Στην Αργεντινή υπάρχουν δύο σχολές προπονητικής εμπνευσμένες από τους ανθρώπους που οδήγησαν την Αργεντινή στις κατακτήσεις των 2 Παγκοσμίων Κυπέλλων. Οι "μενοτίστας" οι οποίοι αρέσκονται σε ένα πιο ελεύθερο τρόπο παιχνιδιού και οι "μπιλαρδίστας" οι οποίοι ακολουθούσαν ένα πιο συντηρητικό τρόπο παιχνιδιού.
Ο Κάρλος Μπιλάρδο γεννήθηκε στις 16 Μαρτίου του 1939 στην περιοχή Λα Παστερνάλ του Μπουένος Άιρες από Ιταλούς μετανάστες. Από μικρός ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο παράλληλα με το σχολείο ενώ δούλευε και ως υπάλληλος σε σούπερ-μάρκετ.
Ξεκίνησε από τις ακαδημίες της Σαν Λορέντζο κάνοντας πρωινές προπονήσεις ενώ τα βράδια διάβαζε για τις σπουδές του στην ιατρική και πιο συγκεκριμένα στην γυναικολογία. Επιλέχθηκε από την εθνική ομάδα της χώρας του στους Παναμερικανικούς Αγώνες του 1959 αλλά και στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης το 1960.
Το 1961 μετακινήθηκε στην Ντεπορτίβο Εσπανιόλ ομάδα δεύτερης κατηγορίας και παρότι ήταν ο πρώτος σκόρερ της ομάδας άρχιζε σιγά-σιγά να οπισθοχωρεί στο κέντρο. Ύστερα από 111 παιχνίδια και 39 γκολ το 1965 ο Μπιλάρδο βρίσκεται ανάμεσα στην Αρχεντίνος και την Εστουντιάντες.
Σκέφτηκε ότι αν πήγαινε στην Αρχεντίνος Τζούνιορς και η ομάδα υποβιβαζόταν, θα του κακοφαινόταν πολύ. Αντίθετα, η Εστουντιάντες είχε στον πάγκο της τον Οσβάλντο Ζουμπελδία, ο οποίος τον έπεισε για το αγωνιστικό του πλάνο, αλλάζοντας τελικά ολόκληρη την ιστορία του αργεντίνικου ποδοσφαίρου.
Τελικά τον Απρίλιο του 1965 θα υπογράψει στην Εστουντιάντες ως προσωπική επιλογή του Οσβάλντο Σουμπελντία. Συνολικά η μεταγραφή κόστισε συνολικά 4.000.000 πέσος Αργεντινής, απο το οποίο η Εστουδιάντες κάλυψε μέρος του ποσού σε μετρητά και για να συμπληρωθεί το ποσό, παραχώρησε στην Ντεπορτίβο Εσπανιόλ τον 21χρονο τότε ποδοσφαιριστή Ρομπέρτο Τσικόρα, η αξία του οποίου κοστολογήθηκε στα 1.500.000 πέσος.
Στο πρόσωπο του ο Σουμπελντία έβλεπε τον άνθρωπο που θα αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα σε αυτόν και τους υπόλοιπους παίκτες. Αγωνίστηκε ως δεξιός εσωτερικός μέσος, δεν ήταν ο πιο τεχνίτης παίκτης, αλλά ήταν ο απόλυτος «εγκέφαλος» της ομάδας μέσα στο γήπεδο, εφαρμόζοντας πιστά τη στρατηγική του προπονητή του
Με τα "λιοντάρια" κατέκτησε το Metropolitano του 1967, 3 Copa Libertadores το 1968, το 1969, και το 1970, 1 Διηπειρωτικό Κύπελλο το 1968 και το Copa Interamericana του 1969. Μετά από 175 συμμετοχές και 11 γκολ το 1970 αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, ήταν ήδη πτυχιούχος γιατρός-γυναικολόγος από το Πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες.
Για χρόνια μοίραζε τη ζωή του ανάμεσα στις εξαντλητικές προπονήσεις, τα ταξίδια και τις εφημερίες σε νοσοκομεία και κλινικές. Στα τέλη του 1970 ένιωσε ότι το σώμα του και το μυαλό του είχαν φτάσει στα όριά τους από αυτό το διπλό πρόγραμμα.
Η σπουδαία ομάδα της Εστουδιάντες, που είχε κατακτήσει τα πάντα, άρχισε να κλείνει τον κύκλο της, ο αρχιτέκτονας των επιτυχιών, ο προπονητής Οσβάλντο Ζουμπελδία, αποφάσισε να αποχωρήσει από τον σύλλογο στα τέλη του 1970. Χωρίς τον μέντορά του στον πάγκο και με πολλούς συμπαίκτες του να αποχωρούν ή να γερνάνε, ένιωσε ότι δεν υπήρχε πλέον το ίδιο κίνητρο.
Ο πρόεδρος της Εστουδιάντες, Μαριάνο Μανγκάνο, αναγνώριζε στον Μπιλάρδο τον απόλυτο ηγέτη τακτικής μέσα στο γήπεδο. Όταν έφυγε ο Ζουμπελδία, η διοίκηση του πρότεινε να κρεμάσει τα παπούτσια του και να αναλάβει αμέσως την τεχνική ηγεσία της ομάδας για να τη σώσει από τον υποβιβασμό.
Δέχτηκε και έτσι στις 22 Αυγούστου του 1971 ξεκίνησε την τεράστια προπονητική του καριέρα απο την αγαπημένη του ομάδα. Είχε βρεθεί σε δεινή βαθμολογική θέση και κινδύνευε άμεσα με υποβιβασμό και για αυτόν τον λόγο στράφηκε στον Μπιλάρδο.
Κατάφερε να σταθεροποιήσει την ομάδα και να τη σώσει από τον υποβιβασμό στη δεύτερη κατηγορία και παρέμεινε στον πάγκο της ομάδας μέχρι το τέλος εκείνης της χρονιάς, έχοντας σε 24 παιχνίδια, 8 νίκες, 9 ισοπαλίες και 7 ήττες.
Μετά το τέλος της πρώτης του θητείας στην Εστουδιάντες τον Δεκέμβριο του 1971, αποχώρησε προσωρινά από το ποδόσφαιρο για να αφοσιωθεί πλήρως στην επιστήμη του. Παράλληλα με την ιατρική, βοηθούσε τον πατέρα του στην οικογενειακή τους επιχείρηση, ένα βιοτεχνικό εργαστήριο επίπλων.
Εντάχθηκε στην ερευνητική ομάδα του διάσημου Αργεντινού γιατρού Alberto Donaldson, κάνοντας έρευνα για την καταπολέμηση του καρκίνου της μήτρας. Εκείνη την περίοδο πίστευε πραγματικά ότι το ποδόσφαιρο είχε τελειώσει οριστικά για τον ίδιο και ότι το μέλλον του βρισκόταν αποκλειστικά στα νοσοκομεία.
Η αποχή του από τους πάγκους κράτησε περίπου δύο χρόνια. Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο και η επίμονη πολιορκία της διοίκησης της Εστουδιάντες τον έκαναν να επιστρέψει στους πάγκους το 1973, ξεκινώντας τη δεύτερη προπονητική του θητεία.
Την 1η Ιανουαρίου του 1973 επέστρεψε βρίσκοντας ένα ρόστερ που χρειαζόταν ανανέωση. Ήταν η χρονιά που γεννήθηκε η ιστορική αντιπαλότητα με τον Σέσαρ Λουίς Μενότι (τότε προπονητή της Ουρακάν). Ο Μενότι πρέσβευε το ρομαντικό, επιθετικό ποδόσφαιρο, ενώ ο Μπιλάρδο την απόλυτη τακτική πειθαρχία, τη σκοπιμότητα και την επιστημονική ανάλυση του αντιπάλου.
Τερμάτισε στη μέση του βαθμολογικού πίνακα, αλλά απέκτησε ξεκάθαρη αγωνιστική ταυτότητα και άρχισε να αποδίδει βάσει του σχεδίου του, συνδυάζοντας έμπειρους παίκτες με ταλέντα από τις ακαδημίες.
Έγινε μία από τις πιο σκληροτράχηλες ομάδες της χώρας, κατάφερε να μπει στην τελική φάση του Πρωταθλήματος Nacional, διεκδικώντας μέχρι τέλους την έξοδο στο Copa Libertadores. Το 1975
επέστρεψε στις ρίζες του συλλόγου, φέρνοντας πίσω ως ηγέτη τον παλιό του συμπαίκτη, Χουάν Ραμόν Βερόν (τον θρυλικό «La Bruja»).
Στο Metropolitano η ομάδα τερμάτισε 5η, αλλά το μεγάλο «μπαμ» έγινε στο Nacional 1975, τερματίζοντας στην δεύτερη θέση πίσω από τη Ρίβερ Πλέιτ, πετυχαίνοντας το απίστευτο επίτευγμα να ολοκληρώσει το τουρνουά αήττητη και να πάρει το εισιτήριο για το Copa Libertadores του 1976, επαναφέροντας τον σύλλογο στην κορυφογραμμή της Λατινικής Αμερικής
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του 1975 είχε σε 198 παιχνίδια με 89 νίκες, 60 ισοπαλίες και 49 ήττες. Η Ντεπορτίβο Κάλι ήταν ένας από τους πιο πλούσιους και φιλόδοξους συλλόγους της Κολομβίας εκείνη την εποχή και προσέφερε ένα εξαιρετικά υψηλό συμβόλαιο τον Ιανουάριο του 1976, το οποίο δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί η Εστουδιάντες, καθώς και ένα ρόστερ γεμάτο αστέρια, με στόχο την απόλυτη κυριαρχία στη Λατινική Αμερική.
Εκείνη ακριβώς την περίοδο, ο μέντορας και πρώην προπονητής του Μπιλάρδο στην Εστουδιάντες, ο θρυλικός Οσβάλντο Ζουμπελδία, είχε μετακομίσει επίσης στην Κολομβία για να αναλάβει την Ατλέτικο Νασιονάλ.
Η διοίκηση της Ντεπορτίβο Κάλι έψαχνε τον μοναδικό άνθρωπο που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει και να κερδίσει την τακτική του Ζουμπελδία, και αυτός δεν ήταν άλλος από τον κορυφαίο μαθητή του, τον Μπιλάρδο.
Παρά την εξαιρετική πορεία στην Αργεντινή (όπως η αήττητη δεύτερη θέση το 1975), ένιωσε ότι είχε κλείσει ένας κύκλος εγχώρια και ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του εκτός συνόρων. Η μεταγραφή αυτή του βγήκε σε καλό, καθώς με τη Ντεπορτίβο Κάλι έγραψε ιστορία, γινόμενος ο πρώτος προπονητής που οδήγησε ομάδα της Κολομβίας σε τελικό Copa Libertadores το 1978 όπου ηττήθηκε απο την Μπόκα Τζούνιορς.
Στο Πρωτάθλημα Κολομβίας κατέλαβε την δεύτερη θέση το 1977 και το 1978 και παρέμεινε στον πάγκο της μέχρι τον Δεκέμβριο του 1978 όπου σε 138 αγώνες είχε 61 νίκες, 43 ισοπαλίες και 34 ήττες. Όταν τον Ιανουάριο του 1979 τον προσέγγισε η Σαν Λορέντσο δεν είχε δεύτερη σκέψη, άλλωστε δεν ήταν μια τυχαία ομάδα για τον Μπιλάρδο.
Ήταν ο σύλλογος από τον οποίο ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα, κάνοντας εκεί τα πρώτα του βήματα στα τμήματα υποδομής και αγωνιζόμενος στην πρώτη ομάδα από το 1958 έως το 1960. Είχε έντονο συναισθηματικό βάρος, καθώς του έδινε την ευκαιρία να επιστρέψει ως καταξιωμένος πλέον προπονητής στο «σπίτι» του.
Μετά από τρία χρόνια έντονης πίεσης, ένιωσε ότι η πορεία του στη Ντεπορτίβο Κάλι είχε φτάσει στο ταβάνι της. Η απώλεια του πρωταθλήματος Κολομβίας (όπου τερμάτισε δεύτερος το 1977 και το 1978) και, κυρίως, η βαριά ήττα με 4-0 από την Μπόκα Τζούνιορς στον επαναληπτικό τελικό του Κόπα Λιμπερταδόρες τον Νοέμβριο του 1978, προκάλεσαν έντονη κριτική από μερίδα του κολομβιανού τύπου για το αμυντικό και ιδιόρρυθμο στυλ παιχνιδιού του.
Θεώρησε πως έκλεισε ο κύκλος του εκεί και για έναν ακόμα λόγο, η καθημερινότητα στην Κολομβία, μακριά από την οικογένειά του και την πατρίδα του, είχε αρχίσει να τον κουράζει. Επιπλέον, το πρωτάθλημα της Αργεντινής παρέμενε το μεγάλο του «θέατρο» και η επιστροφή στο Μπουένος Άιρες του επέτρεπε να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των συμπατριωτών του, σε μια περίοδο που η Αργεντινή είχε μόλις στεφθεί Παγκόσμια Πρωταθλήτρια (1978) και το ποδόσφαιρο της χώρας βρισκόταν σε τεράστια άνθηση.
Η θητεία όμως ήταν μέτρια προς απογοητευτική, καθώς δεν κατάφερε να διεκδικήσει τίτλους ή να οδηγήσει την ομάδα στις πρώτες θέσεις. Παρά τις υψηλές προσδοκίες για την επιστροφή του στον σύλλογο όπου ξεκίνησε, η ομάδα παρουσίασε μεγάλη αστάθεια και έντονο πρόβλημα στο σκοράρισμα, αν και παρέμεινε αμυντικά σκληροτράχηλη, όπως επέβαλλε η φιλοσοφία του.
Σε 32 παιχνίδια είχε 10 νίκες, 13 ισοπαλίες και 9 ήττες μέχρι και τις 2 Δεκεμβρίου του 1979, το συντηρητικό και αμυντικογενές στυλ παιχνιδιού του δεν έγινε ποτέ πλήρως αποδεκτό από τους οπαδούς της Σαν Λορέντσο, οι οποίοι είχαν συνηθίσει σε ένα πιο θεαματικό ποδόσφαιρο.
Λόγω της έλλειψης αποτελεσμάτων και της εσωτερικής πίεσης, ο Μπιλάρδο αποφάσισε να μην ανανεώσει τη συνεργασία του στο τέλος του έτους, η διοίκηση πάντως της Σαν Λορέντσο επιθυμούσε να τον κρατήσει στον πάγκο της και για τη σεζόν του 1980.
Παρά το γεγονός ότι η χρονιά του 1979 ήταν μέτρια αγωνιστικά, οι διοικούντες πίστευαν ότι με μερικές διορθωτικές μεταγραφές ο Μπιλάρδο θα μπορούσε να δημιουργήσει μια ομάδα που θα διεκδικούσε το πρωτάθλημα Αργεντινής, όμως ο ίδιοςψαρνήθηκε, νιώθοντας την πίεση του κόσμου.
Λόγω της αποχώρησής του από τη Σαν Λορέντσο, το όνομά του «έπαιξε» έντονα στα ρεπορτάζ άλλων μεγάλων δυνάμεων της χώρας. Παραδοσιακές ομάδες της πρώτης κατηγορίας που έψαχναν για έναν σκληροτράχηλο προπονητή τακτικής (όπως η Ιντεπεντιέντε) βολιδοσκόπησαν τις προθέσεις του, αλλά δεν ήθελε να αναλάβει αμέσως άλλη ομάδα στο Μπουένος Άιρες.
Κορυφαίοι και οικονομικά πανίσχυροι σύλλογοι της Κολομβίας (όπως η Αμέρικα ντε Κάλι και η Μιλιονάριος) προσπάθησαν να τον δελεάσουν με πολύ υψηλά συμβόλαια για να επιστρέψει στο εγχώριο πρωτάθλημα της χώρας, όπου είχε αφήσει εξαιρετικό όνομα.
Απέρριψε τις προτάσεις των συλλόγων γιατί η Εθνική Κολομβίας του προσέφερε κάτι που δεν είχε ξανακάνει στην καριέρα του, την πρόκληση να κοουτσάρει σε επίπεδο εθνικών ομάδων. Θεώρησε ότι το να οδηγήσει την Κολομβία για πρώτη φορά σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982, θα ήταν το απόλυτο παράσημο για την καριέρα του, γεγονός που τον έκανε να πει το μεγάλο «ναι»
Την 1η Ιανουαρίου του 1980 ανέλαβε επίσημα και το ξεκίνημα άφησε κάποιες υποσχέσεις, έδωσε δυνατά φιλικά τεστ, αποσπώντας ισοπαλίες με 1-1 απέναντι στην πανίσχυρη Βραζιλία και την Ισπανία, ενώ επικράτησε με 2-0 της Παραγουάης σε φιλικό αγώνα.
Όμως το αμυντικό και σκληρό στυλ παιχνιδιού του άρχισε να δέχεται έντονη κριτική από τον τοπικό τύπο, ο οποίος ζητούσε πιο ελκυστικό ποδόσφαιρο. Τοποθετήθηκε στον 2ο προκριματικό όμιλο της Νότιας Αμερικής μαζί με το Περού και την Ουρουγουάη, αλλά η πορεία στα προκριματικά ήταν καταστροφική, καθώς η ομάδα δεν πέτυχε ούτε μία νίκη σε 4 αγώνες.
Αποχώρησε από τη θέση του στις 31 Δεκεμβρίου 1981, καθώς η ομοσπονδία της χώρας αποφάσισε να μην ανανεώσει τη συνεργασία τους λόγω του αποκλεισμού της ομάδας από την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στην Ισπανία, έχοντας σε 11 αγώνες, 2 νίκες, 5 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Εθνική, μεγάλες ομάδες της Κολομβίας, όπως η Αμέρικα ντε Κάλι) προσπάθησαν να βολιδοσκοπήσουν τις προθέσεις του σε περίπτωση που αποχωρούσε, καθώς το όνομά του είχε τεράστιο κύρος στη χώρα.
Μόλις ολοκληρώθηκε το συμβόλαιό του με την Κολομβία, την 1η Ιανουαρίου του 1982, η Εστουδιάντες ντε Λα Πλάτα κινήθηκε αστραπιαία, προσφέροντας του συμβόλαιο για να επιστρέψει στο Μπουένος Άιρες. Αποδέχτηκε την πρόταση, επέστρεψε στην Εστουδιάντες, κατέκτησε το Πρωτάθλημα Metropolitano του 1982 και σε 66 αγώνες είχε 34 νίκες, 21 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Αυτή η μυθική πορεία και η κατάκτηση του τίτλου ανάγκασαν την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αργεντινής να του προσφέρει τη θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού. Ο Μπιλάρδο αποχαιρέτησε την Εστουδιάντες την ίδια ημέρα της κατάκτησης του πρωταθλήματος στις 14 Φεβρουαρίου 1983 για να διαδεχθεί τον Σέσαρ Λουίς Μενότι και να ξεκινήσει το ταξίδι που θα οδηγούσε την Αργεντινή στην κορυφή του κόσμου το 1986.
Θα κάνει ντεμπούτο στις 12 Μαΐου του 1983 στο Σαντιάγκο απέναντι στην Χιλή σε φιλικό παιχνίδι. Ο τύπος της χώρας, με μπροστάρη το πανίσχυρο περιοδικό El Gráfico, επιτέθηκε σφοδρά στον Μπιλάρδο, χαρακτηρίζοντας το παιχνίδι του «αντι-ποδόσφαιρο» και «ντροπή για την παράδοση της χώρας».
Με το που ανέλαβε ταξίδεψε κρυφά στη Βαρκελώνη για να συναντήσει τον Ντιέγκο Μαραντόνα. Εκεί του ανακοίνωσε δύο πράγματα που σόκαραν τη χώρα, ότι η ομάδα θα χτιζόταν αποκλειστικά γύρω από αυτόν και του έδωσε το περιβραχιόνιο του αρχηγού.
Αυτό προκάλεσε την οργή του Ντανιέλ Πασαρέλα, του εμβληματικού αρχηγού της Αργεντινής του 1978. Ο Πασαρέλα, που ήταν φίλα προσκείμενος στον Μενότι, ήρθε σε ρήξη με τον Μπιλάρδο και τον Μαραντόνα, δημιουργώντας δύο στρατόπεδα στα αποδυτήρια («νεοσύλλεκτοι» εναντίον «παλιάς φρουράς»).
Λίγους μήνες πριν από το Μουντιάλ του 1986, η Αργεντινή έπαιζε άσχημα, χάνοντας σε φιλικά από τη Γαλλία και τη Νορβηγία. Η κατάσταση ξέφυγε από τα αθλητικά πλαίσια με τον Υπουργό Αθλητισμού της Αργεντινής επί κυβέρνησης Ραούλ Αλφονσίν να πιέζει δημόσια τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Χούλιο Γκροντόνα, να τον απολύσει αμέσως.
Ο Γκροντόνα αντιστάθηκε, λέγοντας τη θρυλική ατάκα: «Τον Μπιλάρδο τον διορίζει η ομοσπονδία, όχι η κυβέρνηση», ενώ ο Μαραντόνα βγήκε μπροστά και δήλωσε ότι αν διώξουν τον Μπιλάρδο δεν θα κατέβαινε στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Όντας υπό τρομερή πίεση, άφησε εποχή με τις δηλώσεις του εκείνη την περίοδο: Για την κριτική του κόσμου: «Αν έδινα σημασία σε αυτά που γράφουν οι εφημερίδες, δεν θα έπρεπε να βγαίνω από το σπίτι μου. Εγώ κοιμάμαι με τις σημειώσεις μου, αυτοί κοιμούνται με τις προκαταλήψεις τους».
Για τη σημασία της νίκης: «Το ποδόσφαιρο είναι απλό: ή κερδίζεις ή είσαι στους ηττημένους. Η δεύτερη θέση είναι αποτυχία. Κανείς δεν θυμάται τον δεύτερο».
Στη γυναίκα του πριν φύγει για το Μεξικό: «Μην με περιμένεις πίσω. Αν αποκλειστούμε νωρίς, θα ζητήσω πολιτικό άσυλο στο Μεξικό, δεν μπορώ να επιστρέψω ζωντανός στο Μπουένος Άιρες».
Κατά την προετοιμασία, ο Μπιλάρδο εμφάνισε τις ακραίες προλήψεις που τον χαρακτήρισαν, απαγόρευσε στους παίκτες να τρώνε κοτόπουλο, γιατί πίστευε ότι φέρνει γρουσουζιά. Επειδή η ομάδα κέρδισε ένα δύσκολο ματς στα προκριματικά όταν ένας παίκτης δανείστηκε την κολόνια ενός συμπαίκτη του, ανάγκασε όλη την αποστολή να φοράει την ίδια κολόνια μέχρι το 1986.
Σχεδίασε κρυφά τη διάταξη 3-5-2 κάτι εντελώς πρωτοποριακό τότε, την οποία δεν αποκάλυψε σε κανέναν δημοσιογράφο, δοκιμάζοντάς την μόνο σε κλειστές προπονήσεις.
Τελικά θα δικαιωθεί μέχρι την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στο Μεξικό το 1986 απέναντι στην Δυτική Γερμανία έχοντας μεγάλο πρωταγωνιστή τον Ντιέγκο Μαραντόνα πάνω στον οποίο "έφτιαξε" όλο το παιχνίδι της ομάδας .
Την οδήγησε στα Copa America του 1983, του 1987 εντός έδρας και του 1989, στις δύο τελευταίες μετά την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, η ομάδα απογοήτευσε, δεχόταν ξανά σφοδρή κριτική, καθώς η ομάδα δεν έπαιζε καλά και βασιζόταν αποκλειστικά σε εκλάμψεις.
Ο Μπιλάρδο επέλεξε ως προπονητικό κέντρο το αθλητικό κέντρο της Ρόμα, το Τριγκόρια. Εκεί επέβαλε καραντίνα, απαγόρευσε τις επισκέψεις συζύγων και δημοσιογράφων, άλλαζε συνεχώς τα δωμάτια των παικτών ανάλογα με τα ζώδια και τις «ενέργειες» και καθιέρωσε το «γρουσούζικο» και το «τυχερό» τηλέφωνο: αν κάποιος έπαιρνε τηλέφωνο από συγκεκριμένη συσκευή και η ομάδα έχανε, η συσκευή ξηλωνόταν.
Στην πρεμιέρα στις 8 Ιουνίου 1990, στο Μιλάνο, η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια Αργεντινή υπέστη μία από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις στην ιστορία του ποδοσφαίρου, χάνοντας 1-0 από το εννεαμελές Καμερούν.
Το ίδιο βράδυ μάζεψε τους παίκτες και τους είπε την ιστορική ατάκα: «Αν αποκλειστούμε από τον πρώτο γύρο, προτιμώ να πέσει το αεροπλάνο που μας επιστρέφει στο Μπουένος Άιρες. Αν γυρίσουμε έτσι, εγώ ο ίδιος θα πάρω το τιμόνι του πιλότου και θα το καρφώσω στο έδαφος».
Στο δεύτερο ματς με τη Σοβιετική Ένωση (νίκη 2-0), ο βασικός τερματοφύλακας Νέρι Πουμπίδο έσπασε το πόδι του και στην θέση του μπήκε ο Σέρχιο Γκοϊκοετσέα, ο οποίος έμελλε να γίνει ο απόλυτος ήρωας της διοργάνωσης, αποκρούοντας πέναλτι.
Προκρίθηκε στα νοκ-άουτ ως μία από τις καλύτερες τρίτες και στην φάση των "16" αντιμετώπισε την ανώτερη Βραζιλία. Νίκησε 1-0 με ένα μαγικό σόλο του Μαραντόνα και γκολ του Κανίγια, όμως το ματς έμεινε στην ιστορία για το "Cano de Agua" (Το σκάνδαλο του παγουριού), κατά τη διάρκεια μιας διακοπής, ο φροντιστής της Αργεντινής έδωσε στον Βραζιλιάνο αμυντικό Μπράνκο ένα παγούρι με νερό, το οποίο περιείχε υπνωτικό/ηρεμιστικό (Roipnol).
Ο Μπράνκο ένιωσε ζαλάδα στο γήπεδο και χρόνια μετά, ο Μαραντόνα και ο Μπιλάρδο παραδέχτηκαν το γεγονός σε τηλεοπτικές εκπομπές γελώντας, προκαλώντας την οργή της Βραζιλίας. Στον τελικό της Ρώμης στις 8 Ιουλίου 1990 απέναντι στη Δυτική Γερμανία, η Αργεντινή παρατάχθηκε αποδεκατισμένη (χωρίς τον τιμωρημένο Κανίγια) και με τον Μαραντόνα να αποδοκιμάζεται άγρια από το ιταλικό κοινό κατά την ανάκρουση του εθνικού ύμνου.
Τελικά η Γερμανία θα κερδίσει 1-0 με ένα αμφισβητούμενο πέναλτι του Μπρέμε στο 85' και τον Μπιλάρδο να δηλώνει μετά τον τελικό: «Μας έκλεψαν, η FIFA δεν ήθελε την Αργεντινή ξανά πρωταθλήτρια, αλλά είμαι περήφανος, αυτοί οι παίκτες είναι ήρωες, έπαιξαν με σπασμένα πόδια, με τραυματισμούς, εναντίον όλων».
Μετά το τέλος του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τήρησε την υπόσχεσή του και παραιτήθηκε από την Εθνική Αργεντινής. Είχε ξεκαθαρίσει στη διοίκηση της Ομοσπονδίας και στους παίκτες, μήνες πριν ταξιδέψουν στην Ιταλία, ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1990 θα ήταν ο τελευταίος του σταθμός. Ένιωθε ότι ο κύκλος του είχε κλείσει, έχοντας συμπληρώσει 7 συνεχόμενα χρόνια (1983–1990) στον πιο απαιτητικό και ηλεκτρικό πάγκο της χώρας.
Η πίεση που δέχτηκε κατά τη διάρκεια αυτής της επταετίας ήταν απίστευτη, ο ίδιος ήταν ένας άνθρωπος εμμονικός με την παραμικρή λεπτομέρεια, που δεν κοιμόταν για μέρες αναλύοντας βίντεο, ενώ ο ανελέητος πόλεμος με τον τύπο της Αργεντινής τον είχε κουράσει ψυχικά.
Μετά το δραματικό και γεμάτο εντάσεις Μουντιάλ του 1990, ένιωσε ότι δεν είχε άλλη ενέργεια να δώσει. Επίσης θεωρούσε ότι η ομάδα που κατέκτησε το Μουντιάλ το 1986 και έφτασε στον τελικό το 1990 είχε αρχίσει να «γερνάει» και να διαλύεται από τους τραυματισμούς. Πίστευε ότι η εθνική χρειαζόταν μια ριζική ανανέωση και ένα νέο πλάνο, το οποίο θα έπρεπε να αναλάβει κάποιος άλλος προπονητής με φρέσκες ιδέες.
Σε 81 παιχνίδια απολογισμό 28 νίκες, 30 ισοπαλίες και 23 ήττες και κατέχει την 3η θέση στη λίστα με τους προπονητές που έχουν τους περισσότερους αγώνες στην ιστορία της Εθνικής Αργεντινής, πίσω μόνο από τον Γκιγιέρμο Στάμπιλε και τον Λουίς Σέζαρ Μενότι.
Δέχτηκε επίσημες κρούσεις από την πρώτη κατηγορία της Ιταλίας, η πιο αξιοσημείωτη προήλθε από τη Νάπολι, η οποία επιθυμούσε να τον σμίξει ξανά με τον Ντιέγκο Μαραντόνα σε επίπεδο συλλόγου, όμως αρνήθηκε, καθώς ένιωθε πνευματικά εξαντλημένος.
Λόγω της τεράστιας ψυχολογικής πίεσης που είχε υποστεί, αποφάσισε να μην αποδεχτεί αμέσως καμία προπονητική πρόταση για περίπου δύο χρόνια. Σε αυτό το διάστημα επέλεξε να εργαστεί ως τηλεοπτικός σχολιαστής και αθλητικός αναλυτής, αλλά και ώς συγγραφέας, καθώς δέχτηκε προτάσεις για να γράψει βιβλίο σχετικά με τις τακτικές του και την πορεία του προς το χρυσό Μουντιάλ του 1986.
Η πρόταση που τον έπεισε τελικά να επιστρέψει στους πάγκους ήρθε το καλοκαίρι του 1992 από την ισπανική Σεβίλλη. Ήταν η πρώτη και μοναδική φορά που του δινόταν η ευκαιρία να προπονήσει έναν σύλλογο στην Ευρώπη και να δοκιμάσει το σύστημά του στο απαιτητικό ισπανικό πρωτάθλημα.
Στο ρόστερ υπήρχε ήδη ο Ντιέγκο Σιμεόνε, ένας παίκτης που ενσάρκωνε απόλυτα τη φιλοσοφία του Μπιλάρδο για πάθος και τακτική πειθαρχία μέσα στο γήπεδο. Το κυριότερο του έδωσε τα «κλειδιά» και την οικονομική δυνατότητα να φέρει στην ομάδα τον Ντιέγκο Μαραντόνα, ο οποίος επέστρεφε από την τιμωρία του και χρειαζόταν τον Μπιλάρδο ως ασπίδα προστασίας.
Το καλοκαίρι του 1992, ο Μαραντόνα είχε μόλις εκτίσει τη 15μηνη τιμωρία του για χρήση κοκαΐνης στη Νάπολι, η FIFA και η ιταλική ομάδα προσπαθούσαν να μπλοκάρουν τη μεταγραφή του. Ο Μπιλάρδο, όμως, έθεσε τελεσίγραφο στη διοίκηση της Σεβίλλης: «Ή φέρνετε τον Ντιέγκο ή φεύγω».
Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε τελικά έναντι του αστρονομικού για την εποχή ποσού των 7,5 εκατομμυρίων δολαρίων, με τον Μπιλάρδο να αναλαμβάνει τον ρόλο του προπονητή, του πατέρα και του «προστάτη» του Ντιέγκο στην Ανδαλουσία.
Η Σεβίλλη μετατράπηκε γρήγορα σε ένα μόνιμο πάρτι για τον Μαραντόνα, ο οποίος νοίκιασε μια υπερπολυτελή έπαυλη που ανήκε στον διάσημο ταυρομάχο Χουάν Αντόνιο Ρουίθ. Ο Ντιέγκο καθυστερούσε συστηματικά στις προπονήσεις ή δεν εμφανιζόταν καθόλου μετά από ξέφρενα ξενύχτια
Αντί να τον τιμωρήσει, ο Μπιλάρδο άλλαζε τις ώρες των προπονήσεων, μεταφέροντάς τις αργά το απόγευμα για να προλάβει ο Μαραντόνα να κοιμηθεί. Όταν οι δημοσιογράφοι τον πίεζαν απαντούσε χαρακτηριστικά: «Ο Ντιέγκο είναι ο Ντιέγκο, δεν ισχύουν γι' αυτόν οι κανόνες των κοινών θνητών».
Τον Φεβρουάριο του 1993, η Σεβίλλη απαγόρευσε στον Μαραντόνα να ταξιδέψει για να παίξει με την Εθνική Αργεντινής, όμως εκέινος αγνόησε τη διοίκηση, επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο και έφυγε.
Ο Μπιλάρδο, διχασμένος ανάμεσα στο καθήκον του προς τον ισπανικό σύλλογο και την αγάπη του για την πατρίδα, υποστήριξε κρυφά τον παίκτη του, γεγονός που εξόργισε τον πρόεδρο της Σεβίλλης, Λουίς Κουερβάντζ, και άνοιξε τον ασκό του Αιόλου μέσα στην ομάδα.
Καθώς η απόδοση του Μαραντόνα έπεφτε λόγω του βάρους του και της κακής εξωαγωνιστικής ζωής, η διοίκηση της Σεβίλλης προσέλαβε κρυφά ιδιωτικούς ντετέκτιβ για να τον παρακολουθούν 24 ώρες το 24ωρο.
Όταν ο Μπιλάρδο έμαθε ότι η διοίκηση κατασκοπεύει τον αρχηγό του, έγινε έξαλλος και ήρθε σε ευθεία ρήξη με τα ανώτατα στελέχη του συλλόγου, προστατεύοντας τον Ντιέγκο μέχρι τέλους. Παρά την τυφλή πίστη και την προστασία που του παρείχε ο Μπιλάρδο όλη τη χρονιά, ο Μαραντόνα ένιωσε προδομένος όταν ο Αργεντινός τεχνικός αποφάσισε να τον κάνει αλλαγή στο περίφημο ματς με την Μπούργος τον Ιούνιο του 1993.
Ο Μαραντόνα αγωνιζόταν στο παιχνίδι έχοντας κάνει ενέσεις κορτιζόνης στο γόνατο για να αντέξει τους πόνους. Στο 53ο λεπτό, ο Μπιλάρδο αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον Μάρκος, ο Μαραντόνα έγινε έξαλλος με την απόφαση και καθώς έβγαινε από τον αγωνιστικό χώρο, οι κάμερες τον κατέγραψαν να βρίζει χυδαία τον Μπιλάρδο, φωνάζοντας: «Π@@@@@@ς γιε, σε έκανα μάγκα και με βγάζεις».
Ο Μπιλάρδο, επικεντρωμένος στο παιχνίδι, δεν αντέδρασε εκείνη τη στιγμή, μόλις ο Μαραντόνα μπήκε στα αποδυτήρια, άρχισε να σπάει ό,τι έβρισκε μπροστά του από τα νεύρα του. Όταν τελείωσε το ματς και οι παίκτες μαζεύτηκαν μέσα, ο Μπιλάρδο μπήκε έξαλλος και σύμφωνα με μαρτυρίες συμπαικτών τους (όπως ο Μοντσί), ο Μπιλάρδο τον πλησίασε και του φώναξε: «Σε μένα το λες αυτό; Μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα;». Αντάλλαξαν βαριές κουβέντες, με τους παίκτες και το τεχνικό τιμ να μπαίνουν στη μέση για να μην πιαστούν στα χέρια μέσα στο γήπεδο.
Όταν είδε το βίντεο και τις μεταφράσεις των χειλιών στην τηλεόραση, θίχτηκε βαθύτατα, την επόμενη ημέρα, πήγε στο σπίτι του Μαραντόνα για να ζητήσει εξηγήσεις και η κατάσταση ξέφυγε εντελώς
Οι δύο άνδρες ήρθαν στα χέρια μέσα στο σπίτι, ανταλλάσσοντας γροθιές και σπρωξίματα, αλλά ο Μαραντόνα, όντας πιο δυνατός, έριξε τον Μπιλάρδο στο έδαφος και χρειάστηκε η παρέμβαση της συζύγου του Μαραντόνα, Κλαούντια, για να τους χωρίσει.
Η σχέση τους δεν αποκαταστάθηκε ποτέ πλήρως μετά από εκείνη την ημέρα, ο Μαραντόνα δεν αγωνίστηκε ξανά στα δύο τελευταία παιχνίδια της σεζόν και αποχώρησε κακήν καακώς από τη Σεβίλλη, ενώ και ο Μπιλάρδο παραιτήθηκε με τη λήξη του πρωταθλήματος στις 20 Ιουνίου του 1993 όπου σε 46 αγώνες είχε 22 νίκες, 11 ισοπαλίες και 13 ήττες.
Λόγω του τεράστιου βιογραφικού του αρκετές ομοσπονδίες από τη Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αφρική τον προσέγγισαν για να αναλάβει τα πρότζεκτ τους με ορίζοντα το Μουντιάλ του 1994 ή του 1998.
Υπήρξαν διερευνητικές επαφές από συλλόγους της Ισπανίας που εκτιμούσαν την τακτική του προσήλωση, καθώς και από ομάδες της Ιταλίας. Ο ίδιος κουρασμένος από την πίεση της Σεβίλλης και τη ρήξη με τον Ντιέγκο, επέλεξε να απορρίψει τις περισσότερες από αυτές τις προτάσεις και για σχεδόν δυόμισι χρόνια (1993–1995) προτίμησε να εργαστεί ως δημοσιογράφος, σχολιαστής και καθηγητής.
Η Μπόκα διένυε μια περίοδο ξηρασίας από μεγάλους εγχώριους τίτλους (με εξαίρεση το Apertura του 1992). Η διοίκηση πίστευε ότι η «συνταγή» Μπιλάδο-Μαραντόνα, πλαισιωμένη από αστέρια όπως ο Κλαούντιο Κανίγια, θα επανέφερε τον σύλλογο στην κορυφή.
Ο Μαραντόνα δεν συγχώρησε ποτέ πλήρως τον Μπιλάρδο για τη συμπεριφορά του στη Σεβίλλη. Η επικοινωνία τους ήταν καθαρά επαγγελματική, τυπική και χωρίς το πάθος των προηγούμενων ετών. Η χρονιά αποδείχθηκε εξαιρετικά ασταθής και γεμάτη εσωτερικές εντάσεις.
Παρά το ποιοτικό ρόστερ, η ομάδα δεν κατάφερε να κατακτήσει το πρωτάθλημα, ενώ σημαδεύτηκε από σκαμπανεβάσματα στην απόδοση και εξωαγωνιστικά προβλήματα των αστέρων της. Λόγω της έντονης πίεσης από τον κόσμο και τον τύπο, καθώς και της έλλειψης αποτελεσμάτων, ο Μπιλάδο παραιτήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1996 και σε 44 αγώνες είχε 19 νίκες, 11 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Στις 2 Μαρτίου 1997 ανέλαβε τον ρόλο του Γενικού Συντονιστή-Διευθυντή Εθνικών Ομάδων της Γουατεμάλας λόγω της στενής προσωπικής φιλίας του με τον Ρομπέρτο Αρζού, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της χώρας, επικεφαλής της Επιτροπής Εθνικών Ομάδων και γιος του τότε Προέδρου της Γουατεμάλας.
Είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμούσε να επιστρέψει μόνιμα στην προπονητική, αλλά δέχθηκε τη θέση του συμβούλου και οργανωτή για να βοηθήσει στην ανάπτυξη του ποδοσφαίρου της χώρας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, προέκυψε η ανάγκη να καθίσει στον πάγκο ως υπηρεσιακός προπονητής για τις υποχρεώσεις της ομάδας στο Gold Cup του 1998.
Κάθισε στον πάγκο της Γουατεμάλας σε τρία επίσημα ματς της διοργάνωσης, έκανε ντεμπούτο στην ήττα από το Ελ Σαλβαδόρ, πέτυχε ένα ιστορικό αποτέλεσμα ισοπαλίας 1-1 απέναντι στη Βραζιλία και αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία μετά την ήττα με 3-2 από την Τζαμάικα, επιστρέφοντας στα αρχικά του καθήκοντα.
Παρέμεινε μέχρι τις 30 Απριλίου του 1999, είχε προσληφθεί με συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα για να οργανώσει τις υποδομές και το πλάνο των εθνικών ομάδων της χώρας, αναδεικνύοντας παράλληλα νέους ποδοσφαιριστές.
Από την αρχή της συνεργασίας του είχε ξεκαθαρίσει ότι προτεραιότητά του ήταν οι δεσμεύσεις του ως σχολιαστής και αναλυτής σε μεγάλα διεθνή τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά δίκτυα (όπως για το Μουντιάλ του 1998), γεγονός που δεν του επέτρεπε να παραμείνει μόνιμα προσηλωμένος σε ένα μακροχρόνιο πρότζεκτ στη Γουατεμάλα.
Ο γιος του Καντάφι ήταν «μανιακός» με το ποδόσφαιρο, διατελούσε πρόεδρος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Λιβύης, αρχηγός και παίκτης της εθνικής ομάδας. Στόχος του ήταν να γίνει ο κορυφαίος παίκτης στην Αφρική και ήθελε ένα μεγάλο όνομα για να προπονεί τον ίδιο και την ομάδα.
Η κυβέρνηση της Λιβύης επιδίωκε τη ριζική αναδιάρθρωση ολόκληρου του ποδοσφαιρικού της συστήματος και ήθελαν να βάλουν τη χώρα στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη. Ανέλαβε επίσημα στις 20 Ιανουαρίου του 2000, είχε προσληφθεί με μοναδική αποστολή να κοουτσάρει την ομάδα στα προκριματικά του Μουντιάλ 2002 για την πρώτη φάση της αφρικανικής ζώνης απέναντι στο Μάλι.
Παρά τις πιέσεις του καθεστώτος Καντάφι καθώς στην ομάδα έπαιζε και ο γιος του Μουαμάρ Καντάφι, Σαάντι, ο Μπιλάρδο προτίμησε να επιστρέψει στην πατρίδα του στις 31 Μάϊου του ίδιου έτους, μετά την πρόκριση έχοντας σε 3 αγώνες, 1 νίκη και 2 ήττες
Στις 25 Απριλίου 2003, ο Μπιλάρδο επέστρεψε για τέταρτη και τελευταία φορά στον πάγκο της αγαπημένης του Εστουντιάντες ντε Λα Πλάτα. Η ομάδα αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με τη βαθμολογία του υποβιβασμού, δέχθηκε έντονη πίεση από την «οικογένεια» του συλλόγου και παλιούς του φίλους.
Ακόμα και αστέρες όπως ο Χουάν Σεμπαστιάν Βερόν τον κάλεσαν για να τον πείσουν, με τον ίδιο να δηλώνει πως επέστρεψε αποκλειστικά επειδή το κλαμπ τον είχε πραγματική ανάγκη. Βελτίωσε αισθητά τα αποτελέσματα και προώθησε πολλούς νεαρούς παίκτες στην πρώτη ομάδα, ανάμεσα στους οποίους και τον μετέπειτα αρχηγό Χοσέ Σόσα
Σε έναν αγώνα εναντίον της Ρίβερ Πλέιτ, κάθισε στον πάγκο έχοντας δίπλα του ένα ανοιχτό μπουκάλι σαμπάνιας και ένα ποτήρι. Όταν οι αρχές και τα ΜΜΕ τον κατηγόρησαν για κατανάλωση αλκοόλ στο γήπεδο, εκείνος επέμεινε ότι το μπουκάλι είχε μέσα ενεργειακό ποτό (Gatorade). Η δικαστική/ιατροδικαστική εξέταση του περιεχομένου τον δικαίωσε πανηγυρικά.
Σε 47 αγώνες είχε 15 νίκες, 16 ισοπαλίες και 16 ήττες και αποχώρησε στις 30 Ιουνίου του 2004. Συνολικά με τους "pincharratas" είχε σε 305 αγώνες, 137 νίκες, 97 ισοπαλίες και 71 ήττες και βρίσκεται στην δεύτερη θέση της λίστας πίσω απο τον Ζουμπελδία.
Εργάστηκε σε αρκετούς τηλεοπτικούς σταθμούς ως σχολιαστής και αναλυτής όπως το Fox Sports, το Canal 13 και το Telefe, ενώ αναμείχθηκε και στην πολιτική ως γραμματέας αθλητισμού στην επαρχία του Μπουένος Άιρες.
Παραιτήθηκε από την θέση του γραμματέα το 2008 για να αναλάβει την θέση του τεχνικού διευθυντή στην ομοσπονδία, στο πόστο αυτό παρέμεινε μέχρι τις 13 Αυγούστου του 2014 όταν και προσλήφθηκε ο Χεράρδο Μαρτίνο.
Εξέδωσε βιβλίο με τον τίτλο "Asi ganamos(σ.σ. Πως κερδίσαμε)" με θέμα την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1986. Τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, παρουσιάζοντας έντονα συμπτώματα κατάθλιψης και νευρολογικές διαταραχές και χρειάστηκε να νοσηλευτεί σε κλινική μιας και έπασχε απο το σύνδρομο Hakim-Adams(νευροεκφυλιστική ασθένεια γνωστή και ως υδροκέφαλος φυσιολογικής πίεσης).
Η νόσος προκαλεί κινητικά προβλήματα και σταδιακή απώλεια μνήμης ή δυσκολία αναγνώρισης προσώπων. Ζει σε ειδική εγκατάσταση-διαμέρισμα στο Μπουένος Άιρες, έχοντας συνεχή ιατρική φροντίδα από νοσηλευτές.
Για περίπου 15 μήνες μετά τον Νοέμβριο του 2020, η οικογένεια και οι νοσηλευτές του έκρυβαν την αλήθεια για τον θάνατο του Μαραντόνα. Του άλλαζαν κανάλι στην τηλεόραση ή έκοβαν το καλώδιο, καθώς φοβούνταν ότι η συναισθηματική φόρτιση θα κατέστρεφε την εύθραυστη υγεία του, δεδομένου ότι έβλεπε τον Ντιέγκο σαν γιο του.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε στις αρχές του 2022 με έναν ιδιαίτερο τρόπο, παρακολουθούσε το τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για τη ζωή του. Στα τελευταία επεισόδια εμφανίστηκε η είδηση του θανάτου του Μαραντόνα, δεν μίλησε, απλώς ένωσε τα χέρια του και βούρκωσε σιωπηλά, επιβεβαιώνοντας ότι κατάλαβε τι είχε συμβεί, χωρίς ωστόσο να υποστεί κάποιο οργανικό σοκ.
