Ήταν μέλος μιας μικρής λίστας που αποτελείται από εννιά άτομα που έχουν καταφέρει να κερδίσουν και τις τρεις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ενώ κατέχει και το ρεκόρ των περισσότερων τερμάτων σε μια σεζόν στο Κύπέλλο Ιταλίας την περίοδο 1988-1989 με 13. Ο λόγος για τον Τζιανλούκα Βιάλι έναν από τους κορυφαίους σκόρερ των ιταλικών γηπέδων ο οποίος όμως είχε και σημαντική παρουσία στην Πρέμιερ Λίγκ.
Γεννημένος στις 9 Ιουλίου του 1964 στην πόλη Κρεμόνα ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην Πιτσιγκετόνε, το 1978 εντάχθηκε στην Κρεμονέζε, και δύο χρόνια αργότερα έκανε το επαγγελματικό του ντεμπούτο στην SERIE C1. Με τους "τίγκρι" κέρδισε την άνοδο στην SERIE B και αποτέλεσε σημαντικό όπλο των "γκριγκοριόσι" έχοντας συνολικό απολογισμό 113 συμμετοχές και 25 γκολ.
Το καλοκαίρι του 1984 υπήρχαν τρείς συγκεκριμένες προτάσεις για την παραχώρηση του, η Φιορεντίνα που κατέθεσε την πρώτη επίσημη και άκρως δελεαστική πρόταση, προσφέροντας το εντυπωσιακό για την εποχή ποσό των 2 δισεκατομμυρίων λιρετών.
Ο πρόεδρος της «Γιούβε», Τζιαμπιέρο Μπονιπέρτι, παρενέβη δυναμικά την τελευταία στιγμή, προσφέροντας στην Κρεμονέζε 100 εκατομμύρια λιρέτες περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη πρόταση.
Απο την πλευρά της η Σαμπντόρια προσέφερε ένα οικονομικό πακέτο (που τελικά άγγιξε το 1,4 εκατομμύριο ευρώ σε σημερινή αξία), αλλά το μεγάλο της όπλο ήταν η συμφωνία κυρίων. Αν και η Γιουβέντους έδινε τα περισσότερα χρήματα, ο πρόεδρος της Κρεμονέζε, Ντομένικο Λουτσάρα, είχε ήδη δώσει τα χέρια με τον εμβληματικό πρόεδρο της Σαμπντόρια, Πάολο Μαντοβάνι.
Σε τηλεφώνημα του Μπονιπέρτι, ο Λουτσάρα απάντησε: «Η χειραψία μου αξίζει περισσότερο από μια υπογραφή». Ο Μαντοβάνι, εκτιμώντας την τιμιότητα της Κρεμονέζε, κάλυψε τελικά τη διαφορά των 100 εκατομμυρίων λιρετών από την πρόταση της Γιουβέντους, και έτσι ο Βιάλι κατέληξε στη Γένοβα για να γράψει ιστορία.
Ως μέρος της συμφωνίας, η Σαμπντόρια παραχώρησε στην Κρεμονέζε τον 26χρονο τότε μεσοεπιθετικό Αλβιέρο Κιόρι. Πριν δώσει τα χέρια με την ομάδα, ο Μαντοβάνι ταξίδεψε προσωπικά στο Κρεμόνα για να συναντήσει τον εύπορο πατέρα του Βιάλι και τον έπεισε ότι το περιβάλλον της Γένοβας και το μακροπρόθεσμο πλάνο της Σαμπντόρια ήταν η ιδανικότερη επιλογή για την ομαλή εξέλιξη του 20χρονου γιου του, μακριά από την τεράστια πίεση του Τορίνο.
Η έλευση του στο "Λουίτζι Φεράρις" συνέπεσε με την πιο παραγωγική περίοδο της ομάδας από την Γένοβα με την οποία κατέκτησε 1 Πρωτάθλημα το 1991,3 Κύπελλα το 1985,το 1988 και το 1989, 1 Σούπερ Καπ το 1991
Είχε και ευρωπαϊκές επιτυχίες όπως το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1990 απέναντι στην Άντερλεχτ πετυχαίνοντας μάλιστα και τα δύο γκολ του τελικού. Επίσης συμμετείχε στον τελικό του πειραματικού Τσάμπιονς Λιγκ το 1992 όταν η "Ντόρια" ηττήθηκε στο "Γουέμπλει" από την Μπαρτσελόνα στην παράταση με 1-0.
Η συνύπαρξη του στην επιθετική γραμμή με τον Ρομπέρτο Μαντσίνι ήταν αρμονική και για αυτό μάλιστα τους είχαν αποδώσει το προσωνύμιο Goals Twins. Συνολικά στην οκταετία που έκατσε στην πρωτεύουσα της Λιγουρίας ο Βιάλι είχε 328 συμμετοχές κατατασσόμενος στην ένατη θέση της σχετικής λίστας και 141 γκολ δεύτερος στην αντίστοιχη λίστα πίσω μόνο από τον Μαντσίνι σε όλες τις διοργανώσεις.
Όταν τον Μάιο του 1992, η Σαμπντόρια έχασε το τρόπαιο από την Μπαρτσελόνα (1-0) στην παράταση, ο Βιάλι είχε χάσει μεγάλες ευκαιρίες σε εκείνο το ματς και ένιωσε ότι η ομάδα έφτασε στο απόλυτο ταβάνι της.
Στα 28 του χρόνια, ο Βιάλι ήθελε να αγωνιστεί σε έναν σύλλογο με σταθερή πρωταγωνιστική παρουσία στην Ευρώπη και να διεκδικήσει το Champions League, κάτι που η Σαμπντόρια δεν μπορούσε πλέον να του εγγυηθεί.
Ο πρόεδρος Πάολο Μαντοβάνι συνειδητοποίησε ότι η διατήρηση εκείνης της ακριβής ομάδας ήταν οικονομικά μη βιώσιμη για τα δεδομένα της Σαμπντόρια. Ο Μπερλουσκόνι ήταν εμμονικός με τον Βιάλι και προσπαθούσε να τον αποκτήσει για χρόνια.
Είχε καταθέσει προτάσεις-μαμούθ, προσφέροντας «λευκή επιταγή» στον πρόεδρο της Σαμπντόρια, Πάολο Μαντοβάνι, και εξωπραγματικούς μισθούς στον παίκτη. Ο Βιάλι, όμως, αρνήθηκε επανειλημμένα τη Μίλαν, δηλώνοντας ότι στην Ιταλία δεν θα μπορούσε να φορέσει άλλη φανέλα πλην της Σαμπντόρια.
Η Ρεάλ Μαδρίτης είχε εξετάσει πολύ σοβαρά την περίπτωσή του στις αρχές της δεκαετίας του '90, θέλοντας να φέρει έναν κορυφαίο σταρ από το ιταλικό πρωτάθλημα που τότε μεσουρανούσε, ενώ και η Μαρσέιγ που κυριαρχούσε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο, είχε κάνει κρούση στη Σαμπντόρια, προσφέροντας τεράστια οικονομικά ανταλλάγματα, αλλά ο Βιάλι δεν επιθυμούσε να φύγει από την Ιταλία εκείνη την περίοδο.
Το πιο αξιοσημείωτο είναι ότι το 1988, ο Μπερλουσκόνι είχε σχεδόν πείσει τον Μαντοβάνι να του πουλήσει τον Βιάλι. Τότε, ο Βιάλι, ο Μαντσίνι και οι άλλοι βασικοί παίκτες της Σαμπντόρια έκαναν μια «συμφωνία κυρίων» στο πίσω μέρος ενός εστιατορίου.
Ορκίστηκαν να αρνηθούν όλες τις προτάσεις των μεγάλων ομάδων και να μείνουν μαζί στη Γένοβα μέχρι να κατακτήσουν το πρωτάθλημα, κάτι που τελικά κατάφεραν το 1991. Η "Γηραιά Κυρία" τίναξε την μπάνκα στον αέρα προσφέροντας στην Σαμπντόρια 24 δισεκατομμύρια λιρέτες και τέσσερις παίκτες τους Μικέλε Σερένα, Εουτζένιο Κορίνι, Νικόλα Ζανίνι και Μάουρο Μπερταρέλι φτάνοντας το συνολικό κόστος της μετεγγραφής στα 40 δισεκατομμύρια λιρέτες για να τον κάνει κάτοικο Τορίνο.
Η πρώτη διετία ήταν δύσκολη, φτάνοντας στο Τορίνο με το στίγμα της ακριβότερης μεταγραφής στον κόσμο, η πίεση ήταν ασφυκτική. Υπό τις οδηγίες του Τζιοβάνι Τραπατόνι, ο Βιάλι ταλαιπωρήθηκε από πολλούς τραυματισμούς.
Επιπλέον, χρησιμοποιήθηκε συχνά σε θέσεις που δεν του επέτρεπαν να σκοράρει με την ίδια συχνότητα, μένοντας στη σκιά του Ρομπέρτο Μπάτζιο. Το καλοκαίρι του 1994, ο νέος προπονητής Μαρτσέλο Λίπι ζήτησε από τον Βιάλι να αλλάξει ριζικά το σώμα του, έχασε βάρος, έχτισε μυϊκή μάζα και απέκτησε απίστευτη εκρηκτικότητα.
Ο Λίπι δημιούργησε μια τρομερή επιθετική τριάδα με τους Βιάλι, Ραβανέλι και τον νεαρό Ντελ Πιέρο, έγινε ο απόλυτος ηγέτης, πιέζοντας ασταμάτητα τις αντίπαλες άμυνες. Μετά την αποχώρηση του Μπάτζιο, πήρε το περιβραχιόνιο του αρχηγού και έχοντας το απωθημένο του χαμένου τελικού του 1992 με τη Σαμπντόρια, ο Βιάλι οδήγησε τη Γιουβέντους στον τελικό του Champions League το 1996 στη Ρώμη.
Με την Γιουβέντους κατέκτησε το Πρωτάθλημα, το Κύπελλο και το Σούπερ Καπ το 1995, το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ το 1993 μα πάνω απ'όλα το Τσάμπιονς Λίγκ του 1996 όταν επικράτησε στο "Ολίμπικο" της Ρώμης στην διαδικασία των πέναλτι επί του Άγιαξ.
Ύστερα από 145 παιχνίδια και 53 τέρματα με τους "μπιανκονέρι" το καλοκαίρι του 1996, έχοντας σηκώσει το Champions League ως αρχηγός, ένιωσε ότι έφτασε στην κορυφή και δεν είχε κάτι άλλο να αποδείξει στο Τορίνο.
Η τριανδρία της διοίκησης της Γιουβέντους (Μότζι, Τζιράουντο, Μπέτεγκα) εφάρμοζε μια σκληρή πολιτική ανανέωσης, θέλοντας να δώσει τα «κλειδιά» της επίθεσης στον 21χρονο τότε Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο.
Στα 32 του χρόνια, ο Βιάλι ήθελε να ζήσει την εμπειρία ενός ξένου πρωταθλήματος, να μάθει μια νέα γλώσσα και να αγωνιστεί σε ένα περιβάλλον με λιγότερη πίεση από όσα βίωνε επί 16 χρόνια στη Serie A.
Όντας ελεύθερος συμβολαίου, ήταν το πιο ελκυστικό όνομα στην Ευρώπη εκείνο το καλοκαίρι, δεχόμενος προτάσεις από κορυφαία πρωταθλήματα. Η Ρέιντζερς που τότε κυριαρχούσε στη Σκωτία και είχε τεράστια οικονομική επιφάνεια, του κατέθεσε μια εξωπραγματική οικονομική πρόταση. Ταξίδεψε κρυφά στη Σκωτία, ξεναγήθηκε στις εγκαταστάσεις, αλλά απέρριψε την πρόταση.
Υπήρξε φιλολογικό ενδιαφέρον και κρούση από τους «Κανονιέρηδες» (λίγο πριν αναλάβει ο Αρσέν Βενγκέρ), καθώς αναζητούσαν έναν έμπειρο επιθετικό με προσωπικότητα νικητή. Δύο ομάδες της Ισπανίας εξέτασαν την περίπτωσή του προσφέροντας υψηλά συμβόλαια, όμως είχε ήδη πάρει την απόφαση πως αν έφευγε από την Ιταλία, ο επόμενος σταθμός του θα ήταν αποκλειστικά στο Νησί.
Ο προπονητής-παίκτης της Τσέλσι, Ρουντ Γκούλιτ, τον προσέγγισε προσωπικά και του παρουσίασε το πλάνο της «ιταλικής παροικίας» που έχτιζε στο Λονδίνο (μαζί με τους Τζόλα και Ντι Ματέο). Η προοπτική να ζήσει στο Λονδίνο και να αγωνιστεί στην αναδυόμενη Premier League τον γοήτευσε αμέσως.
Με τους "μπλέ" κατέκτησε το Κύπελλο το 1997, το Κύπελλο Κυπελλούχων, το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης, και το Λίγκ Καπ το 1998.
Μάλιστα από τον Φεβρουάριο του 1998 ύστερα από την απόλυση του Ρούουντ Γκούλιτ του ανατέθηκε ο ρόλος του παίκτη-προπονητή και με την λήξη της περιόδου 1998-1999 αποφάσισε να αφοσιωθεί μόνο στα καθήκοντα του κοουτσαρίσματος έχοντας 88 παιχνίδια και 40 τέρματα με τους "μπλέ".
Μάλιστα από τον Φεβρουάριο του 1998 ύστερα από την απόλυση του Ρούουντ Γκούλιτ του ανατέθηκε ο ρόλος του παίκτη-προπονητή και με την λήξη της περιόδου 1998-1999 αποφάσισε να αφοσιωθεί μόνο στα καθήκοντα του κοουτσαρίσματος έχοντας 88 παιχνίδια και 40 τέρματα με τους "μπλέ".
Σε συλλογικό επίπεδο μπορεί να γεύθηκε πολλές χαρές κάτι που δεν μπόρεσε να το πετύχει με την φανέλα της Εθνικής Ιταλίας. Με την "σκουάντρα ατζούρα" αγωνίστηκε 59 φορές βρίσκοντας δίχτυα 16 φορές και η πρώτη του μεγάλη διοργάνωση ήταν η τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986 στο Μεξικό όπου αγωνίστηκε και στα τέσσερα παιχνίδια της ερχόμενος από τον πάγκο.
Πήρε μέρος στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1988 στα γήπεδα της Γερμανίας όπου έφτασε μέχρι και την ημιτελική φάση πετυχαίνοντας ένα γκολ απέναντι στην Ισπανία στην φάση των ομίλων.
Στα γήπεδα της Ιταλίας το 1990 αν και ξεκίνησε βασικός στα δύο πρώτα παιχνίδια με Αυστρία και Ηνωμένες Πολιτείες όπου και έχασε πέναλντι, παραγκωνίστηκε λόγω της παρουσίας του Σκιλάτσι και αγωνίστηκε σε ένα ακόμα παιχνίδι ξανά ως βασικός στον ημιτελικό με την Αργεντινή.
Τελευταία του παρουσία στις 19 Δεκεμβρίου στην Βαλέτα κόντρα στην Μάλτα για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994 αφού είχε έρθει σε κόντρα με τον τότε ομοσπονδιακό προπονητή Αρίγκο Σάκι.
Πήρε μέρος στην τελική φάση του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 1988 στα γήπεδα της Γερμανίας όπου έφτασε μέχρι και την ημιτελική φάση πετυχαίνοντας ένα γκολ απέναντι στην Ισπανία στην φάση των ομίλων.
Στα γήπεδα της Ιταλίας το 1990 αν και ξεκίνησε βασικός στα δύο πρώτα παιχνίδια με Αυστρία και Ηνωμένες Πολιτείες όπου και έχασε πέναλντι, παραγκωνίστηκε λόγω της παρουσίας του Σκιλάτσι και αγωνίστηκε σε ένα ακόμα παιχνίδι ξανά ως βασικός στον ημιτελικό με την Αργεντινή.
Τελευταία του παρουσία στις 19 Δεκεμβρίου στην Βαλέτα κόντρα στην Μάλτα για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994 αφού είχε έρθει σε κόντρα με τον τότε ομοσπονδιακό προπονητή Αρίγκο Σάκι.
Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα ο Βιάλι ουσιαστικά ξεκίνησε την προπονητική του καριέρα όντας παίκτης και απο την στιγμή που αποφάσισε να ασχοληθεί μόνο με την προπονητική κατέκτησε το Κύπελλο και το Τσάριτι Σίλντ το 2000.
Όμως στις 12 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους απολύθηκε από τον σύλλογο λόγω του κακού ξεκινήματος στις πέντε πρώτες αγωνιστικές της Πρέμιερ Λίγκ αλλά και για το ότι ήρθε σε κόντρα με τους σταρ της ομάδας όπως οι Τζόλα, Ντεσάν και Πετρέσκου.
Όμως στις 12 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους απολύθηκε από τον σύλλογο λόγω του κακού ξεκινήματος στις πέντε πρώτες αγωνιστικές της Πρέμιερ Λίγκ αλλά και για το ότι ήρθε σε κόντρα με τους σταρ της ομάδας όπως οι Τζόλα, Ντεσάν και Πετρέσκου.
Παρά τους 5 τίτλους που είχε χαρίσει στον σύλλογο, ο εκκεντρικός πρόεδρος της Τσέλσι, Κεν Μπέιτς, ένιωσε ότι η κατάσταση στα αποδυτήρια ήταν μη αναστρέψιμη και επέλεξε να δράσει αστραπιαία, αντικαθιστώντας τον σχεδόν αμέσως με έναν άλλον Ιταλό, τον Κλαούντιο Ρανιέρι.
Συνολικά σε 143 παιχνίδια που έκατσε στον πάγκο της είχε απολογισμό 76 νίκες, 38 ισοπαλίες και 29 ήττες. Αν και το όνομά του είχε ακουστεί φιλολογικά για ορισμένους πάγκους στη Serie A, είχε ξεκαθαρίσει πως η οικογένειά του είχε προσαρμοστεί απόλυτα στον τρόπο ζωής του Λονδίνου (διέμενε μόνιμα στο νοτιοδυτικό Λονδίνο) και προτιμούσε να παραμείνει στο αγγλικό ποδόσφαιρο
Την 1η Ιουνίου του 2001 ένας άλλος σύλλογος από το Λονδίνο η Γουότφορντ ομάδα της 1ης κατηγορίας ανακοίνωνε την πρόσληψη του στον πάγκο της. Ο διάσημος τραγουδιστής και τότε ιδιοκτήτης της Γουότφορντ, Σερ Έλτον Τζον, του παρουσίασε ένα εξαιρετικά φιλόδοξο πλάνο για άμεση άνοδο στην Premier League.
Του παρείχε τεράστια οικονομική υποστήριξη, επιτρέποντάς του να κάνει 14 μεταγραφές εκείνο το καλοκαίρι και να φέρει ως βοηθό του τον Ρέι Γουίλκινς. Παρόλες τις πολλές και πολυδάπανες αλλαγές στο ρόστερ της ομάδας οι "σφήκες" τερμάτισαν στην απογοητευτική 14η θέση που επέφερε στις 14 Ιουνίου του 2002 το "διαζύγιο" ανάμεσα στις δύο πλευρές, συνολικά σε 52 παιχνίδια είχε 20 νίκες, 11 ισοπαλίες και 21 ήττες..
Κατά τη διάρκεια της σεζόν, το τηλεοπτικό δίκτυο ITV Digital, που χρηματοδοτούσε τις μικρές κατηγορίες της Αγγλίας, χρεοκόπησε. Η Γουότφορντ έχασε εκατομμύρια λίρες σε έσοδα και το υψηλό συμβόλαιο του Βιάλι (καθώς και των παικτών που έφερε) έγινε ασήκωτο βάρος.
Όταν η διοίκηση τον απέλυσε το καλοκαίρι του 2002, αρνήθηκε να του καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση για τα δύο χρόνια που απέμεναν στο συμβόλαιό του. Κατά την απόλυσή του, η διοίκηση του πρόσφερε 500.000 λίρες ως εφάπαξ αποζημίωση, ποσό που ο Βιάλι και ο μάνατζέρ του, Άθολ Στιλ, απέρριψαν αμέσως ως προσβλητικό, ξεκινώντας πολύμηνες άκαρπες διαπραγματεύσεις.
Το ποσό των 3 εκατομμυρίων λιρών που ζητούσε μέσω της δικαστικής οδού αναλυόταν σε δεδουλευμένα και μισθούς περι του 1,6 εκατομμυρίων λιρών που αφορούσαν τους καθαρούς μισθούς των δύο ετών που υπολείπονταν για την ολοκλήρωση του συμβολαίου του. Ζήτησε επιπλέον αποζημίωση για τα μπόνους που θα ελάμβανε βάσει συμβολαίου.
Συγκεκριμένα, το συμβόλαιό του προέβλεπε ότι αν η ομάδα ανέβαινε στην Premier League ο ετήσιος μισθός του θα εκτοξευόταν στο 1,1 εκατομμύριο, ενώ αν την κρατούσε στην κατηγορία θα άγγιζε το 1,32 εκατομμύρια.
Η αγωγή του Βιάλι ήρθε στην χειρότερη δυνατή στιγμή για τη Γουότφορντ, η χρεοκοπία του ITV Digital είχε αφήσει τον σύλλογο με τεράστια οικονομική «τρύπα». Για να αποφύγει η ομάδα την επίσημη χρεοκοπία και την υπαγωγή σε καθεστώς αναγκαστικής διαχείρισης οι παίκτες και το προσωπικό είχαν αναγκαστεί να δεχτούν αναβολή πληρωμής του 12% των μισθών τους.
Η κατάσταση ήταν τόσο δραματική που η διοίκηση είχε κλείσει μέχρι και την καντίνα των παικτών, ζητώντας τους να πλένουν μόνοι τους τις εμφανίσεις τους. Μέσω του προέδρου της Γκράχαμ Σίμπσον, εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία εξέφραζε την ελπίδα η υπόθεση να διευθετηθεί εξωδικαστικά σε ένα «λογικό επίπεδο».
Συνειδητοποιώντας ότι στα δικαστήρια θα έχανε πανηγυρικά λόγω της ξεκάθαρης ρήτρας του συμβολαίου, η διοίκηση αναγκάστηκε τελικά να έρθει σε εξωδικαστικό συμβιβασμό με τον Ιταλό, καταβάλλοντάς του ένα πολύ μεγάλο μέρος των χρημάτων που ζητούσε, γεγονός που επιβάρυνε τα ταμεία της για τα επόμενα χρόνια.
Αυτή η αρνητική εμπειρία πλήγωσε τόσο πολύ τον Ιταλό σταρ, που πήρε την απόφαση να μην εργαστεί ποτέ ξανά ως πρώτος προπονητής σε καμία ομάδα, στρέφοντας το ενδιαφέρον του στην τηλεοπτική ανάλυση και τις επιχειρήσεις.
Έκτοτε ανέλαβε χρέη τηλεσχολιαστή για το Sky Sports Italia, ενώ έγινε συνιδρυτής μαζί με τον πρώην ποδοσφαιριστή Μάσιμο Μάουρο και την Κριστίνα Γκράντε Στίβενς του Vialli and Mauro Foundation for Research and Sport Onlus.
Ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα που είχε σαν σκοπό την άντληση κεφαλαίων για την έρευνα για τον καρκίνο και για την αμυοτροπική πλευρική σκλήρυνση που είναι πιο γνωστή ως πάθηση Λου Γκέρινγκ.
Το 2006 μαζί με τον Ιταλό δημοσιογράφο Γκαμπριέλε Μαρκότι συνέγραψε το βιβλίο με τον τίτλο: The Italian Job: A Journey to the Heart of Two Great Footballing Cultures όπου και ανέλυε τις βασικές διαφορές του ιταλικού και του αγγλικού ποδοσφαίρου.
Τον Μάρτιο του 2019 μαζί με τον Φραντσέσκο Τότι επιλέχθηκαν απο την Ιταλική Ομοσπονδία ως πρεσβευτές της χώρας ενόψει του επικείμενου Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου ανέλαβε ως επικεφαλής των "ατζούρι", μια θέση που χήρευε απο το 2013 όταν και αποχώρησε ο Τζίτζι Ρίβα.
Την πιο σημαντική μάχη όμως την έδινε τα τελευταία χρόνια όταν διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας και υπεβλήθη σε δύο κύκλους χημειοθεραπειών. "Ο πρώτος διήρκεσε οκτώ μήνες και ο δεύτερος εννέα. Ήταν σκληρό, ακόμη και για εμένα που είμαι δυνατός. Οι εξετάσεις που έκανα ήταν καθαρές, χωρίς σημάδια".
Την πιο σημαντική μάχη όμως την έδινε τα τελευταία χρόνια όταν διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας και υπεβλήθη σε δύο κύκλους χημειοθεραπειών. "Ο πρώτος διήρκεσε οκτώ μήνες και ο δεύτερος εννέα. Ήταν σκληρό, ακόμη και για εμένα που είμαι δυνατός. Οι εξετάσεις που έκανα ήταν καθαρές, χωρίς σημάδια".
"Είμαι ευτυχισμένος, αν και το λέω χαμηλόφωνα. Νίκησα, αλλά φοβάμαι να το φωνάξω ακόμη. Αναγνωρίζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, βγάζω ξανά τρίχες, δεν χρειάζεται να ζωγραφίζω με το μολύβι τα φρύδια μου. Θέλω αυτή η διάσημη φράση "το μόνο που μετρά είναι η υγεία" να γίνει το κεντρικό νόημα της ζωή μας. Θα ήθελα να μην "κοπεί" πλέον καμία δαπάνη για τη δημόσια υγεία. Θα ήθελα η ασφάλειά μας να γίνει προτεραιότητά μας", δήλωσε σχετικά τον Απρίλιο που μας πέρασε.
Μαζί με τον φίλο του Ρομπέρτο Μαντσίνι πανηγύρισαν την κατάκτηση του EURO στο τελικό του "Γουέμπλει" κόντρα στην Αγγλία στην διαδικασία των πέναλντι στις 11 Ιουλίου του 2021. Τον Δεκέμβριο του 2022 ο καρκίνος επανήρθε και αποσύρθηκε απο τον ρόλο που είχε για να τον αντιμετωπίσει για δεύτερη φορά.
Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε και χρειάστηκε να μπει σε κλινική στο Λονδίνο και στις 6 Ιανουαρίου του 2023 σε ηλικία 58 ετών άφηνε την τελευταία του πνοή. Η κηδεία του τελέστηκε σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο στο Λονδίνο στις 17 Ιανουαρίου 2023 και είχε ζητήσει μια απόλυτα ιδιωτική τελετή.
Παρέστησαν περίπου 30 άτομα, κυρίως η σύζυγός του Κάθριν, οι κόρες του Σοφία και Ολίβια, και ελάχιστοι στενοί φίλοι, ανάμεσά τους ο «ποδοσφαιρικός του αδελφός» Ρομπέρτο Μαντσίνι και ο πρόεδρος της Ιταλικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου, Γκαμπριέλε Γκραβίνα.
Ο Ρομπέρτο Μαντσίνι δήλωσε: «Λίγες μέρες μετά τον αποχαιρετισμό του Σίνισα Μιχαΐλοβιτς, έχασα έναν άλλον αδελφό. Ήμουν 16 ετών όταν γνωριστήκαμε και δεν χωρίσαμε ποτέ, ήλπιζα σε ένα θαύμα...»
Ο Τζιανφράνκο Τζόλα (Συμπαίκτης του σε Τσέλσι & Ιταλία): «Μαζί κερδίσαμε πολλά και μοιραστήκαμε τις καλύτερες στιγμές της ζωής μας. Για την αγάπη μας για την μπάλα τσακωθήκαμε συχνά, αλλά πάντα με απόλυτο σεβασμό. Αντίο Λούκα, συνταξιδιώτη μου»
Γκρέιαμ Σούνες (Συμπαίκτης του στη Σαμπντόρια) – Λύγισε on air στο Sky Sports:
«Ξέχνα το ποδόσφαιρο, ήταν μια υπέροχη ψυχή. Ένας πραγματικά καλός άνθρωπος, γεμάτος ζωντάνια και σκανδαλιές. Ήταν προνομιούχοι όσοι τον είχαν στη ζωή τους».
Αλεσάντρο Ντελ Πιέρο (Συμπαίκτης του στη Γιουβέντους): «Ο αρχηγός μου. Για πάντα. Αντίο Λούκα».
Τζον Τέρι (Του έδωσε το ντεμπούτο στην Τσέλσι): «Είμαι ραγισμένος. Ο άνθρωπος που μου έδωσε το ντεμπούτο μου και θα του είμαι για πάντα ευγνώμων. Ένας πραγματικός τζέντλεμαν».
Κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή σε όλα τα γήπεδα της χώρας την επόμενη αγωνιστική, ενώ οι παίκτες αγωνίστηκαν με μαύρα περιβραχιόνια. Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι ανάρτησε την εμβληματική αγκαλιά του με τον Μαντσίνι από το Euro 2020, γράφοντας για έναν «ποδοσφαιρικό ιδιοφυή»
Στις 15 Ιανουαρίου 2023, στο παιχνίδι κόντρα στην Κρίσταλ Πάλας, το γήπεδο της Τσέλσι «ντύθηκε» στα μπλε για να τον τιμήσει. Δύο τεράστια πανό με τη μορφή του απλώθηκαν στις κερκίδες, παλιοί του συμπαίκτες μπήκαν στο γήπεδο δακρυσμένοι και τηρήθηκε ενός λεπτού παρατεταμένο χειροκρότημα.
Στην Γένοβα, η ιστορική κερκίδα των οργανωμένων οπαδών της Σαμπντόρια στο στάδιο «Luigi Ferraris» μετατράπηκε αμέσως σε έναν ανοιχτό τόπο προσκυνήματος. Χιλιάδες οπαδοί όλων των ηλικιών κατέκλυσαν τις πύλες του σταδίου, αφήνοντας κασκόλ, λουλούδια, φωτογραφίες, κεριά και σημειώματα που έγραφαν «Για πάντα ο αρχηγός μας» και «Αντίο Λούκα».
Η διοίκηση της Σαμπντόρια εξέδωσε μια σπαρακτική ανακοίνωση, η οποία ανέφερε τα εξής: «Μας έδωσες τόσα πολλά, σου δώσαμε τόσα πολλά: μια αγάπη αμοιβαία, ατελείωτη. Μια αγάπη που δεν θα πεθάνει μαζί σου σήμερα. Θα συνεχίσουμε να σε αγαπάμε και να σε λατρεύουμε γιατί, όπως καλά γνωρίζεις, είσαι καλύτερος από τον Πελέ» (αναφορά στο γνωστό σύνθημα των οπαδών της ομάδας για εκείνον). «Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, Bomber».
Εκατοντάδες οπαδοί συγκεντρώθηκαν στην περιοχή Quinto al Mare της Γένοβας, έξω από το εστιατόριο «Trattoria da Vittorio». Εκεί ήταν το μέρος όπου ο Βιάλι, ο Μαντσίνι και η υπόλοιπη «χρυσή» ομάδα της Σαμπντόρια έτρωγαν καθημερινά και είχαν δώσει τον ιστορικό όρκο να μην αποχωρήσουν από τον σύλλογο μέχρι να πάρουν το Scudetto.
Οι ιδιοκτήτες και οι θαμώνες ξέσπασαν σε κλάματα, αφήνοντας αναμνηστικά στο τραπέζι όπου καθόταν πάντα. Αποδεικνύοντας το τεράστιο μέγεθος της προσωπικότητάς του, η μισητή αντίπαλος της Σαμπντόρια στην πόλη, η Τζένοα, παραμέρισε την οπαδική έχθρα και εξέδωσε ανακοίνωση σεβασμού:
«Αντίο Τζιανλούκα. Ένας μεγάλος αντίπαλος στο γήπεδο, ένας πρωταθλητής στη ζωή. Η Τζένοα εκφράζει τα συλλυπητήριά της στην οικογένεια και στους φίλους του Βιάλι».
Λίγες ημέρες μετά την ιδιωτική κηδεία του στο Λονδίνο, η Σαμπντόρια και οι τοπικές αρχές διοργάνωσαν ένα μεγάλο δημόσιο μνημόσυνο στην εκκλησία του Ιησού στο κέντρο της Γένοβας. Η εκκλησία και οι γύρω δρόμοι πλημμύρισαν από χιλιάδες κόσμου, παλαίμαχους συμπαίκτες του και απλούς πολίτες που ήθελαν να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπο που έβαλε τη Γένοβα στον παγκόσμιο ποδοσφαιρικό χάρτη.
