 13ης Δεκεμβρίου του 1987, που έδωσε και τον τίτλο στην Φλαμένγκο.
Το 1989 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του καριόκα, όμως το συμβόλαιό του έληγε, ο παίκτης ζήτησε σημαντική αύξηση αποδοχών, καθώς ήταν ο κορυφαίος παίκτης της ομάδας και πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος Καριόκα.
Η Φλαμένγκο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και αρνήθηκε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του, η σχέση του Μπεμπέτο με τον πρόεδρο του συλλόγου, Ζιλμπέρτο Καρντόσο Φίλιο, οδηγήθηκε στα άκρα.
Καθώς οι δύο πλευρές δεν έβρισκαν λύση, η τιμή της ελευθερίας του παίκτη ορίστηκε μέσω διαιτησίας από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Ρίο, σε ένα ποσό που θεωρήθηκε χαμηλό για την αξία του.
Ο πρόεδρος της Βάσκο ντα Γκάμα, ο διαβόητος Εουρίκο Μιράντα, εκμεταλλεύτηκε αμέσως το νομικό παράθυρο. Χωρίς να το καταλάβει κανείς στη Φλαμένγκο, εμφανίστηκε με μια επιταγή στα χέρια, πλήρωσε τη ρήτρα και απέκτησε τα δικαιώματα του Μπεμπέτο.
Τον Αύγουστο του 1989, ενώ ο Μπεμπέτο είχε μόλις οδηγήσει τη Βραζιλία στην κατάκτηση του Κόπα Αμέρικα, ανακοινώθηκε επίσημα από τη Βάσκο ύστερα απο 252 εμφανίσεις και 114 τέρματα με την φανέλα της "μενγκάο". Η Φλαμένγκο προσπάθησε να μπλοκάρει τη μεταγραφή στα δικαστήρια, αλλά απέτυχε.
Οι φίλαθλοι της Φλαμένγκο εξοργίστηκαν. Έκαψαν φανέλες του Μπεμπέτο και τον αποκάλεσαν «προδότη». Στο πρώτο ντέρμπι «Clássico dos Milhões» που αγωνίστηκε ως αντίπαλος, αποδοκιμάστηκε άγρια από 100.000 οπαδούς στο Μαρακανά.
Με την Βάσκο Ντα Γκάμα πανηγύρισε το πρωτάθλημα Βραζιλίας το 1989 το δεύτερο στην ιστορία της και το 1992 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος, έχοντας 93 συμμετοχές και 43 τέρματα.
Ο ίδιος σε συνέντευξη του το 2009, είχε αναφέρει σχετικά για αυτή την μετακίνηση: " Δεν ήθελα ποτέ να φύγω απο την Φλαμένγκο, είναι μέρος της ζωής μου. Είμαι "φλαμενγκίστα" όπως και Βιτόρια ταυτόχρονα. Όταν έφυγα πληγώθηκα διότι παρότι δεν κέρδισα πολλούς τίτλους και παρότι μου είχε γίνει η πρόταση δεν ήθελα να φύγω. Δυστυχώς ο τότε πρόεδρος δεν με πίστεψε και τότε έκανε την κίνηση της η Βάσκο.
Ακόμα και τότε δεν ήθελα να γίνει αυτή η μετακίνηση, αλλά ύστερα απο προτροπή του δικηγόρου μου ο οποίος και αυτός κέρδιζε ένα ποσοστό απο την μετεγγραφή μου μετακόμισα στην Βάσκο. Απο την άλλη όμως ευχαριστώ τον Θεό διότι δεν είχα κανένα πρόβλημα στην Βάσκο ειδικά απο τους οπαδούς".
Το καλοκαίρι του 1992 η Ντεπορτίβο Λα Κορούνια μόλις είχε γλυτώσει τον υποβιβασμό στη δεύτερη κατηγορία μέσω των μπαράζ. Ο οραματιστής πρόεδρος της ομάδας, Αουγούστο Σέσαρ Λεντόιρο, αποφάσισε να ρισκάρει και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι μεγάλες ισπανικές ομάδες (Μπαρτσελόνα, Ρεάλ Μαδρίτης) είχαν ήδη συμπληρώσει τις θέσεις των ξένων τους, ταξίδεψε στη Βραζιλία και έπεισε τον 28χρονο Μπεμπέτο να κάνει το άλμα για την Ευρώπη.
Μαζί με τον Μπεμπέτο, η Λα Κορούνια απέκτησε το ίδιο καλοκαίρι και τον κορυφαίο αμυντικό μέσο Μάουρο Σίλβα δινοντας το ποσό των .700.000 έως 1 εκατομμυρίου δολαρίων (περίπου 100-130 εκατομμύρια πεσέτες της εποχής)
Στην πρώτη του κιόλας χρονιά θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ με 29 τέρματα με την Ντέπορ να τερματίζει στην τρίτη θέση πίσω απο τα μεγαθήρια Μπαρτσελόνα και Ρεάλ. Την επόμενη χρονιά 1993-1994 βρισκόταν πολύ κοντά στο να κατακτήσει το Πρωτάθλημα, αλλά στην πιο κρίσιμη καμπή άρχιζε να χάνει βαθμούς την ίδια ώρα που η Μπαρτσελόνα ροκάνιζε την διαφορά.
Την τελευταία αγωνιστική οι δύο ομάδες ήταν ισόβαθμες και στην περίπτωση αυτή εάν παρέμενε έτσι η βαθμολογία, λόγω της καλύτερης διαφοράς τερμάτων τον τίτλο θα τον έπαιρνε η Μπαρτσελόνα. Τελευταία αγωνιστική στο "Ριαθόρ" κόντρα στην Βαλένθια, στο τελευταίο λεπτό κερδίζει πέναλντι η Ντέπορ.
Και ενώ όλοι θα περίμεναν ότι την εκτέλεση θα την αναλάμβανε ο Μπέμπέτο, την ανέλαβε ο Τζούκιτς ο οποίος αστόχησε και το Πρωτάθλημα κατέληξε στην Καταλονία. Την επόμενη χρονιά 1994-1995 θα διεκδικήσει το Πρωτάθλημα αλλά θα μείνει και πάλι στην δεύτερη θέση πίσω απο την Ρεάλ αυτή την φορά.
Είναι όμως η χρονιά που η ομάδα απο την Γαλικία θα κερδίσει τον πρώτο της μεγάλο τίτλο το Κύπελλο κόντρα στην Βαλένθια σε διπλό τελικό μιας και ο πρώτος είχε λήξει ισόπαλος, χωρίς πάντως ο Μπεμπέτο να σκοράρει.
Κάτι όμως που έκανε λίγους μήνες αργότερα για το ισπανικό Σούπερ Καπ όταν πέτυχε το ένα απο τα τρία γκολ του πρώτου τελικού κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης και με συνολικό σκόρ 5-1 οι "μπλανκιαθούλες" έφταναν στον δεύτερο τίτλο της ιστορίας τους.
Η περίοδος 1995-1996 θα ήταν και η τελευταία στον σύλλογο της Ισπανίας, όπου δεν κατάφερε να πετύχει κάτι ούτε στο Πρωτάθλημα, ούτε στο Κύπελλο, ενώ στο Κυπελλούχων αποκλείστηκε στα ημιτελικά απο την Παρί Σεν Ζερμέν.
Στα 32 του έτη το 1996, θα αποφασίσει να γυρίσει στην Βραζιλία ύστερα απο 131 παιχνίδια και 86 γκολ που τον έφερναν στην πρώτη θέση του πίνακα των σκόρερ όλων των εποχών μέχρι να τον ξεπεράσουν οι Ρόι Μακάι και Ντιέγκο Τριστάν.
Θα αποφασίσει να επιστρέψει και πάλι στα πάτρια εδάφη με την Φλαμένγκο να δαπανά 2,5
εκατομμύρια ευρώ για να τον εντάξει ξανά στο δυναμικό της, ποσό εξαιρετικά υψηλό για τα δεδομένα του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου στα μέσα της δεκαετίας του '90.
Η δεύτερη θητεία του αποδείχθηκε πολύ σύντομη, αφού αγωνίστηκε σε μόλις 15 παιχνίδια πετυχαίνοντας και 7 τέρματα, εξωαγωνιστικά οι οπαδοί δεν του είχαν συγχωρήσει ποτέ την άκρως επεισοδιακή μεταγραφή του στη μισητή αντίπαλο Βάσκο ντα Γκάμα το 1989.
Με την πρώτη σειρά κακών αποτελεσμάτων, το Μαρακανά στράφηκε εναντίον του, αποδοκιμάζοντάς τον έντονα και θεωρώντας τον ως τον κύριο υπαίτιο για την κακή πορεία της ομάδας. Πάντως η Φλαμένγκο εκείνης της περιόδου αντιμετώπιζε τεράστια διοικητικά και οικονομικά προβλήματα, αφού. παρότι δαπανήθηκαν εκατομμύρια για τη μεταγραφή του, ο σύλλογος αδυνατούσε να καλύψει τις τρέχουσες υποχρεώσεις του και τα συμβόλαια των αστέρων του, δημιουργώντας κακό κλίμα στα αποδυτήρια.
Όπως δήλωναν χαρακτηριστικά παίκτες της εποχής, «οι παίκτες προσποιούνταν ότι έπαιζαν και η Φλαμένγκο προσποιούνταν ότι πλήρωνε». Μετά το απόλυτο αγωνιστικό και οικονομικό αδιέξοδο στη Φλαμένγκο, ο Μπεμπέτο έψαχνε απεγνωσμένα μια επιστροφή στην Ισπανία, όπου είχε γράψει ιστορία με την Ντεπορτίβο Λα Κορούνια, η δε Σεβίλλη περνούσε μια εφιαλτική σεζόν και βρισκόταν στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας, κινδυνεύοντας με υποβιβασμό.
Η διοίκηση πίστεψε ότι η απόκτηση ενός εν ενεργεία Παγκόσμιου Πρωταθλητή θα έσωζε την ομάδα και τον Οκτώβριο του 1996 θα δώσει το ποσό των 3,6 εκατομμυρίων ευρώ για να τον φέρει στο "Σάντσεθ Πιθχουάν".
Έπαιξε μόλις 5 παιχνίδια χωρίς να πετύχει κάποιο τέρμα, η απογοήτευση ήταν τόσο μεγάλη που τον Ιανουάριο του 1997 λύθηκε κοινή συναινέση το συμβόλαιο του. Θα ενισχύσει την Κρουζέιρο στο παιχνίδι του Διηπειρωτικού Κυπέλλου κόντρα στην Μπορούσια Ντόρτμουντ τον Δεκέμβριο του 1997, και θα επιστρέψει στην Μπάια με την οποία θα κατακτήσει το πολιτειακό Πρωτάθλημα έχοντας 13 συμμετοχές και 10 γκολ.
Μποταφόγκο την περίοδο 1998-99 έχοντας 38 συμμετοχές και 12 γκολ, με εμφανίσεις του του χάρισαν τη συμμετοχή στο Μουντιάλ του 1998 με την Εθνική Βραζιλίας. Έκανε ένα σύντομο και επεισοδιακό πέρασμα από την Νέζα στο Μεξικό ως ελεύθερος το 1999, αλλά αποχώρησε γρήγορα λόγω οικονομικών διαφορών με τη διοίκηση και προβλημάτων με την ασφάλεια στην περιοχή, έχοντας 8 συμμετοχές και 2 γκολ.
Το 2000 μετακόμισε στην Κασίμα Άντλερς στην Ιαπωνία όπου προπονητής ήταν ο Ζίκο και κατέκτησε το Πρωτάθλημα, το Κύπελλο και το Σούπερ Καπ το 2000, έχοντας μόλις 8 συμμετοχές και 1 γκολ και δεν κατάφερε να προσαρμοστεί.
Μικρά περάσματα απο Βιτόρια και Βάσκο με την οποία θα "σπάσει" το συμβόλαιο για να αγωνιστεί στην Άλ Ιτιχάντ της Σαουδικής Αραβίας το 2002, μιας και τα λεφτά ήταν καλά, Όμως ύστερα απο 5 παιχνίδια και 1 γκολ οι δύο πλευρές έβαλαν τέλος στην συνεργασία τους λόγω "τεχνικής ανεπάρκειας και κακής φυσικής κατάστασης", βάζοντας τους τίτλους τέλους στην ενεργό αγωνιστική δράση.
Στις 28 Απριλίου του 1985 στην Μπραζίλια σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στο Περού θα κάνει ντεμπούτο με την εθνική. Θα αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988 όπου θα φτάσουν μέχρι τον τελικό όπου θα ηττηθούν απο την Σοβιετική Ένωση.
Θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο νικηφόρο Copa America του 1989 που διεξάγεται εντός έδρας και τον επόμενο χρόνο θα δώσει το παρών στην πρώτη του τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ιταλίας.
Θα αγωνιστεί μόνο σε ένα παιχνίδι αυτό κόντρα στην Κόστα Ρίκα όπου μάλιστα ήταν τραυματίας αφού ο Λαζαρόνι είχε χωρίσει τους επιθετικούς του σε ζευγάρια, ο Μπεμπέτο με τον Ρομάριο, και απο την στιγμή που και ο Ρομάριο ήταν τραυματίας, επιλέχθηκε το δίδυμο Μίλερ-Καρέκα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στις ΗΠΑ ήταν από τους βασικούς λόγους που η ομάδα του έφτασε στην κορυφή του κόσμου φτιάχνοντας ένα τρομερό επιθετικό δίδυμο με τον Ρομάριο. Αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια της διοργάνωσης και πέτυχε τρία γκολ απέναντι σε Καμερούν, Ηνωμένες Πολιτείες και Ολλανδία αντίστοιχα
Το 1996 θα πάρει μέρος και σε δεύτερη διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων στην Ατλάντα, όπου κατέκτησε το χάλκινο μετάλλιο ενώ αναδείχθηκε και πρώτος σκόρερ. Το 1997 θα κατακτήσει το Confederations Cup και το 1998 θα αγωνιστεί σε τρίτη τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Γαλλία.
Αγωνίστηκε επίσης σε όλα τα παιχνίδια πετυχαίνοντας και πάλι τρία γκολ απέναντι σε Μαρόκο, Νορβηγία και Δανία, φτάνοντας στον τελικό της 12ης Ιουλίου όπου η οικοδέσποινα επικράτησε με 3-0. Ο συγκεκριμένος αγώνας ήταν και ο τελευταίος ο 75ος πετυχαίνοντας 39 γκολ μια επίδοση που του δίνει την πέμπτη θέση στην λίστα με τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών.
Διετέλεσε για 10 παιχνίδια προπονητής της America Football Club, ομάδα στην οποία ιδιοκτήτης και πρόεδρος ήταν ο Ρομάριο στην Βραζιλία από τις 16 Δεκεμβρίου του 2009 έως τις 14 Φεβρουαριου του 2010 με απολογισμό 3 νίκες,1 ισοπαλία και 4 ήττες.
Το 2011, ο Μπεμπέτο επιλέχθηκε να στελεχώσει την Τοπική Οργανωτική Επιτροπή για το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου του 2014 που διεξήχθη στη Βραζιλία. Μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του, Ρονάλντο, αποτέλεσαν τα κεντρικά πρόσωπα της διοργάνωσης, εκπροσωπώντας τη χώρα σε διεθνές επίπεδο και επιβλέποντας την πρόοδο των έργων στα στάδια.
Για ένα διάστημα εργάστηκε ως μάνατζερ ποδοσφαιριστών, βοηθώντας νεαρά ταλέντα από τη Βραζιλία να κάνουν το βήμα προς την Ευρώπη. Είχε εργαστεί στο παρελθόν ως σκάουτερ για την Λοκομοτίβ Πλόβντιβ, μια συνεργασία η οποία ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2011, όταν ο τότε ιδιοκτήτης του συλλόγου, Κονσταντίν Ντίνεφ, ήρθε σε συμφωνία με τον διάσημο παλαίμαχο επιθετικό, με σκοπό ο Μπεμπέτο να εντοπίζει και να προτείνει νεαρά ποδοσφαιρικά ταλέντα από τη Λατινική Αμερική για λογαριασμό της Λοκομοτίβ.
Εκείνη την περίοδο, ο Μπεμπέτο είχε ήδη εκλεγεί βουλευτής στη Νομοθετική Συνέλευση του Ρίο ντε Τζανέιρο (από τα τέλη του 2010), γεγονός που περιόριζε δραματικά τον χρόνο του για ενασχόληση με το ποδοσφαιρικό σκάουτινγκ στην Ευρώπη.
Τον Σεπτέμβριο του 2017, ο Μπεμπέτο ανέλαβε επίσημα τον ρόλο του ειδικού συμβούλου και εκπροσώπου στη Λατινική Αμερική για την αλβανική ομάδα Παρτιζάνι Τιράνων. Όπως είχε συμβεί και με τη Λοκομοτίβ Πλόβντιβ, ο ρόλος του Μπεμπέτο στην Παρτιζάνι Τιράνων είχε κυρίως συμβουλευτικό χαρακτήρα από απόσταση και η ενεργός εμπλοκή του ατόνησε γρήγορα, ειδικά μετά την απόλυση του Μαρκ Ιουλιάνο τον Νοέμβριο του 2017 λόγω κακών αποτελεσμάτων
Απο τον Ιούνιο του 2000 μαζί με τον συμπαίκτη του Ζορζίνιο έχουν δημιουργήσει στην περιοχή Γουαδαλούπε στο Ρίο Ντε Τζανέιρο ένα ινστιτούτο προστασίας για παιδιά ηλικίας 6-16 ετών. Παράλληλα, επένδυσε σε ακίνητα και συμμετείχε σε φιλανθρωπικά ιδρύματα, ενώ λειτουργεί και ως πρεσβευτής της FIFA σε διάφορες κοινωνικές δράσεις.
Εισήχθη στο ποδοσφαιρικό Hall of Fame του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, ενώ σε ψηφοφορία που διοργάνωσε το περιοδικό World Soccer το 1999, οι αναγνώστες τον συμπεριέλαβαν στους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.
Το 2010 εξελέγη για πρώτη φορά τοπικός βουλευτής στην Πολιτεία του Ρίο ντε Τζανέιρο με το Δημοκρατικό Εργατικό Κόμμα, κατάφερε να επανεκλεγεί στις τοπικές εκλογές του 2014 και του 2018, διατηρώντας τη βουλευτική του έδρα για 12 συνεχή χρόνια.
