Για τα αργεντίνικα μέσα, ο Ρενέ Χάουζμαν ήταν ότι πλησιέστερο είχε βγεί στην θέση του δεξιού εξτρέμ απο την εποχή του Ομάρ Κορμπάτα. Διέθετε εξαιρετική ντρίμπλα, ταχύτητα, ξεπέταγμα στον αγωνιστικό χώρο, δεν είναι τυχαία η δήλωση του Μενότι ότι ο Χάουζμαν είναι μίξη Μαραντόνα και Γκαρίντσα.
Γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1953 στην πόλη Λα Μπάντα στην επαρχία του Σαντιάγκο Ντελ Εστέρο, αλλά στην ηλικία των τεσσάρων ετών μετακόμισε μαζί με την οικογένειά του στο Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησε στις ακαδημίες της Club Atletico Excursionistas, αλλά επαγγελματικά έκανε το μεγάλο βήμα στους αντιπάλους στους Defensores de Belgrano τους οποίους στην πρώτη του μόλις χρονιά το 1972 οδήγησε στην άνοδο στην Primera B, έχοντας 38 συμμετοχές και 16 τέρματα.
Βλέποντας τα κατορθώματα του ο τότε προπονητής της Ουρακάν Λουίς Σέζαρ Μενότι τον φέρνει ως δανεικό στο "Πάρκε Πάτριτσιος" μια κίνηση που θα φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα αφού η έλευση του στην αριστερή πλευρά της επίθεσης θα βοηθήσει το "αερόστατο" να κατακτήσει το Μετροπολιτάνο του 1973.
Η ταυτόχρονη παρουσία Μπαζίλε, Μπρίντιζι, Χάουζμαν, Μπάμπινγκντον, Ρούσο, Λαρόσα και Καρασκόσα ώθησε πολλούς δημοσιογράφους να την χαρακτηρίσουν ως μία από τις καλύτερες αργεντίνικες ομάδες όλων των εποχών.
Και για τον ίδιο όμως αυτή η εφταετία που πέρασε μέχρι το 1980 με 266 συμμετοχές και 108 γκολ ήταν το απόγειο της καριέρας του αφού η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη εξαιτίας του εθισμού του στο αλκοόλ με το οποίο πάλευε καθ'όλη την διάρκεια της ζωής του.
Έχει πει ό ίδιος ότι σε ένα παιχνίδι απέναντι στην Ρίβερ Πλέιτ στο οποίο σκόραρε κιόλας δεν το θυμόταν καν γιατί ήταν μεθυσμένος σε όλο τον αγώνα. Το 1981 η Ρίβερ θέλοντας να απαντήσει στην μετκίνηση του Μαραντόνα στην Μπόκα απέκτησε τόσο τον Μάριο Κέμπες αλλά και τον ίδιο τον Χάουζμαν ως δανεικό, αλλά τα πράγματα δε εξελίχθησαν όπως θα ήθελαν οι "μιγιονάριος.
Δεν βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή αγωνιστική κατάσταση, ενώ οι εξωγηπεδικές του περιπέτειες και η μάχη του με το αλκοόλ είχαν αρχίσει να επηρεάζουν την απόδοσή του. Λόγω του χαμηλού του ρυθμού, δεν κατάφερε να καθιερωθεί, έπαιξε σε μόλις 12 επίσημους αγώνες και σκόραρε μόνο 1 γκολ με αποτέλεσμα να αποχωρήσει πολύ γρήγορα από τον σύλλογο.
Αγωνίστηκε στην Χιλή με την φανέλα της Κόλο-Κόλο, με την οποία κατέκτησε το Κύπελλο, αγωνιζόμενος σε 18 παιχνίδια πετυχάινοντας και 3 γκολ. Όμως ο εθισμός του, κορυφώθηκε κατά την παραμονή του στη Χιλή. Ο ίδιος έχανε συχνά προπονήσεις ή εμφανιζόταν σε κακή κατάσταση, γεγονός που ανάγκαζε τη διοίκηση και το τεχνικό τιμ να τον θέτουν εκτός ομάδας για πειθαρχικούς λόγους.
Δεν μπορούσε να ανεχτεί την έλλειψη επαγγελματισμού και τη χαμηλή φυσική του κατάσταση σε μια περίοδο που η ομάδα απαιτούσε μέγιστη πειθαρχία.Για τα δεδομένα της εποχής, το συμβόλαιο ενός Παγκόσμιου Πρωταθλητή ήταν βαρύ για τα ταμεία του συλλόγου, και η διοίκηση έκρινε ότι η προσφορά του, δεν δικαιολογούσε την ανανέωση της συνεργασίας τους για το 1983.
Η καριέρα του 30χρονου τότε «Loco» βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση λόγω των σοβαρών προβλημάτων του με το αλκοόλ. Καμία μεγάλη ομάδα στην Αργεντινή ή στη Χιλή δεν ήταν διατεθειμένη να ρισκάρει με τον χαρακτήρα του, παρά το τεράστιο όνομά του ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής.
Εκείνη την εποχή, η Νότια Αφρική βρισκόταν υπό το καθεστώς του Απαρτχάιντ και ήταν αποκλεισμένη από τη FIFA. Για να προσελκύσουν κόσμο και να αναβαθμίσουν το τοπικό πρωτάθλημα , οι πλούσιοι ιδιοκτήτες των ομάδων πρόσφεραν αστρονομικά ποσά σε παλαιότερους αστέρες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, οι οποίοι βρίσκονταν στη δύση της καριέρας τους και είχαν ανάγκη από χρήματα.
Για έναν σύλλογο όπως η Amazulu FC, η απόκτηση ενός εν ενεργεία Παγκόσμιου Πρωταθλητή του 1978 αποτελούσε τεράστια διαφημιστική επιτυχία. Αντίστοιχα, για τον Χάουζμαν, ήταν μια ευκαιρία να εισπράξει ένα καλό συμβόλαιο σε ένα πρωτάθλημα με πολύ χαμηλότερες αγωνιστικές απαιτήσεις και λιγότερη πίεση από τα μέσα ενημέρωσης.
Η παρουσία του εκεί κράτησε ελάχιστα λόγω της χαμηλής φυσικής του κατάστασης και των γνωστών πειθαρχικών προβλημάτων, έπαιξε ελάχιστα, ορισμένες πηγές αναφέρουν απλώς κάποιες φιλικές ή ελάχιστες επίσημες εμφανίσεις, προτού πάρει τον δρόμο της επιστροφής για την Αργεντινή.
Επέστρεψε στον σύλλογο της καρδιάς του σε μια προσπάθεια να αναστήσει την καριέρα του στο περιβάλλον όπου αγαπήθηκε όσο πουθενά αλλού, ομως αυτή η δεύτερη θητεία ήταν πολύ μακριά από τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος.
Κατέγραψε μόλις 14 συμμετοχές και σημείωσε 2 γκολ στο πρωτάθλημα Metropolitano του 1983, η φυσική του κατάσταση ήταν εμφανώς επηρεασμένη από τα χρόνια προβλήματά του με το αλκοόλ, και δεν είχε πλέον την εκρηκτικότητα και την ταχύτητα που τον χαρακτήριζαν στα '70s.
Λόγω των τραυματισμών και της κακής φυσικής του κατάστασης, πρόλαβε να αγωνιστεί σε μόλις 3 επίσημα παιχνίδια, δύο για το εγχώριο πρωτάθλημα και ένα για το Copa Libertadores εναντίον της Σπορτίβο Λουκένιο,
Παρ'όλα αυτά πανηγύρισε την κατακτηση του Libertadres ενώ ηταν στην απόστολή της ομάδας για το Διηπειρωτικό κόντρα στην Λίβερπουλ. Θα κλείσει την καριέρα του το 1985 στους Club Atletico Excursionistas στην τρίτη κατηγορία παίζοντας σε ένα παιχνίδι.
Έκανε ντεμπούτο στην Εθνική Αργεντινής στις 17 Μάιου του 1973 απέναντι στην Ουρουγουάη στο Μπουένος Άιρες για το Copa Lipton. To "βάπτισμα του πυρός" σε μεγάλη διοργάνωση το πήρε στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974 όταν και αγωνίστηκε και στα έξι παιχνίδια της διοργάνωσης 4 ως βασικός και 2 ως αλλαγή, πετυχαίνοντας τρία τέρματα απέναντι σε Ιταλία, Αϊτή και Ανατολική Γερμανία.
Το επόμενο πρωί, η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς τη γειτονιά του Bäjo Belgrano, μετά από επιθυμία της οικογένειάς του, το φέρετρο του Χάουζμαν μπήκε μέσα στο ίδιο το χορτάρι του γηπέδου της Εξκουρσιονίστας, της ομάδας που λάτρευε ως οπαδός.
Την ίδια ημέρα, η Εθνική Αργεντινής αγωνιζόταν σε φιλικό παιχνίδι με την Ιταλία στο Μάντσεστερ, όπου οι παίκτες φόρεσαν μαύρα περιβραχιόνια και τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στην χώρα του ανακηρύχθηκε Παγκόσμιος Πρωταθλητής αγωνιζόμενος σε έξι παιχνίδια του τουρνουά(μόνη εξαίρεση το παιχνίδι με την Βραζιλία στην δεύτερη φάση) πετυχαίνοντας ένα γκολ απέναντι στο Περού.
Τελευταία του εμφάνιση στις 25 Ιουλίου του 1979 απέναντι σε μια επίλεκτη ομάδα που ονομαζόταν Rest of the World στο Μπουένος Άιρες, φτάνοντας συνολικά τις 55 έχοντας πετύχει και 13 γκολ.
Για πολλά χρόνια μετά το τέλος της καριέρας του, συνέχισε να παλεύει με τον εθισμό του στο αλκοόλ, γεγονός που επηρέασε σοβαρά την υγεία του και την οικονομική του κατάσταση. Ωστόσο, προς το τέλος της ζωής του, κατάφερε να βγει νικητής, δηλώνοντας σε συνεντεύξεις του ότι παρέμενε απόλυτα «καθαρός» για πάνω από 20 χρόνια.
Δεν έγινε ποτέ πλούσιος από το ποδόσφαιρο και επέστρεψε να ζήσει φτωχικά, κοντά στις γειτονιές όπου μεγάλωσε, όπως η παραγκούπολη Bajo Belgrano. Ο ίδιος είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Όταν παίζεις είσαι Θεός, αλλά όταν αποσύρεσαι γίνεσαι ένα τίποτα». Παρά τις δυσκολίες, παρέμεινε υπερήφανος για την καταγωγή του, λέγοντας με χιούμορ: «Αν ήμουν εκατομμυριούχος, θα αγόραζα μια παραγκούπολη για να μένω με τους φίλους μου.
Κατά τη δεκαετία του '90, έκανε ορισμένες σποραδικές εμφανίσεις ως ερασιτέχνης ηθοποιός στην τηλεόραση της Αργεντινής. Επιλέχθηκε για να υποδυθεί τον ιδιοκτήτη ενός κυλικείου στη δημοφιλή ποδοσφαιρική σειρά R.R.D.T., αν και έχασε τον ρόλο επειδή αργούσε στα γυρίσματα, ενώ αργότερα συμμετείχε σε μια πολύ γνωστή διαφήμιση για δορυφορική τηλεόραση μαζί με άλλους παλαίμαχους ποδοσφαιριστές.
Δεν απομακρύνθηκε ποτέ από το ποδόσφαιρο, αλλά το έβλεπε πλέον ως οπαδός. Ήταν μια εμβληματική και καθημερινή φιγούρα στα γήπεδα της Ουρακάν και της Εξκουρσιονίστας, μάλιστα δεν καθόταν στα επίσημα, αλλά πήγαινε στην κερκίδα των οργανωμένων οπαδών, τραγουδώντας για την ομάδα.
Την περίοδο 2008-2009 ήταν στο προπονητικό σταφ του Άνχελ Κάπα στην Ουρακάν, χωρίς όμως όπως έχει πει ο ίδιος να πληρωθεί. Το 2016, η πόλη του Μπουένος Άιρες τον τίμησε επίσημα ανακηρύσσοντάς τον ως «Διακεκριμένη Προσωπικότητα του Αθλητισμού».
Το 2017 αποκαλύφθηκε ότι είχε καρκίνο στην γλώσσα, και στις 22 Μαρτίου του 2018 "έφυγε" απο την ζωή σε ηλικία 64 ετών και ενώ νοσηλεύοταν στο σανατόριο Φινοκιέτο για πάνω απο 20 ήμερες. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα το βράδυ της Πέμπτης 22 Μαρτίου στο Estadio Tomás Adolfo Ducó, το ιστορικό γήπεδο της Ουρακάν.
Εκατοντάδες οπαδοί σχημάτισαν μεγάλες ουρές έξω από το γήπεδο κρατώντας λευκά κεριά. Εκεί βρέθηκαν για να τον αποχαιρετήσουν οι παλιοί του συμπαίκτες και μεγάλοι θρύλοι του ποδοσφαίρου της χώρας, όπως ο Μιγκέλ Άνχελ Μπρίντισι, ο Ρικάρντο Μποτσίνι και ο Κλαούντιο «Τούρκο» Γκαρσία.
Το επόμενο πρωί, η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε προς τη γειτονιά του Bäjo Belgrano, μετά από επιθυμία της οικογένειάς του, το φέρετρο του Χάουζμαν μπήκε μέσα στο ίδιο το χορτάρι του γηπέδου της Εξκουρσιονίστας, της ομάδας που λάτρευε ως οπαδός.
Εκεί τον περίμεναν οι οργανωμένοι οπαδοί και ολόκληρη η ποδοσφαιρική ομάδα του συλλόγου, αποχαιρετώντας τον με τον ρυθμό των τυμπάνων και το σύνθημα «Dale Campeón» (Εμπρός Πρωταθλητή).
Ο τελικός προορισμός της πομπής ήταν το ιστορικό Κοιμητήριο της Τσακαρίτα στο Μπουένος Άιρες. Εκεί τάφηκε μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης, με τον κόσμο να τραγουδά ότι ο «Loco» δεν θα ξεχαστεί ποτέ, καθώς υπήρξε ένας παίκτης που δεν είχε «φανέλα» και ήταν αγαπητός από όλους τους Αργεντινούς.
Μία από τις πιο πρωτότυπες και συγκινητικές κινήσεις έγινε από την Ουρακάν στον πρώτο της επίσημο αγώνα μετά τον θάνατό του, κόντρα στην Μπάνφιλντ). Στο 7ο λεπτό της αναμέτρησης, το νούμερο της φανέλας που δόξασε, ο διαιτητής διέκοψε εσκεμμένα το παιχνίδι.
Οι παίκτες και των δύο ομάδων, μαζί με χιλιάδες οπαδούς στις κερκίδες, ξέσπασαν σε ένα παρατεταμένο, όρθιο χειροκρότημα, ενώ οι ποδοσφαιριστές της Ουρακάν αγωνίστηκαν φορώντας τις χαρακτηριστικές κατεβασμένες κάλτσες, όπως ακριβώς έπαιζε πάντα.
Στο Στάδιο Madre de Ciudades τοποθετήθηκε ένα εντυπωσιακό, μεγάλων διαστάσεων άγαλμα του στο υπερσύγχρονο στάδιο της γενέτειράς του, στο Σαντιάγο ντελ Εστέρο, τιμώντας τον ως έναν από τους ελάχιστους Παγκόσμιους Πρωταθλητές που έβγαλε η επαρχία.
Επίσης φιλοτεχνήθηκαν ειδικές προτομές με τη μορφή του, οι οποίες κοσμούν εσωτερικούς χώρους των γηπέδων όπου λατρεύτηκε. Στο γήπεδο της αγαπημένης του Εξκουρσιονίστας, δημιουργήθηκε μια τεράστια εμβληματική τοιχογραφια που απεικονίζει τον Χάουζμαν πλάι στον Ντιέγκο Μαραντόνα, ενώνοντας τους δύο «επαναστάτες» των αργεντίνικων γηπέδων.
Στο Tomás Adolfo Ducó, οι εξωτερικοί και εσωτερικοί τοίχοι του γηπέδου της Ουρακάν βάφτηκαν με τη μορφή του, ώστε κάθε οπαδός που μπαίνει στο στάδιο να αντικρίζει το αιώνιο «7» της ομάδας.
Η Ουρακάν εξέδωσε ειδικό αναμνηστικό βιβλίο-λεύκωμα προς τιμήν του με τίτλο «René Houseman: Un wing en la selección del cielo» (Ένα εξτρέμ στην εθνική ομάδα του ουρανού), συγκεντρώνοντας σπάνιες ιστορίες και φωτογραφίες από τη ζωή του.
