www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

20/8/26

Αλέν Ζιρές To "μοτέρ"

Πλειμέικερ που λόγω του μικρού του αναστήματος διέθετε ευκινησία και επιτάχυνση. Ο Αλέν Ζιρές ήταν βασικό μέλος της σπουδαίας εθνικής Γαλλίας στην δεκαετία του '80. Δεν ήταν τυχαίο ότι άνηκε στην περίφημη "Le carre magique(σ.σ. το μαγικό τετράγωνο)" μαζί με τους Τιγκανά, Πλατινί και Φερναντές.

Γεννήθηκε στις 2 Αυγούστου του 1952 στην περιοχή Λανγκοιράν στην Γιρώνδη και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Μπορντό, το 1970 έκανε ντεμπούτο σε ηλικία 18 ετών με την πρώτη ομάδα στην οποία πέρασε τα καλύτερα χρόνια της ζωής του. 

Στα 16 χρόνια που φόρεσε την φανέλα της κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα το 1984 και το 1985 και 1 Κύπελλο το 1986, έχοντας συνολικά 640 παιχνίδια ρέκορντμαν συμμετοχών πετυχαίνοντας 187 γκολ επίσης πρώτος σκόρερ στην ιστορία του συλλόγου.

Μετά το Μουντιάλ του 1982 και το Euro του 1984, όπου ο Ζιρές έλαμψε παγκοσμίως, η Ιταλια άνοιξε τις πόρτες της στους Γάλλους σταρ. Όπως ο Μισέλ Πλατινί πήγε στη Γιουβέντους, έτσι και για τον Ζιρές υπήρξαν κρούσεις από ιταλικούς συλλόγους.

Ο εμβληματικός και συγκεντρωτικός πρόεδρος της Μπορντό, Κλοντ Μπεζ είχε δημιουργήσει ένα οικονομικά πανίσχυρο σύνολο με προπονητή τον Εμέ Ζακέ. Προσέφερε στον Ζιρές εξαιρετικό συμβόλαιο, κάλυπτε τις φιλοδοξίες του για τίτλους και τον έπεισε ότι δεν χρειαζόταν να ξενιτευτεί για να πρωταγωνιστεί.

Κατά τη δεκαετία του '70 και τις αρχές του '80, η Παρί Σεν Ζερμέν προσπαθούσε να εδραιωθεί ως η μεγάλη δύναμη της Γαλλίας και αναζητούσε εγχώριους ηγέτες. Ο Ζιρές, όντας σταθερά στους κορυφαίους Γάλλους παίκτες, βρέθηκε στο στόχαστρό της,  ένιωθε βαθιά δεμένος με την τοπική κοινωνία της Ακουιτανίας. 

Επιπλέον, στα τέλη των 70s η Μπορντό άρχισε να χτίζει την ομάδα που θα κυριαρχούσε αργότερα, οπότε δεν υπήρχε αθλητικός λόγος να μετακομίσει στο Παρίσι. Ομάδες όπως η Ναντ και η Σεντ Ετιέν παρακολουθούσαν στενά την εξέλιξή του, ειδικά στα πρώτα του βήματα όταν η Μπορντό δεν έκανε πρωταθλητισμό. 

Η διοίκηση των Γιρονδίνων, όμως, τον θεωρούσε το «κόσμημα» της ομάδας και απέρριπτε κάθε συζήτηση. Μετά το Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό, επέστρεψε στην Μπορντό στα 34 του χρόνια και ήθελε ένα νέο, πολυετές συμβόλαιο που θα του εξασφάλιζε τη μετάβαση σε διοικητικό ή τεχνικό πόστο στον σύλλογο μετά την απόσυρσή του.

Ο Μπεζ, γνωστός για τον αυταρχικό και σκληρό του χαρακτήρα, θεώρησε ότι είχε περάσει το ποδοσφαιρικό του πικ. Του πρότεινε μονοετές συμβόλαιο με μειωμένες αποδοχές, δείχνοντας ότι δεν τον υπολόγιζε πλέον ως το απόλυτο σημείο αναφοράς της ομάδας.

Για τον Ζιρές, που είχε δώσει 16 χρόνια από τη ζωή του και είχε αρνηθεί τεράστια ποσά από το εξωτερικό, η συμπεριφορά αυτή θεωρήθηκε βαθιά προσβλητική και υποτιμητική. Ο Μπερνάρ Ταπί είχε μόλις αναλάβει την Ολυμπίκ Μαρσέιγ με σκοπό να τη μετατρέψει σε ευρωπαϊκή υπερδύναμη, κατάλαβε αμέσως ότι η απόκτηση του αρχηγού της μισητής αντιπάλου, Μπορντό, θα ήταν ένα τεράστιο επικοινωνιακό και αγωνιστικό πλήγμα για τον Μπεζ.

Ο Ταπί ταξίδεψε κρυφά για να συναντήσει τον Ζιρές, προσφέροντας του «λευκή επιταγή», ηγεμονικό συμβόλαιο και τον ρόλο του απόλυτου καθοδηγητή (μέντορα) για τους νεότερους παίκτες που αγόραζε η Μαρσέιγ όπως ο Ζαν-Πιέρ Παπέν.

Πληγωμένος από τον Μπεζ, αποδέχθηκε την πρόταση, υπογράφοντας στη Μαρσέιγ το καλοκαίρι του 1986, μια κίνηση που προκάλεσε οργή στους οπαδούς της Μπορντό και ξεκίνησε μια τεράστια προσωπική βεντέτα ανάμεσα στους δύο προέδρους (Μπεζ και Ταπί) για τα επόμενα χρόνια.

Στο "Βελοντρόμ" θα κάτσει δύο χρόνια μέχρι το 1988 όπου και θα κλείσει την καριέρα του με 83 συμμετοχές και 8 γκολ, χωρίς όμως να κατακτήσει κάποιον τίτλο, την πρώτη χρονιά ήρθε δεύτερη και έχασε το Κύπελλο απο την Μπορντό, ενώ την δεύτερη έφτασε μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων που αποκλείστηκε απο τον Άγιαξ.

Στην εθνική έκανε ντεμπούτο στις 7 Σεπτεμβρίου του 1974 κόντρα στην Πολωνία στην Βαρσοβία σε φιλικό παιχνίδι. Δεν θα είναι παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αργεντινής το 1978, αλλά τέσσερα χρόνια αργότερα στα γήπεδα της Ισπανίας θα δώσει κανονικά το παρών και θα αγωνιστεί σε όλα τα παιχνίδια της διοργάνωσης πλην του μικρού τελικού.

Αναμφίβολα όμως η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του με τους "πετεινούς" δεν ήταν άλλη απο την κατάκτηση του EURO 1984 εντός έδρας. Παρών και στα πέντε παιχνίδια επιλέχτηκε στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά, όπως επίσης και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικό το 1986 όπου και εκεί έπαιξε σε όλα τα παιχνίδια πλην του μικρού τελικού.

Μάλιστα το παιχνίδι της 25ης Ιουνίου στον ημιτελικό κόντρα στην Δυτική Γερμανία στο Χαλίσκο θα ήταν και η τελευταία του εμφάνιση 47η συνολικά με το εθνόσημο πετυχαίνοντας και 6 τέρματα.

Στις αρχές του 1989, η Μπορντό βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση στο πρωτάθλημα και ο Κλοντ Μπεζ πήρε τη δύσκολη απόφαση να απολύσει τον επί σειρά ετών επιτυχημένο προπονητή, Εμέ Ζακέ. Για να ηρεμήσει τον κόσμο και να συσπειρώσει τον σύλλογο, ο Μπεζ στράφηκε στον απόλυτο θρύλο της ομάδας, τον Αλέν Ζιρές.

Παρά την επεισοδιακή αποχώρησή του το 1986, δεν έπαψε ποτέ να αγαπά την Μπορντό, ο Μπεζ παραμέρισε τον εγωισμό του, τον πλησίασε και του πρότεινε τον ρόλο του τεχνικού διευθυντή. Ο Ζιρές αποδέχθηκε αμέσως την πρόκληση, επιστρέφοντας στο «σπίτι» του και βάζοντας οριστικό τέλος στην προσωπική τους κόντρα.

Είχε τον πλήρη έλεγχο του ποδοσφαιρικού τμήματος και των μεταγραφών και για τη θέση του προπονητή επέλεξαν τον Ντιντιέ Κουεκού (Didier Couécou), έναν άλλο πρώην παίκτη της Μπορντό. Οι δυο τους κατάφεραν να σταθεροποιήσουν την ομάδα αγωνιστικά και να ολοκληρώσουν τη σεζόν 1988-1989 χωρίς περαιτέρω κινδύνους.

Λίγους μήνες μετά την ανάληψη των διοικητικών του καθηκόντων, στις 15 Μαΐου 1989, η Μπορντό διοργάνωσε το επίσημο Ιωβηλαίο του Ζιρές στο "Λεσκίρ". Μπροστά σε ένα συγκινημένο κοινό αποθεώθηκε τόσο ως ο κορυφαίος παίκτης της ιστορίας τους όσο και ως ο άνθρωπος που επέστρεψε για να στηρίξει τον σύλλογο στα δύσκολα.

Σύντομα όμως η Μπορντό εισήλθε σύντομα σε βαθιά οικονομική κρίση που οδήγησε στον υποβιβασμό της το 1991 λόγω χρεών του Μπεζ. Τα μεγάλα ανοίγματα και τα χρέη που είχε συσσωρεύσει ο πρόεδρος Κλοντ Μπεζ περίπου 45 εκατομμύρια ευρώ σε σημερινά δεδομέν) οδήγησαν την ομάδα σε αδιέξοδο. 

Ο Μπεζ κατηγορήθηκε για οικονομικές ατασθαλίες και υπερτιμολογήσεις (όπως στα έργα του προπονητικού κέντρου Le Haillan), με αποτέλεσμα να παραιτηθεί στα τέλη του 1990. Το καλοκαίρι του 1991, ο ελεγκτικός φορέας του γαλλικού ποδοσφαίρου επέβαλε στην Μπορντό την ποινή του υποβιβασμού στη δεύτερη κατηγορία λόγω του τεράστιου ελλείμματος.

Με την ομάδα να κηρύσσει πτώχευση, τη διοίκηση ανέλαβαν νέοι επενδυτές, μεταξύ  των οποίων ο διάσημος επιχειρηματίας οπτικών Αλέν Αφλελού, οι οποίοι προχώρησαν σε ριζική αναδιάρθρωση. Η θέση του τεχνικού διευθυντή που κατείχε ο Ζιρές ουσιαστικά καταργήθηκε ή επαναπροσδιορίστηκε μέσα στο χάος της οικονομικής εξυγίανσης οπότε βλέποντας το αγαπημένο του οικοδόμημα να καταρρέει, αποχώρησε.

Μετά τη φυγή του από το Μπορντό το 1991 και μια διετία μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ο Ζιρές επέστρεψε στο ποδόσφαιρο το καλοκαίρι του 1993, υπογράφοντας στην Τουλούζ. Ο πρόεδρος της ομάδας, Αντρέ Λαμπατί του προσέφερε τη θέση του αθλητικού/τεχνικού Διευθυντή, ο ρόλος του ήταν να οργανώσει το ποδοσφαιρικό τμήμα και τις μεταγραφές, καθώς η Τουλούζ αντιμετώπιζε αγωνιστικά προβλήματα και υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία το 1994.

Τον Νοέμβριο του 1995, η Τουλούζ πραγματοποιούσε κακή πορεία στη δεύτερη κατηγορία και η διοίκηση αποφάσισε να απολύσει τον τότε προπονητή, Ρολάν Κουρμπίς. Αντί να ψάξει για ξένο τεχνικό, ο πρόεδρος στράφηκε στον Ζιρές, ο οποίος γνώριζε άριστα το ρόστερ και τα αποδυτήρια ως διευθυντής.
Είχε την απόλυτη αποδοχή των παικτών λόγω του τεράστιου ονόματός του ως πρώην διεθνής σταρ και ένιωθε έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην άκρη του πάγκου. Άφησε το γραφείο του διευθυντή, φόρεσε τη φόρμα του προπονητή την 1η Νοεμβρίου 1995 και πέτυχε απόλυτα στο έργο του, σταθεροποιώντας την ομάδα την πρώτη του σεζόν (1995-1996) και κέρδισε την άνοδο στην πρώτη κατηγορία τη σεζόν 1996-1997, παίζοντας ελκυστικό ποδόσφαιρο.
Την περίοδο 1997-98 κατάφερε να πετύχει τον στόχο της παραμονής και κάθισε συνολικά σε 109 επίσημους αγώνες στον πάγκο της καταγράφοντας 40 νίκες, 31 ισοπαλίες και 38 ήττες. Το καλοκαίρι του 1998, το τηλεοπτικό δίκτυο Canal+ (ιδιοκτήτης της Παρί) αποφάσισε να απομακρύνει τον εμβληματικό πρόεδρο Μισέλ Ντενιζό μετά από επτά άκρως επιτυχημένα χρόνια. 
Στη θέση του διόρισε τον Σαρλ Μπιετρί, έναν εκκεντρικό και φιλόδοξο δημοσιογράφο, ο οποίος ήθελε να γκρεμίσει τα πάντα και να χτίσει μια νέα, άκρως γαλλική ομάδα, διώχνοντας το «βραζιλιάνικο μοντέλο» (τον προπονητή Ρικάρντο και τον αρχηγό Ραΐ).
Ο πρώτος στόχος του Μπιετρί ήταν ο Αρτούρ Ζορζ, όταν όμως αυτή η περίπτωση ναυάγησε, ο Μπιετρί στράφηκε στον Ζιρές, ο οποίος είχε εντυπωσιάσει με το επιθετικό ποδόσφαιρο που έπαιζε η Τουλούζ.
Αρχικά, ο Ζιρές αρνήθηκε την πρόταση, καθώς ένιωθε ασφάλεια στην Τουλούζ και φοβόταν την τεράστια πίεση του Παρισιού. Ο Μπιετρί όμως επέμεινε, προσφέροντάς του απόλυτη ελευθερία κινήσεων, ένα πανίσχυρο συμβόλαιο και την υπόσχεση ότι θα έχτιζε την ομάδα γύρω από τις δικές του ποδοσφαιρικές ιδέες. 
Παράλληλα, επιστρατεύτηκε η διοικητική πίεση του Canal+, γεγονός που έπεισε τελικά τον Ζιρές να υπογράψει. Η μετακίνηση αυτή θεωρήθηκε ιστορική για δύο λόγους, ο Ζιρές, ένας άνθρωπος ταυτισμένος με τον γαλλικό Νότο και με δηλωμένη αντιπάθεια για την ποδοσφαιρική κουλτούρα του Παρισιού κατά τα παικτικά του χρόνια, αναλάμβανε τα ηνία της ομάδας της πρωτεύουσας.
Η Παρί Σεν Ζερμέν πλήρωσε οικονομική αποζημίωση στην Τουλούζ  2 με 2, 5 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα για να σπάσει το συμβόλαιό του, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για προπονητές εκείνη την εποχή στη Γαλλία. 
Παρά το ιστορικό της πρόσληψης, η θητεία γεννήθηκε κάτω από κακούς οιωνούς, αφού ο Μπιετρί άλλαξε σχεδόν όλο το ρόστερ ήρθαν 12 νέοι παίκτες, προχώρησε σε μεταγραφές χωρίς την πλήρη έγκριση του Ζιρές και η ομάδα έχασε εντελώς τη χημεία της.
Το ντεμπούτο του στον πάγκο της Παρί ήταν ονειρικό, αφου στις 30 Ιουλίου 1998, οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Γαλλικού Σούπερ Καπ, επικρατώντας της  Μπορντό, με 1-0 χάρη σε γκολ του Γιαν Λασουέρ.

Η συνέχεια όμως δεν ήταν ανάλογη, καθώς η ομάδα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα χημείας μετά τη φυγή μεγάλων αστερών όπως ο Ραΐ και τις κακές μεταγραφικές επιλογές της διοίκησης (π.χ. Νικολά Ουεντέκ)

Σε 8 αγώνες πέτυχε μόλις 2 νίκες, 2 ισοπαλίες και γνώρισε 4 ήττες, αφήνοντας την Παρί πολύ χαμηλά στη βαθμολογία. Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στο Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης όπου αποκλείστηκε σοκαριστικά μόλις στον πρώτο γύρο από την άσημη ισραηλινή Μακάμπι Χάιφα (1-1 στο Παρίσι, ήττα 3-2 στο Ισραήλ).

Μετά τον ευρωπαϊκό αποκλεισμό και μια νέα ήττα στο πρωτάθλημα από τη Λανς, ο πρόεδρος της Παρί Σεν Ζερμέν, Σαρλ Μπιετρί, πήρε την απόφαση να απολύσει τον Ζιρές την 1η Οκτωβρίου 1998, αντικαθιστώντας τον με τον Αρτούρ Ζορζ έχοντας σε 11 αγώνες, 4 νίκες, 2 ισοπαλίες και 5 ήττες.

Κατά τη διάρκεια του διμήνου Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 1998, ομάδες της πρώτης κατηγορίας που αντιμετώπιζαν αγωνιστική κρίση και βρίσκονταν κοντά στη ζώνη του υποβιβασμού βολιδοσκόπησαν τις προθέσεις του. Τις απέρριψε αυτές τις κρούσεις, καθώς δεν ήθελε να αναλάβει ένα ρίσκο σε ένα περιβάλλον που δεν γνώριζε, όντας ακόμα επηρεασμένος από το σοκ της απόλυσης στην Παρί.

Υπήρξαν πρώιμες, διερευνητικές επαφές από εθνικές ομοσπονδίες (κυρίως εκτός Ευρώπης) που έψαχναν έναν προπονητή με το δικό του ειδικό βάρος ως πρώην διεθνής σταρ, προκειμένου να χτίσουν ένα μακροχρόνιο πλάνο.

Όταν η Τουλούζ απέλυσε τον αντικαταστάτη του, Γκι Λακόμπ, τον Ιανουάριο του 1999 λόγω κακών αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του συλλόγου στράφηκε αμέσως στον Ζιρές. Αμέσως απέρριψε κάθε άλλη προοπτκή καθώς ήταν το «σπίτι» του, γνώριζε τους παίκτες, τη διοίκηση και το περιβάλλον, νιώθοντας ότι εκεί θα έβρισκε την ηρεμία του μετά το Παρίσι.

Ένιωθε ότι άφησε το έργο του στη μέση όταν έφυγε το καλοκαίρι του '98 και ήθελε να βοηθήσει την ομάδα να σωθεί από τον υποβιβασμό, ενώ η διοίκηση του υποσχέθηκε ξανά τον απόλυτο έλεγχο του ποδοσφαιρικού τμήματος για να χτίσει την ομάδα της επόμενης διετίας

Παρά τις προσπάθειές του να συσπειρώσει την ομάδα στο δεύτερο μισό της σεζόν, η ζημιά που είχε γίνει νωρίτερα ήταν μη αναστρέψιμη, με αποτέλεσμα ο σύλλογος να τερματίσει τελευταίος και να υποβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία.

Παρέμεινε στον πάγκο για να χτίσει την ομάδα της άμεσης επιστροφής, και εκείνος την αντάμειψε απόλυτα. Η Τουλούζ πραγματοποίησε μια εξαιρετική σεζόν στη δεύτερη κατηγορία, μάλιστα, κατάφερε να τρέξει ένα εντυπωσιακό σερί 16 συνεχόμενων αγώνων χωρίς ήττα σε όλες τις διοργανώσεις.

Η ομάδα κατέλαβε την 3η προνομιούχο θέση της τελικής βαθμολογίας (πίσω από τη Λιλ και την Γκινγκάμπ), εξασφαλίζοντας πανηγυρικά το εισιτήριο της επιστροφής στη Ligue 1. Αυτή ήταν η δεύτερη φορά που ο Ζιρές ανέβαζε την Τουλούζ μέσα σε τρία χρόνια μετά το 1997.

Η επιστροφή στην πρώτη κατηγορία τη σεζόν 2000-2001 ξεκίνησε με πολύ μεγάλες προσδοκίες, αλλά η ομάδα παρουσίασε σοβαρά αμυντικά προβλήματα και έλλειψη σταθερότητας. Μετά από ένα πολύ κακό ξεκίνημα στις πρώτες αγωνιστικές, η διοίκηση αποφάσισε να τον απολύσει στις 9 Οκτωβρίου του 2000 κλείνοντας οριστικά τον ιστορικό κύκλο του στον σύλλογο.

Σε αυτή τη δεύτερη περίοδο, κάθισε στον πάγκο σε 67 επίσημους αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις με τον εξής απολογισμό: 22 νίκες, 17 ισοπαλίες και 28 ήττες και συνολικά 176 αγώνες με 62 νίκες, 48 ισοπαλίες και 66 ήττες.

Μετά την απόλυσή του από την Τουλούζ το 2000, αναζητούσε ένα πρότζεκτ μακριά από την πίεση του γαλλικού πρωταθλήματος. Μετά τις επιτυχημένες θητείες του στην Τουλούζ και το πέρασμά του από την Παρί Σεν Ζερμέν, το όνομα του Ζιρές βρισκόταν σταθερά στα μπλοκάκια γαλλικών ομάδων.

Κάθε φορά που ομάδες της πρώτης κατηγορίας όπως η Ρεν, η Ναντ ή η Σεντ Ετιέν άλλαζαν προπονητή, δεχόταν διερευνητικές κρούσεις. Ο ίδιος, ωστόσο, μετά το 2001 άρχισε να ελκύεται περισσότερο από την προοπτική του εξωτερικού και το καθεστώς των εθνικών ομάδων, θεωρώντας ότι το καθημερινό άγχος και η πίεση των ευρωπαϊκών συλλόγων δεν του ταίριαζαν πλέον

Η ΦΑΡ Ραμπάτ, η ομάδα των Βασιλικών Ένοπλων Δυνάμεων του Μαρόκου και ένας από τους πιο παραδοσιακούς συλλόγους της χώρας, του προσέφερε ιδανικές συνθήκες, ισχυρή διοίκηση με οικονομική σταθερότητα, ποιοτικό ρόστερ που χρειαζόταν ευρωπαϊκή πειθαρχία και τακτική οργάνωση και  μεγάλο κίνητρο, καθώς ο σύλλογος είχε να κατακτήσει εγχώριο τίτλο από το 1999 και πρωτάθλημα από το 1989.

Εφάρμοσε το αγαπημένο του επιθετικό στυλ παιχνιδιού, προσαρμοσμένο στην τεχνική φύση του μαροκινού ποδοσφαίρου. Κατάφερε να σταθεροποιήσει την ομάδα στις πρώτες θέσεις του εγχώριου πρωταθλήματος, παλεύοντας απέναντι στις παραδοσιακές δυνάμεις της Καζαμπλάνκα (Ράγια και Ουιντάντ).

Το αποκορύφωμα και η μεγαλύτερη επιτυχία της θητείας του ήρθε το 2003. οδηγώντας την  στην κατάκτηση του Κυπέλλου του Θρόνου επικρατώντας της πανίσχυρης Ουιντάντ Καζαμπλάνκα με 1-0, γνωρίζοντας την αποθέωση από τη διοίκηση και τους φιλάθλους, όπου σε 59 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 23 ισοπαλίες και 19 ήττες 

Έχοντας επαναφέρει τη ΦΑΡ Ραμπάτ στον δρόμο των επιτυχιών και των τίτλων, ο Ζιρές ολοκλήρωσε τη θητεία του το καλοκαίρι του 2003. Η επιτυχία του αυτή εκτόξευσε τις μετοχές του εκτός Ευρώπης, αποδεικνύοντας ότι μπορεί να προσαρμοστεί σε εντελώς διαφορετικές ποδοσφαιρικές κουλτούρες.

Το 2003 είχε κάνει εκτενείς συζητήσεις και είχε ανακοινωθεί αρχικά ως προπονητής της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, όμως η μετακίνηση ναυάγησε την τελευταία στιγμή λόγω διαφωνιών στους όρους του συμβολαίου.

Έκτοτε θα ξεκινήσει να εργάζεται σε πάγκους εθνικών ομάδων κάνοντας την αρχή με αυτήν της Γεωργίας τον Μάρτιο του 2004, έχοντας ως μεγάλο στόχο να οδηγήσει τη χώρα στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του  2006.

Μετά την ήττα από την Αλβανία με 3-2 στις 4 Ιουνίου του 2005, η Γεωργία έχασε κάθε ελπίδα πρόκρισης και οι δύο πλευρές αποφάσισαν κοινή συναινέσει να λύσουν τη συνεργασία τους, ύστερα απο 10 παιχνίδια όπου είχε 2 νίκες, 2 ισοπαλίες και 6 ήττες.

Η ομοσπονδία της Γκαμπόν είχε παραδοσιακή προτίμηση σε Γάλλους προπονητές λόγω κοινής γλώσσας και ευκολίας στην επικοινωνία. Πριν από τον Ζιρές, προπονητής ήταν ο Γάλλος Ζαν-Φρανσουά Ζοντόμ και όταν το συμβόλαιό του έληξε, η ομοσπονδία ήθελε έναν αντικαταστάτη με ακόμα μεγαλύτερο ειδικό βάρος, διεθνή αναγνώριση και εμπειρία από εθνικές ομάδες όπως αυτή που είχε αποκτήσει ο Ζιρές στη Γεωργία.

Δεν ήταν ο μοναδικός υποψήφιος, η ομοσπονδία είχε εξετάσει μια λίστα με αρκετούς έμπειρους Γάλλους τεχνικούς που ήταν ελεύθεροι εκείνη την περίοδο. Η προσωπικότητα του, το γεγονός ότι ήταν ένας θρύλος του γαλλικού ποδοσφαίρου μέλος του «Μαγικού Τετραγώνου» και το χαμηλό, προσγειωμένο προφίλ του στις διαπραγματεύσεις κέρδισαν τους διοικούντες.

Εκείνη την εποχή, η Γκαμπόν δεν διέθετε τα τεράστια οικονομικά μπάτζετ άλλων αφρικανικών δυνάμεων, ο ιδιος αναζητούσε ένα πρότζεκτ για να αποδείξει την αξία του στην Αφρική, οπότε οι οικονομικές του απαιτήσεις ήταν απόλυτα συμβατές με τις δυνατότητες της χώρας. 

Σε αντάλλαγμα ζήτησε και έλαβε, λευκή επιταγή για να αλλάξει το ρόστερ, απόλυτη ελευθερία να ταξιδεύει στην Ευρώπη για να εντοπίζει νεαρούς παίκτες με καταγωγή από την Γκαμπόν. Όταν ανέλαβε ο Ζιρές στις 3 Μαρτίου του 2006, η Γκαμπόν βρισκόταν στην ποδοσφαιρική αφάνεια. 

Ήταν αποκλεισμένη από τα μεγάλα τουρνουά, με χαμηλή ψυχολογία και βρισκόταν στην 125η θέση της παγκόσμιας κατάταξης της FIFA. Ο Γάλλος τεχνικός κλήθηκε να αναδιοργανώσει ολόκληρη τη δομή της ομάδας και να ανακαλύψει νέα ταλέντα.

Το μεγαλύτερο παράσημο της θητείας του ήταν η ανάδειξη των νέων παικτών. Ήταν ο άνθρωπος που κάλεσε για πρώτη φορά στην εθνική ομάδα και καθιέρωσε τον νεαρό τότε Πιέρ-Εμερίκ Ομπαμεγιάνγκ το 2009. 

Διέκρινε την εκρηκτική του ταχύτητα και έχτισε την επίθεση της ομάδας πάνω του, βάζοντας τις βάσεις για να γίνει ο Ομπαμεγιάνγκ ένας παγκόσμιος σταρ. Έφτασε μια ανάσα από την ιστορική πρόκριση στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Νότιας Αφρικής, τερμάτισε 2η στον όμιλό της, πίσω μόνο από το πανίσχυρο Καμερούν, έχοντας πετύχει τεράστιες νίκες (όπως το διπλό επί του Μαρόκου με 1-2).

Οδήγησε την ομάδα στα τελικά του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής μετά από 10 χρόνια απουσίας. Εκεί, η Γκαμπόν σόκαρε την ήπειρο κερδίζοντας στην πρεμιέρα το φαβορί, Καμερούν, με 1-0. Η ομάδα σκαρφάλωσε από την 125η θέση στην 40ή θέση της παγκόσμιας κατάταξης, την υψηλότερη στην ιστορία της μέχρι τότε.

Σε 31 επίσημους αγώνες κατέγραψε 16 νίκες, 5 ισοπαλίες και 10 ήττες και μετά τον αποκλεισμό στη φάση των ομίλων του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής το 2010 (λόγω τριπλής ισοβαθμίας με Ζάμπια και Καμερούν), το συμβόλαιό του έληξε στις 12 Φεβρουαρίου του 2010. 

Αποφάσισε να μην ανανεώσει, καθώς ένιωσε ότι ο κύκλος του έκλεισε, έχοντας όμως αφήσει πίσω του μια σύγχρονη και ανταγωνιστική ομάδα. Στις αρχές του 2010, το Μάλι διέθετε ένα από τα ποιοτικότερα ρόστερ στην ιστορία του, με παίκτες παγκόσμιας κλάσης όπως ο Σεϊντού Κεϊτά (Μπαρτσελόνα) και ο Μαχαμαντού Ντιαρά (Ρεάλ Μαδρίτης). 

Ωστόσο, στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 2010 η ομάδα αποκλείστηκε πρόωρα από τη φάση των ομίλων. Η ομοσπονδία απέλυσε αμέσως τον Νιγηριανό προπονητή Στίβεν Κέσι και αναζήτησε έναν άνθρωπο με αυστηρή ευρωπαϊκή τακτική παιδεία.

Το Μάλι στράφηκε αποκλειστικά στη γαλλική αγορά. Στην τελική λίστα των υποψηφίων, εκτός από τον Ζιρές, υπήρχαν πολύ δυνατά ονόματα της εποχής, όπως ο Πατρίκ Νεβέ και ο Ανρί Μισέλ. Η ομοσπονδία επέλεξε τον Ζιρές επειδή είχε αποδείξει με την Γκαμπόν ότι μπορεί να πάρει το 100% από μια ομάδα χωρίς να διαθέτει απαραίτητα πολλούς σταρ.

Οι διοικούντες πίστευαν ότι αν έβαζε την ίδια τακτική πειθαρχία στο γεμάτο ταλέντο ρόστερ του Μάλι, η ομάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει τίτλους. Έχοντας μείνει ελεύθερος από τον Φεβρουάριο του 2010, ήθελε να παραμείνει στην Αφρική αλλά σε μια ομάδα με υψηλότερο αγωνιστικό ταβάνι. 

Η προοπτική να προπονήσει παίκτες που αγωνίζονταν στο κορυφαίο επίπεδο του Champions League (όπως ο Κεϊτά) τον ώθησε να αποδεχθεί αμέσως την πρόταση και να υπογράψει στις 7 Μάϊου του 2010. 

Κλήθηκε να περάσει το Μάλι από έναν ύπουλο προκριματικό όμιλο για το Κύπελλο Εθνών Αφρικής που περιλάμβανε το Πράσινο Ακρωτήριο, τη Ζιμπάμπουε και τη Λιβερία. Η αρχή ήταν εφιαλτική, καθώς το Μάλι ηττήθηκε στην πρεμιέρα από το Πράσινο Ακρωτήριο (1-0) τον Σεπτέμβριο του 2010.

Ο Γάλλος τεχνικός αναπροσάρμοσε άμεσα τα πλάνα του και η ομάδα πέτυχε καθοριστικές εντός έδρας νίκες (όπως το 1-0 επί της Ζιμπάμπουε). Στο τελευταίο και κρίσιμο παιχνίδι τον Οκτώβριο του 2011, το Μάλι απέσπασε ισοπαλία 2-2 εκτός έδρας με τη Λιβερία. 

Το αποτέλεσμα αυτό, σε συνδυασμό με την ήττα του Πράσινου Ακρωτηρίου, χάρισε στο Μάλι την απευθείας πρόκριση στην τελική φάση, ως πρώτο στον όμιλό του λόγω καλύτερης διαφοράς τερμάτων.

Κατά τη διάρκεια του 2011, χρησιμοποίησε τις επίσημες ημερομηνίες της FIFA για να δώσει σειρά φιλικών αγώνων προετοιμασίας όπως απέναντι στην Τυνησία και το Κονγκό. Μέσα από αυτά τα παιχνίδια κατάφερε να ενσωματώσει νεαρούς ποδοσφαιριστές που αγωνίζονταν στη Γαλλία, να βρει την ιδανική αμυντική ισορροπία, η οποία αποτελούσε το μόνιμο πρόβλημα της χώρας τα προηγούμενα χρόνια.

Όλη αυτή η μεθοδική δουλειά στο παρασκήνιο επέτρεψε στο Μάλι να εμφανιστεί απόλυτα έτοιμο και συμπαγές τον Ιανουάριο του 2012, παρά την πολιτική κρίση που είχε ξεσπάσει στο εσωτερικό της χώρας εκείνη την περίοδο.

Το μεγαλύτερο επίτευγμα του πριν από το τουρνουά ήταν ότι έπεισε τον σταρ της Μπαρτσελόνα, Σεϊντού Κεϊτά, να επιστρέψει στην εθνική ομάδα, καθώς ο παίκτης είχε αποχωρήσει λόγω διαφωνιών με την προηγούμενη διοίκηση.

Η προετοιμασία έγινε κάτω από αντίξοες συνθήκες, καθώς στο Μάλι επικρατούσε έντονη πολιτική και πολεμική αναταραχή εξέγερση των Τουαρέγκ). Κατάφερε να απομονώσει τους παίκτες από την κρίση και να τους ενώσει γύρω από έναν εθνικό στόχο.

Το Μάλι προκρίθηκε ως 2ο από τον όμιλό του, πετυχαίνοντας κρίσιμες νίκες επί της Γουινέας (1-0) και της Μποτσουάνα (2-1), ενώ ηττήθηκε μόνο από την πανίσχυρη Γκάνα (2-0).

Στις 5 Φεβρουαρίου 2012, το Μάλι αντιμετώπισε τη διοργανώτρια και πρώην ομάδα του Ζιρές Γκαμπόν. Μετά από ένα συγκλονιστικό ματς που έληξε 1-1, το Μάλι πήρε την πρόκριση στα ημιτελικά στα πέναλτι (4-5), με τον Κεϊτά να σημειώνει το νικητήριο χτύπημα.

Στα ημιτελικά λύγισε από την μετέπειτα κάτοχο του τίτλου Ακτή Ελεφαντοστού του Ντιντιέ Ντρογκμπά, χάνοντας οριακά με 1-0. Στον αγώνα για την 3η θέση, το Μάλι αντιμετώπισε ξανά την Γκάνα και το Μάλι επικράτησε καθαρά με 2-0 (χάρη σε δύο γκολ του Τσεϊκ Ντιαμπατέ), κατακτώντας πανηγυρικά το χάλκινο μετάλλιο.
Παρά την ιστορική επιτυχία, η θητεία του έληξε άδοξα στις 8 Μαΐου 2012, ακριβώς δύο χρόνια μετά την πρόσληψή του. Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία του Μάλι, εν μέσω οικονομικών δυσκολιών λόγω της πολιτικής κατάστασης στη χώρα, του πρότεινε ανανέωση συμβολαίου με μειωμένες αποδοχές και χωρίς τις εγγυήσεις ασφαλείας που ζητούσε, όμως αρνήθηκε και αποχώρησε.

Κατά τη δεκαετία του 2010, όταν οι μετοχές του είχαν εκτοξευθεί λόγω των επιτυχιών του με την Γκαμπόν και το Μάλι, υπήρξαν επίσημες προσεγγίσεις από συλλόγους του Βελγίου και της Ελβετίας. Οι ομάδες αυτές αναζητούσαν έναν έμπειρο Γάλλο τεχνικό με διεθνή εμπειρία για να αναλάβει μακροχρόνια πρότζεκτ. 

Απέρριψε ευγενικά αυτές τις προτάσεις, καθώς το στάτους του ως «γκουρού» των αφρικανικών εθνικών ομάδων του προσέφερε μεγαλύτερη καταξίωση και καλύτερες οικονομικές απολαβές.

Η Σενεγάλη διέθετε μια εξαιρετικά ταλαντούχα γενιά παικτών με αστέρες όπως ο νεαρός τότε Σαντιό Μανέ, ο Ντεμπά Μπα και ο Παπίς Σισ), αλλά τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά, αφού στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής  του 2012 αποκλείστηκε με 3 ήττες στη φάση των ομίλων.

Λίγους μήνες μετά, αποκλείστηκε από την Ακτή Ελεφαντοστού στα προκριματικά για το Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 2013, σε ένα παιχνίδι μάλιστα που διακόπηκε λόγω σοβαρών επεισοδίων των οπαδών στο Ντακάρ.

Η ομοσπονδία απέλυσε τον προπονητή Τζόζεφ Κοτό και έψαχνε έναν ξένο τεχνικό με αποδεδειγμένη εμπειρία στην Αφρική, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλει σιδηρά πειθαρχία στα αποδυτήρια. Η θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού της Σενεγάλης ήταν εξαιρετικά ελκυστική λόγω του πλούσιου ταλέντου της χώρας. 

Η ομοσπονδία εξέτασε περισσότερες από 60 αιτήσεις και κατέληξε σε μια τελική λίστα πέντε πολύ δυνατών ονομάτων και στις 9 Ιανουαρίου 2013, η ομοσπονδία ανακοίνωσε επίσημα τη συμφωνία με τον Αλέν Ζιρές για δύο χρόνια. 

Η κατάκτηση της 3ης θέσης το 2012 με το Μάλι και μάλιστα με πολύ χαμηλότερο μπάτζετ εντυπωσίασε τους Σενεγαλέζους. Αντίθετα με τον Έρικσον, ο οποίος ζητούσε υπέρογκο συμβόλαιο και δεν είχε δουλέψει σε καθημερινή βάση στην Αφρική, ο Ζιρές ήξερε πώς να διαχειρίζεται τις ιδιαιτερότητες των αφρικανικών γηπέδων και των ταξιδιών.

Ένας άαλλος σημαντικός λόγος ήταν η άμεση επικοινωνία με τους παίκτες, οι περισσότεροι από τους οποίους αγωνίζονταν στη Γαλλία, θεωρήθηκε κομβικό πλεονέκτημα. Έτσι ξεκίνησε τη διετή θητεία του στη Σενεγάλη, έχοντας ως πρώτο μεγάλο στόχο να οδηγήσει την ομάδα στα τελικά του Μουντιάλ 2014 στη Βραζιλία.

 Λόγω των σοβαρών επεισοδίων των οπαδών το 2012 (πριν αναλάβει ο Ζιρές), η FIFA είχε επιβάλει ποινή αποκλεισμού στο στάδιο του Ντακάρ. Έτσι αναγκάστηκε να δώσει όλα τα κρίσιμα «εντός έδρας» παιχνίδια σε ουδέτερα γήπεδα (στη Γουινέα, το Μαρόκο κ.α.), στερούμενος τη θερμή υποστήριξη των φιλάθλων της χώρας.

Παρά το μειονέκτημα της έδρας, παρουσίασε ένα εξαιρετικά συμπαγές σύνολο και στον δεύτερο γύρο των προκριματικών, η Σενεγάλη τερμάτισε αήττητη στην 1η θέση του ομίλου της (με 3 νίκες και 3 ισοπαλίες απέναντι σε Ουγκάντα, Ανγκόλα και Λιβερία), παίρνοντας το εισιτήριο για τα τελικά νοκ-άουτ μπαράζ.

Στην τελική φάση, η κληρωτίδα στάθηκε αμείλικτη, φέρνοντας απέναντι στη Σενεγάλη την πανίσχυρη Ακτή Ελεφαντοστού των Ντιντιέ Ντρογκμπά, Γιάγια Τουρέ και Ζερβίνιο. Στο Αμπιτζάν, οι Ιβοριανοί κυριάρχησαν και προηγήθηκαν με 3-0, όμως ένα χρυσό γκολ του Παπίς Σισέ στο 90'+5' κράτησε τη Σενεγάλη ζωντανή για τη ρεβάνς.

Στις 16 Νοεμβρίου 2013, στο Μαρόκο (ως ουδέτερη έδρα), η ομάδα του Ζιρές άγγιξε το απόλυτο ποδοσφαιρικό θαύμα. Πίεσε ασφυκτικά, προηγήθηκε 1-0 με πέναλτι του Μουσά Σο στο 77' και χρειαζόταν ένα ακόμα γκολ για να πάρει την πρόκριση λόγω του εκτός έδρας γκολ. Η Σενεγάλη έχασε τεράστιες ευκαιρίες, αλλά στο 90'+4', σε μια αντεπίθεση, ο Σαλομόν Καλού ισοφάρισε σε 1-1, γκρεμίζοντας οριστικά το όνειρο του Ζιρές για το Παγκόσμιο Κύπελλο

Μετά το σοκ του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ανανέωσε την ομάδα και πέτυχε μια σπουδαία πρόκριση στα τελικά του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής του 2015. Εκεί όμως, η Σενεγάλη έπεσε στον «όμιλο του θανάτου» με Αλγερία, Γκάνα και Νότια Αφρική και παρότι ξεκίνησε με νίκη επί της Γκάνας (2-1), η ήττα από την Αλγερία (2-0) στο τελευταίο ματς έφερε τον πρόωρο αποκλεισμό από τη φάση των ομίλων.

Λόγω της έντονης κριτικής από τον Τύπο και τους οπαδούς για τις τακτικές του επιλογές στο τελευταίο τουρνουά, ανακοίνωσε την αποχώρησή του στις 29 Ιανουαρίου του 2015, αμέσως μετά τον αποκλεισμό, κλείνοντας τη διετή θητεία του με συνολικό απολογισμό 16 αγώνες με 7 νίκες, 5 ισοπαλίες και 4 ήττες.

Η επιστροφή του Αλέν Ζιρές στην Εθνική Μάλι επίσημα ανέλαβε καθήκοντα στις 18 Μαρτίου του 2015, έγινε με μεγάλες προσδοκίες, καθώς οι φίλαθλοι θυμούνταν την κατάκτηση της 3ης θέσης του 2012.

Ωστόσο, αυτή η δεύτερη θητεία αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολη και δεν είχε την ίδια επιτυχία. Ο πρώτος μεγάλος στόχος επετεύχθη με άνεση, παρουσίασε ένα πειθαρχημένο σύνολο στα προκριματικά και πέτυχε την πρόκριση στα τελικά του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής 2017 που διεξήχθη στην Γκαμπόν, τερματίζοντας αήττητος στον όμιλό του (με 5 νίκες και 1 ισοπαλία).

Στην τελική φάση της διοργάνωσης, η ομάδα δεν κατάφερε να επαναλάβει τον θρίαμβο του 2012, κληρώθηκε σε έναν πολύ δύσκολο όμιλο με την Αίγυπτο, την Γκάνα και την Ουγκάντα. Η ομάδα παρουσίασε μεγάλη δυσκολία στο σκοράρισμα, αποσπώντας δύο λευκές ισοπαλίες (0-0) με Αίγυπτο και Ουγκάντα, ενώ ηττήθηκε με 1-0 από την Γκάνα.

Με απολογισμό μόλις 2 βαθμούς και 1 γκολ, το Μάλι αποκλείστηκε πρόωρα από τη φάση των ομίλων, προκαλώντας έντονη κριτική προς το πρόσωπο του Γάλλου τεχνικού. Η κατάσταση έγινε μη αναστρέψιμη κατά τη διάρκεια των προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018, βρέθηκε σε κάκιστη αγωνιστική κατάσταση και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε την 1η Σεπτεμβρίου 2017, όταν η ομάδα συνετρίβη με 6-0 από το Μαρόκο στο Ραμπάτ.

Μετά από αυτό το βαρύ αποτέλεσμα, την έντονη αποδοκιμασία των οπαδών στο Μπαμάκο και τις τεταμένες σχέσεις με την ομοσπονδία, ο Αλέν Ζιρές υπέβαλε επίσημα την παραίτησή του στις 7 Σεπτεμβρίου 2017.

Συνολικά στη δεύτερη θητεία που κάθισε στον πάγκο του Μάλι σε 16 επίσημους αγώνες, καταγράφοντας 5 νίκες, 7 ισοπαλίες και 4 ήττες. Τον Αύγουστο του 2018, η Μπορντό βρισκόταν σε διοικητικό και αγωνιστικό χάος, ο Πογιέτ απολύθηκε επεισοδιακά μετά από δημόσια κριτική στη διοίκηση και το όνομα του Ζιρές έπεσε αμέσως στο τραπέζι. 

Οι οπαδοί και ο τοπικός Τύπος πίεζαν έντονα για την επιστροφή του κορυφαίου θρύλου της ομάδας, θεωρώντας ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να εμπνεύσει και να συσπειρώσει τον σύλλογο. Όντας ελεύθερος από την Εθνική Μάλι στα τέλη του 2017, δήλωσε δημόσια και ανοιχτά ότι ήταν έτοιμος να αναλάβει την Μπορντό, ακόμη και με μειωμένες αποδοχές. 

Η διοίκηση των Γιρονδίνων τον προσέγγισε, έγιναν οι πρώτες διερευνητικές επαφές και συζητήθηκε το πλάνο για τη σωτηρία της ομάδας, έβλεπε αυτή την προοπτική ως το ιδανικό κλείσιμο της προπονητικής του καριέρας στο «σπίτι» του.

Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ο σύλλογος βρισκόταν σε διαδικασία πώλησης στο αμερικανικό fund General American Capital Partners. Οι νέοι Αμερικανοί ιδιοκτήτες ήθελαν ένα πιο «μοντέρνο» και διεθνές όνομα για τον πάγκο, αγνοώντας το ιστορικό και συναισθηματικό βάρος του Ζιρές.

Αντί του Ζιρές, η διοίκηση επέλεξε τελικά να φέρει πίσω έναν άλλον πρώην προπονητή της ομάδας, τον Βραζιλιάνο Ρικάρντο Γκόμες (με τον Ερίκ Μπεντουέ ως επίσημο τεχνικό λόγω έλλειψης διπλώματος του Ρικάρντο).

Λίγους μήνες μετά ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Εθνικής Τυνησίας στις 13 Δεκεμβρίου 2018, υπογράφοντας συμβόλαιο 18 μηνών με δικαίωμα ανανέωσης. Η θητεία του διήρκεσε μέχρι τον Αύγουστο του 2019 και χαρακτηρίστηκε από μια σπουδαία πορεία στα γήπεδα της Αιγύπτου, παρά την έντονη εσωτερική κριτική.

Η Ομοσπονδία της Τυνησίας επέλεξε τον Ζιρές λόγω της τεράστιας εμπειρίας του στην Αφρική, με μοναδικό στόχο μια μεγάλη πορεία στο Κύπελλο Εθνών Αφρικής του 2019. Ο Γάλλος τεχνικός κλήθηκε να διαχειριστεί ένα ρόστερ με υψηλή τεχνική κατάρτιση αλλά και μεγάλες απαιτήσεις από τον εγχώριο Τύπο.

Στα τελικά της διοργάνωσης το καλοκαίρι του 2019, η Τυνησία ξεκίνησε πολύ νωθρά, αλλά η εμπειρία του Ζιρές στα νοκ-άουτ αποδείχθηκε καθοριστική, προκρίθηκε μάλλον ασθμαίνοντας, καταγράφοντας τρεις ισοπαλίες στον όμιλο απέναντι σε Ανγκόλα (1-1), Μάλι (1-1) και Μαυριτανία (0-0).

Στη φάση των «16», η ομάδα του Ζιρές πέτυχε μια τεράστια πρόκριση στα πέναλτι επί της Γκάνας (1-1 κ.α., 4-5 πέν.) και στα προημιτελικά, απέκλεισε εύκολα την έκπληξη του τουρνουά, Μαδαγασκάρη, με 3-0.

Στα ημιτελικά, η Τυνησία λύγισε στις λεπτομέρειες από την πανίσχυρη Σενεγάλη χάνοντας με 1-0 στην παράταση λόγω ενός άτυχου αυτογκόλ. Στον μικρό τελικό, ηττήθηκε επίσης με 1-0 από τη Νιγηρία, καταλαμβάνοντας τελικά την 4η θέση στην Αφρική. 

Παρά το γεγονός ότι οδήγησε την Τυνησία στα ημιτελικά της Αφρικής για πρώτη φορά μετά από 15 ολόκληρα χρόνια (από το 2004), το κλίμα για τον Ζιρές ήταν βαρύ. Ο Τύπος και η ομοσπονδία ασκούσαν έντονη κριτική για το συντηρητικό στυλ παιχνιδιού της ομάδας στη φάση των ομίλων. Έτσι, στις 21 Αυγούστου 2019, η ομοσπονδία ανακοίνωσε την κοινή συναινέσει λύση της συνεργασίας τους. 
Συνολικά, ο Ζιρές κάθισε στον πάγκο της Τυνησίας σε 12 επίσημους αγώνες, καταγράφοντας 5 νίκες, 4 ισοπαλίες και 3 ήττες. 
Την άνοιξη του 2021, το όνομά του βρέθηκε πράγματι στο προσκήνιο, καθώς η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Κονγκό είχε δεχθεί δεκάδες αιτήσεις για τη θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού και ο Ζιρές ήταν ένας από τους βασικούς υποψηφίους στη σχετική λίστα, ωστόσο, η συμφωνία δεν προχώρησε ποτέ.

Είχε προτάσεις και από άλλες ευρωπαϊκές ομοσπονδίες προτού καταλήξει στο Κόσοβο το 2022. Ομοσπονδίες της Ανατολικής Ευρώπης παρόμοιες με τη Γεωργία που είχε αναλάβει το 2004 τον είχαν προσεγγίσει κατά καιρούς, βλέποντας στο πρόσωπό του έναν προπονητή που ξέρει να χτίζει ομάδες από το μηδέν.

Σε γενικές γραμμές, είχε δηλώσει σε συνεντεύξεις του ότι η ελευθερία που του έδινε ο ρόλος του ομοσπονδιακού τεχνικού στην Αφρική όπου μπορούσε να ταξιδεύει, να εντοπίζει ταλέντα στην Ευρώπη και να δουλεύει σε μεγάλα τουρνουά όπως το Κύπελλο Εθνών Αφρικής ήταν πολύ πιο ελκυστική από την καθημερινή τριβή σε έναν μεσαίο ευρωπαϊκό σύλλογο

Στις 23 Φεβρουαρίου 2022, ο Ζιρές υπέγραψε συμβόλαιο με την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Κοσόβου με ορίζοντα μέχρι το τέλος των προκριματικών του Euro 2024. Η αποστολή του ήταν να ανεβάσει επίπεδο μια νεαρή και ταλαντούχα ομάδα, εισάγοντας ευρωπαϊκή πειθαρχία και τακτική. 

Κατέλαβε τη 2η θέση στον όμιλό του στη League C (πίσω από την Ελλάδα), πετυχαίνοντας 3 νίκες σε 6 αγώνες. Η εκκίνηση στον όμιλο για την προκριματική φάση του EURO 2024, ήταν απογοητευτική. Το Κόσοβο ξεκίνησε με τρεις συνεχόμενες ισοπαλίες απέναντι σε Ισραήλ (1-1), Ανδόρα (1-1) και Ρουμανία (0-0) και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε στις 19 Ιουνίου 2023, όταν το Κόσοβο ηττήθηκε με 2-1 από την Λευκορωσία στη Βουδαπέστη. 

Μετά από αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα, που εκμηδένισε τις ελπίδες πρόκρισης, η ομοσπονδία ανακοίνωσε την απόλυση του. Συνολικά στο Κόσοβο κάθισε στον πάγκο σε 14 επίσημους και φιλικούς αγώνες, με απολογισμό 4 νίκες, 6 ισοπαλίες και 4 ήττες.

Μετά την αποχώρησή του από το Κόσοβο το 2023, αποφάσισε να αποσυρθεί από την προπονητική. Σήμερα, ζει στη Γαλλία και λειτουργεί ως ποδοσφαιρικός αναλυτής, σχολιαστής στην τηλεόραση και πρεσβευτής της Μπορντό, παραμένοντας μια από τις πιο σεβάσμιες προσωπικότητες του γαλλικού ποδοσφαίρου.

Έχει κυκλοφορήσει δύο σημαντικά αυτοβιογραφικά βιβλία κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της πορείας του στο ποδόσφαιρο. Το πρώτο ήταν το «Droit au but !» το οποίο γράφτηκε και εκδόθηκε το 1985 από τον εκδοτικό οίκο Hachette, την περίοδο που μεσουρανούσε με την Μπορντό και την Εθνική Γαλλίας.

Το δεύτερο είναι το «Né pour jouer» το 2021 και πρόκειται για την ολοκληρωμένη και επίσημη αυτοβιογραφία του, η οποία κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2021 από τον εκδοτικό οίκο Robert Laffont (σε συνεργασία με τον δημοσιογράφο Ντομινίκ Σεβεράκ). 

Σε αυτό το βιβλίο, σε ηλικία 68 ετών προχώρησε σε μια πλήρη αναδρομή ολόκληρης της ζωής του, περιγράφοντας αναλυτικά την καριέρα του ως ποδοσφαιριστής αλλά και την πολυετή πορεία του ως προπονητής και ομοσπονδιακός τεχνικός.

Στην ψηφοφορία για την "Χρυσή Μπάλα" το 1982 κατέλαβε την δεύτερη θέση πίσω απο τον Πάολο Ρόσι, ενώ αναδείχθηκε τρείς φορές απο το France Football το 1982, το 1983 και το 1987 κορυφαίος παίκτης της χρονιάς. Επίσης απο το ίδιο περιοδικό το 1999 σε ψηφοφορία που πραγματοποιήθηκε για τον κορυφαίο παίκτη του 20ου αιώνα κατέλαβε την 7η θέση 


   

 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...