Μπορεί ο Ντιέγκο Μαραντόνα να αποτελούσε την κυρίαρχη μορφή στην πορεία της Εθνικής Αργεντινής στα γήπεδα του Μεξικό προς την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1986, υπήρχε όμως και ο Χόρχε Βαλντάνο που αποτελούσε την ήρεμη δύναμη στο ρόστερ της "σελέστε". .
Ο "Φιλόσοφος του ποδοσφαίρου" όπως αποκαλείται γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου του 1955 στο Λας Παρέχας της Σάντα Φε και ξεκίνησε το ποδόσφαιρο στο Ροζάριο στις ακαδημίες της Νιούελς Όλντ Μπόις. Στην ηλικία των 16 ετών το 1973 προβιβάστηκε στην πρώτη ομάδα, με την οποία κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1974.
Ύστερα απο 49 συμμετοχές και 11 τέρματα, το 1975 πραγματοποίησε το άλμα προς την Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα στην Ισπανία με την φανέλα της Ντεπορτίβο Αλαβές στην δεύτερη κατηγορία. Ο άνθρωπος-κλειδί πίσω από τη μεταγραφή ήταν ο Χοσέ Μαρία Θάραγα ο θρυλικός πρώην αρχηγός της Ρεάλ Μαδρίτης, είχε κατακτήσει 5 συνεχόμενα Κύπελλα Πρωταθλητριών τη δεκαετία του '50) και το 1975 εργαζόταν ως μάνατζερ/τεχνικός διευθυντής στην Αλαβές.
Εντοπίζοντας το ταλέντο, τη σωματική διάπλαση και την εξαιρετική τεχνική του 19χρονου τότε Βαλντάνο, εισηγήθηκε αμέσως την απόκτησή του. Κατάφερε να τον αποκτήσει με ένα ιδιαίτερα χαμηλό ποσό για τα δεδομένα της εποχής (περίπου 36.000 ευρώ με τη σημερινή ισοτιμία).
Για τη Νιούελς Όλντ Μπόις, η πώληση ενός νεαρού επιθετικού που δεν θεωρούνταν ακόμα «αναντικατάστατο αστέρι» πρώτης γραμμής, πρόσφερε μια καλή οικονομική ανάσα. Η μεταγραφή έγινε σε μια περίοδο έντονης πολιτικής και κοινωνικής αστάθειας στην Αργεντινή, λίγο πριν το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1976.
Όπως έχει εξομολογηθεί ο ίδιος ο Βαλντάνο (που ως φοιτητής νομικής είχε έντονες ανησυχίες), η προοπτική να ζήσει και να αγωνιστεί στην Ευρώπη αποτελούσε μια διέξοδο ασφάλειας και επαγγελματικής εξέλιξης μακριά από την έκρυθμη κατάσταση της πατρίδας του.
Εκείνη την εποχή, οι ισπανικές ομάδες της μεγάλης κατηγορίας είχαν αυστηρούς περιορισμούς στους ξένους παίκτες. Η Segunda División ήταν το ιδανικό μέρος για να «ψηθεί» ένας νεαρός Λατινοαμερικάνος.
Ο Βαλντάνο έφτασε στη Βιτόρια τον Αύγουστο του 1975, όντας μόλις 19 ετών. Η Segunda División της εποχής εκείνης ήταν ένα πρωτάθλημα εξαιρετικά physical, με σκληρές άμυνες, κακούς αγωνιστικούς χώρους και ελάχιστη προστασία από τους διαιτητές.
Στην πρώτη του σεζόν (1975-76), ο νεαρός Αργεντινός δυσκολεύτηκε να βρει ρυθμό, καθώς έπρεπε να συνηθίσει το παιχνίδι επαφής. Σημείωσε μόλις 3 γκολ σε 24 αγώνες, με την Αλαβές να τερματίζει 15η, γλιτώνοντας οριακά τον υποβιβασμό.
Από τη δεύτερη σεζόν του, ο Βαλντάνο άρχισε να ξεχωρίζει χάρη στα μοναδικά σωματικά του προσόντα (ύψος 1.88μ.) σε συνδυασμό με την εξαιρετική λατινοαμερικάνικη τεχνική του. Την σεζόν 1976-77 πέτυχε 8 γκολ σε 30 αγώνες, η ομάδα του έκανε πολύ καλύτερη πορεία, τερματίζοντας στην 8η θέση.
Την σεζόν 1977–1978, υποχώρησε στην 11η θέση, ο ίδιος παρέμεινε ο βασικός πυλώνας της επίθεσης, σκοράροντας 4 γκολ σε 27 συμμετοχές. Σε αυτή την περίοδο άρχισε να αναπτύσσει το «εγκεφαλικό» παιχνίδι για το οποίο φημίστηκε αργότερα – τις έξυπνες κινήσεις χωρίς την μπάλα που άνοιγαν χώρους για τους συμπαίκτες του.
Η τελευταία του χρονιά στη Β' Κατηγορία ήταν και η πιο ώριμη, η Ντεπορτίβο διεκδίκησε μέχρι τέλους την άνοδο στην πρώτη κατηγορία, τερματίζοντας τελικά 9η σε ένα εξαιρετικά αμφίρροπο πρωτάθλημα. Ο Βαλντάνο ηγήθηκε της ομάδας με 5 γκολ σε 24 αγώνες, αλλά η συνολική του παρουσία στο γήπεδο έδειχνε ότι το επίπεδό του είχε ξεπεράσει τη Segunda División.
120 συμμετοχές και 24 τέρματα στο "Μεντιθορόθα" και στην ηλικία των 23 ετών, είχε προσαρμοστεί πλήρως στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο και ήθελε να αγωνιστεί στο κορυφαίο επίπεδο για να διεκδικήσει μια θέση στην Εθνική Αργεντινής.
Η Αλαβές δεν είχε καταφέρει να κερδίσει την άνοδο στα χρόνια που έμεινε εκεί, ήταν μια μικρή ομάδα με περιορισμένα έσοδα. Η πώληση του πολυτιμότερου περιουσιακού της στοιχείου αποτελούσε τη μοναδική λύση για να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό της και να χρηματοδοτήσει το ρόστερ της επόμενης χρονιάς.
Υπήρξαν διερευνητικές επαφές και ενδιαφέρον από μεγαλύτερους συλλόγους, συμπεριλαμβανομένης της Μπαρτσελόνα, η οποία όμως εκείνη την περίοδο έψαχνε πιο «έτοιμα» και διεθνώς καταξιωμένα ονόματα για τις θέσεις των ξένων.
Η Ρεάλ Σαραγόσα κινήθηκε πιο γρήγορα και μεθοδικά από όλους, αγοράζοντας πακέτο τον Βαλντάνο και τον συμπαίκτη του, Χοσέ Ραμόν Μπαντιόλα, προσφέροντάς του εγγυημένο χρόνο συμμετοχής και πρωταγωνιστικό ρόλο στην κορυφαία κατηγορία, πληρώνοντας το ποσό των 17.500.000 πεσετών
Η μεταγραφή του μάλιστα καθυστέρησε μερικές ημέρες λόγω οικονομικών διαφωνιών της τελευταίας στιγμής ανάμεσα στον παίκτη και τη διοίκηση της Αλαβές. Αυτή η καθυστέρηση, μάλιστα, του έσωσε τη ζωή, αφού επρόκειτο να ταξιδέψει στη Σαραγόσα στις 12 Ιουλίου 1979 και να καταλύσει στο ξενοδοχείο Hotel Corona de Aragón.
Λόγω της εμπλοκής στις διαπραγματεύσεις, ανέβαλε το ταξίδι και εκείνο το πρωί, το ξενοδοχείο τυλίχθηκε στις φλόγες σε μια από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της Ισπανίας (78 νεκροί), με τον Μπαντιόλα να βρίσκεται εκεί και να τραυματίζεται σοβαρά.
Στην Αραγωνία με τους "μπλανκιγιος" αγωνίστηκε 172 φορές πετυχαίνοντας και 71 γκολ, η εξαιρετική του παρουσία ήταν αυτή που του άνοιξε οριστικά την πόρτα για την επιστροφή του στην Εθνική Αργεντινής, αλλά και για τη μεταγραφή του στη Ρεάλ Μαδρίτης το καλοκαίρι του 1984.
Το συμβόλαιό του ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1984 και ήθελε να κάνει το μεγάλο άλμα στην καριέρα του και να αγωνιστεί σε μια ομάδα που έκανε πρωταθλητισμό. Κατά καιρούς το όνομά του είχε συνδεθεί με την Μπαρτσελόνα, όμως η Ρεάλ Μαδρίτης κινήθηκε πιο γρήγορα, προσφέροντάς του διετές συμβόλαιο τον Ιούλιο του 1984
Η «Βασίλισσα» τον πίεζε καιρό για να τον εντάξει στο δυναμικό της. Ήθελαν έναν έμπειρο, δυνατό και τεχνίτη φορ περιοχής (ύψους 1,88 μ.) για να πλαισιώσει την περίφημη γενιά των ακαδημιών της, τη «Quinta del Buitre» (τη γενιά του Εμίλιο Μπουτραγκένιο). Απο την άλλη η Σαραγόσα δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί το συμβόλαιο των 20 εκατομμυρίων πεσετών ετησίως που του προσέφερε η Ρεάλ Μαδρίτης.
Την σεζόν 1984-85 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας στο πρωτάθλημα με 17 γκολ, ενώ στην Ευρώπη πέτυχε 4 γκολ, οδηγώντας τη Ρεάλ στην κατάκτηση του Κυπέλλου UEFA, σκόραρε και στον πρώτο τελικό εναντίον της Βιντεότον. Παράλληλα, κατέκτησε το Copa de la Liga σκοράροντας 4 φορές.
Την σεζόν 1985–1986, κατέκτησε το Πρωτάθλημα Ισπανίας, σημειώνοντας 16 γκολ, ενώ έκανε μυθικές εμφανίσεις στο Κύπελλο UEFA με 7 γκολ σε 11 αγώνες, βοηθώντας τη Ρεάλ να κάνει επικές ανατροπές και να κατακτήσει ξανά το τρόπαιο, πέτυχε 2 γκολ στον πρώτο τελικό με την Κολωνία.
Η σεζόν 1986-87 ξεκίνησε ως βασικός, κατέγραψε 27 συμμετοχές και 7 γκολ σε όλες τις διοργανώσεις βοηθώντας στην κατάκτηση ενός ακόμη πρωταθλήματος, όμως η σεζόν του διακόπηκε απότομα στις αρχές του 1987.
Όμως η καριέρα του έλαβε πρόωρο τέλος, Tον Μάρτιο του 1987, λίγους μήνες μετά την κατάκτηση του Μουντιάλ με την Αργεντινή, κατά τη διάρκεια της πτήσης της επιστροφής από έναν αγώνα εναντίον του Ερυθρού Αστέρα στο Βελιγράδι.
Ο Βαλντάνο υπέστη σπασμούς και έντονο τρέμουλο, γεγονός που ανάγκασε τον τότε πρόεδρο της Ρεάλ, Ραμόν Μεντόθα, να του ξεκαθαρίσει ότι δεν θα ξαναπαίξει αν δεν θεραπευτεί πλήρως διαγνώστηκε με Ηπατίτιδα Β.
Τη δεκαετία του 1980, η θεραπεία για τη χρόνια Ηπατίτιδα Β ήταν εξαιρετικά επίπονη και σκληρή για τον ανθρώπινο οργανισμό. Περιλάμβανε ενέσεις κάθε τρεις ημέρες που προκαλούσαν έντονες παρενέργειες όπως ναυτία, ρίγη και εξάντληση, καθιστώντας αδύνατη την άθληση σε επίπεδο πρωταθλητισμού.
:Όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος, αφού πάλεψε για μήνες, πήρε τελικά την απόφαση να ανακοινώσει την απόσυρσή του από το ποδόσφαιρο. Μόλις μία ώρα μετά την επίσημη ανακοίνωσή του, έλαβε τα αποτελέσματα των νέων του εξετάσεων που έδειχναν ότι ο ιός είχε επιτέλους υποχωρήσει, κάνοντάς τον να νιώσει «σαν χαρακτήρας από κακό μυθιστόρημα».
Ωστόσο, η ζημιά στην αγωνιστική του κατάσταση είχε ήδη γίνει και το 1988 στην ηλικία των 33 ετών αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο, ύστερα απο 120 παιχνίδια πετυχαίνοντας 56 γκολ και κατέκτησε 2 φορές το πρωτάθλημα Ισπανίας (1986,1987), 2 φορές το Κύπελλο Ουέφα (1985,1986) και 1 Copa de la Liga το 1985.
Αμέσως μετά την πρόωρη απόσυρσή του από την ενεργό δράση λόγω ηπατίτιδας Β, ξεκίνησε να προπονεί ομάδες των ακαδημιών (juveniles) ολοκληρώνοντας τις σπουδές του στην προπονητική. Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ομάδας νέων της Ρεάλ μέχρι και τον Απρίλιο του 1992, όταν αποχώρησε για να αναλάβει την πρώτη ομάδα της Τενερίφης στην πρώτη του μεγάλη δουλειά σε επαγγελματικό επίπεδο.
Την άνοιξη του 1992, η Τενερίφη βρισκόταν σε δεινή θέση, ισοβαθμώντας στις θέσεις του υποβιβασμού και της παραμονής. Η ομάδα είχε απολύσει τον προπονητή Χόρχε Σολάρι (επίσης Αργεντινό), οι παίκτες δήλωναν ψυχικά και σωματικά εξαντλημένοι και η διοίκηση έψαχνε ένα ισχυρό σοκ για τις τελευταίες 8 αγωνιστικές του πρωταθλήματος.
Εκείνη την περίοδο, ο 36χρονος Βαλντάνο δεν προπονούσε κάποια ομάδα. Είχε πάρει το δίπλωμά του, είχε δουλέψει για λίγο στις ακαδημίες της Ρεάλ, αλλά εργαζόταν κυρίως ως σχολιαστής αγώνων στην τηλεόραση.
Βρισκόταν μάλιστα στο Τορίνο για να καλύψει τον ημιτελικό του Κυπέλλου UEFA ανάμεσα στην Τορίνο και τη Ρεάλ Μαδρίτης, όταν χτύπησε το τηλέφωνό και Στην άλλη γραμμή ήταν ο Σαντιάγο Γιορέντε, ο τεχνικός διευθυντής της Τενερίφη, η επιλογή στο πρόσωπο του ήταν ένα μεγάλο ρίσκο για τον σύλλογο, καθώς δεν είχε καμία πρότερη εμπειρία ως πρώτος προπονητής σε επαγγελματικό επίπεδο.
Παρά την απειρία του, έδειξε αμέσως τη σιγουριά του και δέχτηκε να αναλάβει την ηλεκτρική καρέκλα θέτοντας μόνο δύο όρους, να έχει ως βοηθό του τον στενό του φίλο και ιδεολογικό του «σύντροφο» στο ποδόσφαιρο, Άνχελ Κάπα.
Το συμβόλαιο να μην αφορά μόνο το φινάλε της σεζόν, αλλά να περιλαμβάνει και ολόκληρη την επόμενη χρονιά, ώστε να δείξει έργο. Η διοίκηση δέχτηκε, και στις 15 Απριλίου 1992 παρουσιάστηκε επίσημα.
Στα 8 ματς που απέμεναν έχασε μόλις μία φορά. Κατάφερε να σώσει την ομάδα, ενώ την τελευταία αγωνιστική νίκησε 3-2 τη Ρεάλ Μαδρίτης, στερώντας της το πρωτάθλημα που κατέληξε στην Μπαρτσελόνα.
Την επόμενη σεζόν 1992-93, οδήγησε την Τενερίφη στην ιστορική 5η θέση και την έξοδο στο Κύπελλο UEFA για πρώτη φορά στην ιστορία της. Στο φινάλε εκείνης της σεζόν, ξανάνικησε τη Ρεάλ Μαδρίτης (2-0) την τελευταία αγωνιστική, χαρίζοντας ξανά το πρωτάθλημα στην Μπαρτσελόνα.
Στις 30 Ιουνίου του 1994 αποχώρησέ απο τα Κανάρια νησιά έχοντας σε 102 αγώνες, 43 νίκες, 27 ισοπαλίες και 32 ήττες, Η Ρεάλ βρισκόταν σε βαθιά κρίση, έχοντας χάσει τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα από την «Dream Team» της Μπαρτσελόνα του Γιόχαν Κρόιφ (τα δύο εξ αυτών εξαιτίας του ίδιου του Βαλντάνο με την Τενερίφη).
Ο Μεντόθα χρειαζόταν ένα ισχυρό χαρτί για να κατευνάσει την οργή των οπαδών και να κερδίσει τις επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Την άνοιξη του 1994, ενώ η σεζόν πλησίαζε στο τέλος της και όδευε προς άλλη μια αποτυχημένη χρονιά (τερμάτισε τελικά 4η), ο Μεντόθα αποφάσισε να δράσει κρυφά.
Κάλεσε τον Βαλντάνο στη Μαδρίτη για ένα μυστικό δείπνο και εκεί, ο πρόεδρος του εξέφρασε τον θαυμασμό του για το ελκυστικό και επιθετικό ποδόσφαιρο που έπαιζε η Τενερίφη και του πρότεινε να αναλάβει την αναγέννηση της «Βασίλισσας».
Ο Βαλντάνο, που δεν έκρυβε ποτέ την αγάπη του για τη Ρεάλ, αποδέχτηκε την πρόκληση αλλά έθεσε απαράβατους όρους για να έχει τον απόλυτο έλεγχο. Ζήτησε τον μόνιμο συνεργάτη του, Άνχελ Κάπα, ως βοηθό προπονητή, τη μεταγραφή του Φερνάντο Ρεδόνδο από την Τενερίφη, τον θεωρούσε τον Αργεντινό μέσο ως τον ιδανικό «εγκέφαλο» για το στυλ παιχνιδιού που ήθελε να εφαρμόσει.
Την απόκτηση ενός κορυφαίου επιθετικού, που οδήγησε στη μεταγραφή του Μίκαελ Λάουντρουπ ο οποίος έφυγε από την Μπαρτσελόνα λόγω κόντρας με τον Κρόιφ. Η πρόταση επισημοποιήθηκε και ανακοινώθηκε τον Μάιο του 1994.
Ο Μεντόθα χρησιμοποίησε την πρόσληψη του Βαλντάνο ως το απόλυτο επικοινωνιακό όπλο. Η επιλογή ήταν ιδιοφυής: ο άνθρωπος που είχε πληγώσει τη Ρεάλ δύο φορές στα Κανάρια Νησιά, ερχόταν τώρα ως ο «σωτήρας» που θα επέστρεφε τον τίτλο στο Σαντιάγο Μπερναμπέου
Κατέκτησε το πρωτάθλημα του 1995 όπου και ανέδειξε τον Ραούλ, ενώ αναγέννησε τον Ιβάν Σαμοράνο που αρχικά δεν τον υπολόγιζε αναδεικνύοντάς τον σε πρώτο σκόρερ. Παρέμεινε στον πάγκο της μέχρι τις 21 Ιανουαρίου του 1996 όταν και απολύθηκε μετά από την εντός έδρας ήττα με 1-2 από τη Ράγιο Βαγιεκάνο, έχοντας σε 78 αγώνες, 39 νίκες, 17 ισοπαλίες και 22 ήττες.
Μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος το 1995, η σεζόν 1995–96 εξελίχθηκε σε καταστροφή. Η Ρεάλ Μαδρίτης βρισκόταν πολύ χαμηλά στη βαθμολογία, μακριά από τις θέσεις που οδηγούσαν στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η εντός έδρας ήττα με 1-2 από τη Ράγιο Βαγιεκάνο στο Σαντιάγο Μπερναμπέου στις 21 Ιανουαρίου 1996. Η ήττα από μια ομάδα που πάλευε για τη σωτηρία της προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους οπαδούς και ανάγκασε τη διοίκηση να τον απολύσει αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, η Ρεάλ είχε γνωρίσει τον αποκλεισμό-σοκ από τη συνέχεια του Κυπέλλου Ισπανίας από την Εσπανιόλ, χάνοντας έναν από τους βασικούς στόχους της χρονιάς. Ο πρόεδρος που είχε στηρίξει και προσλάβει τον Βαλντάνο, ο Ραμόν Μεντόθα, είχε παραιτηθεί λίγους μήνες νωρίτερα τον Νοέμβριο του 1995. Ο νέος πρόεδρος, Λορένσο Σανθ, δεν είχε την ίδια υπομονή με τον Αργεντινό τεχνικό και έψαχνε την αφορμή για να αλλάξει την κατάσταση στον πάγκο.
Μετά την επιτυχία του στη Ρεάλ Μαδρίτης, μεγάλες ομάδες της Αργεντινής συμπεριλαμβανομένης και της Μπόκα Τζούνιορς σε μεταγενέστερα στάδια, είχαν βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις του. Ο ίδιος είχε αποφασίσει να παραμείνει στην Ισπανία, όπου η οικογένειά του είχε πλέον εγκατασταθεί μόνιμα.
Κατά τη διάρκεια των μηνών που ήταν ελεύθερος, ομάδες που έψαχναν να κάνουν το επόμενο βήμα αντίστοιχα με αυτό που είχε κάνει ο ίδιος με την Τενερίφη τον πλησίασαν. Απέρριπτε αυτές τις κρούσεις, καθώς περίμενε ένα project υψηλών προδιαγραφών που θα του επέτρεπε να διεκδικήσει τίτλους και ευρωπαϊκές εξόδο.
Το φθινόπωρο του 1996 η κατάσταση στο εσωτερικό της ομάδας έγινε έκρυθμη. Ο Λουίς Αραγονιές είχε μια εκρηκτική σχέση με το μεγάλο αστέρι της ομάδας, τον Ρομάριο, ο οποίος είχε αποκτηθεί το καλοκαίρι.
Μετά από αποκλεισμούς και κακά αποτελέσματα, ο Αραγονιές παραιτήθηκε, με το τότε πρόεδρο της Βαλένθια, Πακό Ρόιχ, να ψάχνει για έναν προπονητή με ισχυρή προσωπικότητα, ο οποίος αφενός θα μπορούσε να τιθασεύσει τον Ρομάριο και αφετέρου θα άλλαζε το στυλ παιχνιδιού της ομάδας.
Ήθελε να περάσει από το ποδόσφαιρο των αντεπιθέσεων του Αραγονές σε ένα πιο ελκυστικό ποδόσφαιρο κατοχής και ο Βαλντάνο, ως «Φιλόσοφος», θεωρήθηκε ο ιδανικός. Ανέλαβε την ομάδα στις 25 Νοεμβρίου 1996, αν και σταθεροποίησε κάπως την κατάσταση, η φιλοσοφία του δεν ταίριαξε απόλυτα με τα χαρακτηριστικά των παικτών.
Ξεκίνησε και την επόμενη σεζόν (1997-98), όμως απολύθηκε πολύ νωρίς, ξεκίνησε τη σεζόν 1997–98 με τρεις συνεχόμενες ήττες από Μαγιόρκα (2-1), Μπαρτσελόνα (0-3) και Ρασίνγκ Σανταντέρ (2-1), μένοντας στην τελευταία θέση της βαθμολογίας.
Στο τελευταίο του παιχνίδι κόντρα στη Ρασίνγκ Σανταντέρ (14 Σεπτεμβρίου 1997), ο Βαλντάνο έκανε μια αλλαγή που πέρασε στην ιστορία. Έριξε στο ματς τον Βραζιλιάνο Μαρσελίνιο, με αποτέλεσμα η Βαλένθια να βρεθεί να αγωνίζεται με 5 ξένους παίκτες ταυτόχρονα στο γήπεδο, ενώ ο κανονισμός επέτρεπε το μέγιστο 4.
Μόλις συνειδητοποίησε το λάθος, απέσυρε εσπευσμένα τον Γιουγκοσλάβο Μίροσλαβ Τζούκιτς, αφήνοντας την ομάδα του εθελοντικά με 10, η Βαλένθια, που κέρδιζε 1-0, τελικά δέχθηκε δύο γκολ, έχασε 2-1 και η απόλυση ανακοινώθηκε επίσημα το επόμενο πρωί στις 15 Σεπτεμβρίου έχοντας σε 36 παιχνίδια, 11 νίκες, 14 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Η αποτυχία του στη Βαλένθια τον επηρέασε βαθιά, συνειδητοποίησε ότι η καθημερινότητα του προπονητή και η εξάρτησή του από τα αποτελέσματα των επόμενων 90 λεπτών δεν του ταίριαζαν πλέον.
Για τον λόγο αυτό, η Βαλένθια ήταν ο τελευταίος σταθμός της προπονητικής του καριέρας. Έκτοτε, επέλεξε να υπηρετήσει το ποδόσφαιρο μόνο από διοικητικά πόστα και από τα ΜΜΕ. Στην συνέχεια ανέλαβε αθλητικός διευθυντής στην ομάδα της Μαδρίτης απο το 2000 έως τα τέλη Μαϊου του 2004 και τέθηκε επίσημα σε ισχύ στις 11 Ιουνίου 2004.
Η αποτυχία αυτή οδήγησε και στην απόλυση του προπονητή Κάρλος Κεϊρός, ο Βαλντάνο επέλεξε να κάνει στην άκρη προκειμένου να αφήσει τον Φλορεντίνο Πέρεθ εντελώς ελεύθερο να σχεδιάσει τη νέα δομή του συλλόγου και να προχωρήσει σε ριζική αναδιάρθρωση ενόψει των προεδρικών εκλογών που ακολουθούσαν. όπως δήλωσε ο ίδιος, μετά από 4 χρόνια έντονης πίεσης, αυτή η κίνηση ήταν η πιο «υγιής» για την ομάδα.
Η διοίκηση είχε ήδη συμφωνήσει με τον Καμάτσο για τον πάγκο, γεγονός που σηματοδοτούσε την αλλαγή του αθλητικού μοντέλου του συλλόγου, περιορίζοντας τον ρόλο που είχε μέχρι τότε ο Αργεντινός
Μετά την παραίτησή του το 2004, συνέχισε να έχει μια εξαιρετικά δραστήρια καριέρα, μοιράζοντας τον χρόνο του ανάμεσα στη διοίκηση επιχειρήσεων, τη συγγραφή, τα ΜΜΕ. Την 1η Ιουνίου του 2009 ανέλαβε για δεύτερη φορά πόστο στην Ρεάλ ως γενικός Διευθυντής και δεξί Χέρι του Πέρεθ που είχε επεανεκλεγεί.
Θα έρθει σε σφοδρή και μη αναστρέψιμη εσωτερική σύγκρουση που είχε με τον τότε προπονητή της ομάδας, Ζοσέ Μουρίνιο. Ο Μουρίνιο, έχοντας την ισχυρή υποστήριξη των οπαδών, απαίτησε από τη διοίκηση να έχει τον πλήρη και αποκλειστικό έλεγχο του ποδοσφαιρικού τμήματος και των μεταγραφών, ζητώντας να εκμηδενιστεί ο ρόλος του αθλητικού διευθυντή.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν 2010–11, ο Μουρίνιο ζητούσε επίμονα την απόκτηση επιθετικού λόγω του τραυματισμού του Ιγκουαΐν, με τον Βαλντάνο να διαφωνεί δημόσια, θεωρώντας ότι η ομάδα ήταν πλήρης.
Η σχέση τους διαρρήχθηκε τόσο πολύ, ώστε ο Μουρίνιο απαγόρευσε στον Βαλντάνο την είσοδο στα αποδυτήρια της ομάδας, στο προπονητικό κέντρο του Βαλντεμπέμπας, αλλά και στο αεροπλάνο της αποστολής για τα εκτός έδρας ματς.
Βρισκόμενος μπροστά σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, ο πρόεδρος Φλορεντίνο Πέρεθ επέλεξε να στηρίξει το μοντέλο εξουσίας που ζητούσε ο Πορτογάλος τεχνικός. Κατήργησε τη θέση του Γενικού Διευθυντή που κατείχε ο Βαλντάνο, οδηγώντας τον έτσι στην έξοδο στις 25 Μάϊου του 2011, προκειμένου να φέρει την «αγωνιστική ηρεμία» στον σύλλογο.
Την ημέρα εκείνη, ο πρόεδρος του συλλόγου, Φλορεντίνο Πέρεθ, παραχώρησε έκτακτη συνέντευξη Τύπου στην αίθουσα VIP του Σαντιάγο Μπερναμπέου, ανακοινώνοντας δημόσια τη λήξη της συνεργασίας τους και την κατάργηση της θέσης του γενικού διευθυντή.
Με την φανέλα της Εθνικής Αργεντινής έκανε ντεμπούτο στις 18 Ιουλίου του 1975 στο Μοντεβίδεο κόντρα στην Ουρουγουάη για το Copa Newton. Πήρε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1982 στα γήπεδα της Ισπανίας όπου αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια στην πρώτη φάση των ομίλων απέναντι σε Βέλγιο και Ουγγαρία.
Τέσσερα χρόνια αργότερα στα γήπεδα του Μεξικό το 1986 ήταν βασικό και αναντικατάστατο μέλος της "αλμπισελέστε" αφού αγωνίστηκε και στα εφτά παιχνίδια μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου. Πέτυχε τέσσερα γκολ δύο απέναντι στην Νότιο Κορέα, ένα απέναντι στην Βουλγαρία, όμως το πιο χαρακτηριστικό γκολ που έχει σκοράρει είναι αυτό στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου απέναντι στην Δυτική Γερμανία.
Το καλοκαίρι του 1989, ενώ ο Βαλντάνο ήταν ήδη αποσυρμένος για περίπου δύο χρόνια λόγω της Ηπατίτιδας Β, συνάντησε τον ομοσπονδιακό προπονητή της Αργεντινής, Κάρλος Μπιλάρδο, κατά τη διάρκεια του Copa America. Ο Μπιλάρδο, γνωρίζοντας ότι η Εθνική είχε ξεμείνει από αξιόπιστους επιθετικούς, του είπε την ιστορική φράση: «Δώσε μου έξι μήνες από τη ζωή σου και εγώ θα σου δώσω άλλο ένα Παγκόσμιο Κύπελλο».
Πείστηκε και τον Νοέμβριο του 1989 ξεκίνησε ένα εξαντλητικό πρόγραμμα ατομικών προπονήσεων για να ανακτήσει τη φυσική του κατάσταση. Έκανε αμέτρητες ώρες προπονήσεων σε πισίνες και γήπεδα, από τη Μαδρίτη μέχρι το Μπουένος Άιρες, θυμίζοντας ταινία «Ρόκι».
Τον Ιανουάριο του 1990 επέστρεψε μάλιστα στους αγώνες, παίζοντας σε ανεπίσημα φιλικά της Αργεντινής (όπως με τη Μονακό και τη Γουατεμάλα), δείχνοντας ότι βρίσκεται σε καλό δρόμo. Καθώς πλησίαζε το Μουντιάλ, η τύχη του γύρισε την πλάτη και τον Μάιο του 1990, λίγες εβδομάδες πριν την έναρξη του τουρνουά, υπέστη έναν τραυματισμό στον αστράγαλο που πήγε πίσω την προετοιμασία του.
Παράλληλα, ένιωσε μυϊκές ενοχλήσεις κατά τη διάρκεια ενός τιμητικού αγώνα προς τιμήν του Ζίκο. Στις 20 Μαΐου 1990, μόλις 18 ημέρες πριν την πρεμιέρα του Μουντιάλ, ο Μπιλάρδο ανακοίνωσε στον Βαλντάνο ότι δεν θα τον συμπεριλάβει στην τελική 23άδα, θεωρώντας ότι δεν ήταν 100% έτοιμος ιατρικά.
Η απόφαση αυτή τον πλήγωσε βαθιά ο οποίος δήλωσε τότε απογοητευμένος: «Κολύμπησα σε όλο τον ωκεανό και πνίγηκα τελικά στην ακτή». Το «κόψιμο» του Βαλντάνο προκάλεσε μάλιστα τεράστια εσωτερική κρίση στην Εθνική Αργεντινής, με τον Ντιέγκο Μαραντόνα, που ήταν στενός φίλος του Βαλντάνο και τον ήθελε δίπλα του στην επίθεση
Εξοργίστηκε τόσο πολύ με τον Μπιλάρδο και οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν κατά τη διάρκεια του τουρνουά στην Ιταλία όπου η Αργεντινή έφτασε τελικά μέχρι τον τελικό.
Έτσι στις 28 Μαρτίου του 1990 στην Γλασκώβη κόντρα στην Σκωτία αγωνίστηκε για 23η και τελευταία φορά με την εθνική έχοντας πετύχει 7 γκολ αν και έλπιζε ότι θα βρίσκεται στις επιλογές του Μπιλάρδο για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας, κάτι που όμως τελικά δεν έγινε.
Έχει γράψει τα βιβλία Sueños de fútbol ("'Όνειρα Ποδοσφαίρου"), "Los cuadernos de Valdano(Οι σημειώσεις του Βαλντάνο)" και το "El miedo escénico y otras hierbas. Επίσης επιμελήθηκε τα βιβλία Cuentos de fútbol Ι("Σύντομες ιστορίες ποδοσφαίρου") και Cuentos de fútbol ΙΙ ("Σύντομες ιστορίες ποδοσφαίρου"), με ιστορίες που έχουν σχέση με το ποδόσφαιρο και τις καταγράφουν διαφορετικοί συγγραφείς.
Το 2013 συμμετείχε στο Παγκόσμιο Φόρουμ Ηγεσίας και στο Παγκόσμιο Φόρουμ Επιχειρήσεων στην πόλη του Μεξικό για τον τρόπο που συνδέεται ο κόσμος των επιχειρήσεων με αυτόν του αθλητισμού.
Έχει εργαστεί ως σχολιαστής και αρθρογράφος σε διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης "Marca", "El Pais" απο εφημερίδες, "Cadena SER", "Telemadrid" και "TV Azteca" στην τηλεόραση.
Το 2006 στο Μεξικό, είχε αεροπορικό ατύχημα με ελικόπτερο στο οποίο επέβαινε, κατέπεσε στην πόλη του Μεξικού όπου υπέστη κάταγμα στα πλευρά και στον πνευμονοθώρακα χωρίς ευτυχώς να κινδυνεύσει η ζωή του.
Το 2014 λίγο πριν την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας ανέλαβε θέση ειδικού συμβούλου στην εθνική ομάδα της Ονδούρας, με στόχο να μεταδώσει την εμπειρία του αλλά και να βοηθήσει στο ψυχολογικό κομμάτι της προετοιμασίας.
Εργάζεται σταθερά για το δίκτυο Movistar Plus+ και το beIN Sports, σχολιάζοντας τους μεγάλους αγώνες της La Liga και του Champions League. Πρόσφατα μάλιστα, οι τοποθετήσεις του στο Movistar+ για τη μεταγραφική επικαιρότητα και την τακτική της Ρεάλ Μαδρίτης και της Μπαρτσελόνα έγιναν σημείο αναφοράς στα ισπανικά μέσα.
Συνεχίζει να παρουσιάζει τη δημοφιλή εκπομπή του στο Movistar Plus+, "Universo Valdano" φιλοξενώντας σε βάθος συνεντεύξεις με κορυφαίους παίκτες και προπονητές. [Διατηρεί την εβδομαδιαία, άκρως ποιοτική του στήλη στην εφημερίδα El País, όπου αναλύει το σύγχρονο ποδόσφαιρο και τις μεγάλες διοργανώσεις μέσα από ένα μοναδικό κοινωνικό και φιλοσοφικό πρίσμα.
Ως Παγκόσμιος Πρωταθλητής του 1986, ο Βαλντάνο αποτελεί περιζήτητο πρόσωπο για την κάλυψη των κορυφαίων ποδοσφαιρικών ραντεβού. Εντάχθηκε στην ομάδα των θρύλων του ποδοσφαίρου που καλύπτουν το Παγκόσμιο Κύπελλο για λογαριασμό μεγάλων διεθνών δικτύων, όπως το Telemundo, προσφέροντας την έμπειρη ματιά του για τις τακτικές και τις εξελίξεις στο κορυφαίο επίπεδο.
Έχει αναπτύξει μια εξαιρετικά επιτυχημένη καριέρα στον επιχειρηματικό κόσμο μέσω της εταιρείας συμβούλων Makeateam. Ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο ως κεντρικός ομιλητής για πολυεθνικές εταιρείες.
Χρησιμοποιώντας το βιβλίο του «The 11 Powers of a Leader» (Οι 11 Δυνάμεις του Ηγέτη) ως οδηγό, παραδίδει σεμινάρια σε ανώτατα στελέχη εταιρειών, διδάσκοντας πώς οι ψυχολογικοί μηχανισμοί, η διαχείριση της πίεσης, η ομαδική εργασία και η διαχείριση ταλέντων από τον πρωταθλητισμό μπορούν να εφαρμοστούν με επιτυχία στο σύγχρονο επιχειρηματικό management.
