www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

7/9/26

Νερέο Ρόκο "El Paron"

Άν και πολλοί ερίζουν για την πατρότητα του όρου "κατένατσιο" και ποια χώρα το εφήυρε, ο Νερέο Ρόκο είναι ίσως απο τους πρώτους που το εφάρμοσαν στην Ιταλία και κατάφερε να θεωρείται ένας απο τους καλύτερους προπονητές που έβγαλε ποτέ η Ιταλία και γενικότερα το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.   

Γεννήθηκε στις 20 Μάϊου του 1912 στην περιοχή Σαν Τζιάκομο στην Τεργέστη και το πραγματικό επώνυμο του ήταν Ροκ. όμως αναγκάστηκε η οικογένειά του να το ιταλοποιήσει στο Ρόκι αλλά λόγω ενός λάθους στο ληξιαρχείο εγγράφηκε ως Ρόκο.

Το "μικρόβιο" του ποδοσφαίρου μπήκε απο μικρή ηλικία μιας και κοντά στην περιοχή που έμενε αγωνιζόταν η νεοιδρυθείσα Unione Sportiva Triestina.

Στην γειτονιά συνήθιζε να διοργανώνει παιχνίδια και σε ένα απο αυτά τον είδε ο Οβίντιο Παρόν που ήταν μάνατζερ της Triestina Gymnastics Societa και τον έπεισε να έρθει στην ομάδα του. Το 1927 και ύστερα απο παρότρυνση του φίλου του Πιέρο Πασινάτι εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής της Τριεστίνα και πολύ σύντομα αναρριχήθηκε στην πρώτη ομάδα με την οποία έκανε ντεμπούτο στις 6 Οκτωβρίου του 1929 κόντρα στην Τορίνο.

Θα αγωνιστεί στην "unione" για οκτώ χρόνια μέχρι και την περίοδο 1936-1937 έχοντας 233 συμμετοχές και 65 γκολ. Η ομάδα της Τεργέστης χρειαζόταν άμεσα ρευστότητα και αποφάσισε να πουλήσει πακέτο τον Ρόκο μαζί με τον συμπαίκτη του, Τζερμάνο Μιάν.

Εκείνη την περίοδο, περνούσε μια δύσκολη φάση με έντονη συναισθηματική πίεση λόγω της απώλειας του πατέρα του, κάτι που είχε δημιουργήσει και κάποιες μικροπαρεξηγήσεις με το περιβάλλον της Τεργέστης. Η πρόταση της Νάπολι ήρθε ως η ιδανική ευκαιρία για μια νέα αρχή μακριά από την πατρίδα του.

Το ποσό των 160.000 λιρετών που προσέφερε ο τότε πρόεδρος της Νάπολι, Ακίλε Λάουρο, ήταν τόσο υψηλό για τα δεδομένα της εποχής που καμία άλλη ομάδα ειδικά του βεληνεκούς της Τριεστίνα δεν μπορούσε να το ματσάρει.

Δεν αγωνιζόταν ως κλασικός «φουνταριστός» αλλά κυρίως ως μέσος ή περιφερειακός επιθετικός, διακρινόταν για τη σωματική του δύναμη, το ομαδικό του πνεύμα και την τακτική του πειθαρχία, στοιχεία που αργότερα τον βοήθησαν να γίνει ένας από τους κορυφαίους προπονητές στην ιστορία του ποδοσφαίρου.

Παρότι αγαπήθηκε από την εξέδρα για το πάθος του, ο ίδιος δυσκολεύτηκε να εγκλιματιστεί πλήρως στον τρόπο ζωής του Νότου, καθώς είχε μια πιο εσωστρεφή, «βόρεια» ιδιοσυγκρασία γιος αυστριακής καταγωγής από την Τεργέστη.

Την σεζόν 1938-1939 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας με 6 γκολ, ενώ την επόμενη 1939-1940, λόγω τραυματισμών και αλλαγής αγωνιστικού πλάνου, έχασε τη θέση του στην ενδεκάδα και συνολικά θα έχει 55 συμμετοχές και 8 τέρματα

Η Νάπολι εκείνη τη χρονιά κινδύνεψε σοβαρά με υποβιβασμό και το καλοκαίρι του 1940 η διοίκηση αποφάσισε να προχωρήσει σε ριζική ανανέωση του ρόστερ. Άνθρωπος με έντονη «βόρεια» ιδιοσυγκρασία από την Τεργέστη, δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί πλήρως στον τρόπο ζωής και το κλίμα του ιταλικού Νότου. 

Παρά το γεγονός ότι στη Νάπολη παντρεύτηκε τη σύζυγό του, Μαρία, και εκεί γεννήθηκε ο πρώτος του γιος, Μπρούνο, επιθυμούσε να επιστρέψει πιο κοντά στην πατρίδα του. Τον Ιούνιο του 1940 η Ιταλία μπήκε επίσημα στον πόλεμο και η αβεβαιότητα της εποχής έκανε πολλούς ποδοσφαιριστές να αναζητήσουν ομάδες πιο κοντά στις οικογένειές τους για λόγους ασφαλείας.

Η Πάντοβα , η οποία αγωνιζόταν τότε στη Serie B, ήταν η ομάδα που κινήθηκε πιο ζεστά και αποτελεσματικά. Του προσέφερε έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, σταθερότητα και, κυρίως, την ευκαιρία να βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά στην αγαπημένη του πόλη.

Αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση, υποβιβάστηκε κατηγορία για χάρη της επιστροφής στον Βορρά και δικαιώθηκε απόλυτα. Στην Πάντοβα αναγεννήθηκε αγωνιστικά, έγινε ο ηγέτης της ομάδας, σημειώνοντας 14 γκολ σε 47 συμμετοχές και έβαλε τις βάσεις για τη μετέπειτα τεράστια καριέρα του ως προπονητής εκεί.

Το καλοκαίρι του 1942, πήρε μετάθεση ως στρατιώτης στην ιδιαίτερη πατρίδα του, εκεί συνέχισε να παίζει ποδόσφαιρο, φορώντας τη φανέλα της 94ο Στρατιωτικό Διαμέρισμα Τεργέστης  στη Serie C. Μετά το 1943, οι επίσημες διοργανώσεις στην Ιταλία διακόπηκαν λόγω της κλιμάκωσης του πολέμου.

Όταν το ποδόσφαιρο άρχισε να ξαναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του πολέμου, μετά τον πόλεμο την περίοδο 1946-1947 θα ολοκληρώσει την ποδοσφαιρική του καριέρα, αναλαμβάνοντας χρέη παίκτη-προπονητή στην Libertas Trieste είχε μόνο 3 συμμετοχές και 2 τέρματα.

Συνολικά θα αγωνιστεί σε 345 παιχνίδια όπου και θα πετύχει 88 γκολ, ενώ μία φορά αγωνίστηκε στην "σκουάντρα ατζούρα" κόντρα στην Ελλάδα στο Μιλάνο στις 25 Μαρτίου του 1934 για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αλλά δεν συμπεριλήφθηκε στην αποστολή για την τελική φάση.

Δεν χρειάστηκε να μείνει εκτός δράσης αφότου αποσύρθηκε ως ποδοσφαιριστής αφού ακόμα και μέσα στον αγωνιστικό χώρο είχε δείξει την κατεύθυνση προς την προπονητική, έδινε οδηγίες στους συμπαίκτες του και τους καθοδηγούσε 

Πρώτη του απόπειρα η Τριεστίνα, όπου  αποφάσισε να πάει κόντρα στο σύστημα που χρησιμοποιούταν κατά κόρον στην Ιταλία, το WM  η αλλιώς το 2-3-5 και πρόσθεσε ένα ακόμα αμυντικό πίσω απο τους δυο στο κέντρο της άμυνας έχοντας τον ρόλο του ελεύθερου(λίμπερο). 

Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να καταλάβει την δεύτερη θέση πίσω απο την Τορίνο στο Πρωτάθλημα την περίοδο 1947-1948. Στην δεύτερη σεζόν (1948-1949) ήταν σαφώς πιο δύσκολη καθώς δεν κατάφερε να διατηρήσει την ομάδα στα απίστευτα ύψη της 2ης θέσης. 

Ωστόσο, η χρονιά κρίνεται απόλυτα επιτυχημένη και αξιοπρεπής, με την ομάδα της Τεργέστης να τερματίζει σταθερά στο πρώτο μισό του βαθμολογικού πίνακα της Serie A. Η σεζόν 1949–1950 βρήκε την ομάδα της Τεργέστης να επιβεβαιώνει τη σταθερότητά της στην ελίτ του ιταλικού ποδοσφαίρου, τερματίζοντας για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά στην 8η θέση της Serie A. 

Ωστόσο, ο κύκλος αυτός έκλεισε πρόωρα λόγω διοικητικών διαφωνιών τον Ιούνιο του 1950. Παρά το γεγονός ότι είχε μετατρέψει μια επαρχιακή ομάδα σε μόνιμη κάτοικο του πρώτου μισού της βαθμολογίας της Serie A, οι σχέσεις του με το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου και τον πρόεδρο Λέο Μπρούνερ ψυχράνθηκαν.

Οι έντονες διαφωνίες σχετικά με τον μεταγραφικό σχεδιασμό και τη φιλοσοφία διαχείρισης της ομάδας οδήγησαν στην απόφαση να παραιτηθεί και συνολικά σε 116 παιχνίδια είχε 44 νίκες, 39 ισοπαλίες και 33 ήττες

Μετά την ξαφνική παραίτησή του από την Τριεστίνα, αποφάσισε να εργαστεί στη Serie B (δεύτερη κατηγορία), αναλαμβάνοντας μια ομάδα με σαφώς μικρότερες φιλοδοξίες και περιορισμένο ρόστερ. Εκεί χρησιμοποίησε το διάστημα αυτό για να πειραματιστεί περαιτέρω με τις αμυντικές του θεωρίες.

Έτσι στις 9 Οκτωβρίου του 1950 θα αναλάβει την Τρεβίζο και την πρώτη χρονιά θα πετύχει την παραμονή στην κατηγορία, την δεύτερη σεζόν θα καταλάβει την 6η θεση και την τρίτη χρονιά θα ολκληρώσει τον κύκλο στις 30 Ιουνίου του 1953 έχοντας σε 107 αγώνες, 34 νίκες, 33 ισοπαλίες και 40 ήττες.

Η επιστροφή του στην Τριεστίνα την 1η Ιουλίου του 1953 έγινε μέσα σε ένα κλίμα μεγάλων προσδοκιών, καθώς η διοίκηση είχε αλλάξει και ο νέος πρόεδρος, ο δικηγόρος Καμίλο Ποϊλούτσι, ήθελε να επαναφέρει τον αγαπημένο «Paron» για να αναστήσει την ομάδα στη Serie A.

Αν και εκείνη τη χρονιά είχε την ευκαιρία να αναδείξει έναν νεαρό αμυντικό της πόλης, τον μετέπειτα θρύλο Τσέζαρε Μαλντίνι, τα αποτελέσματα στο γήπεδο ήταν απογοητευτικά. Το αμυντικό του πλάνο δεν λειτούργησε, η ομάδα δυσκολευόταν αφάνταστα να σκοράρει και βρέθηκε γρήγορα να παλεύει για τη σωτηρία της.

Σε 21 αγώνες είχε 4 νίκες, 7 ισοπαλίες και 10 ήττες και στις 21 Φεβρουαρίου 1954, η Τριεστίνα φιλοξένησε τη Μίλαν στο στάδιο Valmaura. Μέχρι εκείνη τη μέρα, η ομάδα του Ρόκο ήταν αήττητη στην έδρα της, όμως, η Μίλαν έκανε μια ισοπεδωτική εμφάνιση και διέλυσε την Τριεστίνα με το βαρύ 0-6 (με 4 γκολ του Γκούναρ Νόρνταλ). 

Το σοκ για την πόλη ήταν τεράστιο, δύο μέρες μετά, στις 23 Φεβρουαρίου 1954, η διοίκηση τηλεφώνησε στον Ρόκο και του ανακοίνωσε την απόλυσή του. Συνολικά στα δύο αυτά περάσματα είχε σε 137 παιχνίδια, 48 νίκες, 46 ισοπαλίες και 43 ήττες.

Μετά την ταπεινωτική του απόλυση από την Τριεστίνα, είχε πληγωθεί βαθιά και επέστρεψε στην Τεργέστη και, θεωρώντας ότι η προπονητική του καριέρα είχε τελειώσει, άρχισε να σκέφτεται σοβαρά να αναλάβει το κρεοπωλείο του πατέρα του για να βγάλει τα προς το ζην.

Ωστόσο, η Πάντοβα που αγωνιζόταν στη Serie B βρισκόταν σε δεινή θέση, κινδυνεύοντας άμεσα με υποβιβασμό στη Serie C. Ο πρόεδρος του συλλόγου, Μπρούνο Πολάτσι αποφάσισε να κάνει μια κίνηση απελπισίας και του τηλεφώνησε.

Όταν ο Πολάτσι του πρότεινε να αναλάβει την ομάδα, διατηρώντας τον υπερήφανο και ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του, έθεσε μερικούς πολύ συγκεκριμένους όρους για να πει το «ναι»: «Θα έρθω, αλλά αν μου δώσετε σπίτι, έναν καλό μισθό τον μήνα και με αφήνετε να επιστρέφω στην Τεργέστη κάθε εβδομάδα για να βλέπω την οικογένειά μου, χωρίς να μου δημιουργείτε προβλήματα»

Η διοίκηση της Πάντοβα, μη έχοντας άλλη επιλογή, αποδέχθηκε αμέσως όλους τους όρους του. Ανέλαβε επίσημα την τεχνική της ηγεσία στις 8 Μαρτίου 1954, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο προπονητή, Ρενέτο Τσεζαρίνι.

Το έργο του ήταν εξαιρετικά δύσκολο, καθώς απέμεναν ελάχιστες αγωνιστικές για τη λήξη του πρωταθλήματος της Serie B και η ομάδα έπρεπε να κάνει άμεσα πρωταθλητισμό για να σωθεί. Κάθισε στον πάγκο της  για 11 αγώνες μέχρι το τέλος της σεζόν 1953-1954 και εφαρμόζοντας αμέσως το σκληρό αμυντικό του σύστημα, μεταμόρφωσε τους παίκτες σε σκληρά κριάρια και πέτυχε τον στόχο, έχοντας 5 νίκες, 4 ισοπαλίες και 2ήττες

Με αυτόν τον εντυπωσιακό απολογισμό, μάζευε βαθμούς σχεδόν σε κάθε ματς και δέχτηκε μόλις 6 γκολ σε 11 παιχνίδια, τερμάτισε στην 13η θέση και σώθηκε οριακά για έναν μόλις βαθμό. Αυτή η «θαυματουργή» σωτηρία του έδωσε τα κλειδιά του συλλόγου και το επόμενο καλοκαίρι έχτισε την ομάδα από την αρχή, φέρνοντας δικούς του έμπιστους παίκτες όπως τον Ιβάνο Μπλαζόν

Την αμέσως επόμενη σεζόν (1954-1955), η Πάντοβα τερμάτισε 2η στη Serie B και πήρε πανηγυρικά την άνοδο για τη Serie A, ξεκινώντας την πιο χρυσή εποχή της ιστορίας της. Η επική σεζόν 1957-1958 στην πρώτη κατηγορία αποτελεί το απόλυτο αριστούργημα του, η οποία έμεινε στην ιστορία ως η ομάδα των «Panzer» λόγω της τρομερής σωματικής δύναμης, της σκληρής άμυνας και της μαχητικότητάς της.

Η επαρχιακή Πάντοβα, με ένα από τα χαμηλότερα μπάτζετ της κατηγορίας, κατάφερε το αδιανόητο: τερμάτισε στην 3η θέση του ιταλικού πρωταθλήματος, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Γιουβέντους (του Σίβορι και του Τσαρλς) και τη Φιορεντίνα.

Τις δύο επόμενες χρονιές κατέλαβε την 8η και την 6η θέση το Πρωτάθλημα και την χρονιά 1960-1961 την οδήγησε και πάλι στην 6η θέση και στα ημιτελικά του Κυπέλλου. Θα αποχωρήσει την 1η Ιουνίου του 1961 έχοντας σε 260 παιχνίδια με 109 νίκες, 60 ισοπαλίες και 91 ήττες.

Ενώ βρισκόταν ακόμη στον πάγκο της Πάντοβα, η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του ανέθεσε την τεχνική ηγεσία της Ολυμπιακής Εθνικής Ομάδας της Ιταλίας, την οποία καθοδήγησε ως δίδυμο προπονητών μαζί με τον Τζίπο Βιάνι.

Επέλεξε και καθοδήγησε μια ομάδα γεμάτη από νεαρούς παίκτες που αργότερα έγιναν θρύλοι του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, όπως ο Τζάνι Ριβέρα, ο Ταρτσίζιο Μπούρνιτς και ο Τζοβάνι Τραπατόνι. Η Ιταλία έφτασε μέχρι τα ημιτελικά, όπου ήρθε ισόπαλη 1-1 με τη Γιουγκοσλαβία. 

Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε η διαδικασία των πέναλτι και ο φιναλίστ κρίθηκε κυριολεκτικά στο στρίψιμο ενός νομίσματος κλήρωση στα αποδυτήρια, με την τύχη να χαμογελά στους Γιουγκοσλάβους οι οποίοι κατέκτησαν και το χρυσό.

Στον μικρό τελικό για το χάλκινο μετάλλιο, η Ιταλία ηττήθηκε από την Ουγγαρία και τερμάτισε στην 4η θέση και αυτή η παρουσία του στους Ολυμπιακούς Αγώνες λειτούργησε ως «διαβατήριο» για τον Ρόκο. 

Ο Τζίπο Βιάνι, που ήταν παράλληλα τεχνικός διευθυντής της Μίλαν, εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τη συνεργασία τους που εισηγήθηκε αμέσως την πρόσληψή του στους «Ροσονέρι» για το επόμενο καλοκαίρι του 1961.

Η πρόταση της Μίλαν ήταν η ευκαιρία της ζωής του, ήταν ήδη 49 ετών, είχε αποδείξει την αξία του στην επαρχία και ήθελε να διαπιστώσει αν η φιλοσοφία του μπορούσε να φέρει τίτλους σε επίπεδο πρωταθλητισμού, υπέγραψε αμέσως και η ιστορία τον δικαίωσε.

Είναι αυτός που θα δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στον 19χρονο τότε Τζιάνι Ριβέρα και στο πρώτο αυτό πέρασμα απο το "Σαν Σίρο" θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα το 1962 και το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1963 στο "Γουέμπλει" κόντρα στην Μπενφίκα.

Κάθισε στον πάγκο της ομάδας συνολικά για 86 επίσημους αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις καταγράφοντας 54 νίκες, 15 ισοπαλίες και 17 ήττες.  Αν και οι δυο τους είχαν εξαιρετική σχέση αρχικά, ο Βιάνι άρχισε να επεμβαίνει όλο και περισσότερο στα αγωνιστικά θέματα, στην τακτική και στα αποδυτήρια, προσπαθώντας να μειώσει την εξουσία και την επιρροή του Ρόκο στους παίκτες. 

Η συμβίωση των δύο αυτών ισχυρών προσωπικοτήτων έγινε αδύνατη, ο πρόεδρος Αντρέα Ριτσόλι, ο οποίος στήριζε απόλυτα τον Ρόκο, αποφάσισε να αποχωρήσει από τον σύλλογο εκείνο το καλοκαίρι, αφήνοντας την προεδρία στον Φελίτσε Ρίβα και με την αποχώρηση του Ριτσόλι, ο Ρόκο έχασε τον κυριότερο σύμμαχό του στη διοίκηση.

Η πρόταση της Τορίνο και του νεοεκλεγέντα προέδρου της Ορφέο Πιανέλι ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Η «Γκρανάτα» προσέφερε απόλυτη ελευθερία κινήσεων, χωρίς «κηδεμόνες» πάνω από το κεφάλι του. Επιπλέον, το να αναλάβει την ιστορική Τορίνο και να την οδηγήσει ξανά στις πρώτες θέσεις μετά την αεροπορική τραγωδία της Σουπέργκα, αποτελούσε ένα τεράστιο κίνητρο για τον εγωισμό του.

Την πρώτη χρονιά θα καταλάβει την 7η θέση και θα φτάσει μέχρι τον τελικό του Κυπέλλου Ιταλίας όπου θα χάσει τον τίτλο απο την Ρόμα σε επαναληπτικό τελικό, την δεύτερη χρονιά θα την οδηγήσει στην κατάκτηση της τρίτης θέσης την περίοδο 1964-1965 την καλύτερη μετά την εποχή της "Grande Torino" και στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων.

Τις δύο επόμενες χρονιές θα καταλάβει την 10η και την 7η θέση αντίστοιχα στο πρωτάθλημα και παρότι είχε τη φήμη του απόλυτου αμυντικογενή προπονητή στην Τορίνο λάτρεψε και απελευθέρωσε το άναρχο, καλλιτεχνικό ταλέντο του Τζίτζι Μερόνι. 

Η σχέση τους ήταν πατρική και η Τορίνο εκείνης της εποχής συνδύαζε την αμυντική γρανιτένια πειθαρχία με φαρμακερές, δημιουργικές επιθέσεις. Το καλοκαίρι του 1967, έχοντας ολοκληρώσει το έργο της αναγέννησης της Τορίνο, ο Ρόκο ένιωσε έτοιμος να επιστρέψει στη Μίλαν για τη δεύτερη, ακόμη πιο θρυλική θητεία του, ύστερα απο 160 παιχνίδια με 56 νίκες, 65 ισοπαλίες και 39 ήττες

Θα τον καλέσει και πάλι η Μίλαν και στο δεύτερο αυτό πέρασμα θα είναι ακόμα καλύτερο για τους "ροσονερι", αφού θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα του 1968, 2 Κύπελλα Ιταλίας το 1972 και το 1973, το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1969 κόντρα στον Άγιαξ στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου", το Διηπειρωτικό της ίδιας χρονιάς κόντρα στην Εστουντιάντες και 2 Κύπελλα Κυπελλούχων το 1968 στο "Ντε Κάιπ" κόντρα στο Αμβούργο και το 1973 στο Καυτανζόγλειο στην Θεσσαλονίκη κόντρα στην Λίντς.

Σε 270 παιχνίδια είχε 146 νίκες, 76 ισοπαλίες και 48 ήττες και θα αποχωρήσει την 1η Ιουλίου του 1973. Στις 20 Μαΐου 1973, η Μίλαν κρατούσε το Scudetto στα χέρια της, καθώς χρειαζόταν απλώς μια ισοπαλία με την αδιάφορη Βερόνα, αντ' αυτού, ηττήθηκε σοκαριστικά με 5-3 και έχασε το πρωτάθλημα την τελευταία αγωνιστική από τη Γιουβέντους. 

Η απώλεια αυτού του τίτλου που θα έδινε στη Μίλαν το ιστορικό 10ο πρωτάθλημα και το πρώτο της αστέρι τον πλήγωσε βαθιά. Ο ίδιος είχε δηλώσει λακωνικά με το γνωστό του στυλ: «sta stela porta sfiga!» (αυτό το αστέρι φέρνει γκαντεμιά).

Μετά από έξι συνεχόμενα, εξαντλητικά χρόνια πρωταθλητισμού στη δεύτερη θητεία του, ο 61χρονος πλέον «Paron» ένιωθε πνευματικά και σωματικά άδειος, η πίεση του ιταλικού Τύπου και οι συνεχείς απαιτήσεις της εξέδρας είχαν αρχίσει να τον κουράζουν.

Τη σεζόν 1972-73, είχε ήδη μετακινηθεί σε ρόλο Τεχνικού Διευθυντή με τον Τσέζαρε Μαλντίνι ως πρώτο προπονητή στον πάγκο. Ένιωθε ότι ο κύκλος αυτού του συγκεκριμένου ρόστερ είχε κλείσει και προτίμησε να αποχωρήσει την ημέρα που έληγε το συμβόλαιό του.

Παρά την αρχική του πρόθεση να αποχωρήσει την 1η Ιουλίου 1973, η διοίκηση των «Ροσονέρι» τον έπεισε να συνεχίσει, αλλά η χρονιά εξελίχθηκε σε μία από τις πιο ταραχώδεις της καριέρας του, οδηγώντας τον σε παραίτηση στα μέσα της σεζόν.

Ξεκίνησε τη χρονιά ως πρώτος προπονητής μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου του 1973 και στη συνέχεια μετακινήθηκε σε ρόλο Τεχνικού Διευθυντή / Συμβούλου με τον Τσέζαρε Μαλντίνι ως πρώτο προπονητή, προτού αποχωρήσει οριστικά στις 12 Φεβρουαρίου του 1974.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1974, μετά από έναν πολύ έντονο και δημόσιο καυγά με τον πρόεδρο της Μίλαν, Αλμπίνο Μπουτσίκι, υπέβαλε την οριστική του παραίτηση και αποχώρησε από τον σύλλογο, κλείνοντας αυτό το κεφάλαιο.

Η Φιορεντίνα το καλοκαίρι του 1974 ήταν η μόνη ομάδα που κινήθηκε έξυπνα, η διοίκηση των «Βιόλα» είχε μόλις απολύσει τον Τζίτζι Ραντίτσε και έψαχνε μια ισχυρή, πατρική προσωπικότητα με τεράστια εμπειρία για να διαχειριστεί ένα ρόστερ γεμάτο από νεαρούς και άπειρους παίκτες. 

Για τον ίδιο η Φλωρεντία ήταν η ιδανική, ήρεμη λύση για να παραμείνει στο προσκήνιο χωρίς την εξαντλητική πίεση του Μιλάνου. Ανέλαβε στις 3 Ιουλίου 1974 έως τις 25 Μαΐου 1975, καταγράφοντας συνολικά σε 38 παιχνίδια, 13 νίκες, 15 ισοπαλίες και 10 ήττες.

Η θητεία του στην Φιορεντινα αποδείχθηκε μία από τις πιο δύσκολες και άχαρες στιγμές της καριέρας του, καθώς δεν κατάφερε ποτέ να μπει σε αγωνιστική και ψυχολογική συντονικότητα με το περιβάλλον της ομάδας.

Είχε ήδη αρχίσει να χάνει τη φλόγα του για την καθημερινή προπονητική, ενώ οι οπαδοί και η διοίκηση της Φιορεντίνα ζητούσαν ένα πιο σύγχρονο, επιθετικό ποδόσφαιρο, απορρίπτοντας το παραδοσιακό του Κατενάτσιο. 

Παρά τις δυσκολίες και την αστάθεια, η ομάδα είχε ορισμένες σκόρπιες καλές εμφανίσεις, αλλά η συνεργασία ολοκληρώθηκε πρόωρα. το αξιοσημείωτο είναι ότι, παρόλο που έφυγε πριν το τέλος των επίσημων υποχρεώσεων, η ομάδα πάτησε πάνω στις βάσεις που είχε αφήσει και ο αντικαταστάτης του Μάριο Ματσόνι οδήγησε τη Φιορεντίνα στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας στις 28 Ιουνίου

Tην 1η Ιουλίου του  1975, ο εμβληματικός αρχηγός της Μίλαν, Τζάνι Ριβέρα, τον κάλεσε πίσω στο Μιλάνο, ανέλαβε τον ρόλο του Τεχνικού Διευθυντή / Συμβούλου προκειμένου να καθοδηγήσει και να στηρίξει τον νεαρό τότε προπονητή Τζοβάνι Τραπατόνι στα πρώτα του βήματα μέχρι και τις 30 Ιουνίου 1976.

Μετά τη λήξη της θητείας του ως Τεχνικός Διευθυντής της Μίλαν, ο 64χρονος πλέον είχε αποφασίσει να ξεκουραστεί, περνώντας χρόνο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Τεργέστη. Όλο αυτό το διάστημα, η Μίλαν είχε δώσει τα ηνία της τεχνικής ηγεσίας στον Τζουζέπε Μαρκιόρο.

Ωστόσο, η πορεία της ομάδας ήταν καταστροφική και βρέθηκε να κινδυνεύει άμεσα με υποβιβασμό, αυτή η κρίση ανάγκασε τη διοίκηση της Μίλαν να απολύσει τον Μαρκιόρο στις 6 Φεβρουαρίου και να καλέσει εσπευσμένα τον Ρόκο την επόμενη κιόλας ημέρα, 7 Φεβρουαρίου 1977, για να σώσει τον σύλλογο

Απο τις  7 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου του 1977ανέλαβε μεσούσης της σεζόν μετά την απόλυση του Τζουζέπε Μαρκιόρο και οδήγησε τη Μίλαν στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας του 1977, 
κερδίζοντας την αιώνια αντίπαλο Ίντερ με 2-0 στον τελικό του Σαν Σίρο, κλείνοντας έτσι ιδανικά και με έναν ακόμη τίτλο τη διαδρομή του στο ποδόσφαιρο.

Συνολικά στους "ροσονέρι" είχε 459 επίσημους αγώνες, 323 ως πρώτος προπονητής και 136 ως τεχνικός διευθυντής με 243 νίκες, 121 ισοπαλίες και 95 ήττες και είναι ο απόλυτος ρεκορντμαν, ενώ συνολικά με τα δέκα τρόπαια που κατέκτησε στο Μιλάνο είναι ο πιο πετυχημένος τεχνικός των "ροσονέρι".

Μετά το 1977, αποσύρθηκε οριστικά από το ποδόσφαιρο και επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Τεργέστη. Μέχρι και το 2006 όταν και τον ξεπέρασε ο Κάρλο Ματσόνε, κατείχε το ρεκόρ με τα περισσότερα παιχνίδια στην SERIE A με 787 παιχνίδια.  

Παροιμιώδη ήταν η κόντρα του με τον έτερο θιασώτη του "κατενάτσιο" τον Ελένιο Ερέρα της Ίντερ, αλλά εν αντιθέσει με τον Ερέρα που ήταν αυστηρός με τους παίκτες του ο Ρόκο περνούσε περισσότερο χρόνο με τους δικούς του θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να παίρνει πάντα το μάξιμουμ της απόδοσης.

Πάντοτε μελετούσε τον αντίπαλο τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που διέθετε με κάθε λεπτομέρεια, απο αυτόν επηρεάστηκε ο Τζιοβάνι Τραπατόνι. Έφυγε απο την ζωή στις 20 Φεβρουαρίου του 1979 στην γενέτειρα του την Τεργέστη σε ηλικία 66 ετών λόγω κίρρωσης του ήπατος.

Η κηδεία του τελέστηκε δύο ημέρες μετά τον θάνατό του και μετατράπηκε σε ένα πάνδημο λαϊκό προσκύνημα στην Τεργέστη, ολόκληρη η πόλη σταμάτησε να λειτουργεί. Οι δρόμοι, οι πλατείες και οι προβλήτες γέμισαν ασφυκτικά από χιλιάδες απλούς φιλάθλους, πολίτες και προσωπικότητες του αθλητισμού που ήθελαν να τον αποχαιρετήσουν.

Στην κηδεία έδωσαν το «παρών» οι πάντες. Σύσσωμη η διοίκηση της Μίλαν, της Τορίνο και της Τριεστίνα, αλλά και οι πιο πιστοί του ποδοσφαιρικοί «γιοι». Ο εμβληματικός αρχηγός της Μίλαν, Τζάνι Ριβέρα, ήταν εκεί για να συνοδεύσει το φέρετρο του αγαπημένου του δασκάλου.

Τον μετέφεραν στο νεκροταφείο Sant'Anna στο Campo Terzo, η διαδρομή της πομπής πέρασε συμβολικά δίπλα από την περιοχή Valmaura, εκεί όπου βρισκόταν το παλιό στάδιο της πόλης στο οποίο είχε παίξει και προπονήσει για πρώτη φορά.

Στις 18 Οκτωβρίου του 1992 η πόλη της Τεργέστης εγκαινίασε το νέο, υπερσύγχρονο γήπεδο της Τριεστίνα χωρητικότητας άνω των 20.000 θέσεων, ονομάζοντάς το επίσημα Stadio Nereo Rocco προς τιμήν του. 

Έξω από το στάδιο δεσπόζει και μια χάλκινη προτομή του, το έργο είναι ένα κλασικό χάλκινο μεσομπούστο. Απεικονίζει τον Ρόκο σε ώριμη ηλικία, με τη χαρακτηριστική, αυστηρή αλλά και γεμάτη σοφία έκφραση του προσώπου του που τον έκανε αναγνωρίσιμο σε όλο τον κόσμο ως τον «Αρχηγό».

Εκτός από την προτομή, τιμάται στο ίδιο στάδιο με γιγαντοαφίσες, αναμνηστικές πλακέτες και τοιχογραφίες  που διακοσμούν τους εσωτερικούς χώρους, αναπαριστώντας τις μεγάλες του στιγμές στο ποδόσφαιρο.
 .
Υπάρχει και δεύτερη χάλκινη προτομή, η οποία βρίσκεται στο Μιλανέλο, το προπονητικό κέντρο της Μίλαν, φιλοτεχνήθηκε και τοποθετήθηκε εκεί το 1987. Είναι δωρεά της Ένωσης Ιταλικών Κλαμπ της Μίλαν ως ελάχιστος φόρος τιμής για τα 10 τρόπαια που χάρισε στον σύλλογο.

Παράλληλα με το τουρνουά της Φλωρεντίας, διοργανώνεται κάθε χρόνο στο Ομοσπονδιακό Κέντρο του Κοβερτσιάνο ένα μεγάλο γκαλά. Εκεί απονέμονται τα περίφημα Εθνικά Βραβεία Καριέρας «Nereo Rocco» σε κορυφαίους παράγοντες, προπονητές, αθλητές και αθλητικούς δημοσιογράφους του ιταλικού ποδοσφαίρου.

Από τις 23 Οκτωβρίου 1980, το αθλητικό κέντρο της περιοχής Opicina στην Τεργέστη μετονομάστηκε σε «Nereo Rocco». Στην είσοδο έχει τοποθετηθεί μια χάλκινη αναμνηστική πλάκα που απεικονίζει τον Ρόκο να χαιρετά τις 6 ιταλικές πόλεις που σημάδεψαν την καριέρα του: Τεργέστη, Τρεβίζο, Πάντοβα, Μιλάνο, Τορίνο και Φλωρεντία.

Σε αρκετές πόλεις όπου εργάστηκε, όπως ο δρόμος κοντά στο Εουγκανέο στην Πάντοβα, δρόμοι ή πλατείες πλησίον των αθλητικών εγκαταστάσεων φέρουν τιμητικά το όνομά του. Στην Νάπολη στην περιοχή Σεκοντιλιάνο έχει ιδρυθεί το "Σχολείο Ποδοσφαίρου Νερέο Ρόκο". 

Το Διεθνές Τουρνουά «Nereo Rocco», ιδρύθηκε το 1981 και διοργανώνεται ετήσια από τον σύλλογο Settignanese στη Φλωρεντία. Αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρισμένα διεθνή τουρνουά για τις κατηγορίες νέων.

Το διεθνές Τρόπαιο «Nereo Rocco» στην Γκραντίσκα ντ' Ιζόντσο, ένα εξίσου ιστορικό, ετήσιο τουρνουά ποδοσφαίρου νέων που διεξάγεται στην ευρύτερη περιοχή της Φριούλι-Βενέτσια Τζούλια κοντά στην Τεργέστη με τη συμμετοχή των κορυφαίων ακαδημιών του κόσμου.

Απο τις 15 Μάϊου έως τις 31 Ιουλίου του 2012 στην αποθήκη 26 στο Πόρτο Βέκιο στην Τεργέστη πραγματοποιήθηκε έκθεση με βίντεο, φωτογραφίες και όλα τα προσωπικά το αντικείμενα του επ' αφορμή τα 100 χρόνια απο την γέννηση του.

Το 2012, η Ιταλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τον εισήγαγε μεταθανάτια στο Italian Football Hall of Fame στην κατηγορία των κορυφαίων προπονητών. Τα μεγαλύτερα διεθνή αθλητικά δίκτυα και περιοδικά, όπως το France Football και το World Soccer τον κατατάσσουν σταθερά μέσα στη λίστα με τους 50 κορυφαίους προπονητές στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Κατά καιρούς, με αφορμή επετείους από τη γέννηση ή τον θάνατό του, οργανώνονται επίσημες εκδηλώσεις (όπως το συνέδριο «Milan is Memory» στο Περιφερειακό Συμβούλιο της Λομβαρδίας), όπου ιστορικοί του αθλητισμού και παλιοί του παίκτες αναλύουν την επίδραση που είχε η προσωπικότητά του στην ιταλική κουλτούρα.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...