www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

14/9/26

Ταρκίσιο Μπούρνιτς Ο "βράχος"

Μπορεί να μην διέθετε την μεγάλη τεχνική κατάρτιση όμως ο Ταρκίσιο Μπούρνιτς ήταν ένας εργάτης που διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις επιτυχίες της Ίντερ αλλά και της Εθνικής Ιταλίας. Ο "βράχος" όπως τον "ονόμασε" ο συμπαίκτης του στους "νερατζούρι" Αρμάντο Πίκι όταν σε μια σύγκρουση του Κάρλο Νοβέλι με τον Μπούρνιτς ο Νοβέλι ανέφερε χαρακτηριστικά ότι αισθάνθηκε ότι έπεσε πάνω σε βράχο.


Γεννήθηκε στις 25 Απριλίου του 1939 στην πόλη Ρούντα της επαρχίας του Ούντινε και είχε αυστριακές ρίζες από την πλευρά του πατέρα του. Ξεκίνησε από τις μικρές ομάδες της Ουντινέζε έχοντας μάλιστα ως συμπαίκτη του τον Ντίνο Τζόφ και στις 2 Ιουνίου του 1959 έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο απέναντι στην Μίλαν. 

Με τους "φριουλάνι" στην διετία 1958-1960 αγωνίστηκε σε 16 παιχνίδια, όμως παρά τον μικρό αριθμό συμμετοχών, το αδιαμφισβήτητο ταλέντο και η τρομερή σωματική του διάπλαση τράβηξαν αμέσως το ενδιαφέρον των μεγάλων ομάδων.

Το καλοκαίρι του 1960 ύστερα από εισήγηση του Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι η Γιουβέντους τον αγόρασε, παρότι την πρώτη του χρονιά κατέκτησε το Πρωτάθλημα του 1961, δεν μακροημέρευσε στο Τορίνο, έχοντας 14 συμμετοχές.

Οι ιθύνοντες του συλλόγου θεωρούσαν ότι δεν ταίριαζε στο αγωνιστικό στυλ συν το γεγονός ότι εξέφραζαν κάποιες ανησυχίες για τα μάτια του. Έτσι όταν οι  "μπιανκονέρι" ενδιαφέρθηκαν για τον γκολκίπερ της Παλέρμο Ρομπέρτο Αντσολίν ανάμεσα στα ανταλλάγματα ήταν και αυτό του Μπούρνιτς παραχωρώντας τα πλήρη δικαιωματά του.

Άν και μετακόμισε στη Σικελία με σχετική απροθυμία, αποτέλεσε το πραγματικό ξεπέταγμα της καριέρας του. Καθιερώθηκε αμέσως ως βασικός, έπαιξε 31 ματς και πέτυχε το πρώτο γκολ της καριέρας του στη Serie A, το οποίο μάλιστα σημείωσε με εκτέλεση φάουλ εναντίον της ίδιας της Γιουβέντους στις 18 Φεβρουαρίου 1962, παίρνοντας έτσι μια μικρή ρεβάνς από την πρώην του ομάδα.

Μάλιστα η Παλέρμο κατάφερε στο τέλος της σεζόν να τερματίσει πιο πάνω από την ομάδα από το Πιεμόντε. Το καλοκαίρι του 1962, ο Μπούρνιτς ήταν ένα από τα πιο περιζήτητα ονόματα νεαρών αμυντικών στην Ιταλία, φιλολογικό ενδιαφέρον και κρούσεις είχαν υπάρξει από τη Ρόμα, αλλά και από τη Μίλαν, η οποία έψαχνε σταθερά παίκτες για την οπισθοφυλακή της.

 Η Γιουβέντους, η οποία διατηρούσε καλές σχέσεις με το Παλέρμο λόγω της προηγούμενης ανταλλαγής, εξέτασε στιγμιαία το ενδεχόμενο να τον ζητήσει πίσω, μετανιώνοντας που τον άφησε να φύγει τόσο εύκολα. Ωστόσο, η Ίντερ και ο πρόεδρός της, Άντζελο Μοράτι, κινήθηκαν με απόλυτη ταχύτητα, ικανοποίησαν αμέσως τις απαιτήσεις του Παλέρμο και έκλεισαν τη συμφωνία με συνοπτικές διαδικασίες, προτού προλάβει να αναπτυχθεί κάποιο άλλο επίσημο «παζάρι».

Με το ποσό των 100 εκατομμυρίων λιρετών θα τον εντάξει στο δυναμικό της και θα αποτελέσει σημαντικό κομμάτι της "Grande Inter" που δημιούργησε ο Χελένιο Χερέρα αγωνιζόμενος σε όλες τις θέσεις της άμυνας από δεξιός μπακ και στόπερ μέχρι και λίμπερο.

Θα παραμείνει στους "μπενεαμάτα" δώδεκα ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1974 έχοντας 467 συμμετοχές σε όλες τις διοργανώσεις, 8ος στην σχετική λίστα έχοντας πετύχει και 6 γκολ. Κατέκτησε 4 Πρωταθλήματα Ιταλίας το 1963, το 1965, το 1966,το 1971, 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1964 και το 1965 και 2 Διηπειρωτικά Κύπελλα το 1964 και το 1965, ενώ ήταν φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1967 και το 1972.

Το 1974 είχε κλείσει τα 35 του χρόνια και η χρυσή γενιά της «Grande Inter» είχε αρχίσει να αποδομείται σταδιακά, καθώς η ομάδα είχε μείνει μακριά από τους τίτλους για τρία χρόνια μετά το πρωτάθλημα του 1971 και η  διοίκηση πίστευε ότι ο κύκλος του είχε κλείσει.

 Κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1974 στη Δυτική Γερμανία, ο Μπούρνιτς υπέστη έναν πολύ σοβαρό τραυματισμό κάταγμα. Οι ιθύνοντες της Ίντερ θεώρησαν ότι ένας παίκτης 35 ετών, μετά από έναν τέτοιο τραυματισμό, δύσκολα θα επέστρεφε στο κορυφαίο επίπεδο, επιλέγοντας έτσι να τον αφήσουν ελεύθερο.

Ο προπονητής της Νάπολι, Λουίς Βινίτσιο, πήρε ένα τεράστιο ρίσκο και τον ζήτησε στην ομάδα του, πιστεύοντας ότι η εμπειρία του θα ήταν πολύτιμη για το πρωτοποριακό σύστημα «ολοκληρωτικού ποδοσφαίρου» (με άμυνα ζώνης) που ήθελε να εφαρμόσει.

Άν και στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί εντούτοις όταν βρήκε τα πατήματα του δεν έχασε παιχνίδι στο Πρωτάθλημα στις δύο πρώτες σεζόν. Στον ιταλικό νότο άλλαξε θέση, καθιερώθηκε ως λίμπερο και πραγματοποίησε τρεις εκπληκτικές γεμάτες σεζόν (1974–1977). 

Οδήγησε τη Νάπολι στη 2η θέση του πρωταθλήματος, χάνοντας τον τίτλο οριακά από τη Γιουβέντους και στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας το 1976 απέναντι στην Βερόνα, ενώ την σεζόν 1976-77 έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων.

Στους "παρτενοπέι" θα ολοκληρώσει την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1977 έχοντας 125 συμμετοχές πετυχαίνοντας 1 γκολ. Παρά την εξαιρετική φυσική του κατάσταση που του επέτρεψε να παίξει 3 γεμάτες σεζόν, στα 38 του χρόνια το σώμα του άρχισε να δείχνει σημάδια κόπωσης από τις δεκαετίες πρωταθλητισμού στη Serie A.

Έχοντας εκπληρώσει τον στόχο του να αποδείξει μετά την Ίντερ, ότι παρέμενε κορυφαίος, ήθελε να σταματήσει προτού αρχίσει η αγωνιστική του φθίνουσα πορεία. Είχε ήδη αποφασίσει ότι το επόμενο βήμα του ήταν στους πάγκους.

Μετείχε στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης το 1960 και στις 10 Νοεμβρίου του 1963 στην Ρώμη απέναντι στην Σοβιετική Ένωση για την προκριματική φάση του Κυπέλλου Εθνών φόρεσε για πρώτη φορά την φανέλα της "σκουάντρα ατζούρα". Ήταν στην αποστολή για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 στην Αγγλία όπου συμμετείχε σε δύο παιχνίδια απέναντι στην Χιλή και την Σοβιετική Ένωση.

Αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης το 1968 "εντός έδρας" αγωνιζόμενος και στα τρία παιχνίδια της τελικής φάσης απέναντι σε Σοβιετική Ένωση και Γιουγκοσλαβία αντίστοιχα, ενώ το 1970 στο Μεξικό πήρε μέρος και στα έξι παιχνίδια της διοργάνωσης πετυχαίνοντας ένα γκολ ιδιαίτερα κρίσιμο στον ημιτελικό απέναντι στην Δυτική Γερμανία ισοφαρίζοντας σε 2-2 στην παράταση. 

Οι "ατζούρι" πέρασαν στον τελικό όμως η Βραζιλία επικράτησε με 4-1, μάλιστα ήταν τέτοια η ανωτερότητα της "σελεσάο" με τον ίδιο να δηλώνει χαρακτηριστικά: "Πριν τον αγώνα έλεγα ότι και αυτοί άνθρωποι είναι με σάρκα και οστά, αποδείχτηκε όμως ότι έκανα λάθος". 

Τρίτη και τελευταία παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελλο το 1974 στην Δυτική Γερμανία όπου πήρε μέρος σε τρία παιχνίδια απέναντι σε Αιτή, Αργεντινή και Πολωνία. Απέναντι στους Ανατολικοευρωπαίους στις 23 Ιουνίου στην Στουτγκάρδη θα γίνει αναγκαστική αλλαγή λόγω τραυματισμού γράφοντας με αυτό τον άδοξο τρόπο τον επίλογο στην Εθνική Ιταλίας με 66 συμμετοχές και 2 γκολ.

Πλούσια και η προπονητική του καριέρα χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία, ξεκινώντας από την Λιβόρνο και την πρώτη θητεία απο την 1η Ιουλίου 1978 έως τις 30 Ιουνίου 1980. Την σεζόν 1978-79 τερμάτισε στην 9η θέση της Serie C1 (Γκρουπ Β), καταγράφοντας στο πρωτάθλημα 6 νίκες, 20 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Την σεζόν 1979-80, πραγματοποίησε εξαιρετική πορεία χάρη σε μια γρανιτένια άμυνα δέχθηκε μόλις 11 γκολ), χάνοντας την άνοδο στη Serie B για μόλις δύο βαθμούς καταλαμβάνοντας την 3η θέση και σε 68 αγώνες είχε 18 νίκες, 36 ισοπαλίες και 14 ήττες.

Από την 1η Ιουλίου 1980 έως τις 30 Ιουνίου 1981 ανέλαβε την Καταντζάρο η οποία ξεκίνησε ως το απόλυτο αουτσάιντερ για τον υποβιβασμό, όμως ο Μπούρνιτς δημιούργησε μια εξαιρετική ομάδα. Μάλιστα, την 5η αγωνιστική του πρωταθλήματος, η ομάδα βρέθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της στην 1η θέση της βαθμολογίας της Serie A.

Τερμάτισε στην εντυπωσιακή 7η θέση, που αποτέλεσε την κορυφαία επίδοση του συλλόγου για ολόκληρο τον 20ό αιώνα και σε 34 αγώνες είχε 8 νίκες, 17 ισοπαλίες και 9 ήττες. Μετά την άκρως επιτυχημένη χρονιά στην Καταντζάρο, η μεθοδικότητά του τράβηξε το ενδιαφέρον μεγαλύτερων συλλόγων.

Την 1η Ιουλίου 1981 ανέλαβε την Μπολόνια και παρέμεινε μέχρι τις 15 Μαρτίου 1982, μετά την 22η αγωνιστική του πρωταθλήματος, όπου αντικαταστάθηκε από τον Φραντσέσκο Σανκίνι και σε 26 αγώνες είχε 5 νίκες, 11 ισοπαλίες και 10 ήττες.

Παρά το αρνητικό αγωνιστικό αποτέλεσμα, το πέρασμα του από την Μπολόνια έμεινε στην ιστορία για μια εξαιρετικά θαρραλέα απόφαση, ήταν ο προπονητής που ανακάλυψε και καθιέρωσε στην πρώτη ομάδα τον 16χρονο τότε Ρομπέρτο Μαντσίνι. 

Του έδωσε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στη Serie A στις 13 Σεπτεμβρίου 1981, με τον Μαντσίνι να αναδεικνύεται σε πρώτο σκόρερ της ομάδας εκείνη τη σεζόν με 9 γκολ. Την 1η Ιουλίου 1982 ανέλαβε την Κόμο και παρέμεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1984 και σε 85 παιχνίδια είχε 32 νίκες, 37 ισοπαλίες και 16 ήττες.

Στην πρώτη του χρονιά, η Κόμο άγγιξε την άνοδο αλλά την έχασε στις λεπτομέρειες, τερματίζοντας ισόβαθμη στην 5η θέση με την Κατάνια, ενώ την σεζόν 1983/84, ήρθε η δικίωση αφού με όπλο την εξαιρετική της αμυντική λειτουργία, η Κόμο τερμάτισε στη 2η θέση (πίσω από την Αταλάντα) και πανηγύρισε την απευθείας άνοδο στη Serie A.

Απο την 1η Ιουλίου 1984 έως τις 30 Ιουνίου 1986 ανέλαβε την Τζένοα και σε 86 παιχνίδια είχε 28 νίκες, 37 ισοπαλίες και 21 ήττες. Την σεζόν 1984-85 είχε μια μέτρια χρονιά με πολλές ισοπαλίες, ενώ την σεζόν 1985-86, παρουσιάστηκε βελτιωμένη, αλλά έμεινε 5 βαθμούς μακριά από τις θέσεις της ανόδου.

Το συμβόλαιο του ολοκληρώθηκε αποχώρησε για να αναλάβει την Βιτσέντζα την 1η Ιουλίου 1986 και παρέμεινε μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 1987 με την ολοκλήρωση της 21ης αγωνιστικής και σε 26 αγώνες είχε 4 νίκες, 13 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Από την 1η Ιουλίου έως τις 25 Οκτωβρίου 1988 ανέλαβε για δεύτερη φορά την Καταντζάρο στη Serie B, όμως μετά από μόλις 7 αγωνιστικές στο πρωτάθλημα, λόγω κακών αποτελεσμάτων, λύθηκε η συνεργασία του και σε 12 αγώνες είχε 1 νίκη, 4 ισοπαλίες και 7 ήττες και συνολικά σε 46 αγώνες είχε 9 νίκες, 24 ισοπαλαίες και 13 ήττες.

Στις 26 Οκτωβρίου του 1988 μετά την 3η αγωνιστική ανέλαβε για δεύτερη φορά την Κόμο και παρέμεινε μέχρι τις 21 Φεβρουαρίου 1989 όταν και απολύθηκε μετά την 18η αγωνιστική και σε 17 αγώνες είχε 2 νίκες, 6 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Απο την 1η Ιουλίου 1989 έως τις 30 Ιουνίου 1991 ανέλαβε την Κρεμονέζε και σε 88 αγώνες είχε 25 νίκες, 37 ισοπαλίες και 26 ήττες. Την σεζόν 1989-90 πάλεψε σκληρά στην πρώτη κατηγορία, αλλά υποβιβάστηκε τερματίζοντας στην προτελευταία θέση, ενώ την σεζόν 1990-91 στηρίχθηκε από τη διοίκηση και την επόμενη χρονιά οδήγησε την ομάδα στην άμεση επιστροφή στη Serie A, τερματίζοντας στην 3η προνομιούχο θέση.

Επίσης έκανε εξαιρετικές πορείες στο Κύπελλο υπό τις οδηγίες του Μπούρνιτς και τις δύο χρονιές, φτάνοντας μέχρι τη φάση των «16» (το 1989/90 αποκλείστηκε από τη Νάπολι και το 1990/91 από τη Σαμπντόρια).

Απο τις 25 Φεβρουαρίου έως τις 30 Ιουνίου 1992 ανέλαβε την Σαλερνιτάνα και σε 13 αγώνες είχε 4 νίκες, 5 ισοπαλίες και 4 ήττες. Τερμάτισε τελικά στην πρώτη εφτάδα του βαθμολογικού πίνακα και παρά το γεγονός ότι η διοίκηση προσπάθησε να τον πείσει να ανανεώσει το συμβόλαιό του, αρνήθηκε ειλικρινώς, δηλώνοντας ότι οι απαιτήσεις για πρωταθλητισμό την επόμενη χρονιά δεν συμβάδιζαν με το τότε διαθέσιμο μπάτζετ του συλλόγου, και έτσι αποχώρησε.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1992 ανέλαβε για τρίτη φορά την Κόμο με σκοπό τη διάσωση της ομάδας, καθώς είχε ξεκινήσει καταστροφικά τη χρονιά. Κατάφερε να σταθεροποιήσει άμεσα την ομάδα μέσω της γνωστής του αμυντικής προσέγγισης, περιορίζοντας τις ήττες στο ελάχιστο μόλις 4 σε 24 ματς

Η Κόμο τερμάτισε τελικά στην 6η θέση του βαθμολογικού πίνακα της Serie C1 (Group A), εξασφαλίζοντας μια απόλυτα ήρεμη παραμονή, έχοντας σε 24 αγώνες, 9 νίκες, 11 ισοπαλίες και 4 ήττες και συνολικά σε 126 αγώνες είχε 43 νίκες, 54 ισοπαλίες και 29 ήττες. 

Μετά τη λήξη του συμβολαίου του στις 30 Ιουνίου του 1993, ο Μπούρνιτς έμεινε εκτός πάγκων για έναν χρόνο και ξεκίνησε η δεύτερη θητεία του στην Λιβόρνο απο την 1η Ιουλίου 1994 έως τις 30 Ιουνίου 1995, επιστρέφοντας στον σύλλογο 14 χρόνια μετά για να τον καθοδηγήσει στη Serie C2 για μία πλήρη σεζόν. 

Η ομάδα είχε καλή πορεία, τερματίζοντας στην 4η θέση της κανονικής διάρκειας, αλλά αποκλείστηκε στα Play-off ανόδου από την Καστελάνα και σε 34 αγώνες είχε 15 νίκες, 13 ισοπαλίες και 6 ήττες και συνολικά σε 104 αγώνες είχε 33 νίκες, 49 ισοπαλίες και 22 ήττες.

Την 1η Ιουλίου 1995 ανέλαβε την Φότζια και στις 11 Μαρτίου 1996 απολύθηκε, αλλά την 1η Ιουλίου επανήρθε και παρέμεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1997 και σε 66 αγώνες είχε 21 νίκες, 24 ισοπαλίες και 21 ήττες.

Την σεζόν 1995-96 μέχρι την απόλυση, η ομάδα είχε μια ασταθή πορεία, γεγονός που οδήγησε τη διοίκηση να τον αντικαταστήσει προσωρινά με τον Μενίτσιο. Όμως η διοίκηση τον κάλεσε πίσω το καλοκαίρι του 1996, σταθεροποίησε την ομάδα και την οδήγησε σε μια άνετη παραμονή στη μέση του πίνακα.

Την 1η Ιανουαρίου 1998 επέστρεψε στην Τζένοα όταν και αντικατέστησε τον Κλαούντιο Μαζέλι κατά τη διάρκεια της χριστουγεννιάτικης διακοπής και παρέμεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1998 και σε 23 αγώνες είχε 10 νίκες, 7 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Όταν ανέλαβε οι "γκριφόνι" βρισκόταν στην προτελευταία θέση της βαθμολογίας, αντιμετωπίζοντας άμεσο κίνδυνο υποβιβάσματος στην τρίτη κατηγορία. Με την έλευσή του, η ομάδα πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό σερί, συγκεντρώνοντας 20 βαθμούς στους πρώτους οκτώ αγώνες του. 

Αυτό το ντεμαράζ την απομάκρυνε οριστικά από τις επικίνδυνες θέσεις και την έφερε κοντά στη ζώνη της ανόδου, τερματίζοντας τελικά στην ασφαλή 9η θέση του βαθμολογικού πίνακα. Παρά την επιτυχία, το συμβόλαιό του δεν ανανεώθηκε για την επόμενη χρονιά και αντικαταστάθηκε από τον Τζουζέπε Πίλον, έχοντας συνολικά σε 109 παιχνίδια είχε 38 νίκες, 44 ισοπαλίες και 27 ήττες.

Στην Λουκέζε είχε ένα πολύ επεισοδιακό πέρασμα αφού απολύθηκε και επέστρεψε μέσα στην ίδια χρονιά, απο την 1η Ιουλίου 1998 έως τις  12 Οκτωβρίου 1998 όταν και απολύθηκε μετά την 6η αγωνιστική και αντικαταστάθηκε από τον Τζουζέπε Παπαδόπουλο και απο τις 16 Μαρτίου 1999 έως τις  30 Ιουνίου 1999 όταν και επέστρεψε στην 28η αγωνιστική μέχρι το τέλος του πρωταθλήματος.

Συνολικά σε 21 αγώνες είχε 5 νίκες, 5 ισοπαλίες και 11 ήττες και παρά την επιστροφή  στο τιμόνι τον Μάρτιο του 1999 και κάποιες σκόρπιες νίκες, η Λουκέζε δεν κατάφερε να αποφύγει τη μοιραία τροχιά και υποβιβάστηκε στη Serie C1, τερματίζοντας στη 19η θέση.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2000 ανέλαβε την Τερνάνα στην 24η αγωνιστική του πρωταθλήματος και παρέμεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου του 2000 και σε 15 παιχνίδια είχε 4 νίκες, 7 ισοπαλίες και 4 ήττες. Εφάρμοσε αμέσως τη γνωστή του αμυντική τακτική, μετατρέποντας την Τερνάνα σε μια ομάδα εξαιρετικά δύσκολη να ηττηθεί (έφερε 7 ισοπαλίες σε 15 ματς). 

Με αυτόν τον απολογισμό, η ομάδα μάζεψε τους απαραίτητους βαθμούς, απέφυγε τις περιπέτειες και τερμάτισε στη 10η θέση του βαθμολογικού πίνακα, εξασφαλίζοντας μια άνετη παραμονή. Στις 31 Ιανουαρίου 200, αντικατέστησε στον πάγκο της Πεσκάρα τον Τζιοβάνι Γκαλεόνε μετά την 20ή αγωνιστική αλλά στις 12 Φεβρουαρίου 2001, απολύθηκε μετά από μόλις δύο αγώνες πρωταθλήματος, με ισάριθμες ήττες, παραδίδοντας τα ηνία στον Ντέλιο Ρόσι.

Μετά από αυτό το πολύ σύντομο και ατυχές πέρασμα, αποφάσισε σε ηλικία 62 ετών να αποσυρθεί οριστικά από τους πάγκους, κλείνοντας έναν μεγάλο κύκλο προσφοράς στο ιταλικό ποδόσφαιρο. Ήταν επικεφαλής σκάουτερ στην Ίντερ, μετά από πρόσκληση του προέδρου Μάσιμο Μοράτι. Ανέλαβε τον ρόλο του συμβούλου μεταγραφών και του επικεφαλής σκάουτερ, ταξιδεύοντας για να εντοπίσει νεαρά ταλέντα.

 Εργάστηκε ως τεχνικός και αθλητικός σύμβουλος σε μικρότερες ιταλικές ομάδες, όπως η Βιτσέντζα και η Σπέτσια, βοηθώντας στην οργάνωση των ακαδημιών τους. Συμμετείχε περιστασιακά ως σχολιαστής σε ιταλικά αθλητικά δίκτυα, ενώ κατέθετε την άποψή του για την εξέλιξη της αμυντικής τακτικής στο σύγχρονο ποδόσφαιρο.

Στις 26 Μάϊου του 2021 υπέστη εγκεφαλικό, εισήχθη στο νοσοκομείο Σαν Καμίγιο στο Φόρτε Ντει Μάρμι στην νότια Τοσκάνη αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών. Η κηδεία του τελέστηκε την επόμενη κιόλας ημέρα, την Πέμπτη 27 Μαΐου 2021, στον ιερό ναό του Σαν Τζοβάνι Μπόσκο στο Βιαρέτζιο.

Πάνω στο φέρετρό του τοποθετήθηκε η σημαία της Ίντερ, της ομάδας με την οποία ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος, καθώς και μι φανέλα της Εθνικής Ιταλίας με το αγαπημένο του νούμερο «2». Στην τελετή έδωσαν το «παρών» εμβληματικές προσωπικότητες του ιταλικού ποδοσφαίρου, όπως ο πρώην πρόεδρος της Ίντερ Μάσιμο Μοράτι, ο πρώην ομοσπονδιακός προπονητής Μαρτσέλο Λίπι, ο παλιός του συμπαίκτης στην εθνική Τζανκάρλο Ντε Σίστι, και ο Τζανφελίτσε Φακέτι γιος του αχώριστου φίλου και συμπαίκτη του, Τζασίντο Φακέτι.

Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος (Euro 2020), το οποίο διεξήχθη το καλοκαίρι του 2021 λόγω πανδημίας), η Εθνική Ιταλίας αγωνίστηκε με μαύρα περιβραχιόνια στην πρεμιέρα της και τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του και οι παίκτες αφιέρωσαν τη μετέπειτα κατάκτηση του τροπαίου και στη δική του γενιά.

Η Ίντερ εξέδωσε μια συγκινητική επίσημη ανακοίνωση, χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «ιδανικό σύμμαχο και τον πιο αλύγιστο ιππότη» της ιστορίας της, ενώ το όνομά του μνημονεύεται έκτοτε σταθερά στο Hall of Fame του συλλόγου.

Ο δήμος της γενέτειράς του, Ρούντα, καθώς και η πρώτη του ομάδα, η Ουντινέζε, διοργάνωσαν εκδηλώσεις μνήμης, ενώ δόθηκε το όνομά του σε τοπικά αθλητικά κέντρα και τουρνουά υποδομών της περιοχής, αναδεικνύοντάς τον ως πρότυπο ταπεινότητας και εργατικότητας για τους νέους αθλητές.






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...