www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

24/9/26

Αμέρικο Γκαγιέγκο "El Tolo"

Ο Americo Ruben "Tolo" Gallego ήταν από τους βασικούς συντελεστές στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978, και ένας από τους καλύτερους κεντρικούς αμυντικούς που ανέδειξε το αργεντίνικο ποδόσφαιρο. Επίσης σημαντική και η συνεισφορά του στην Ρίβερ Πλέιτ με την οποία κατέκτησε εγχώριους και διεθνείς τίτλους και σαν παίκτης αλλά και σαν προπονητής.

Γεννήθηκε στις 25 Απριλίου του 1955 στην πόλη Μαρτέρος της επαρχίας της Κόρντομπα και ξεκίνησε την καριέρα του στα τμήματα υποδομής της Νιούελς Όλντ Μπόις και σε ηλικία 19 ετών έκανε ντεμπούτο στις 15 Δεκεμβρίου του 1974 απέναντι στην Ταγιέρες και παρέμεινε στους "λεπρόζα" μέχρι και το 1980 έχοντας 262 συμμετοχές και 25 γκολ.

Όντας βασικό στέλεχος της Εθνικής Αργεντινής που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, η αξία του εκείνη την περίοδο βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της. Είχε ήδη συμπληρώσει  7 χρόνια προσφοράς, είχε δώσει τα πάντα στον σύλλογο και η επιθυμία του να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του έγινε σεβαστή από τη διοίκηση.

Άλλωστε, η Νιούελς βασιζόταν παραδοσιακά στο μοντέλο ανάδειξης παικτών από τις ακαδημίες και της μετέπειτα πώλησής τους στους πλούσιους συλλόγους του Μπουένος Άιρες ή του εξωτερικού για να συντηρηθεί οικονομικά και ήθελε να εξαργυρώσει την παρουσία του Γκαγιεγκο.

Η Μπόκα ενδιαφέρθηκε καθώς το δυναμικό και σκληροτράχηλο στυλ παιχνιδιού του ταίριαζε απόλυτα με την ποδοσφαιρική της κουλτούρα. Ωστόσο, η μεταγραφή δεν προχώρησε, καθώς η Μπόκα ξόδεψε όλα τα διαθέσιμα χρήματά της για να πραγματοποιήσει την ιστορική μεταγραφή του Ντιέγκο Μαραντόνα από την Αρχεντίνος Τζούνιορς.

Με την Μπόκα εκτός οικονομικής διεκδίκησης, η Ρίβερ Πλέιτ κατέθεσε την καλύτερη προσφορά και τον απέκτησε τελικά τον Αύγουστο του 1981. Σημαντικό ρόλο έπαιξε και ο αρχηγός της Ρίβερ (και μετέπειτα στενός του συνεργάτης), Ντανιέλ Πασαρέλα, τον οποίο ο Γκαγιέγκο πίεζε για καιρό ώστε να μεσολαβήσει για τη μεταγραφή του

Μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες και στην Ρίβερ Πλέιτ στην οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του το 1988. Κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα το National του 1981 και το 1986, το Copa Libertadores κόντρα στην Αμέρικα Ντε Κάλι, το Copa Intermaericana και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1986 κόντρα στην Στεάουα Βουκουρεστίου. Με τους "μιλιονάριος" αγωνίστηκε σε 203 παιχνίδια πετυχαίνοντας 11 γκολ.

Το ντεμπούτο του με την εθνική της χώρας του το έκανε στις 3 Αυγούστου του 1975 απέναντι στην Βενεζουέλα στο Καράκας για το Copa America. Ήταν βασικός και στα εφτά παιχνίδια της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 στην Αργεντινή χωρίς να πετύχει κάποιο γκολ, ενώ μόνο σε ένα παιχνίδι σε αυτό με το Περού, δεν έβγαλε ολόκληρο το ενενηντάλεπτο.

Αγωνίστηκε σε ένα παιχνίδι του Copa America του 1979 απέναντι στην Βραζιλία στο Μπουένος Άιρες και πήρε μέρος σε μία ακόμη τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας όπου πήρε μέρος σε τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης. Μάλιστα κόντρα στους Ιταλούς στις 29 Ιουνίου στο πρώτο παιχνίδι της δεύτερης φάσης των ομίλων εμφανίστηκε για τελευταία φορά με την "αλμπισελέστε" φτάνοντας συνολικά τις 73 έχοντας πετύχει και 3 γκολ.

Την προπονητική του καριέρα την ξεκίνησε ως βοηθός του Ντανιέλ Πασαρέλα την πενταετία 1989-1994, και όταν ο Πασαρέλα δέχτηκε να αναλάβει την εθνική ομάδα της Αργεντινής οι ιθύνοντες της "la banda" του πρότειναν την θέση του πρώτου τεχνικού. Αυτός τους έβγαλε "ασπροπρόσωπους" αφού με την πρώτη του κιόλας απόπειρα κατέκτησε αήττητος το Apertura του 1994.

Το 1995 εντάχθηκε στο προπονητικό τιμ του Πασαρέλα στην εθνική Αργεντινής, και επέστρεψε πάλι στην Ρίβερ Πλέιτ με την οποία κατέκτησε το Clausura του 2000. Το 1999 έφτασε μια ανάσα από την Ευρώπη έχοντας υπογράψει συμβόλαιο με την ισπανική Ρεάλ Μπέτις, όμως η μεταγραφή ακυρώθηκε την τελευταία στιγμή από την Ισπανική Ομοσπονδία επειδή δεν είχε συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια ως πρώτος προπονητής στην Αργεντινή.

Στις 9 Απριλίου 2002 ανέλαβε για πρώτη φορά την Ιντεπεντιέντε την οποία την οδήγησε στο Apertura του 2002 τον πρώτο της τίτλο ύστερα από οκτώ χρόνια "ξηρασίας". και αποχώρησε στις 27 Μαϊου του 2003, ύστερα απο 39 παιχνίδια με 17 νίκες, 11 ισοπαλίες και 11 ήτετς.

Επιστροφή στο Ροζάριο και στην Νιούελς Όλντ Μπόις στις 25 Φεβρουαρίου του 2004 και παρέμεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου 2005, οδηγώντας την στην κατάκτηση του Apertura του 2004,  ύστερα από 23 χρόνια απουσίας, ισοφαρίζοντας την επίδοση του Χοσέ Γιουδίκα να κατακτήσει το πρωτάθλημα με τρεις διαφορετικές ομάδες και σε 49 παιχνίδια είχε 19 νίκες, 14 ισοπαλίες και 16 ήττες. 

Μετά την κατάκτηση του Apertura 2004, η Νιούελς έπαιξε στο Clausura 2005, ομως ένιωθε ότι είχε ήδη εκπληρώσει την αποστολή του, επιστρέφοντας στον σύλλογο της καρδιάς του για να του χαρίσει έναν ιστορικό τίτλο μετά από 12 χρόνια ξηρασίας. Η διοίκηση της Νιούελς σεβάστηκε την επιθυμία του να δοκιμάσει την τύχη του στο εξωτερικό και η συνεργασία τους ολοκληρώθηκε ομαλά στις 30 Ιουνίου 2005.

Παρά το ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων της Αργεντινής (όπως η Σαν Λορέντζο), η Τολούκα εμφανίστηκε με μια ακαταμάχητη οικονομική πρόταση. Το μεξικάνικο πρωτάθλημα διέθετε τεράστια οικονομική ισχύ και η διοίκηση της Τολούκα του πρόσφερε ένα συμβόλαιο με αποδοχές που οι ομάδες της Αργεντινής δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν. 

Η άφιξή του στην Τολούκα τον Ιούλιο του 2005 δεν συνοδεύτηκε μόνο από ενθουσιασμό, αλλά και από έντονη κριτική. Τα μεξικάνικα ΜΜΕ και οι οπαδοί της ομάδας τον κατηγόρησαν αρχικά για αμυντικογενές στυλ παιχνιδιού, η τακτική του θεωρήθηκε υπερβολικά σκληρή και συντηρητική για τα δεδομένα του θεαματικού μεξικάνικου ποδοσφαίρου.

Δεν δίστασε να αφήσει στον πάγκο καθιερωμένους και ακριβοπληρωμένους παίκτες της ομάδας, επιλέγοντας να εμπιστευτεί νεαρούς και άπειρους ποδοσφαιριστές που ταίριαζαν καλύτερα στο πλάνο του. 

Το ρίσκο απέδωσε άμεσα καρπούς με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο, αφού στο πρώτο του κιόλας εξάμηνο οδήγησε την Τολούκα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος Μεξικού, κερδίζοντας στους τελικούς τη Μοντερέι για το Τorneo Apertura 2005.

Μάλιστα, ανακηρύχθηκε Καλύτερος Προπονητής του Πρωταθλήματος και ισοφάρισε το θρυλικό ρεκόρ του Αλφρέδο Ντι Στέφανο, γινόμενος ένας από τους ελάχιστους τεχνικούς που έχουν πάρει εγχώριο πρωτάθλημα με 4 διαφορετικές ομάδες.

Την επόμενη σεζόν ήταν φιναλίστ αλλά έχασε το τρόπαιο ααπο την Τσίβας Γκουαδαλαχάρα, όπως κα στον τελικό του Champions Cup της CONCACAF όπου ηττήθηκε απο την Κλαμπ Αμέρικα, ενώ κατέκτησε το Campeon de Campeones του 2006.

Υπέβαλε την παραίτησή του το βράδυ της 8ης Μαΐου 2007, η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ο αποκλεισμός της Τολούκα στη φάση των «16» του Copa Libertadores από την Κούκουτα Ντεπορτίβο της Κολομβίας. Παρά τη νίκη της Τολούκα με 2-0 στη ρεβάνς, η βαριά ήττα με 5-1 στο πρώτο ματς έφερε τον αποκλεισμό και σήμανε το τέλος του κύκλου του.

Η ομάδα είχε πραγματοποιήσει μια αρκετά «γκρίζα» και ασταθή πορεία στο πρωτάθλημα Clausura 2007 του Μεξικού. Στις δηλώσεις του αμέσως μετά την παραίτηση, ο "El Tolo" ανέφερε στον πρόεδρο του συλλόγου, Ραφαέλ Λεμπρίχα, ότι είχε ανάγκη να ξεκουραστεί και να περάσει χρόνο με την οικογένειά του, μένοντας για λίγο μακριά από τα γήπεδα., ύστεραα απο 107 παιχνίδια στα οποία είχε 45 νίκες, 30 ισοπαλίες και 32 ήττες.

Όταν αποχώρησε από την Τολούκα, εξέφρασε την επιθυμία να ξεκουραστεί και να περάσει χρόνο με την οικογένειά του. Ωστόσο, η διοίκηση της Τίγκρες, η οποία διέθετε τεράστια οικονομική επιφάνεια (υποστηριζόμενη από την εταιρεία CEMEX), τον προσέγγισε σχεδόν αμέσως. Του κατέθεσε μια εξαιρετικά υψηλή οικονομική προσφορά που τον έκανε να αλλάξει γνώμη πολύ γρήγορα και να ακυρώσει τα πλάνα της ξεκούρασής του. 

Η Τίγκρες βρισκόταν σε μια παρατεταμένη περίοδο αστάθειας και οργανωτικής κρίσης, έχοντας απολύσει τον προηγούμενο προπονητή της, Μάριο Καρίγιο. Η διοίκηση έψαχνε ένα «βαρύ όνομα» με κύρος, που θα μπορούσε να επιβάλει πειθαρχία στα αποδυτήρια και να φέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο Γκαγιέγκο, έχοντας κατακτήσει το πρωτάθλημα Μεξικού με την Τολούκα το 2005 και τρία πρωταθλήματα στην Αργεντινή, αποτελούσε την ιδανική λύση.

Παρά τις υψηλές προσδοκίες, η θητεία του στην Τίγκρες δεν είχε την επιτυχία που αναμενόταν. Το αμυντικό του πλάνο δεν απέδωσε, η ομάδα σημείωσε μια σειρά από αρνητικά αποτελέσματα και ο "El Tolo" απολύθηκε τελικά λίγους μήνες μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 2008 και σε 24 αγώνες είχε 5 νίκες, 8 ισοπαλίες και 11 ήττες.

Η Ιντεπεντιέντε διένυε μια κάκιστη πορεία στο τουρνουά Clausura 2009, μετά από μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων, ο τότε προπονητής και είδωλο του συλλόγου, Μιγκέλ Άνχελ Σαντόρο, υπέβαλε την παραίτησή του και ο πρόεδρος του συλλόγου, Χούλιο Κομπαράδα, βρισκόταν υπό τεράστια πίεση από τους οπαδούς. 

Η εξέδρα απαιτούσε την έλευση ενός τεχνικού με ισχυρή προσωπικότητα, που θα μπορούσε να αλλάξει άμεσα την ψυχολογία της ομάδας, και ο Γκαγιέγκο, ο προπονητής που τους είχε χαρίσει το τελευταίο τους πρωτάθλημα το 2002, ήταν ο εκλεκτός του κόσμου.

Ήταν άνεργος για περισσότερο από έναν χρόνο, μετά την απόλυσή του από την Τίγκρες του Μεξικού τον Φεβρουάριο του 2008. Είχε εκφράσει την επιθυμία του να επιστρέψει στους πάγκους της πατρίδας του και έβλεπε την Ιντεπεντιέντε ως την ιδανική ευκαιρία για να αποδείξει ότι παραμένει ένας προπονητής πρώτης γραμμής στην Αργεντινή.

Το μεγαλύτερο «αγκάθι» για την επίτευξη της συμφωνίας ήταν μια παλαιότερη οικονομική εκκρεμότητα, χρωστούσε στον Γκαγιέγκο περίπου 600.000 δολάρια από την πρώτη του θητεία (του 2002-2003). 

Για να ολοκληρωθεί η επιστροφή του, ο πρόεδρος Κομπαράδα συμφώνησε σε ένα πλάνο αποπληρωμής αυτού του χρέους, γεγονός που άνοιξε οριστικά τον δρόμο για τις υπογραφές. Η συμφωνία οριστικοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου 2009 και παρουσιάστηκε επίσημα δύο ημέρες μετά, υπογράφοντας συμβόλαιο μέχρι τον Ιούνιο του 2010 και ξεκινώντας αμέσως μια ριζική αναδιάρθρωση του ρόστερ της ομάδας.

Η ομάδα διεκδίκησε το πρωτάθλημα μέχρι τις τελευταίες αγωνιστικές, παίζοντας επιθετικό ποδόσφαιρο και τερματίζοντας τελικά στην 4η θέση της βαθμολογίας με 34 βαθμούς, επαναφέροντας την ελπίδα στους οπαδούς.

Το πρώτο εξάμηνο του 2010 ήταν η κορυφαία αλλά και η πιο επώδυνη στιγμή αυτής της θητείας. Η Ιντεπεντιέντε έκανε πορεία πρωταθλητισμού και ήταν το μεγάλο φαβορί για τον τίτλο, οδηγώντας την κούρσα για πολλές αγωνιστικές. Ωστόσο, μια σειρά από αναπάντεχα στραβοπατήματα στο φινάλε (κυρίως η ήττα από την Αρχεντίνος Τζούνιορς που τελικά πήρε το πρωτάθλημα) περιόρισαν την ομάδα στην 4η θέση ξανά.

Παρά το γεγονός ότι αναμόρφωσε την ομάδα, συγκέντρωσε πολλούς βαθμούς και την έβγαλε από τη ζώνη του υποβιβασμού, η διοίκηση του Χούλιο Κομπαράδα πήρε μια απόφαση που σόκαρε τους οπαδούς, ανακοίνωσε ότι δεν θα ανανεώσει το συμβόλαιό του που έληγε στις 30 Ιουνίου 2010, επικαλούμενη οικονομική αδυναμία, κλείνοντας έτσι τον κύκλο του, ύστερα απο 50 παιχνίδια με 23 νικες, 10 ισοπαλίες και 17 ήττες.

Μετά την εξαιρετική πορεία αναμόρφωσης που έκανε στην Ιντεπεντιέντε , το όνομα του παρέμενε πολύ «ζεστό» στην αγορά της Λατινικής Αμερικής. Λόγω του εξαιρετικού παρελθόντος του, είχε πάρει πρωτάθλημα με την Τολούκα το 2005, τουλάχιστον δύο μεξικάνικοι σύλλογοι με υψηλά μπάτζετ τον προσέγγισαν διερευνητικά το φθινόπωρο του 2010, όμως οι συζητήσεις δεν τελεσφόρησαν οικονομικά. 

Εκείνη την περίοδο το όνομά του άρχισε να ακούγεται για πρώτη φορά για εθνικές ομάδες της Κεντρικής Αμερικής. Η Κόλο-Κόλο βρισκόταν σε βαθιά κρίση μετά την απόλυση του Ντιέγκο Κάνια και έψαχνε απεγνωσμένα έναν προπονητή-προσωπικότητα με βαριά τροπαιοθήκη. Του κατέθεσαν ένα άκρως δελεαστικό συμβόλαιο, το οποίο ο Γκαγιέγκο αποδέχθηκε, κάνοντας το ντεμπούτο του στο πρωτάθλημα Χιλής και στο Copa Libertadores.

Η θητεία του στη Χιλή αποδείχθηκε σύντομη, καθώς απολύθηκε στις 18 Αυγούστου του 2011 λόγω πρόωρου αποκλεισμού από το Libertadores και κακού ξεκινήματος στο εγχώριο πρωτάθλημα και σε 27 αγώνες είχε 12 νίκες, 6 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Η Ιντεπεντιέντε είχε ξεκινήσει τραγικά το τουρνουά Inicial 2012 χωρίς νίκη στις πρώτες 4 αγωνιστικές. Ο προπονητής Κρίστιαν Ντίας παραιτήθηκε, αφήνοντας την ομάδα στην επικίνδυνη ζώνη του υποβιβασμού, βάσει του συστήματος ειδικής βαθμολογίας της Αργεντινής.

Για τη διοίκηση του προέδρου Χαβιέρ Καντέρο, ο Γκαγιέγκο ήταν η μοναδική λύση, ήταν ο τελευταίος τεχνικός που είχε πάρει πρωτάθλημα με την ομάδα (2002) και είχε το απαραίτητο «ειδικό βάρος» για να διαχειριστεί την τεράστια πίεση του κόσμου.

Η διοίκηση τον είχε προσεγγίσει και μήνες νωρίτερα, τον Μάρτιο του 2012, αλλά το deal είχε κολλήσει επειδή ο σύλλογος του χρωστούσε παλαιότερα δεδουλευμένα (κοντά στα 1,8 εκατομμύρια πέσος). Μπροστά στην καταστροφή του υποβιβασμού, η διοίκηση Καντέρο συμφώνησε στο οικονομικό πλάνο αποπληρωμής, προσφέροντάς του παράλληλα ένα πολύ υψηλό συμβόλαιο (ύψους 800.000 δολαρίων) και οι υπογραφές έπεσαν στις 29 Αυγούστου 2012.

Κατά την παρουσίασή του, προσπάθησε να διώξει τον φόβο, δηλώνοντας με υπεροψία: «Εγώ δεν πρόκειται να παλέψω για τον υποβιβασμό, ήρθα για να βγούμε πρωταθλητές». Η πραγματικότητα όμως τον διέψευσε οικτρά, η ομάδα δεν μπορούσε να σταυρώσει νίκη, το κλίμα στις προπονήσεις ήταν πολεμικό λόγω των απειλών από τους οργανωμένους οπαδούς τους Barras Bravas.

Εμφανιζόταν σωματικά και ψυχικά εξουθενωμένος στους αγώνες. Μετά από μόλις 7 νίκες σε 29 επίσημα παιχνίδια, λύγισε υπό το βάρος της πίεσης και παραιτήθηκε στις 13 Απριλίου 2013. Δύο μήνες αργότερα, η Ιντεπεντιέντε υποβιβάστηκε για πρώτη φορά στα 108 χρόνια της ιστορίας της.

Πέραν των 7 νικών είχε 11 ισοπαλίες και 11 ήττες και συνολικά σε 118 παιχνίδια είχε 47 νίκες, 32 ισοπαλίες και 39 ήττες. Έμεινε εκτός ποδοσφαίρου για περίπου 1,5 χρόνο προκειμένου να αποφορτιστεί ψυχολογικά και τον Δεκέμβριο του 2014 συμφώνησε να αναλάβει ξανά την ομάδα της καρδιάς του για τη σεζόν του 2015.

Την 1η Ιανουαρίου του 2015 θα αναλάβει για δεύτερη φορά επίσημα την Νιούελς όπου θα παραμείνει μέχρι την 1η Ιουνίου του 2015, υποβάλλωντας την παραίτησή του, έπειτα από μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων στο πρωτάθλημα και έναν πρόωρο αποκλεισμό στο Κύπελλο Αργεντινής και σε 15 παιχνίδια είχε 6 νίκες, 5 ισοπαλίες και 4 ήττες και συνολικά σε 64 παιχνίδια είχε 25 νίκες, 19 ισοπαλίες και 20 ήττες .  

Μετά την αποχώρησή του από τη Νιούελς το 2015, άρχισε να αντιμετωπίζει διάφορα ιατρικά ζητήματα. Η ένταση της προπονητικής, ειδικά μετά το σοκ της προσπάθειας να σώσει την Ιντεπεντιέντε από τον υποβιβασμό το 2013, είχε επιβαρύνει την υγεία του. Ο ίδιος ένιωσε την ανάγκη να δώσει προτεραιότητα στον εαυτό του, μακριά από τα γήπεδα.

Η δεύτερη θητεία του στη Νιούελς το 2015 δεν έκλεισε με τον καλύτερο τρόπο, εκτός από τα ασταθή αποτελέσματα, υπήρξαν εσωτερικές τριβές και συγκρούσεις με το ρόστερ της ομάδας. Αυτή η κατάσταση μείωσε προσωρινά τις μετοχές του στο εγχώριο ποδόσφαιρο της Αργεντινής, καθώς οι μεγάλες ομάδες άρχισαν να στρέφονται σε νεότερους προπονητές με διαφορετική, πιο σύγχρονη φιλοσοφία. 

Έχοντας μια τεράστια καριέρα με τίτλους σε 4 διαφορετικές ομάδες, δεν ήθελε να αναλάβει οποιονδήποτε σύλλογο απλώς για να βρίσκεται σε δουλειά. Απέρριψε κάποιες προτάσεις από μικρότερες ομάδες της Αργεντινής, περιμένοντας μια πρόκληση που θα του κινούσε πραγματικά το ενδιαφέρον, όπως αυτή που ήρθε τελικά το 2019 με την ανάληψη μιας Εθνικής ομάδας αυτής του Παναμά, όπου οι ρυθμοί εργασίας είναι διαφορετικοί από την καθημερινότητα ενός συλλόγου.

Στις 31 Ιουλίου του 2019 θα αναλάβει την εθνική ομάδα του Παναμά όπου όμως λόγω της πανδημίας του Covid-19 θα παραμείνει μέχρι τις 14 Απριλίου του 2020 προλαβαίνοντας να την κοουτσάρει σε έξι παιχνίδια με 2 νίκες, 1 ισοπαλία και 3 ήττες.

Τον Ιανουάριο του 2020, ενώ βρισκόταν σε άδεια στην Αργεντινή, στο Μπουένος Άιρες, την προηγούμενη ημέρα της προγραμματισμένης επιστροφής του στον Παναμά για να ξεκινήσει τις προπονήσεις, υπέστη μια ιατρική έκτακτη ανάγκη.

Η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου του Παναμά, ανακοίνωσε επίσημα στις 20 Ιανουαρίου 2020 ότι οι γιατροί του απαγόρευσαν να ταξιδέψει, με αποτέλεσμα ο βοηθός του, Γκουστάβο Ράτζιο, να αναλάβει προσωρινά την ομάδα. 

Αφού σταθεροποιήθηκε η κατάστασή του, ο "El Tolo" επέστρεψε στον Παναμά λίγες ημέρες αργότερα (στις 25 Ιανουαρίου) και στις πρώτες του δηλώσεις καθησύχασε τα ΜΜΕ αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Είχα ένα πρόβλημα με την πίεσή μου, αλλά τώρα αισθάνομαι ήδη καλά».

Το εν λόγω περιστατικό επιβεβαίωσε την οργανική επιβάρυνση που ένιωθε από τους πάγκους, κάτι που έπαιξε ρόλο στην οριστική απόφαση να μην αναλάβει άλλη ομάδα μετά τη λύση του συμβολαίου του λίγους μήνες αργότερα

Αποσύρθηκε οριστικά και πλήρως απο την προπονητική, επέστρεψε μόνιμα στην πατρίδα του, επιλέγοντας να ζήσει μια ήρεμη ζωή μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Λόγω της ηλικίας του και των προγενέστερων θεμάτων υγείας που τον είχαν ταλαιπωρήσει, προτίμησε να αφοσιωθεί στην οικογένειά του. 

Άν και απέχει από την καθημερινότητα των γηπέδων, κάνει σποραδικές εμφανίσεις σε επίσημες εκδηλώσεις της Ρίβερ Πλέιτ και της Νιούελς Όλντ Μπόις, όπου λαμβάνει συχνά τιμητικές πλακέτες και αποθεώνεται από τους φιλάθλους ως ένας από τους πιο επιτυχημένους ανθρώπους στην ιστορία των συλλόγων.
     


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...