O Socrates Brasileiro Sampaio de Sousa Vieira de Oliveira η πιο απλά Σόκρατες ήταν κάτι παραπάνω από ένας σπουδαίος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής που αγωνιζόταν στον χώρο του κέντρου ως κεντρικός μεσοεπιθετικός. Ήταν ένα έντονα πολιτικοποιημένο άτομο το οποίο σπούδασε ιατρική και κατάφερε να αποφοιτήσει πολύ πριν ξεκινήσει την ποδοσφαιρική του καριέρα ενώ και οι απόψεις του σε διάφορες συνεντεύξεις για πάρα πολλούς τομείς της ζωής είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 1954 στην πόλη Μπελέμ της επαρχίας Παρά του Αμαζονίου και ο πατέρας του που ερωτεύθηκε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό του έδωσε μεταξύ άλλων το όνομα Σόκρατες προς τιμήν του μεγάλου αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου.
Παρότι από το 1974 άνηκε στον σύλλογο Botafogo Futebol Clube του Ριμπειράο Πρέτο μόνο όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1978 αποφάσισε να υπογράψει επαγγελματικό συμβόλαιο. Είχε 259 συμμετοχές και 101 τέρματα και το 1976, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο απαιτητικό πολιτειακό πρωτάθλημα Campeonato Paulista σημειώνοντας 15 γκολ.
Ήταν το πιο περιζήτητο όνομα στη Βραζιλία το 1978, έχοντας μόλις τελειώσει την ιατρική και πολλές ομάδες εξέφρασαν επίσημο ενδιαφέρον. Η Σάο Πάολο ήταν η ομάδα που έφτασε πιο κοντά από όλες, μάλιστα έβλεπε θετικά τη μετακίνηση εκεί, αλλά η αργοπορία της διοίκησης και το σαμποτάζ της Κορίνθιανς της στέρησαν τον παίκτη.
Οι μεγάλες ομάδες του Ρίο ντε Τζανέιρο Φλουμινένσε και Φλαμένγκο, είχανβολιδοσκοπήσει την Μποταφόγκο, όμως ο Σόκρατες προτιμούσε να μείνει στην πολιτεία του Σάο Πάολο, καθώς είχε ήδη αναπτύξει εκεί την ιατρική και κοινωνική του ζωή.
Ο πανέξυπνος πρόεδρος της Κορίνθιανς, Βισέντε Ματέους ήθελε απεγνωσμένα τον Σόκρατες για να τον ενώσει ξανά με τον επιθετικό Ζεραλντάο, με τον οποίο έκαναν θαύματα παλαιότερα στην Μποταφόγκο.
Μαθαίνοντας ότι η Σάο Πάολο είχε ήδη ξεκινήσει επαφές, έστησε μια παγίδα, για να αγοράσει τον Σόκρατες, η Σάο Πάολο χρειαζόταν ρευστό και σκόπευε να πουλήσει τον αμυντικό της μέσο, Σικάο
Ο Ματέους τηλεφώνησε στη Σάο Πάολο και προσποιήθηκε ότι η Κορίνθιανς ενδιαφερόταν να αγοράσει τον Σικάο για 5 εκατομμύρια κρουζέιρος. Έστειλε τον αδελφό και αντιπρόεδρό του, Ισιντόρο Ματέους, σε ένα επίσημο, πολύωρο γεύμα με τους διοικητικούς της Σάο Πάολο για να διαπραγματευτούν αυτή την υποτιθέμενη μεταγραφή.
Ενώ η διοίκηση της Σάο Πάολο είχε επικεντρωθεί στο γεύμα, ο ίδιος ο πρόεδρος της Κορίνθιανς μπήκε κρυφά στο αυτοκίνητό του, οδήγησε μέχρι το Ριμπεϊράο Πρέτο, βρήκε τους διοικούντες της Μποταφόγκο και τον Σόκρατες και έκλεισε τη μεταγραφή επιτόπου, πληρώνοντας το ποσό με δικά του χρήματα.
Όταν η Σάο Πάολο κατάλαβε τι είχε συμβεί, ο Σόκρατες ήταν ήδη παίκτης της «Τιμάο». Όσο σπούδαζε στην Ιατρική Σχολή του Ριμπεϊράο Πρέτο, η Μποταφόγκο ήταν το ιδανικό περιβάλλον, καθώς του επέτρεπε να μην προπονείται καθημερινά.
Μόλις πήρε το πτυχίο του στα τέλη του 1977, ο κύκλος αυτός έκλεισε, ήθελε να αποδείξει ότι μπορεί να πρωταγωνιστήσει στο κορυφαίο επίπεδο, κάτι που η Μποταφόγκο, ως επαρχιακός σύλλογος, δεν μπορούσε να του προσφέρει.
Η σχέση του με τους φιλάθλους της ομάδας είχε γίνει προβληματική, αρνιόταν να πανηγυρίσει έξαλλα τα γκολ του, θεωρώντας ότι η υπερβολική χαρά υποτιμά τον αντίπαλο και ότι ο ίδιος απλώς έκανε το καθήκον του.
Οι οπαδοί εξέλαβαν αυτή τη στάση ως αλαζονεία και αδιαφορία για τη φανέλα, με αποτέλεσμα να τον αποδοκιμάζουν, γεγονός που τον δυσαρέστησε έντονα. Παρά το γεγονός ότι αγαπούσε την ιατρική, συνειδητοποίησε ότι οι οικονομικές απολαβές μιας μεγάλης ομάδας της πρωτεύουσας όπως η Κορίνθιανς ή η Σάο Πάολο, θα του εξασφάλιζαν το μέλλον με τρόπο που ούτε η Μποταφόγκο ούτε ένα απλό ιατρικό ιατρείο μπορούσαν να κάνουν εκείνη την εποχή.
Αν και θεωρούνταν ήδη από τα μεγαλύτερα ταλέντα της χώρας, ήξερε ότι για να καθιερωθεί στην Εθνική Βραζιλίας και να αγωνιστεί σε ένα Μουντιάλ, έπρεπε να παίζει κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας του Σάο Πάολο ή του Ρίο.
Στο "Πακαέμπου" πραγματοποίησε ουσιαστικά τις καλύτερες του χρονιές μέχρι και το 1984 σε 298 παιχνίδια πετυχαίνοντας 172 γκολ και κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα Παουλίστα το 1979, το 1982 και το 1983. Όμως η μεγαλύτερη συνεισφορά του δεν ήταν άλλη από την εγκαθίδρυση της "Democracia Corinthiana" .
Σε μια εποχή όπου η Βραζιλία βρισκόταν σε πολιτικό ξεσηκωμό μιας και η δικτατορία που είχε υποβληθεί στην χώρα από το 1964 "έπνεε τα λοίσθια", οι εκλογές του συλλόγου τον Απρίλιο του 1982 έδωσαν την δυνατότητα στον Σόκρατες αλλά και σε άλλους πολιτικοποιημένους συμπαίκτες του να σχηματίσουν ένα ιδεολογικό κίνημα.
Βασική αρχή του συγκεκριμένου κινήματος ήταν η διεξαγωγή ψηφοφορίας για κάθε απόφαση ανεξαρτήτως σημασίας στην οποία συμμετείχαν όλοι οι εργαζόμενοι του συλλόγου με την ψήφο να διαθέτει την ίδια βαρύτητα ανεξαρτήτως πόστου.
Στις εμφανίσεις της "τιμάο" πέρα από τα νούμερα πολλές φορές αποτυπωνόταν διάφορα μηνύματα και δημοκρατικές προτροπές, σε μία από αυτές τις περιπτώσεις όταν κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1982 υπήρχε στις φανέλες η λέξη "δημοκρατία".
Ακόμα και το καλοκαίρι του 1984 όταν η Φιορεντίνα κινήθηκε για να τον εντάξει στο δυναμικό της ο ίδιος ήταν πρόθυμος να παραμείνει στην χώρα του αρκεί να περνούσε η συνταγματική αναθεώρηση που προέβλεπε ελεύθερες εκλογές.
Είχε και άλλες προτάσεις, η Ρόμα είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον, θέλοντας να δημιουργήσει μια απίστευτη βραζιλιάνικη τριάδα στο κέντρο, καθώς διέθετε ήδη τον Πάολο Ρομπέρτο Φαλκάο και τον Τονίνιο Σερέζο.
Ωστόσο, οι κανονισμοί της εποχής για τον περιορισμό των ξένων παικτών ανά ομάδα δυσκόλεψαν τη μεταγραφή. Οι «νερατζούρι» εξέτασαν σοβαρά την περίπτωσή του πριν στραφούν σε άλλες λύσεις για την ενίσχυση της μεσαίας τους γραμμής.
Το όνομα του Σόκρατες είχε βρεθεί ψηλά στη λίστα της «Βασίλισσας» έψαχνε έναν παγκόσμιας κλάσης ηγέτη για το κέντρο της, όμως οι συζητήσεις δεν προχώρησαν σε οριστική συμφωνία, καθώς οι ισπανικοί σύλλογοι δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν εύκολα τα εξωπραγματικά συμβόλαια και τα προνόμια που πρόσφεραν οι Ιταλοί εκείνη την περίοδο.
Κάτι τέτοιο δεν πέρασε και ο "γιατρός" μετακόμισε στον ιταλικό Βορρά και την Φλωρεντία, .Η ομάδα της Φλωρεντίας κέρδισε την υπογραφή του επειδή του προσέφερε ένα «χρυσό συμβόλαιο» με μυθικές παροχές για την εποχή, συνολικές απολαβές κοντά στα 2 εκατομμύρια δολάρια για δύο χρόνια, μια υπερπολυτελή έπαυλη στη Φλωρεντία και αυτοκίνητα.
Ακόμα 18 αεροπορικά εισιτήρια μετ' επιστροφής τον χρόνο για να επισκέπτεται τη Βραζιλία αλλά και πληρωμένα δίδακτρα σε ιδιωτικά σχολεία για τα τέσσερα παιδιά του. Στους "βιόλα" δεν κατάφερε να στεριώσει, και να συνυπάρξει με τον Ντανιέλ Πασαρέλα.
Ήταν δύο τόσο ισχυρές, αλλά εκ διαμέτρου αντίθετες προσωπικότητες στα αποδυτήρια της Φλωρεντίας ήταν εκρηκτική. Από τη μία πλευρά ο Σόκρατες ένας μποέμ, αριστερός ιδεολόγος, εραστής της ελευθερίας) και από την άλλη ο Πασαρέλα ένας σκληροτράχηλος, αυταρχικός Αργεντινός, που λειτουργούσε με στρατιωτική πειθαρχία
Ο Πασαρέλα βρισκόταν ήδη δύο χρόνια στη Φλωρεντία, μιλούσε άπταιστα ιταλικά και είχε γίνει ο άτυπος ηγέτης των Ιταλών παικτών. Αντί να καλωσορίσει τον Σόκρατες, τον απομόνωσε. Η κόντρα μεταφέρθηκε ξεκάθαρα μέσα στις τέσσερις γραμμές, ο Πασαρέλα και η παρέα του αρνούνταν να πασάρουν την μπάλα στον Σόκρατες, αποκόπτοντάς τον από το παιχνίδι της ομάδας.
Σε έναν αγώνα, η Φιορεντίνα κέρδισε πέναλτι, ο Σόκρατες, ως ο προκαθορισμένος εκτελεστής, πήρε την μπάλα. Ο Πασαρέλα όρμησε, του την άρπαξε μέσα από τα χέρια με τσαμπουκά, εκτέλεσε ο ίδιος και σκόραρε και μετά από αυτό, η σχέση τους κόπηκε οριστικά
Πέρα από τον Πασαρέλα, σιχάθηκε τον τρόπο που λειτουργούσε το ιταλικό ποδόσφαιρο, στην Ιταλία οι ομάδες κλείνονταν σε ξενοδοχεία για μέρες πριν από τους αγώνες (το λεγόμενο ritiro). Για έναν άνθρωπο που είχε ιδρύσει την «Κορινθιανή Δημοκρατία» και πίστευε στην αυτονομία των παικτών, αυτό έμοιαζε με φυλακή.
Αρνιόταν να κόψει το κάπνισμα και τις μπύρες, κάτι που εξόργιζε τον προπονητή του, επίσης, έβρισκε το ιταλικό ποδόσφαιρο υπερβολικά εμμονικό με την τακτική και βαρετό. Όταν έφτασε στην Ιταλία, οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν αν σκοπεύει να διαβάσει για την ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου, για τον Ματσόλα ή τον Ριβέρα.
Εκείνος απάντησε αφοπλιστικά: «Δεν ήρθα εδώ για να μάθω για το ιταλικό ποδόσφαιρο. Ήρθα για να διαβάσω Αντόνιο Γκράμσι (Ιταλός μαρξιστής φιλόσοφος) στο πρωτότυπο». Θα αγωνιστεί σε 33 παιχνίδια και θα πετύχει 9 γκολ, αλλά το καλοκαίρι του 1985, νιώθοντας βαθιά νοσταλγία για τον τρόπο ζωής στη Βραζιλία και απηυδισμένος από το κλίμα στη Φλωρεντία, χάρισε το υπόλοιπο του και ήθελε να φύγει απο την Ιταλία.
Απο την άλλη όταν οι "βιόλα" αποφάσισαν να απαλλαγούν από το βαρύ συμβόλαιο του, το καλοκαίρι του 1985, δεν είχε στα χέρια της προτάσεις από άλλες ευρωπαϊκές ομάδες, καθώς η κακή του παρουσία στην Ιταλία και η απειθαρχία του είχαν αποθαρρύνει τους πάντες στην Ευρώπη.
Το ενδιαφέρον περιορίστηκε αποκλειστικά στη Βραζιλία, όπου ο «Ντοκτόρ» παρέμενε είδωλο. Η πιο περίεργη ιστορία εκείνου του καλοκαιριού αφορούσε την Πόντε Πρέτα, ο πρόεδρος της Φιορεντίνα, Ρανιέρι Ποντέλο, ανακοίνωσε επίσημα στα μέσα Αυγούστου του 1985 ότι είχε επέλθει συμφωνία με την Πόντε Πρέτα και ότι ο παίκτης παραχωρείται εκεί.
Ωστόσο, ο Σόκρατες διέψευσε τον πρόεδρό του στους δημοσιογράφους, ξεκαθαρίζοντας ότι οι συζητήσεις για το συμβόλαιό του με τη συγκεκριμένη ομάδα είχαν «κολλήσει» στις οικονομικές απολαβές και η μεταγραφή τελικά ναυάγησε.
Υπήρξαν έντονες πιέσεις από τους οπαδούς και μερίδα της διοίκησης της Κορίνθιανς για να επιστρέψει ο Σόκρατες «σπίτι του». Ωστόσο, ο σύλλογος βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση οικονομικά και πολιτικά μετά το τέλος της «Κορινθιανής Δημοκρατίας» και δεν μπόρεσε να καταθέσει μια ανταγωνιστική πρόταση που θα κάλυπτε τις απαιτήσεις της ιταλικής ομάδας.
Επειδή οι προτάσεις από τη Βραζιλία δεν πλησίαζαν τα χρήματα που είχαν δαπανήσει οι Ιταλοί έναν χρόνο πριν, η Φιορεντίνα και ο Σόκρατες κατέληξαν σε μια κοινή συναινέσει λύση συμβολαίου. Προκειμένου να γυρίσει στην πατρίδα του και να γλιτώσει από το κλίμα της Φλωρεντίας, χάρισε ένα τεράστιο μέρος των χρημάτων που είχε να λαμβάνει για τον δεύτερο χρόνο του συμβολαίου του, διευκολύνοντας τη μετακίνησή του στη Φλαμένγκο
Ο μεγάλος του φίλος και συμπαίκτης στην Εθνική Βραζιλίας, Ζίκο, είχε επίσης επιστρέψει εκείνο το καλοκαίρι στη «Φλα» από την Ουντινέζε και τηλεφώνησε προσωπικά στον Σόκρατες και τον έπεισε να πάει στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να παίξουν μαζί.
Η Φλαμένγκο κατέθεσε την πρόταση που ικανοποίησε τη Φιορεντίνα, συμφώνησε να καταβάλει 50 εκατομμύρια κρουζέιρος για τα δικαιώματα του Σόκρατες. Πέρα από το παραπάνω ποσό, στη συμφωνία περιλαμβανόταν ένας ειδικός όρος, θα εισέπραττε τις καθαρές εισπράξεις από 5 διεθνή φιλικά παιχνίδια που θα έδινε η Φλαμένγκο στο εξωτερικό.
Το «κλειδί» για να ολοκληρωθεί το deal ήταν ότι η Φιορεντίνα δεν ζήτησε τρελά χρήματα οι Ιταλοί ήθελαν απλά να γλιτώσουν από τον Σόκρατες. Για να τον αφήσουν ελεύθερο, ο «Ντοκτόρ» δέχτηκε να χαρίσει στη Φιορεντίνα τα 400.000 δολάρια που του χρωστούσε από την προηγούμενη σεζόν, καθώς και τα 800.000 δολάρια που θα έπαιρνε για τον δεύτερο χρόνο του συμβολαίου του.
Ταλαιπωρήθηκε από συνεχείς μυϊκούς τραυματισμούς και προβλήματα στην πλάτη και κατάφερε να κάνει το ντεμπούτο του αρκετούς μήνες μετά τη μεταγραφή του, τον Φεβρουάριο του 1986. Οι δύο φίλοι σχεδόν δεν έπαιξαν ποτέ μαζί, όταν ο Σόκρατες ήταν έτοιμος, ο Ζίκο υπέφερε από έναν σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο, με αποτέλεσμα να συμπέσουν στο γήπεδο ελάχιστες φορές.
Παρά το γεγονός ότι βοήθησε την ομάδα να κατακτήσει το Campeonato Carioca το 1986, οι τραυματισμοί και οι πρώτες οικονομικές διαφωνίες με τη διοίκηση τον ανάγκασαν να αποχωρήσει άδοξα στις αρχές του 1987 ύστερα απο 20 εμφανίσεις και 5 τέρματα.
Η κόντρα του με την διοίκηση της Φλαμένγκο ξεκίνησε απο το γεγονός ότι σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου του 1985, έπρεπε να εισπράξει τις καθαρές εισπράξεις από 5 διεθνή φιλικά παιχνίδια που θα έδινε η Φλαμένγκο εκτός Βραζιλίας ως μέρος της πληρωμής του.
Ωστόσο, η κατάσταση περιπλέχθηκε τον Μάρτιο του 1987, συνειδητοποίησε ότι χρειαζόταν να υποβληθεί σε μια σοβαρή χειρουργική επέμβαση, η οποία θα τον κρατούσε εκτός γηπέδων για μεγάλο διάστημα και θα επηρέαζε μόνιμα την απόδοσή του.
Λόγω αυτής της κατάστασης, ο παίκτης αποφάσισε να σπάσει πρόωρα το συμβόλαιό του με τη Φλαμένγκο για να επιστρέψει στο Σάο Πάολο, παρόλο που η ομάδα του χρωστούσε ακόμη χρήματα. Εκείνη τη στιγμή, η Φλαμένγκο δεν του είχε αποδώσει τα ποσοστά από τα 4 από τα 5 διεθνή φιλικά που είχαν συμφωνηθεί.
Όταν ζήτησε τα χρήματά του, η "μενγκάο" αναγνώρισε τη χρεοκοπία της συμφωνίας, οι δύο πλευρές υπέγραψαν ένα εξωδικαστικό έγγραφο συμβιβασμού, αλλάζοντας τους όρους. Αντί για 4 διεθνή φιλικά δεσμεύτηκε να του δώσει τις καθαρές εισπράξεις από 3 συγκεκριμένα φιλικά παιχνίδια που θα διεξάγονταν εντός Βραζιλίας.
Η διοίκηση της ομάδας του Ρίο αθέτησε και αυτόν τον νέο διακανονισμό, μην καταβάλλοντας ποτέ τα συμφωνηθέντα ποσά. Αγανακτισμένος από την κοροϊδία, ο Σόκρατες κατέθεσε επίσημη αγωγή κατά της Φλαμένγκο στα πολιτικά δικαστήρια.
Η δικαστική αυτή διαμάχη αποδείχθηκε εξαιρετικά ψυχοφθόρα και χρονοβόρα, καθώς η Φλαμένγκο χρησιμοποιούσε συνεχώς εφέσεις για να καθυστερεί τις πληρωμές. Η υπόθεση τράβηξε σε μάκρος για πάνω από δύο δεκαετίες και έφτασε στο τελικό της στάδιο τον Μάιο του 2008, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο της Βραζιλίας απέρριψε μια τελευταία έφεση του Σόκρατες.
Το δικαστήριο έκρινε επίσημα ότι βάσει των αποδεικτικών στοιχείων και των ρητρών, οι αποφάσεις των προηγούμενων βαθμών ίσχυαν, κλείνοντας οριστικά τον νομικό κύκλο μιας από τις πιο άδοξες μεταγραφές στην ιστορία του συλλόγου.
Η μεταγραφή του στη Σάντος το 1988, έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, καθώς η ομάδα έψαχνε έναν έμπειρο ηγέτη, όμως η πραγματικότητα στο γήπεδο ήταν διαφορετική. Σε ηλικία 34-35 ετών πλέον δεν μπορούσε να ακολουθήσει τους έντονους ρυθμούς των αγώνων.
Οι συχνοί τραυματισμοί που τον ταλαιπωρούσαν από την εποχή της Φιορεντίνα και της Φλαμένγκο έκαναν ξανά την εμφάνισή τους. Ο εθισμός του στο αλκοόλ και το τσιγάρο άρχισε να επηρεάζει πλέον πολύ πιο έντονα την αθλητική του αντοχή, κάτι που δεν μπορούσε να κρύψει μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.
Παρά τις σκόρπιες εκλάμψεις της τεράστιας κλάσης του σημείωσε ορισμένα όμορφα γκολ στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας, η Σάντος δεν κατάφερε να διεκδικήσει τίτλους εκείνη την περίοδο. Η θητεία του ολοκληρώθηκε άδοξα το 1989 έχοντας 23 εμφανίσεις και 7 τέρματα.
Συνειδητοποιώντας ότι το σώμα του δεν άντεχε άλλο το βάρος του πρωταθλητισμού, αποχώρησε από τη Σάντος και επέστρεψε για λίγους μήνες στην αγαπημένη του Μποταφόγκο του Ριμπεϊράο Πρέτο Εκεί έπαιξε μόλις 7 παιχνίδια, σκοράροντας 1 φορά, πριν ανακοινώσει την οριστική του απόσυρση από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο στα τέλη του 1989 για να αφοσιωθεί πλήρως στην ιατρική.
Το 2004 ο Σάιμον Κλίφορντ εξαγόρασε την Γκάρφορθ Τάουν ομάδα της δέκατης κατηγορίας του αγγλικού πρωταθλήματος και του πρότεινε να υπογράψει συμβόλαιο ενός μηνός ως παίκτη-προπονητή.
Η μόνη εμφάνιση που έκανε ήταν στις 20 Νοεμβρίου απέναντι στην Τάντκαστερ Άλμπιον ως αλλαγή στο 78ο λεπτό μπροστά σε 3.000 θεατές αν και τα εισιτήρια ήταν 1.385 που αποτελεί ρεκόρ στην ιστορία του συλλόγου. Παρόλα αυτά το εγχείρημα απέτυχε και ο Σόκρατες επέστρεψε στην Βραζιλία για να συνεχίζει να εξασκεί το επάγγελμα του.
Στις 17 Μαΐου του 1979 σε φιλικό παιχνίδι στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απέναντι στην Παραγουάη φόρεσε για πρώτη φορά την φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας. Ήταν στην αποστολή για το Copa America της ίδιας χρονιάς και το καλοκαίρι του 1982 παίρνει για πρώτη φορά μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Ισπανίας.
Δέσποζε στην μεσαία γραμμή που αποτελούταν από σπουδαίους ποδοσφαιριστές όπως οι Έντερ, Φαλκάο και Ζίκο φορώντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού, τροφοδοτώντας τους με πολλές ασίστ ενώ παράλληλα δεν έχανε την ευκαιρία να γράψει το όνομα του στον πίνακα των σκόρερ.
Αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια της τελικής φάσης πετυχαίνοντας και δύο γκολ στην πρεμιέρα απέναντι στην Σοβιετική Ένωση, και στο ματς που έκρινε την πρόκριση στον τελικό απέναντι στην Ιταλία όπου η ισοπαλία αρκούσε στην "σελεσάο" για να περάσει, όμως ο Πάολο Ρόσι είχε διαφορετική άποψη.
Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη Εθνική Βραζιλίας ήταν από τις πιο θεαματικές που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης και ακόμα και τώρα μνημονεύεται στα διάφορα αφιερώματα.
Ένα χρόνο αργότερα έφτασε στους διπλούς τελικούς του Copa America όπου όμως η Ουρουγουάη κατάφερε να πάρει το τρόπαιο και στα γήπεδα του Μεξικό το 1986 έμελλε να βάλει τις τελευταίες του πινελιές σε διεθνές στερέωμα.
Αγωνίστηκε και στα πέντε παιχνίδια της τελικής φάσης και βρήκε δίχτυα απέναντι στην Ισπανία στην πρεμιέρα και στην φάση των "16" με την Πολωνία από το σημείο του πέναλτι.
Απέναντι στην Γαλλία στην προημιτελική φάση ο αγώνας οδηγήθηκε στην "ρωσική ρουλέτα" όπου ο Σόκρατες ξεκίνησε την διαδικασία και τον Μπατς να μην "ψαρώνει" απο το μόλις ένα βήμα φοράς που πήρε. Η αναμέτρηση στην Γκουανταλαχάρα θα ήταν και η 60η και τελευταία φορά που θα αγωνιστεί με την Βραζιλία έχοντας πετύχει και 22 γκολ.
Ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα το 1994 απο την Μποταφόγκο του Ριμπεϊράο Πρέτο, η θητεία του όμως κράτησε ελάχιστα σε 8 αγώνες είχε 3 νίκες, 3 ισοπαλίες και 2 ήττες. Ήρθε γρήγορα σε σύγκρουση με τη διοίκηση, καθώς προσπάθησε να εφαρμόσει τις δημοκρατικές ιδέες της «Κορινθιανής Δημοκρατίας» όπου οι παίκτες αποφάσιζαν μαζί για τις προπονήσεις και την τακτική, κάτι που οι διοικούντες της Μποταφόγκο δεν αποδέχτηκαν.
Μετά από μια νίκη με 3-1 επί της Παραγουασουένσε, ο Σόκρατες εγκατέλειψε προσωρινά τη θέση του για 15 ημέρες, προκειμένου να ταξιδέψει στο Ιαπωνία για να δώσει μια σειρά από προγραμματισμένες ιατρικές και κοινωνικές διαλέξεις
Αν και ο ίδιος δεν επιθυμούσε αρχικά να επιστρέψει στην τεχνική ηγεσία, η διοίκηση της Μποταφόγκο τον έπεισε να καθίσει στον πάγκο για ακόμη τρεις αγωνιστικές. Μόλις ολοκληρώθηκαν αυτά τα παιχνίδια, παρέδωσε τα ηνία στον αντικαταστάτη του, Κλάουντιο Ντουάρτε, κλείνοντας οριστικά αυτό το σύντομο κεφάλαιο
Τον Φεβρουάριο του 1996 ανέλαβε με τεράστιες προσδοκίες τον Φεβρουάριο του 1996, προσπαθώντας να μεταδώσει μια φιλοσοφία βασισμένη στην ευφυΐα και τις κοντινές πάσες. Όμως αποχώρησε κακήν κακώς τον Απρίλιο ύστερα απο 5 αγώνες με 1 νίκη, 3 ισοπαλίες και 1 ήττα.
Υπήρχε μεγάλη δυσαρέσκεια απο την έντονης απειθαρχία των παικτών, της χαμηλής τεχνικής τους κατάρτισης και της δικής του δυσκολίας να προσαρμοστεί στη ζωή του Κίτο, νιώθοντας έντονη νοσταλγία για τη Βραζιλία.
Τον Σεπτέμβριο του 1999 ανέλαβε την Καμποφριένσε, έγινε με έναν εξαιρετικά πρωτοποριακό τρόπο, καθώς ενώθηκε με άλλους δύο θρύλους του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, τον Λεάντρο που ανέλαβε διευθυντής ποδοσφαίρου και τον Ρενάτο Γκαούσο που λειτουργούσε ως μάνατζερ των παικτών. Μαζί προσπάθησαν να ιδρύσουν τη «Δημοκρατία του Κάμπο Φρίο», μια αναβίωση της Κορινθιανής Δημοκρατίας των '80s.
Άφηνε τους ποδοσφαιριστές να ψηφίζουν αν προτιμούσαν η ομάδα να ταξιδέψει για τα εκτός έδρας παιχνίδια την ημέρα του αγώνα ή την προηγούμενη. Στο Copa Rio, η Καμποφριένσε πέτυχε 3 νίκες, όλες με σκορ 1-0 και όλες χάρη σε αυτογκόλ των αντιπάλων.
Είχε δηλώσει τότε χαριτολογώντας στο περιοδικό Placar: «Η μόνη μας δουλεμένη κομπίνα στις προπονήσεις είναι το αυτογκόλ των άλλων!». Η έλλειψη πειθαρχίας στο ρόστερ και η πίεση για αποτελέσματα οδήγησαν τελικά στο να λήξει άδοξα η συνεργασία τους στις αρχές του 2000 όπου σε 11 αγώνες είχε 3 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Κατά καιρούς, ομάδες από τα τοπικά πρωταθλήματα της χώρας του (όπως η Καμποφριένσε το 1999, την οποία και ανέλαβε για λίγο) τον πλησίαζαν, περισσότερο για λόγους μάρκετινγκ και για να εκμεταλλευτούν τη δημοτικότητά του, παρά για το καθαρά προπονητικό του έργο.
Η πιο εντυπωσιακή πρόταση που δέχτηκε ποτέ ήρθε λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή, όταν η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Κούβας τον προσέγγισε επίσημα για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Εθνικής τους ομάδας.
Η πρόταση έγινε κυρίως λόγω των γνωστών αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων και του θαυμασμού του για την κουβανική επανάσταση. Είδε το πρότζεκτ ως μια ρομαντική ευκαιρία να βοηθήσει στην ανάπτυξη του αθλήματος στο νησί, όμως η ραγδαία επιδείνωση της υγείας του δεν επέτρεψε να προχωρήσει η συμφωνία.
Ο αστικός μύθος ότι ο Σόκρατες σπούδασε ιατρική στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας και έπαιξε ποδόσφαιρο στις ρεζέρβες της UCD (University College Dublin) ή της RCSI ξεκίνησε να κυκλοφορεί ευρέως στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, κατά τη διάρκεια της κορύφωσης της καριέρας του.
Η φήμη αυτή γιγαντώθηκε και συντηρήθηκε για δεκαετίες, όταν ο Σόκρατες έγινε παγκοσμίως γνωστός, τα διεθνή ΜΜΕ γοητεύτηκαν από το γεγονός ότι ήταν εν ενεργεία πτυχιούχος γιατρός. Λόγω της φήμης των ιατρικών σχολών του Δουβλίνου, δημιουργήθηκε μια λανθασμένη πληροφορία από Βρετανούς και Ιρλανδούς δημοσιογράφους, οι οποίοι υπέθεσαν ή διέδωσαν ως αστείο ότι ο «Ντοκτόρ» είχε περάσει από την Ιρλανδία για τις σπουδές του.
Η φήμη πήρε τρομακτικές διαστάσεις το 2006, όταν η μεγάλης κυκλοφορίας αγγλόφωνη εφημερίδα China Daily δημοσίευσε άρθρο παρουσιάζοντας τον Σόκρατες ως επίσημο «απόφοιτο του Κολεγίου Χειρουργών του Δουβλίνου».
Λίγο καιρό πριν φύγει από τη ζωή το 2011, ο Σόκρατες ερωτήθηκε επίσημα για τον συγκεκριμένο μύθο. Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν είχε επισκεφθεί ποτέ στη ζωή του το Δουβλίνο και ότι σπούδασε αποκλειστικά στην Ιατρική Σχολή του Ριμπεϊράο Πρέτο, στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο.
Ο μύθος ήταν τόσο αγαπητός στους Ιρλανδούς που με τα χρόνια πρόσθεταν λεπτομέρειες, όπως ότι ο Σόκρατες έπαιξε σε τουρνουά Gaelic football ή ότι έφυγε από την ομάδα του πανεπιστημίου επειδή ο προπονητής του ζητούσε να τρέχει πολύ.
Η πιο ξεκάθαρη διάψευση από πλευράς ιδρύματος έγινε το 2003, όταν κατά τη διάρκεια ενός επίσημου ποδοσφαιρικού αγώνα ανάμεσα στην ομάδα του πανεπιστημίου (University College Dublin - UCD) και τη Σεντ Πάτρικς Αθλέτικ, το επίσημο match programme της UCD φιλοξένησε ειδικό άρθρο, όπου ξεκαθαρίστηκε γραπτώς ότι ο Σόκρατες δεν υπήρξε ποτέ φοιτητής τους ούτε αγωνίστηκε στις ρεζέρβες τους.
Το τμήμα ιστορίας του πανεπιστημίου (μέσα από το πρότζεκτ Hidden History of UCD) έχει δημοσιεύσει αναλυτικό άρθρο καταρρίπτοντας πλήρως όλες τις εκδοχές της ιστορίας. Το Βασιλικό Κολλέγιο Χειρουργών της Ιρλανδίας το οποίο επίσης εμπλεκόταν στις φήμες, έλεγξε τα αρχεία των φοιτητών του από τη δεκαετία του '70.
Επιβεβαιώθηκε και ανεπίσημα προς τους Ιρλανδούς δημοσιογράφους ότι το όνομα "Sócrates Brasileiro Sampaio de Souza Vieira de Oliveira" δεν υπήρχε πουθενά εγγεγραμμένο στα μητρώα του κολεγίου.Τα πανεπιστήμια δεν χρειάστηκε να βγάλουν επίσημο ανακοινωθέν, αφού τόσο ο ίδιος αλλά και οι Ιρλανδοί αθλητικοί συντάκτες που έκαναν έρευνα στα αρχεία, απέδειξαν ότι δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στο Δουβλίνο.
Πέρα από την ιατρική το μεγάλο πάθος του ήταν η φιλοσοφία έχοντας μια πλούσια βιβλιοθήκη με πάρα πολλά συγγράμματα ενώ και ο ίδιος έκανε δικτατορικό στην φιλοσοφία. Ανήσυχο πνεύμα παρακολουθούσε τις εξελίξεις στο ποδόσφαιρο και δεν δίσταζε να εκφράζει τις απόψεις του όχι μόνο στο ποδόσφαιρο αλλά και στην πολιτική και στα διεθνή θέματα.
Ήταν αρθρογράφος στο περιοδικό Carta Capital και στην εφημερίδα Agora São Paulo ενώ ασχολήθηκε και με την τηλεόραση ως σχολιαστής στην εκπομπή Green Card στο κανάλι TV Cultura. Καλλιτεχνικό πνεύμα ασχολήθηκε με την μουσική ηχογραφώντας δίσκο με κάντρι μουσική με τον τίτλο Casa de Caboclo το 1980, ενώ συμμετείχε στις ηχογραφήσεις του δίσκου Aquarela του Τοκίνιο το 1982.
Επίσης το 1983 ασχολήθηκε και με το θέατρο ως παραγωγός του έργου Perfume de Camélia που ανέβηκε στο θέατρο Teatro Ruth Escobar στο Σάο Πάολο. Το 1992 επενδύοντας το ποσό των 300.000 δολλαρίων στο Ριμπειράο Πράτο άνοιξε την κλινική Medicine Sócrates Center που εξυπηρετούσε όχι μόνο αθλητές αλλά και απλό κόσμο
Το 2002 μαζί με τον δημοσιογράφο Ρικάρντο Γκότσι εξέδωσε βίβλιο με τον τίτλο Democracia Corintiana: A utopia at stake όπου αναφερόταν στις εμπειρίες του απο την "Democracia Corinthiana".
Ήταν από τους πολέμιους του Ρικάρντο Τεξέιρα του πανίσχυρου προέδρου της Ομοσπονδίας που κατηγορείται άλλωστε για διαφθορά. Όπως όλοι οι άνθρωποι έτσι και αυτός είχε τις αδυναμίες του που ήταν το κάπνισμα και το αλκοόλ.
Το τελευταίο διάστημα πριν τον θάνατό του μπήκε μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών τρεις φορές στην εντατική, οι δύο πρώτες λόγω στομαχικής αιμορραγίας από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. Στις 4 Δεκεμβρίου του 2011 έμπαινε εσπευσμένα στο νοσοκομείο "Άλμπερτ Αινστάιν" λόγω τροφικής δηλητηρίασης.
Ο οργανισμός του εξασθενημένος από τις καταχρήσεις υπέστη σηπτικό σοκ και τις πρώτες πρωινές ώρες οι γιατροί ανακοίνωναν το τέλος της ζωής του σε ηλικία μόλις 57 ετών. Το πιο συγκλονιστικό στοιχείο του θανάτου του ήταν μια δήλωση που είχε κάνει ο ίδιος το 1983, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής του συνέντευξης, όταν είχε πει: «Θέλω να πεθάνω μια Κυριακή, και η Κορίνθιανς να κατακτήσει τον τίτλο εκείνη τη μέρα».
Η τραγική ειρωνεία είναι ότι λίγες ώρες αργότερα η Κορίνθιανς η ομάδα την οποία αγάπησε και λάτρεψε κατακτούσε το Πρωτάθλημα με τους οπαδούς να αποτίουν φόρο τιμής στον πρόσφατα εκλιπόντα σηκώνοντας την δεξιά γροθιά που ήταν ο πιο προσφιλής του τρόπος πανηγυρίσματος.
Στο κεφάλι του, οι δικοί του άνθρωποι τοποθέτησαν μια λευκή κορδέλα, ως φόρο τιμής στις περίφημες κορδέλες με πολιτικά και αντιπολεμικά μηνύματα που φορούσε ο ίδιος όταν αγωνιζόταν στο Μουντιάλ του 1986.
Η ταφή πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας (4 Δεκεμβρίου, στις 17:30) στο κοιμητήριο Bom Pastor του Ριμπεϊράο Πρέτο, δίπλα στον τάφο του πατέρα του. Στην κηδεία παρευρέθηκαν χιλιάδες απλοί οπαδοί με τρανζιστοράκια στα αυτιά ακούγοντας τον τελικό της Κορίνθιανς, ο αδελφός του και επίσης σπουδαίος ποδοσφαιριστής Ραΐ καθώς και εμβληματικοί πρώην συμπαίκτες του, όπως ο Βλαντιμίρ (συνιδρυτής της Κορινθιανής Δημοκρατίας) και ο γκολκίπερ Ζέτι.
Τη στιγμή που το φέρετρο κατέβαινε στο χώμα, το πλήθος ξέσπασε σε χειροκροτήματα, ενώ οι οπαδοί τραγουδούσαν δακρυσμένοι τον επίσημο ύμνο της Κορίνθιανς.
Ο Πάολο Ρόσι, ο άνθρωπος που με το χατ-τρικ του στο Μουντιάλ του 1982 πλήγωσε το ποδοσφαιρικό όνειρο της Βραζιλίας του Σόκρατες, δήλωσε βαθιά συντετριμμένος: «Λυπάμαι πραγματικά πάρα πολύ για τον Σόκρατες. Ήταν, κατά κάποιο τρόπο, και δικός μας άνθρωπος. Είναι ένα κομμάτι της δικής μας ιστορίας που αποκολλήθηκε και χάθηκε για πάντα».
Ο Ρόσι θυμήθηκε τον Σόκρατες ως έναν παίκτη με μοναδική κλάση, αλλά κυρίως ως έναν άνθρωπο με τεράστια ευφυΐα και βαθιές αξίες, ο οποίος ξεχώριζε από το κλασικό στερεότυπο του ποδοσφαιριστή.
Ο Ζίκο, ο οποίος μοιράστηκε μαζί του τη μεσαία γραμμή της "σελεσάο" το 1982 και το 1986 και τον έπεισε να πάει στη Φλαμένγκο, έχασε κάτι παραπάνω από έναν συμπαίκτη. Στο δικό του «αντίο» τόνισε:
"Ήταν ένας φανταστικός άνθρωπος. Ως παίκτης, δεν χρειάζεται καν να μιλήσω για την αξία του, ήταν ένας από τους κορυφαίους που έβγαλε ποτέ η Βραζιλία. Η ικανότητά του να βλέπει το παιχνίδι ήταν μοναδική, αλλά πάνω από όλα, ήταν ένας σπουδαίος φίλος, ένας άνθρωπος με τεράστια γενναιοδωρία και ανησυχίες για τη χώρα μας, είναι μια τεράστια απώλεια».
Η τότε Πρόεδρος της χώρας, Ντίλμα Ρούσεφ η οποία είχε επίσης υποστεί διώξεις και φυλάκιση από το δικτατορικό καθεστώς της Βραζιλίας στα νιάτα της, εξέδωσε μια επίσημη, συγκινητική δήλωση-θρήνο, χαρακτηρίζοντάς τον «πρωταθλητή της ιδιότητας του πολίτη)»:
«Η Βραζιλία χάνει έναν από τους πιο αγαπημένους της γιους, τον δόκτορα Σόκρατες. Μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, με το ταλέντο του και τα σοφιστικέ του αγγίγματα, ήταν μια ιδιοφυΐα. Έξω από τα γήπεδα, υπήρξε ένας πολιτικά ενεργός πολίτης, που ανησυχούσε πάντα για τον λαό του και την πατρίδα του.
Εκτός από μεγάλος είδωλο των γηπέδων, ο Σόκρατες ήταν παράδειγμα πολιτικής συνείδησης, η ενεργός συμμετοχή του στο κίνημα της "Κορινθιανής Δημοκρατίας" και στην εκστρατεία "Diretas Já" (για ελεύθερες εκλογές) έδειξε ότι το ποδόσφαιρο και η δημοκρατία μπορούν να συμβαδίσουν. Το παράδειγμά του ως πολίτη και η αγωνιστικότητά του δεν θα ξεχαστούν ποτέ».
Το 2008 εισήχθη στο βραζιλιάνικο Hall of Fame, το World Soccer σε ψηφοφορία τοποθετήθηκε στους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών στην 61η θέση. Η επίσημη χάλκινη προτομή του Σόκρατες, η οποία εγκαινιάστηκε στις 28 Ιουλίου του 2012 (έναν χρόνο μετά τον θάνατό του), είναι τοποθετημένη στην ιστορική κοινωνική και αθλητική έδρα του συλλόγου, το Parque São Jorge (στην Praça da Liberdade του συλλόγου), εκεί βρίσκεται μαζί με τις προτομές άλλων θρύλων όπως ο Νέκο, ο Μπαλταζάρ και ο Λουιζίνιο.
Τον Απρίλιο του 2018, η κατασκευή μεταφέρθηκε μόνιμα στο νέο στάδιο της ομάδας, τη Neo Química Arena. Τοποθετήθηκε στον 4ο όροφο του σταδίου, κοντά στην κεντρική είσοδο (Πύλη Α), ως μέρος των εκθεμάτων που βλέπουν οι επισκέπτες κατά τη διάρκεια του επίσημου tour του γηπέδου.
Η ιστορία αυτού του αγάλματος απέκτησε τεράστια δημοσιότητα όταν ο καλλιτέχνης μήνυσε την Κορίνθιανς ζητώντας 300.000 ρεάλ για παράνομη χρήση και ενοικίαση της εικόνας της. Η υπόθεση έληξε με δικαστικό συμβιβασμό το 2020, όταν η εταιρεία που διαχειρίζεται το tour του γηπέδου αγόρασε επίσημα την κατασκευή από τον καλλιτέχνη για 25.000 ρεάλ, ώστε να παραμείνει για πάντα στην Arena.
Στις 28 Ιουλίου του 2012 στο Parque São Jorge εγκαινιάστηκε η προτομή του, ενώ νωρίτερα τον Ιανουάριο Πορτουγκέζα και Κορίνθιανς συναντήθηκαν και ο νικητής θα έπαιρνε κύπελλο που θα είχε το όνομα του.
Η πιο λαμπερή διεθνής αναγνώριση θεσπίστηκε το 2022 από το διάσημο γαλλικό περιοδικό France Football που απονέμει τη Χρυσή Μπάλα. Το Sócrates Award απονέμεται κάθε χρόνο στον ποδοσφαιριστή ή την ποδοσφαιρίστρια με την πιο έντονη κοινωνική και φιλανθρωπική δράση εκτός γηπέδων και πρώτος νικητής το 2022 ήταν ο Σάντιο Μανέ, ενώ.το βραβείο παραδίδει παραδοσιακά στην τελετή ο αδελφός του Σόκρατες, Ραϊ.
Κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2024 στο Παρίσι, ο δήμος του Σεντ-Ουέν στο Ολυμπιακό Χωριό μετονόμασε έναν κεντρικό δρόμο σε «Οδός Δόκτωρ Σόκρατες» (Rue du Docteur Sócrates). Τα αποκαλυπτήρια έγιναν παρουσία της οικογένειάς του, τιμώντας τον ως παγκόσμιο σύμβολο της δημοκρατίας και της ελευθερίας.
Στο προπονητικό κέντρο της Κορίνθιανς δεσπόζει ένα μεγάλο χάλκινο άγαλμα του Σόκρατες με τη δεξιά γροθιά υψωμένη στον αέρα. Επίαης μετονόμασε το υπερσύγχρονο ιατρικό και εργομετρικό της κέντρο σε Laboratório de Biomecânica Dr. Sócrates, συνδέοντας για πάντα την ιατρική του ιδιότητα με τον σύλλογο.
Στην πόλη όπου ξεκίνησε στο Ριμπεϊράο Πρέτο, η 4η Δεκεμβρίου έχει καθιερωθεί άτυπα ως ημέρα μνήμης, ενώ το όνομά του έχει δοθεί σε αθλητικούς χώρους και κοινωνικά ιατρεία της περιοχής.
