Δεν είναι και λίγο πράγμα να μένεις στην ιστορία ως ο άνθρωπος που αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ στην πρώτη διοργάνωση του Παγκοσμίου Κυπέλλου που φιλοξενήθηκε στο Μοντεβιδέο το 1930. Ο λόγος για τον Γκιγιέρμο Στάμπιλε μία από τις κορυφαίες προσωπικότητες του αργεντίνικου ποδοσφαίρου τόσο ως ποδοσφαιριστής αλλά και ως προπονητής.
Γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1905 στην συνοικία Parque Patricios του Μπουένος Άιρες και απο νωρίς διακρινόταν για την ταχύτητα, την ευκινησία ήταν ότι χρειάζεται για να αγωνιστεί στο αριστερό άκρο της επίθεσης.
Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ομάδα της γειτονιάς του την Σπόρτιγκ Μετάν, οπού εκεί το 1920, θα τον εντοπίσει ο σκάουτερ της Ουρακάν και παρά το νεαρό της ηλικίας του θα γίνει βασικό στέλεχος της ομάδας και στην πρώτη του γεμάτη χρονιά θα πετύχει ούτε λίγο ούτε πολύ 48 γκολ.
Θα κατακτήσει δύο Πρωταθλήματα το 1925 όπου θα πετύχει 28 τέρματα, τα 10 απο αυτά στα τελευταία τέσσερα παιχνίδια και το 1928 και το τουρνουά Κόπα Ιμπαργκουρέν το 1925. Συνολικά με την ¨γκλόμπο" θα πετύχει σε 119 παιχνίδια 102 τέρματα μέχρι και το 1930.
Ήταν από τους πρώτους Αργεντίνους που δοκίμασαν την τύχη τους στο εξωτερικό μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1930. Η Τζένοα, η οποία εκείνη την περίοδο βρισκόταν σε αγωνιστική κρίση, αποφάσισε να κάνει μια τεράστια οικονομική υπέρβαση
Η Ουρακάν δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί οικονομικά τους Ιταλούς, καθώς το ποδόσφαιρο στην Αργεντινή βρισκόταν ακόμη στο ερασιτεχνικό του στάδιο, ο επίσημος επαγγελματισμός ήρθε το 1931. Οι Γενοβέζοι προσέφεραν το ποσό των 25.000 πέσος για να τον αποκτήσουν, ένα αστρονομικό ποσό για τα δεδομένα της εποχής στην Ουρακάν και ένα εξαιρετικά πλουσιοπάροχο συμβόλαιο στον ίδιο τον παίκτη, με αποτέλεσμα ο Στάμπιλε να μην μπορεί να αρνηθεί τη μεταγραφή.
Ένας καθοριστικός παράγοντας που διευκόλυνε τη μεταγραφή ήταν η καταγωγή του, η φασιστική κυβέρνηση της Ιταλίας εκείνη την περίοδο απαγόρευε την παρουσία ξένων παικτών στο ιταλικό πρωτάθλημα.
Ωστόσο, επέτρεπε κατ' εξαίρεση τη μεταγραφή παικτών από τη Νότια Αμερική που είχαν ιταλικές ρίζες (Oriundi). Ο Στάμπιλε είχε ιταλική καταγωγή, οπότε απέκτησε αμέσως το δικαίωμα να αγωνιστεί ως «ντόπιος».
Άν και ξεκίνησε εντυπωσιακά υπέστη συντριπτικό κάταγμα κνήμης και περόνης στο δεξί του πόδι σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στη Σπάρτα Πράγας. Έμεινε εκτός γηπέδων για περισσότερο από έναν χρόνο σχεδόν 14 μήνες, προκειμένου να αποκατασταθεί το οστό.
Βασιζόταν στην τρομερή του έκρηξη και το σπάσιμο αυτό τον ανάγκασε να αλλάξει στυλ παιχνιδιού, καθώς δεν απέκτησε ποτέ ξανά την ίδια σπιρτάδα. Κατα την διάρκεια της αποχής του απο τους αγωνιστικούς χώρους άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα προπονητικής και τακτική και μάλιστα την περίοδο 1931-1932 ήταν βοηθός του Λουίτζι Μπουρλάντο.
Όταν επέστρεψε, υπέστη εκ νέου κάταγμα στο ίδιο πόδι σε αγώνα κόντρα στην Αλεσάντρια και συνολικά είχε 41 εμφανίσεις και 16 τέρματα. Μάλιστα ο τραυματισμός λέγεται ότι ήταν ο λόγος που δεν προχώρησε η ιταλοποίηση του ενόψει του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ιταλίας το 1934 μιας και ήταν θαυμαστής του ο Μπενίτο Μουσολίνι.
Το καλοκαίρι του 1935, Τζένοα και Νάπολι ήρθαν σε συμφωνία για ανταλλαγή του Στάμπιλε με τον Αντόνιο Βόγιακ. Λόγω των δύο πολύ σοβαρών καταγμάτων που είχε υποστεί τα προηγούμενα χρόνια στην Τζένοα, είχε χάσει την περίφημη έκρηξη και την ταχύτητα που τον έκαναν πρώτο σκόρερ στο Μουντιάλ του 1930.
Παρόλα αυτά, η ποδοσφαιρική του ευφυΐα του επέτρεψε να βοηθήσει σημαντικά στην ανάπτυξη του παιχνιδιού. Με τον Στάμπιλε στη σύνθεσή της, η Νάπολι πραγματοποίησε μια σταθερή χρονιά και τερμάτισε στην 8η θέση του ιταλικού πρωταθλήματος και σε 20 συμμετοχές πέτυχε 3 γκολ.
Δεν κατάφερε να καθιερωθεί ως ο ασταμάτητος σκόρερ του παρελθόντος, καθώς οι προηγούμενοι τραυματισμοί του είχαν κοστίσει σε ταχύτητα. Παρά τη μικρή του παραγωγικότητα, ως «αστέρας του Μουντιάλ», απολάμβανε τον σεβασμό των οπαδών στον ιταλικό Νότο.
Βλέποντας ότι το σκληρό και σωματικό στυλ παιχνιδιού της ιταλικής Serie A δεν ευνοούσε πλέον το ταλαιπωρημένο του πόδι, αποφάσισε με τη λήξη της σεζόν να μην ανανεώσει και να αναζητήσει ένα πιο βατό πρωτάθλημα
Δεν είχε πολλές επίσημες ή δελεαστικές προτάσεις από κορυφαίους συλλόγους, μετά τη μέτρια σεζόν του στη Νάπολι και το ιστορικό των δύο σοβαρών καταγμάτων στην Τζένοα, οι μεγάλες ιταλικές και ευρωπαϊκές ομάδες τον θεωρούσαν πλέον «τελειωμένο» ποδοσφαιρικά λόγω της απώλειας της ταχύτητάς του.
Η Ρεντ Σταρ Παρισιού ήταν η ομάδα που κινήθηκε με τη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και του πρόσφερε κάτι που κανένας άλλος σύλλογος δεν ήταν πρόθυμος να ρισκάρει εκείνη τη στιγμή: τον διπλό ρόλο του παίκτη-προπονητή.
Λέγεται έντονα στην ποδοσφαιρική ιστορία ότι ο ίδιος ο Ζιλ Ριμέ τότε πρόεδρος της FIFA και ιδρυτής της Ρεντ Σταρ ενεπλάκη προσωπικά στη μεταγραφή. Ήθελε να φέρει τον πρώτο σκόρερ του δικού του, παρθενικού Μουντιάλ στο Παρίσι, προσφέροντάς του μια διέξοδο για να ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα.
Ο Αργεντινός είχε ήδη αρχίσει να μελετά συστήματα τακτικής κατά τη διάρκεια των μηνών που ήταν τραυματίας στην Ιταλία. Η πρόταση της Ρεντ Σταρ ήταν ακριβώς αυτό που έψαχνε, καθώς του επέτρεπε να αγωνίζεται χωρίς την τεράστια πίεση της Serie A, κάνοντας παράλληλα τα πρώτα του επίσημα βηματα ως προπονητής
Στο Παρίσι παρέμεινε για μια τριετία απο το 1936 έως το 1939, αναλαμβάνοντας τον διπλό ρόλο του παίκτη-προπονητή και κατέγραψε συνολικά 35 συμμετοχές και 18 γκολ στις εγχώριες διοργανώσεις πρωταθλήματος.
Στην τελευταία του σεζόν στη Γαλλία, οδήγησε τη Ρεντ Σταρ στην κατάκτηση του πρωταθλήματος της Division 2 και στην πανηγυρική επιστροφή της στην πρώτη κατηγορία, όμως η επιτυχημένη του πορεία στην Ευρώπη έληξε απότομα το καλοκαίρι του 1939.
Λίγες εβδομάδες πριν από το επίσημο ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, πήρε το πλοίο της επιστροφής για την πατρίδα του, έχοντας πλέον αποκτήσει την απαραίτητη τεχνική εμπειρία για να αναλάβει αμέσως μετά την Εθνική Αργεντινής.
Η παρουσία του "El Filtrador" στην Εθνική Αργεντινής ήταν πολύ σύντομη αφού φόρεσε την φανέλα της μόνο σε 4 παιχνίδια πετυχαίνοντας 8 γκολ, όλα όμως ήταν στο πλαίσιο του 1ου Παγκοσμίου Κυπέλλου που διεξήχθη στην Ουρουγουάη το 1930 όπου αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ και συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη εντεκάδα του τουρνουά.
Μάλιστα δεν ήταν στις αρχικές επιλογές του εκλέκτορα Φρανσίσκο Ολαζάρ και δεν αγωνίστηκε καθόλου στην πρεμιέρα με την Γαλλία. Η απουσία όμως του βασικού επιθετικού Ρομπέρτο Τσέρο λόγω προβλήματος υγείας τον ανάγκασε να τον συμπεριλάβει στην αρχική εντεκάδα για το παιχνίδι με το Μεξικό και μέχρι την λήξη του τουρνουά δεν βγήκε από αυτήν.
Με αντίπαλο τους "πράσινους" πέτυχε χατ-τρικ για να ακολουθήσουν δύο γκολ απέναντι στην Χιλή, δύο γκολ στον ημιτελικό με τις ΗΠΑ, ενώ στον τελικό σκόραρε το 8ο του γκολ στην ήττα με 4-2 από τους οικοδεσπότες.
Ξεκίνησ ετην προπονητική του καριέρα απο την Σαν Λορέντζο απο τον Ιούλιο του 1939 έως τον Δεκέμβριο του 1940 και τη βοήθησε να πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακή αντεπίθεση, τερματίζοντας στη θέση του φιναλίστ πίσω από την πανίσχυρη Ιντεπεντιέντε.
Η δεύτερη χρονιά του ήταν πιο ασταθής, καθώς η ομάδα είχε σημαντικές μεταπτώσεις στην απόδοσή της και περιορίστηκε στο μέσον του βαθμολογικού πίνακα, γεγονός που οδήγησε και στη λήξη της συνεργασίας τους τον Δεκέμβριο έχοντας συνολικά σε 68 αγώνες, 33 νίκες, 12 ισοπαλίες και 23 ήττες.
Ανέλαβε την Εστουντιάντες απο την 1η Ιανουαρίου έως τις 6 Απριλίου 1940 αλλά αποχώρησε γρήγορα για να αναλάβει την Ουρακάν απ τις 7 Απριλίου 1940 έως τις 23 Απριλίου 1949. Σε 276 αγώνες είχε 121 νίκες, 60 ισοπαλίες και 95 ήττες και τερμάτισε στην 3η θέση του Πρωταθλήματος το 1942 και το 1943.
Κατέκτησε 3 εθνικά Κύπελλα το Copa Adrián C. Escobar το 1942 κόντρα στην Ρίβερ Πλέιτ, το Copa de Competencia Británica το 1944 επί της Μπόκα Τζούνιορς με 4-2 και το Copa Adrián C. Escobar το 1945.
Η πιο ιστορική στιγμή της θητείας του Στάμπιλε στην Ουρακάν δεν ήταν κάποιος τίτλος, αλλά η διαχείριση ενός νεαρού ποδοσφαιριστή. Το 1946, ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο παραχωρήθηκε ως δανεικός στην Ουρακάν από τη Ρίβερ Πλέιτ, καθώς δεν έβρισκε χώρο στη βασική της ενδεκάδα.
Ο Στάμπιλε διέκρινε αμέσως το σπάνιο ταλέντο του, τον έχρισε βασικό κεντρικό επιθετικό και του έδωσε την απόλυτη ελευθερία στο γήπεδο και υπό τις οδηγίες του ο Ντι Στέφανο πραγματοποίησε μια εκρηκτική χρονιά σημειώνοντας 10 γκολ σε 25 αγώνες, εκτοξεύοντας την καριέρα του.
Στις 24 Απριλίου 1949 ανέλαβε την Ρασίγκ Κλούμπ κάνοντας ντεμπούτο στον πάγκο στην 1η αγωνιστική του πρωταθλήματος του 1949, με εκτός έδρας νίκη 2-0 επί της Φέρο Καρίλ Οέστε και παρέμεινε μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου του 1960.
Καθοδήγησε την ομάδα σε 374 αγώνες και είχε 197 νίκες, 86 ισοπαλίες και 91 ήττες και κατέκτησε 3 συνεχόμενα Πρωταθλήματα το 1949, το 1950 και το 1951 σε αγώνες μπαράζ με την Μπάνφιλντ, ενώ είχε κατακτήσει το Copa de Competencia το 1945.
Παράλληλα με τις ομάδες είχε αναλάβει προπονητής της "αλμπισελέστε" κάνοντας ντεμπούτο με νίκη κόντρα στην Παραγουάη στις 14 Αυγούστου του 1939. Κατέκτησε 6 Κύπελλα Νοτίου Αμερικής(1941,1945,1946,1947,1955,1957), ενώ την οδήγησε και στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1958 στην Σουηδία.
Στις 15 Ιουνίου του 1958 παραιτήθηκε μετά τις βαριές ήττες απο Δυτική Γερμανία και Τσεχοσλοβακία, αλλά επέστρεψε απο τις 2 Μαρτίου έως τις 20 Μαρτίου του 1960 στο πλαίσιο του Παναμερικανικού Πρωταθλήματος στην Κόστα Ρίκα όπου και κατέκτησε την κορυφή.
Συνολικά έκατσε στον πάγκο σε 127 αναμετρήσεις έχοντας 85 νίκες,21 ισοπαλίες και 21 ήττες και είναι πρώτος στην λίστα των προπονητών με τα περισσότερα παιχνίδια.
Μετά το τέλος της προπονητικής του καριέρας το 1960, παρέμεινε ενεργός στο ποδόσφαιρο της πατρίδας του, διορίστηκε επίσημος διευθυντής της Εθνικής Σχολής Προπονητών Ποδοσφαίρου της Αργεντινής.
Από τη θέση αυτή, βοήθησε στη μόρφωση, την τακτική κατάρτιση και την ανάδειξη της επόμενης γενιάς Αργεντινών τεχνικών. Λόγω του τεράστιου κύρους του, υπήρξε σημείο αναφοράς για την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της χώρας μέχρι το τέλος της ζωής του.
Στις 26 Δεκεμβρίου του 1966 σε ηλικία 61 ετών έφυγε απο την ζωή από καρδιακή ανακοπή. Η είδηση συγκλόνισε τη χώρα, καθώς παρέμενε ενεργός και εξαιρετικά σεβαστός από τη θέση του Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Προπονητών της Ομοσπονδίας.
Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκυνήμα στην έδρα της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αργεντινής, όπου χιλιάδες φίλαθλοι, παλιοί ποδοσφαιριστές, ανάμεσά τους και αστέρες που ο ίδιος είχε αναδείξει, όπως ο Αλφρέδο Ντι Στέφανο και παράγοντες όλων των μεγάλων συλλόγων συγκεντρώθηκαν για να του αποτίσουν φόρο τιμής.
Το περιοδικό El Gráfico, η «βίβλος» του αθλητισμού στην Αργεντινή, του αφιέρωσε ένα μνημειώδες πρωτοσέλιδο-αποχαιρετισμό τον Ιανουάριο του 1967 λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. Το κείμενο εκείνο θεσμοθετήθηκε στην κουλτούρα της χώρας ως ο «αθλητικός Επιτάφιος» του αργεντίνικου ποδοσφαίρου: «Στον Ντον Γκιγιέρμο Στάμπιλε, για μια ζωή απόλυτα παραδομένη στο ποδόσφαιρο... ένας ακέραιος αθλητής, μια διαδρομή γεμάτη εντιμότητα και θυσία»
Η κηδεία του είχε χαρακτήρα εθνικού γεγονότος, με τις σημαίες στα γήπεδα της Ουρακάν και της Ρασίνγκ Κλουμπ να κυματίζουν μεσίστιες. Στα μουσεία της Ρασίγκ και της Ουρακάν, υπάρχουν μόνιμα εκθέματα, προτομές και ιστορικές φωτογραφίες αφιερωμένες στον Στάμπιλε.
Στη Ρασίνγκ τιμάται ως ο αρχιτέκτονας του μοναδικού επαγγελματικού "Tricampeonato" (1949–1951), ενώ στην Ουρακάν ως το μεγαλύτερο παιδί του συλλόγου που επέστρεψε για να προσφέρει τίτλους.
Αμέσως μετά την επιστροφή της αποστολής από το Μουντιάλ του 1930, η γειτονιά του Parque Patricios στο Μπουένος Άιρες, διοργάνωσε μια συγκλονιστική υποδοχή. Του παραδόθηκε ένα ειδικό, λαϊκό τιμητικό μετάλλιο με την επιγραφή "A los Campeones Morales" (Στους Ηθικούς Πρωταθλητές).
Αν και δεν ήταν επίσημο βραβείο της FIFA, αυτή η κίνηση έμεινε στην ιστορία ως η ύψιστη αναγνώριση του λαού της Αργεντινής προς το πρόσωπό του, θεωρώντας ότι εκείνη η ομάδα άξιζε το τρόπαιο
Όταν αποχαιρέτησε την Ουρακάν το 1931 για να ταξιδέψει στην Ευρώπη, η διοίκηση του συλλόγου του παρέδωσε μια ορειχάλκινη τιμητική στατουέτα ενός ποδοσφαιριστή, η οποία κατασκευάστηκε ειδικά για να συμβολίζει τον «Απόλυτο Γκολτζή».
Αυτό το ιστορικό κειμήλιο, μαζί με το ασημένιο μετάλλιό του από το Μουντιάλ του 1930, δωρήθηκε αργότερα και εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Παγκόσμιο Μουσείο Ποδοσφαίρου της FIFA στη Ζυρίχη.
Η Εθνική Σχολή Προπονητών της Αργεντινής, την οποία διηύθυνε μέχρι τον θάνατό του, έχει ονομάσει αίθουσες και τιμητικά σεμινάρια προς τιμήν του, αναγνωρίζοντας ότι εκείνος έθεσε τις βάσεις για τη σύγχρονη τακτική κατάρτιση των Αργεντινών τεχνικών.
Στην Αργεντινή υπάρχει ένας ενεργός κύκλος ιστορικών, συγγραφέων και απογόνων του (συμπεριλαμβανομένου του δισέγγονού του, Γκαστόν), οι οποίοι έχουν ιδρύσει το "Cabildo Stabilista" (Συμβούλιο Σταμπιλιστών).
Η Επιτροπή Πολιτισμού της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Αργεντινής διοργανώνει τακτικά εκδηλώσεις μνήμης και τιμής, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η συγγραφή και έκδοση ενός ολοκληρωμένου, επίσημου βιογραφικού βιβλίου αποκλειστικά για τη ζωή και τα ρεκόρ του "Filtrador".
