Η περίπτωση του Πάολο Ρόσι αποδεικνύει ότι στην ζωή τα πάντα κρέμονται σε μια κλωστή. Από "αποδιοπομπαίος τράγος" λόγω της ανάμειξης του στο περίφημο σκάνδαλο Totonero τo 1980 στον θαυμασμό και την λατρεία ενός ολόκληρου έθνους για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας.
Γεννημένος στις 22 Αυγούστου του 1956 στην πόλη Πράτο της Τοσκάνης ξεκίνησε από τις ομάδες της περιοχής του την Σάντα Λουκία, την Αμπροσιάνα και την Κατόλικα Βιρτους απο το 1968 εώς το 1972 και η Φιορεντίνα ήταν διατεθειμένη να προσφέρει μέχρι 5 εκατομμύρια λιρέτες για να αποκτήσει τον νεαρό εξτρέμ.
Άλλωστε ο πατέρας του Βιτόριο, ήταν φανατικός οπαδός της Φιορεντίνα και έπαιρνε τον μικρό Πάολο κάθε Κυριακή στο γήπεδο για να δουν το είδωλό τους, τον Κουρτ Χάμριν και επιθυμία της οικογένειας ήταν να παραμείνει ο παίκτης κοντά στο σπίτι του στην Τοσκάνη.
Ενδιαφέρον όμως έδειξε και η Γιουβέντους και για να αποτρέψουν τη μετακίνηση στη μισητή για αυτούς Γιουβέντους και να τον σπρώξουν στη Φιορεντίνα, οι διοικούντες της Κατόλικα Βίρτους κατόπιν παρότρυνσης του πατέρα του ζήτησαν από τη Γιουβέντους το εξωπραγματικό για την εποχή και την ηλικία του ποσό των 20 εκατομμυρίων λιρετών, θεωρώντας ότι οι «Μπιανκονέρι» θα απέρριπταν την πρόταση.
Ο τότε υπεύθυνος των τμημάτων υποδομής της Γιουβέντους και μετέπειτα γνωστός παράγοντας Λουτσιάνο Μότζι, είχε εντοπίσει το ταλέντο του Ρόσι. Η διοίκηση της Γιουβέντους αποδέχτηκε το αστρονομικό ποσό χωρίς δεύτερη κουβέντα, στέλνοντας ένα απλό φαξ επιβεβαίωσης, και έτσι ο «Παολίνο» μετακόμισε στο Τορίνο.
Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθησαν ομαλά αφού είχε πάρα πολλούς τραυματισμούς μέσα σε δύο σεζόν έκανε τρεις εγχειρήσεις στον μηνίσκο. Παρόλα αυτά την 1η Μαΐου του 1974 έκανε το ντεμπούτο του με τους "μπιανκονέρι" απέναντι στην Τσεζένα για το ιταλικό Κύπελλο.
Το καλοκαίρι του 1975 η Γιουβέντους εκείνη την εποχή είχε ένα υπερπλήρες ρόστερ και ο πρόεδρός της, Τζامπιέρο Μπονιπέρτι, έψαχνε μια ομάδα όπου ο νεαρός τότε Ρόσι (που έπαιζε ακόμα ως δεξί εξτρέμ) θα μπορούσε να ψηθεί στο κορυφαίο επίπεδο.
Ήθελε απεγνωσμένα να αποκτήσει τον Μάρκο Ταρντέλι από την Κόμο και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και της οικονομικής συμφωνίας, ο Μπονιπέρτι συμπεριέλαβε τον δανεισμό του Ρόσι ως αντάλλαγμα για να ενισχυθεί η Κόμο που μόλις είχε ανέβει στη Serie A.
Έχοντας υποβληθεί σε τρεις χειρουργικές επεμβάσεις αφαίρεσης μηνίσκου μέσα σε δύο σεζόν, είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για τη σωματική του ανθεκτικότητα και ήθελε να τον δοκιμάσει σε συνθήκες πρωταθλητισμού χωρίς να ρισκάρει θέση στην ομάδα της.
Ο δανεισμός στην Κόμο αποδείχθηκε απογοητευτικός, αφού οι προπονητές της ομάδας Μπενιαμίνο Καντσιάν και μετέπειτα ο Οσβάλντο Μπανιόλι, δεν πίστεψαν στο ταλέντο του, θεωρώντας τον πολύ μικροκαμωμένο, και προτίμησαν άλλους παίκτες.
Έπαιξε μόλις σε 6 παιχνίδια χωρίς να σκοράρει και την αμέσως επόμενη χρονιά η Γιουβέντους πείθει την Βιτσέντζα να κατέχουν από κοινού τα δικαιώματά του και να αγωνιστεί στους "λανερόσι". Ο τότε προπονητής των "μπιανκορόσι" Τζιοβάνι Μπατίστα Φάμπρι τον τοποθετεί στην κορυφή της επίθεσης μια κίνηση που αποδείχτηκε ευεργετική τόσο για τον ίδιο αλλά και για τον σύλλογο της Βενετίας.
Στην πρώτη του χρονιά παίρνει μέρος σε 36 παιχνίδια πετυχαίνει 21 γκολ οδηγώντας την εκ του ασφαλούς στην άνοδο στην SERIE A. Στην μεγάλη κατηγορία συνεχίζει τις "υψηλές πτήσεις" και την περίοδο 1977-1978 αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 24 γκολ σε 30 αγώνες βοηθώντας την ομάδα του να καταλάβει τελικά την δεύτερη θέση ύστερα από σκληρή μάχη με τις ομάδες του Τορίνο για την κατάκτηση του πρωταθλήματος.
Οι επιδόσεις του είναι τόσο εντυπωσιακές που το καλοκαίρι του 1978 ο πρόεδρος Τζιουζέπε Φαρίνα προσφέρει στον αντίστοιχο της Γιουβέντους Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι το ποσό των 2 εκατομμυρίων 612 χιλιάδων λιρών για να αποκτήσει και το υπόλοιπο 50% των δικαιωμάτων του.
Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται καλά για τον ίδιο τον Ρόσι αφού ένας τραυματισμός στο γόνατο στο ευρωπαϊκό παιχνίδι με την Ντούκλα Πράγας για τον πρώτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ τον στερεί από την Βιτσέντζα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό στην SERIE B παρά τα 15 γκολ που πέτυχε.
Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται καλά για τον ίδιο τον Ρόσι αφού ένας τραυματισμός στο γόνατο στο ευρωπαϊκό παιχνίδι με την Ντούκλα Πράγας για τον πρώτο γύρο του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ τον στερεί από την Βιτσέντζα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό στην SERIE B παρά τα 15 γκολ που πέτυχε.
Η Νάπολι είχε συμφωνήσει σε όλα με τον πρόεδρο της Βιτσέντσα, Τζιούζι Φαρίνα, για ένα αστρονομικό ποσό. Ωστόσο, ο ίδιος ο Πάολο Ρόσι αρνήθηκε τη μεταγραφή και όπως εξήγησε χρόνια μετά στην αυτοβιογραφία του, φοβήθηκε την τεράστια πίεση των οπαδών στον ιταλικό Νότο και το γεγονός ότι η Νάπολι δεν είχε τότε ομάδα ικανή να διεκδικήσει το πρωτάθλημα, με αποτέλεσμα όλο το βάρος να πέσει πάνω του.
Η Γιουβέντους που διατηρούσε πάντα άριστες σχέσεις με την πλευρά του παίκτη ήθελε να τον πάρει πίσω στο Τορίνο. Το οικονομικό όμως κόστος της αγοράς του εκείνο το καλοκαίρι κρίθηκε υπερβολικό από τον Τζαμπιέρο Μπονιπέρτι, καθώς ο Φαρίνα ζητούσε τρελά ποσά για να καλύψει τα χρέη της Βιτσέντσα.
Υπήρξαν διερευνητικές επαφές και από τους δύο συλλόγους του Μιλάνου, αλλά καμία δεν προχώρησε σε επίσημη γραπτή προσφορά που να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της Βιτσέντσα. Τότε θα έρθει ο πρόεδρος της Περούτζια Φράνκο Ντ'Ατόμα, μια Περούτζια που είχε τερματίσει 2η και αήττητη στο προηγούμενο πρωτάθλημα, έψαχνε το μεγάλο μπαμ.
Καθώς δεν είχε τα χρήματα να αγοράσει τον παίκτη, πρότεινε έναν πρωτοποριακό διετή δανεισμό έναντι 500 εκατομμυρίων λιρετών, ενώ τα δικαιώματα του παίκτη παρέμειναν εξ ολοκλήρου στη Βιτσέντσα. Για να χρηματοδοτήσει αυτό το ποσό, η Περούτζια υπέγραψε συμφωνία με την εταιρεία ζυμαρικών Pastificio Ponte, δημιουργώντας την πρώτη διαφήμιση χορηγού σε φανέλα στην ιστορία του ιταλικού ποδοσφαίρου.
Έτσι μετά απο 107 παιχνίδια και 66 τέρματα έφυγε απο τους "μπερίτσι" και με τους "γκριφόνι" έφτασε στα γνωστά του στάνταρ με 28 συμμετοχές και 13 γκολ αλλά την 1η Μαρτίου του 1980 ξεσπάει το περίφημο σκάνδαλο Totonero.
O σύλλογος της Ούμβρια τιμωρήθηκε με αφαίρεση 5 βαθμών από το πρωτάθλημα της περιόδου 1980-1981 και ο Ρόσι μαζί με τον συμπαίκτη του Λουτσιάνο Ζεκίνι τιμωρείται με αποκλεισμό τριών ετών από κάθε αγωνιστική δραστηριότητα.
Ο ίδιος ο ποδοσφαιριστής αρνιόταν την ανάμειξη του στο σκάνδαλο δηλώνοντας αθώος, αναφέροντας ότι ένας από τους ανθρώπους που τον κατηγόρησε παραδέχτηκε ότι οι κατηγορίες εναντίον του ήταν κατασκευασμένες και ότι έπεσε θύμα κακοδικίας. Στην αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε το 2002 με τον τίτλο "Έκανα την Βραζιλία να κλάψει("Ho fatto piangere il Brasile)" περιγράφει γλαφυρά όλο το περιστατικό.
"Δεν γνώριζα τίποτα για το στοίχημα, θεωρούσα ότι το να έρθει ένα ματς ισόπαλο ειδικά που και τις δύο ομάδες τις βολεύει είναι κάτι που συμβαίνει στο ποδόσφαιρο. "Μετά το δείπνο και ενώ "σκότωνα" την ώρα μου παίζοντας μπίνγκο, ήρθε ο Μάουρο Ντε Λα Μαρτίνα και μου είπε ότι κάποιοι θέλουν να με γνωρίσουν. Δεν είχα κάποια αντίρρηση πήγα στο χολ του ξενοδοχείου, όπου είδα δύο τύπους".
"Αφού συστηθήκαμε ο Ντε Λα Μαρτίνα μου ανέφερε ότι ο φίλος του παίζει στοίχημα και στην συνέχεια ο φίλος του φίλου με ρώτησε τι θα κάνουμε την Κυριακή. Τους απάντησα γενικά ότι θα προσπαθήσουμε να κερδίσουμε. Μου απάντησε και εάν έρθει ισοπαλία, εγώ εκείνη την ώρα δεν μπορούσα να αντιληφθώ προς τα που πήγαινε η συζήτηση, μπορώ να πω ότι αισθανόμουνα άβολα, έστω και εάν δεν το έδειχνα".
"Η Αβελίνο βρίσκεται ένα πόντο πίσω μας, έχει κερδίσει την Γιουβέντους μεταξύ άλλων, οπότε η ισοπαλία δεν είναι κακό αποτέλεσμα, τους απάντησα. Η συζήτηση όμως δεν τελείωσε εδώ αφού πρόσθεσαν ότι υπάρχει φίλος μας απο την άλλη πλευρά που λέει και αυτός ότι η ισοπαλία είναι καλό αποτέλεσμα".
" Η συζήτηση άρχιζε να μην μου αρέσει καθόλου, τα πρόσωπα των συνομιλητών μου δεν μου ενέπνεαν εμπιστοσύνη οπότε είπα στον Ντε Λα Μαρτίνα ότι με περιμένουν και έτσι επέστρεψα πίσω στο παιχνίδι μου. Όλη αυτή η κουβέντα κράτησε δύο λεπτά, δύο λεπτά που θα αποδεικνύονταν τα πιο ενοχλητικά της ζωής μου".
Όταν ανακοινώθηκε η ποινή, σκεφτόταν να φύγει εκτός Ιταλίας. "Ένιωθα αηδία για το ποδόσφαιρο, σκεφτόμουνα να φύγω εκτός Ιταλίας και ότι δεν θα μπορούσα να παίξω ξανά στην εθνική. Το χειρότερο είναι ότι όλοι με κοίταζαν καχύποπτα, συν το γεγονός ότι δεν θα μπορούσα να αγωνιστώ τα σαββατόβραδα".
Κατά την διάρκεια της τιμωρίας του το 1980, πήρε μέρος στην προετοιμασία στην Αμερική των Buffalo Stallions ομάδα ποδοσφαίρου σάλας που είχε προπονητή τον Αντόλφο Γκόρι, αλλά δεν προέκυψε κάτι παραπάνω.
Η ποινή του τελικά θα πέσει από τα τρία χρόνια στα δύο, κατά τη διάρκεια της τιμωρίας του, ο Ρόσι είχε επιστρέψει στη Βιτσέντζα (στην οποία ανήκαν τα δικαιώματά του). Ο τότε τεχνικός διευθυντής της Ίντερ, Σάντρο Ματσόλα, πίστευε ακράδαντα στην αξία του και σχεδίασε τη μεταγραφή του στο Μιλάνο.
Ο Ματσόλα κατάφερε να φτάσει σε πλήρη γραπτή συμφωνία και υπογράφηκε προσύμφωνο ανάμεσα στον πρόεδρο της Ίντερ Ιβάνοε Φραϊτσόλι, τον πρόεδρο της Βιτσέντζα Τζιούζι Φαρίνα και τον ίδιο τον ποδοσφαιριστή.
Την τελευταία στιγμή, ο πρόεδρος της Ίντερ, Φραϊτσόλι, έκανε πίσω και ακύρωσε τη συμφωνία, εξαιτίας του φόβου του για τις αντιδράσεις της κοινής γνώμης και του Τύπου, καθώς δεν ήθελε η ομάδα του να συνδεθεί με έναν παίκτη που ήταν ακόμα βαριά τιμωρημένος για παράνομο στοιχηματισμό
Ο πρόεδρος της Γιουβέντους, Τζαμπιέρο Μπονιπέρτι, που δεν είχε σταματήσει ποτέ να παρακολουθεί την υπόθεση και ένιωθε ότι ο Ρόσι ήταν πάντα «δικό του παιδί», εκμεταλλεύτηκε αμέσως το ναυάγιο με την Ίντερ.
Τον Μάρτιο του 1981, η Βιτσέντζα βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση και χρειαζόταν άμεσα ρευστότητα. Ο Μπονιπέρτι πλησίασε τον Φαρίνα και του πρόσφερε ένα τεράστιο ποσό (περίπου 500.000 - 700.000 λίρες εποχής), καλύπτοντας τις απαιτήσεις της Βιτσέντζα με το παραπάνω.
Η Γιουβέντους τον αγόρασε με πλήρη επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε να αγωνιστεί για τον επόμενο ένα χρόνο. Μετακόμισε στο Τορίνο, προπονούταν καθημερινά με την ομάδα υπό τις οδηγίες του Τζοβάνι Τραπατόνι και περίμενε υπομονετικά να λήξει η ποινή του.
"Ο Μπονιπέρτι με κάλεσε και μου πρότεινε να πάω για προπόνηση, ένιωσα ξανά ποδοσφαιριστής. Μου έστειλε ένα γράμμα στο οποίο πέρα απο το τι θα έπρεπε να έχω κοντά μαλλιά, μου έδινε οδηγίες στο τι θα πίνω και τι θα τρώω. όταν συναντηθήκαμε μου είπε: Πάολο για είσαι πιο ήρεμος πρέπει να παντρευτείς. Ήταν δρομολογημένο αλλά ας πούμε ότι υπήρξε πίεση να γίνει νωρίτερα. Είναι ένας απο τους τρείς ανθρώπους μαζί με τον Τραπατόνι και τον Μπέαρζοτ που τους ευχαριστώ".
Τον Απρίλιο του 1982 εξέτισε την τιμωρία του και προλαβαίνει να αγωνιστεί σε τρεις αγώνες πανηγυρίζοντας το πρωτάθλημα του 1982. Στο "Ντελε Άλπι" πανηγύρισε ακόμα την κατάκτηση ενός ακόμα πρωταθλήματος το 1984, το Κύπελλο Ιταλίας του 1983, το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1984 κόντρα στην Πόρτο στην Βασιλεία, του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985 στις Βρυξέλλες κόντρα στην Λίβερπουλ και του Ευρωπαϊκού Σούπερ Καπ το 1984 έχοντας 138 συμμετοχές και 44 γκολ
Το καλοκαίρι του 1985 η Γιουβέντους ήθελε να τον κρατήσει στο ρόστερ, όμως ο ίδιος ένιωθε περιορισμένος, άλλωστε την τελευταία του σεζόν (1984-1985) είχε αρχίσει να χάνει τη θέση του στην ενδεκάδα, βιώνοντας πολλές συμμετοχές από τον πάγκο.
Λόγω της παρουσίας των Μισέλ Πλατινί και Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, ο προπονητής Τζοβάνι Τραπατόνι χρησιμοποιούσε τον Ρόσι περισσότερο ως περιφερειακό επιθετικό (ψευδο-9άρι) για να ανοίγει χώρους στους μέσους και αυτό μείωσε την επαφή του με το γκολ και τον κούρασε αγωνιστικά.
Η τραγωδία στο στάδιο Χέιζελ στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1985 (που ήταν και το τελευταίο του παιχνίδι με τη Γιουβέντους) άφησε βαθιές πληγές. Η διοίκηση έδειχνε έτοιμη να ανανεώσει την επιθετική της γραμμή και ο Ρόσι ήθελε μια νέα πρόκληση για να αλλάξει.
Υπήρξαν κάποιες ανεπίσημες κρούσεις από μικρότερες ιταλικές ομάδες της Serie A, όπως η Σαμπντόρια και η Βερόνα, καθώς και φήμες για ενδιαφέρον από ομάδες των ΗΠΑ που πρόσφεραν μεγάλα συμβόλαια. Ωστόσο, καμία δεν μετουσιώθηκε σε επίσημη γραπτή προσφορά, αφού ο Ρόσι είχε ξεκαθαρίσει ότι ήθελε να παραμείνει στο κορυφαίο επίπεδο στην Ιταλία ενόψει του Μουντιάλ του 1986
Η Μίλαν της οποίας ο πρόεδρος Φαρίνα είχε συνεργαστεί με τον Ρόσι στην Βιτσέντζα ήταν η μονη ουσιαστική, με την Γιουβέντους να ζητάει αρχικά το αστρονομικό ποσό των 10 δισεκατομμυρίων λιρετών, αλλά τελικά συμβιβάστηκε στα 5,3 δισεκατομμύρια λιρέτες (περίπου 2,7 εκατομμύρια ευρώ).
Ο Ρόσι υπέγραψε διετές συμβόλαιο με ετήσιες αποδοχές 700 εκατομμυρίων λιρετών, με τους "ροσονέρι" να έχουν επενδύσει πολλά στο επιθετικό δίδυμο Ρόσι - Χέιτλι (γνωστός στην Ιταλία ως «Αττίλας» για τη δύναμη και το δυναμικό του παιχνίδι στον αέρα).
Η θεωρία ήταν ότι ο θηριώδης Άγγλος φορ θα άνοιγε χώρους και θα κέρδιζε τις μονομαχίες, επιτρέποντας στον πανέξυπνο Ρόσι να εκμεταλλευτεί τις φάσεις μέσα στην περιοχή. Στην πράξη, η χημεία τους δεν λειτούργησε ποτέ στο μέγιστο βαθμό, καθώς ο Ρόσι ταλαιπωρήθηκε ξανά από έντονους πόνους στα γόνατα κατάλοιπο των παλιών επεμβάσεων στους μηνίσκους και έχασε την ταχύτητα και την εκρηκτικότητά του.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της σεζόν, ο πρόεδρος Τζιούζι Φαρίνα (ο άνθρωπος που έφερε τον Ρόσι) αντιμετώπισε τεράστια οικονομικά προβλήματα και εγκατέλειψε τον σύλλογο. Τον Φεβρουάριο του 1986, ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αγόρασε τη Μίλαν, ξεκινώντας μια νέα εποχή και ήθελε να ανανεώσει ριζικά την ομάδα με νεότερους παίκτες, γεγονός που σήμανε το τέλος του Ρόσι από το Μιλάνο μετά από μόλις έναν χρόνο, ενώ σε 26 παιχνίδια σκοράρει μόνο 3 γκολ.
Όπως και την προηγούμενη χρονιά, υπήρξαν ανεπίσημες προτάσεις με πολλά χρήματα από ομάδες των ΗΠΑ και από πλούσιους συλλόγους του Κουβέιτ. Τις απέρριψε, καθώς η οικογένειά του δεν επιθυμούσε να μετακομίσει εκτός Ιταλίας και ο ίδιος προτιμούσε ένα αξιοπρεπές κλείσιμο καριέρας στο ιταλικό πρωτάθλημα.
Η Βερόνα στις συζητήσεις που κάνει με την ομάδα του Μιλάνου για την παραχώρηση του Γκαλντερίζι ρίχνει στο τραπέζι το όνομα του Ρόσι για ανταλλαγή. Ο προπονητής της Βερόνα, Οσβάλντο Μπανιόλι ο οποίος είχε συνεργαστεί μαζί του για λίγο στην Κόμο το 1975 πίστευε ότι ο Ρόσι θα μπορούσε να προσφέρει πολύτιμες βοήθειες δίπλα στον Δανό σταρ Έλκιερ Λάρσεν.
Απο την πλευρά της η Μίλαν του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, θέλοντας να απαλλαγεί από το υψηλό συμβόλαιό του, τον παραχώρησε στη Βερόνα έναντι περίπου 2 έως 2,5 δισεκατομμυρίων λιρετών. Συμφωνούν τελικά στην πραγματοποίηση της συμφωνίας και στο "Μπεντεγκόντι" πραγματοποιεί τις τελευταίες του εμφανίσεις 27 αλλά με μόλις 7 γκολ, αφού τα χρόνια προβλήματα με το γόνατο τον ταλαιπωρούν.
Το καλοκαίρι του 1987, σε ηλικία μόλις 31 ετών, συνειδητοποιώντας ότι το σώμα του δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού, ανακοίνωσε την απόσυρσή του από την ενεργό δράση.
Στις 21 Δεκεμβρίου του 1977 έκανε το ντεμπούτο του με την εθνική ομάδα της Ιταλίας σε φιλικό παιχνίδι στην Λιέγη απέναντι στο Βέλγιο, με τον Έντσο Μπέαρζοτ να τον παίρνει μαζί του στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 στην Αργεντινή, όπου θα πετύχει 3 τέρματα κόντρα σε Γαλλία, Ουγγαρία και Αυστρία και θα συμπεριληφθεί στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά.
Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται με την τιμωρία του αφού χάνει την ευκαιρία να πάρει μέρος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που διεξαγόταν εντός έδρας. Παρότι η τιμωρία του ολοκληρώνεται λίγους μήνες πριν την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας ο Μπέαρζοτ τον συμπεριλαμβάνει στην 23αδα.
Μια απόφαση που προκάλεσε πολλές συζητήσεις, που εντάθηκαν ακόμα περισσότερο αφού στην πρώτη φάση οι εμφανίσεις του δεν δικαιώνουν τον Μπέαρζοτ. Όμως στο αποφασιστικό παιχνίδι με την Βραζιλία πετυχαίνει χατ-τρικ ρίχνοντας στο "καναβάτσο" τους Λατινοαμερικάνους στην νίκη με 3-2.
Το μεγάλο σοκ όμως έρχεται με την τιμωρία του αφού χάνει την ευκαιρία να πάρει μέρος στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα που διεξαγόταν εντός έδρας. Παρότι η τιμωρία του ολοκληρώνεται λίγους μήνες πριν την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας ο Μπέαρζοτ τον συμπεριλαμβάνει στην 23αδα.
Μια απόφαση που προκάλεσε πολλές συζητήσεις, που εντάθηκαν ακόμα περισσότερο αφού στην πρώτη φάση οι εμφανίσεις του δεν δικαιώνουν τον Μπέαρζοτ. Όμως στο αποφασιστικό παιχνίδι με την Βραζιλία πετυχαίνει χατ-τρικ ρίχνοντας στο "καναβάτσο" τους Λατινοαμερικάνους στην νίκη με 3-2.
Δύο ακόμα γκολ στον ημιτελικό με την Πολωνία και ένα ακόμα στον τελικό με την Δυτική Γερμανία οδηγεί την Ιταλία στην κατάκτηση του τρίτου Παγκοσμίου Κυπέλλου στην ιστορία της και στον Παμπλίτο την πρώτη θέση στους σκόρερ με 6 και στην κορυφαία ομάδα του τουρνουά. Στο τέλος της χρονιάς του απονέμεται η "Χρύση Μπάλα" στην ψηφοφορία που διοργανώνει το France Football.
Στις 11 Μαΐου του 1986 πραγματοποίησε την 48η και τελευταία συμμετοχή σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Κίνα πετυχαίνοντας 20 γκολ αφού αν και βρισκόταν στην 23αδα της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 στο Μεξικό δεν αγωνίστηκε ούτε ένα λεπτό.
Μαζί με τον Ρομπέρτο Μπάτζιο κα τον Κριστιάν Βιέρι είναι οι πρώτοι σκόρερ της Ιταλίας στην τελική φάση των Παγκοσμίων Κυπέλλων έχοντας πετύχει και οι τρείς τους απο 9 τέρματα.
Ήταν επίτιμος πρόεδρος της ομάδας στην οποία αναδείχθηκε την Coiano Saint Lucia Prato, ήταν σχολιαστής σε διάφορους τηλεοπτικούς σταθμούς όπως το Sky Italy, το Premium Sport και την RAI ενώ είχε λάβει μέρος στις Ευρωεκλογές του 1999. Το 2000 διεκδίκησε την προεδρία της γυναικείας λίγκας στο βόλεϊ αλλά ούτε και εκεί εκλέχτηκε.
Επίσης μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του Τζιανκάρλο Σάλβι είχε ανοίξει στην Βιτσέντζα μεσιτικό γραφείο, διέθετε ένα συγκρότημα κτημάτων στο Μπούτσινε που ασχολείται με τον αγροτουρισμό, και το 2012 εξέδωσε ένα ακόμα βιβλίο με τον τίτλο "1982 ένας θαυμαστός κόσμος" το οποίο το έγραψε μαζί με την γυναίκα του.
Επίσης μαζί με τον πρώην συμπαίκτη του Τζιανκάρλο Σάλβι είχε ανοίξει στην Βιτσέντζα μεσιτικό γραφείο, διέθετε ένα συγκρότημα κτημάτων στο Μπούτσινε που ασχολείται με τον αγροτουρισμό, και το 2012 εξέδωσε ένα ακόμα βιβλίο με τον τίτλο "1982 ένας θαυμαστός κόσμος" το οποίο το έγραψε μαζί με την γυναίκα του.
Στις 9 Δεκεμβρίου του 2020 έφυγε απο την ζωή σε ηλικία 64 ετών ύστερα απο μάχη που έδωσε με τον καρκίνο του πνεύμονα στο νοσοκομείο "Le Scotte" της Σιένα. Στις 12 Δεκεμβρίου του 2020 η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στον Καθεδρικό Ναό της Βιτσέντζα, την πόλη που τον λάτρεψε και αναμόρφωσε την καριέρα του.
Λόγω των τότε αυστηρών περιορισμών για την πανδημία του κορωνοϊού, μόνο 300 άτομα επετράπη να βρεθούν εντός του ναού, αλλά χιλιάδες κόσμου τον αποχαιρέτησαν νωρίτερα στο λαϊκό προσκύνημα που στήθηκε στο στάδιο "Romeo Menti".
Το φέρετρο του Ρόσι, πάνω στο οποίο είχε τοποθετηθεί η ιστορική του φανέλα με το νούμερο 20, μετέφεραν στους ώμους τους οι συμπαίκτες του από την εθνική ομάδα του 1982. Μπροστάρηδες ήταν οι Μάρκο Ταρντέλι, Αντόνιο Καμπρίνι, Τζιανκάρλο Αντονιόνι, Φούλβιο Κολοβάτι και ο γιος του, Αλεσάντρο.
Κατά τη διάρκεια της κηδείας, άγνωστοι διέρρηξαν το σπίτι του στην Τοσκάνη. Η σύζυγός του, Φεντερίκα, επέστρεψε από την τελετή και βρήκε το σπίτι αναστατωμένο, με τους κλέφτες να έχουν αφαιρέσει μετρητά και ένα προσωπικό ρολόι του ποδοσφαιριστή.
Φεντερίκα Καπελέτι (Η σύζυγός του): «Δεν ήθελε να φύγει. Τον αγκάλιασα σφιχτά και του είπα: "Παόλο, υπέφερες ήδη πάρα πολύ, τώρα άφησε αυτό το σώμα και πήγαινε". Δεν θα υπάρξει ποτέ ξανά κανένας σαν εσένα, μοναδικός, ξεχωριστός... Παόλο, ανήκες στον κόσμο, σε όλους, και είναι σωστό να σε θυμούνται για το μεγαλείο σου».
Αντόνιο Καμπρίνι (Συμπαίκτης του στη Γιουβέντους και την Εθνική): «Δεν έχασα απλώς έναν συμπαίκτη, αλλά έναν φίλο και έναν αδελφό. Μαζί πολεμήσαμε, νικήσαμε και μερικές φορές χάσαμε, αλλά πάντα σηκωνόμασταν μετά τις απογοητεύσεις. Μου λείπεις ήδη, μου λείπουν τα παρηγορητικά σου λόγια, οι ατάκες σου και τα ανόητα αστεία σου».
Ντίνο Τζοφ (Αρχηγός της Ιταλίας το 1982): «Δεν ξέρω τι να πω, έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία. Είχαμε πάντα μια υπέροχη σχέση. Ήταν ένας εξαιρετικός ποδοσφαιριστής, ένας απίστευτος σύντροφος και ένας άνθρωπος γεμάτος ευγένεια και εξυπνάδα».
Τζάνι Ινφαντίνο (Πρόεδρος της FIFA): «Ciao Pablito, σύμβολο χαράς, εκδίκησης, γενναιοδωρίας και επιτυχίας. Ένας ανθρώπινος ήρωας και ένας παγκόσμιος θρύλος. Σε ευχαριστούμε για τα δάκρυα χαράς που μας χάρισες το '82, τα οποία σήμερα μετατρέπονται σε δάκρυα απέραντης θλίψης».
Τζιουζέπε Κόντε (Τότε Πρωθυπουργός της Ιταλίας): «Ένας αξέχαστος πρωταθλητής. Τα γκολ του εκείνο το καλοκαίρι του 1982 χάρισαν ένα όνειρο σε μια ολόκληρη γενιά Ιταλών. Θα παραμείνεις για πάντα ο ήρωάς μας».
Η σορός του Πάολο Ρόσι αποτεφρώθηκε την επόμενη ημέρα της κηδείας, κατόπιν επιθυμίας της οικογένειάς του, ώστε η σύζυγός του και τα παιδιά του να τον έχουν πάντα κοντά τους. Κατά τη διάρκεια της τελετής αποτέφρωσης στο Πράτο, οι στάχτες του τοποθετήθηκαν μέσα σε μια ειδικά σχεδιασμένη τεφροδόχο που είχε το ακριβές σχήμα του τροπαίου του Παγκοσμίου Κυπέλλου, ως ο απόλυτος φόρος τιμής για το 1982.
Σε όλα τα γήπεδα της Serie A τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή, ενώ στα μάτριξ των σταδίων προβλήθηκε η φωτογραφία του με τη φράση «Οι ήρωες δεν πεθαίνουν ποτέ». Οι παίκτες αγωνίστηκαν με μαύρα περιβραχιόνια, ενώ κατά τη διάρκεια του ενός λεπτού σιγής, προβλήθηκαν ιστορικά βίντεο από τα γκολ του στο Μουντιάλ της Ισπανίας.
Ο Δήμος της Βιτσέντζα μετονόμασε επίσημα την πλατεία/χώρο ακριβώς μπροστά από την κεντρική είσοδο του σταδίου "Romeo Menti" σε «Largo Paolo Rossi». Επιπλέον, το 2023 τοποθετήθηκε εκεί ένα χάλκινο άγαλμά του σε φυσικό μέγεθος.
Το γήπεδο της ερασιτεχνικής ομάδας της γενέτειράς του, όπου κλώτσησε για πρώτη φορά μπάλα, μετονομάστηκε σε στάδιο «Paolo Rossi». Το δημοτικό στάδιο της πόλης Κασόλα (Βιτσέντζα) μετονομάστηκε σε «Stadio Comunale Paolo Rossi», όπως και το αθλητικό κέντρο Sila Regia Stadium στην Καλαβρία.
Στις 30 Δεκεμβρίου του 2021, η ιταλική Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε με 387 ψήφους υπέρ ψήφισμα που καλούσε την κυβέρνηση να μετονομάσει το εθνικό στάδιο της χώρας σε «Stadio Olimpico Paolo Rossi». Την πρόταση αυτή στήριξε θερμά και ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο.
Τον Ιανουάριο του 2021, τα Ηνωμένα Έθνη απένειμαν μεταθανάτια στον Ρόσι ένα ειδικό βραβείο για την κοινωνική του προσφορά και τη συμβολή του στην προώθηση των αξιών του αθλητισμού, το οποίο παρέλαβε η σύζυγός του.
Το Μουσείο της FIFA στη Ζυρίχη, σε συνεργασία με την οικογένειά του, διοργάνωσε μια μεγάλη, παγκόσμια περιοδεύουσα έκθεση με τίτλο «Paolo Rossi, un ragazzo d'oro» (Πάολο Ρόσι, ένα χρυσό παιδί), εκθέτοντας προσωπικά του κειμήλια, τη Χρυσή Μπάλα του 1982 και τις ιστορικές του φανέλες.
Η Ιταλική Ένωση Ποδοσφαιριστών αποφάσισε να μετονομάσει το επίσημο βραβείο για τον πρώτο σκόρερ του ιταλικού πρωταθλήματος σε «Βραβείο Πάολο Ρόσι» προς τιμήν του.
