Κατέχει ένα ρεκόρ που όπως όλα δείχνουν δύσκολα θα καταρριφθεί, πετυχαίνοντας 13 τέρματα σε μια μόνο διοργάνωση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Η ατυχία μπορεί να χτύπησε τον Ζίστ Φοντέν και να εγκατέλειψε την δράση αρκετά νωρίς λόγω τραυματισμού όμως αποτελεί έναν απο τους σημαντικότερους επιθετικούς του γαλλικού ποδοσφαίρου που είχε την ευχέρεια να χρησιμοποιεί και τα δύο πόδια, ενώ ήταν πολύ καλός στο να τελειώνει τις φάσεις .
Γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου του 1933 στο Μαρακές του Μαρόκου που άνηκε τότε στην Γαλλία απο Γάλλο πατέρα και Ισπανίδα μητέρα. Εκεί θα ξεκινήσει να παίζει ποδόσφαιρο στην ακαδημία της AS Marrakech και τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα θα τα κάνει στην Καζαμπλάνκα στην τοπική USM απο το 1950 έως το 1953 έχοντας σε 48 παιχνίδια 62 γκολ κατακτώντας το Πρωτάθλημα Μαρόκου και το Πρωτάθλημα Βορείου Αφρικής το 1952 και το 1953.
Μπορντό και Μαρσέιγ είχαν εξετάσει την περίπτωσή του ή είχαν κάνει διερευνητικές επαφές, καθώς έψαχναν συστηματικά για ταλέντα στη Βόρεια Αφρική. Ο άνθρωπος που τον ανακάλυψε στην Καζαμπλάνκα ήταν ο Μάριο Ζατέλι, γεννημένος και ο ίδιος στο Μαρόκο, ήταν εμβληματική προσωπικότητα του γαλλικού ποδοσφαίρου (κυρίως της Μαρσέιγ) και εντυπωσιάστηκε αμέσως από την εκτελεστική δεινότητα του νεαρού.
Μέσω των διασυνδέσεων του Ζατέλι, η Νις κινήθηκε πιο γρήγορα και αποφασιστικά, ήταν η απόλυτη υπερδύναμη της Γαλλίας εκείνη την περίοδο, έχοντας κατακτήσει τα πρωταθλήματα του 1951 και του 1952.
Έψαχνε έναν χαρισματικό κεντρικό επιθετικό για να ανανεώσει την επιθετική της γραμμή, απο την δε πλευρά του Φοντέν το αγωνιστικό προφίλ της ομάδας (που έπαιζε άκρως επιθετικό ποδόσφαιρο) και το ελκυστικό περιβάλλον της Κυανής Ακτής έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην απόφαση του να αποδεχθεί τη δική τους πρόταση
Θα παραμείνει στη Κυανή Ακτή μέχρι το 1956 σε 84 παιχνίδια θα πετύχει 52 γκολ και θα πάρει τους πρώτους του τίτλους το Κύπελλο του 1954 και το Πρωτάθλημα του 1956, ενώ την περίοδο 1954-1955 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ομάδας με 20 γκολ.
Kατα την διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας θα οδηγήσει την εθνική ομάδα της Γαλλίας ως αρχηγός κιόλας στην πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Στρατιωτικού Πρωταθλήματος το 1957 στην Αργεντινή.
Όμως έξι μήνες πριν την διεξαγωγή του Πρωταθλήματος θα απολυθεί και έτσι θα χάσει την ευκαιρία να αναδειχθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Παράλληλα θα δοκιμάσει την τύχη του και στο ράγκμπι όπου θα πάρει μέρος και σε αγώνες Πρωταθλήματος.
Η Νις ήθελε να τον κρατήσει όμως εκείνη την εποχή στο γαλλικό ποδόσφαιρο, οι ομάδες δύσκολα κρατούσαν έναν παίκτη αντίθετα με τη θέλησή του αν υπήρχε μεγάλη πρόταση. Η Ρασίνγκ Κλαμπ ντε Φρανς η οποία ήταν η μεγάλη και πλούσια ομάδα της πρωτεύουσας, έκανε έντονη κρούση για να τον κρατήσει μόνιμα στο Παρίσι.
Επίσης, η Μονακό και η Μαρσέιγ εξέτασαν την περίπτωσή του, καθώς ήθελαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι ο παίκτης βρισκόταν ήδη στον γαλλικό Νότο. Καμία άλλη γαλλική ομάδα δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί το αγωνιστικό κύρος της Ρενς, η οποία εγγυόταν τη συμμετοχή στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις και τη διεκδίκηση τίτλων.
Εκείνη την εποχή, οι μεταγραφές Γάλλων παικτών εκτός συνόρων (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως ο Κοπά) ήταν εξαιρετικά σπάνιες λόγω των κανονισμών των ομοσπονδιών. Ωστόσο, ιταλικοί και ισπανικοί σύλλογοι άρχισαν να τον παρακολουθούν στενά.
Όμως η πρόταση της Ρεμς ήταν η καλύτερη αφενός είχε μόλις αγωνιστεί στον τελικό του πρώτου Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1956 και έψαχνε απεγνωσμένα έναν κορυφαίο επιθετικό για να διατηρήσει τα σκήπτρα της.
Το επιθετικό ποδόσφαιρο που έπαιζε η Ρέμς («ποδόσφαιρο σαμπάνια») ταίριαζε απόλυτα στον Φοντέν και έχοντας πουλήσει τον Κοπά στην Ρεάλ Μαδρίτης, χρησιμοποίησε ένα μέρος από τα τεράστια έσοδα της πώλησης του για να δελεάσει τη Νις και τον παίκτη.
Η μεταγραφή έκλεισε με ένα πολύ υψηλό ποσό για τα δεδομένα της εποχής (περίπου 15.000.000 τότε γαλλικών φράγκων. Επίσης κατά τη θητεία του στη Νις, ο Φοντέν έπρεπε να εκπληρώσει 30 μήνες υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στο τάγμα της Joinville (κοντά στο Παρίσι).
Το να μετακομίσει στη Ρέμς (που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στο Παρίσι σε σχέση με την Κυανή Ακτή και τη Νίκαια) διευκόλυνε σημαντικά τις μετακινήσεις του για τις προπονήσεις και τους αγώνες. Θα κατακτήσει το ντάμπλ το 1958, τα Πρωταθλήματα του 1960 και του 1962 και 2 Σούπερ Καπ το 1958 και το 1960, με τον ίδιο να αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος το 1958 και το 1960.
Την περίοδο 1958-1959 έπαιξε στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών απέναντι στην Ρεάλ Μαδρίτης στο "Νέκαρστάντιον" της Στουτγκάρδης, με τους Ισπανούς να κατακτούν το τρόπαιο με 2-0, ενώ ο ίδιος ήταν πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης με 10 τέρματα, ενώ στην ψηφοφορία για την Χρυσή Μπάλα του 1958 κατέλαβε την τρίτη θέση πίσω απο τους Κοπά και Ράν.
Όμως ήταν άτυχος αφού είχε δύο σοβαρούς τραυματισμούς, ο πρώτος στις 20 Μαρτίου του 1960 κόντρα στην Λιμόζ όπου υπέστη διπλό κάταγμα κνήμης και περόνης στο δεξί του πόδι μετά από ένα σκληρό μαρκάρισμα και ο δεύτερος την 1η Ιανουαρίου του 1961 κόντρα στην Ανζέ υπέστη νέο διπλό κάταγμα ακριβώς στο ίδιο σημείο (κνήμη και περόνη).
Η ιατρική τεχνολογία της δεκαετίας του '60 δεν επέτρεπε την πλήρη αποκατάσταση τέτοιων σοβαρών οστικών τραυματισμών. Παρότι προσπάθησε να επανέλθει για δεύτερη φορά, οι πόνοι ήταν ανυπόφοροι και το πόδι του δεν μπορούσε να αντέξει την ένταση του πρωταθλητισμού.
Έτσι τον Ιούλιο του 1962 έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι και αναγκάστηκε σε ηλικία 28 ετών να αποσυρθεί απο την αγωνιστική δράση έχοντας με την Ρέμς σε 152 παιχνίδια πετύχει 145 τέρματα, δεύτερος σκόρερ όλων των εποχών πίσω απο τον Πιερ Σινιμπάλντι.
Στις 17 Δεκεμβρίου του 1953 έκανε ντεμπούτο με τους "τρικολόρ" κόντρα στο Λουξεμβούργο στο Παρίσι για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954 με τον Φοντέν να πετυχαίνει τα τρία απο τα οκτώ τέρματα της συνάντησης.
Εκεί όμως που θα κάνει αισθητή την παρουσία του είναι στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας το 1958. Θα αγωνιστεί και στα έξι παιχνίδια και θα πετύχει 13 τέρματα, ρεκόρ επίτευξης τερμάτων σε μια διοργάνωση κάτι που δεν το έχει καταφέρει κανείς άλλος και μάλιστα φορώντας δανεικά παπούτσια απο τον συμπαίκτη του Στεφάν Μπρουί.
Η ειρωνεία είναι ότι δεν συμπεριλαμβανόταν στα πλάνα του Γάλλου εκλέκτορα για την βασική ενδεκάδα. Άλλωστε απο τον Δεκέμβριο του 1957 έως τον Φεβρουάριο του 1958 ήταν εκτός αγωνιστικής δράσης ύστερα απο μια επέμβαση που πραγματοποίησε στο γόνατο.
Για καλή του τύχη ο τραυματισμός του Ρενέ Μπλιάρ άλλαξε τα πλάνα του Αλμπέρ Μπατώ του Γάλλου εκλέκτορα και έτσι έπαιξε στο πλευρό των συμπαικτών του και στην Ρέμς Κοπά και Πιαντονί.
Τρία κόντρα στην Παραγουάη, δύο κόντρα στην Γιουγκοσλαβία, ένα κόντρα στην Σκωτία, δύο κόντρα στην Βόρεια Ιρλανδία, ένα στον ημιτελικό απέναντι στην Βραζιλία για να κλείσει αυτό το ρεσιτάλ με τέσσερα στον μικρό τελικό απέναντι στην Δυτική Γερμανία και όπως ήταν λογικό συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά..
Με μία μόνο διοργάνωση βρίσκεται αυτή την στιγμή στην έβδομη θέση του πίνακα των σκόρερ όλων των εποχών σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Στις 11 Δεκεμβρίου του 1960 στην Κολόμπ κόντρα στην Βουλγαρία σε φιλικό παιχνίδι θα πραγματοποιήσει την 21η και τελευταία του παρουσία με την Γαλλία πετυχαίνοντας 30 τέρματα.
Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 στη Σουηδία, έγινε ο πιο περιζήτητος επιθετικός στον κόσμο και δέχθηκε προτάσεις-μαμούθ από κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους του εξωτερικού. Η Ρεάλ Μαδρίτης που κυριαρχούσε απόλυτα στην Ευρώπη, ήθελε να ενώσει ξανά τον Φοντέν με τον Ρεϊμόν Κοπά (ο οποίος αγωνιζόταν ήδη εκεί) και να δημιουργήσει μια ανίκητη επιθετική γραμμή μαζί με τους Αλφρέδο Ντι Στέφανο και Φέρεντς Πούσκας.
Η Ατλέτικο Μαδρίτης κινήθηκε επίσης πολύ δυναμικά, προσφέροντας του ένα αστρονομικό συμβόλαιο για τα δεδομένα της εποχής προκειμένου να τον πείσουν να μετακομίσει στην Ισπανία. Μεγάλες ομάδες της Ιταλίας κυρίως η Ίντερ και η Γιουβέντους, εξέτασαν σοβαρά την περίπτωσή του, καθώς εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι σκόραρε 13 γκολ σε μόλις 6 αγώνες.
Παρά το τεράστιο οικονομικό και αθλητικό δέλεαρ, ο Φοντέν δεν αγωνίστηκε ποτέ εκτός Γαλλίας για δύο βασικούς λόγους γιατί η Ρέμς του είχε τεράστια οικονομική επιφάνεια και δεν είχε καμία ανάγκη να πουλήσει τον παίκτη.
Αντιθέτως, ήθελε να τον κρατήσει για να κατακτήσει το πρωτάθλημα Γαλλίας και να διεκδικήσει το Κύπελλο Πρωταθλητριών (όπου μάλιστα έφτασε μέχρι τον τελικό το 1959, με τον Φοντέν πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης).
Τη δεκαετία του '50, οι μεταγραφές παικτών στο εξωτερικό ήταν εξαιρετικά δύσκολες. Οι ποδοσφαιριστές δεσμεύονταν με «συμβόλαια ζωής» με τις ομάδες τους και δεν είχαν την ελευθερία να επιλέξουν τη μεταγραφή τους, αν ο σύλλογος δεν συναινούσε.
Αυτός ο κανονισμός μάλιστα εξόργισε τόσο πολύ τον Φοντέν, που τον οδήγησε το 1961 μαζί με τον Γιουτζίν Ν' Ζο Λεά να ιδρύσει την Ένωση Γάλλων Ποδοσφαιριστών, προκειμένου να προστατεύσει τα δικαιώματα των συναδέλφων του και να μπορούν να επιλέγουν ελεύθερα τις ομάδες τους.
Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του θα ξεκινήσει η προπονητική του καριέρα και πολύ σύντομα. Μετά την αποτυχία της Γαλλίας στο Μουντιάλ του 1966, η Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία έψαχνε ένα πρόσωπο κοινής αποδοχής. Ο Φοντέν, αν και μόλις 33 ετών, ήταν ο ιδανικός υποψήφιος λόγω του ότι ήταν ήδη εθνικός ήρωας χάρη στα 13 γκολ του 1958.
Το επίσημο ντεμπούτο του στους πάγκους έγινε στις 22 Μαρτίου 1967 στο Παρίσι, σε έναν φιλικό αγώνα όπου η Γαλλία ηττήθηκε με 1-2 από τη Ρουμανία. Όμως η δεύτερη ήττα με 2-4 από τη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1967 τον ανάγκασε να αποχωρήσει πρόωρα αφού υπήρξε έντονη πίεση τόσο από τον Τύπο ΄όσο και απο τη διοίκηση της ομοσπονδίας.
Επικεντρώθηκε στις επιχειρήσεις του, ανοίγοντας μια πολύ πετυχημένη αλυσίδα καταστημάτων αθλητικών ειδών με το όνομα "Just Fontaine Sport". Συνέχισε να ασχολείται ενεργά με τα κοινά του ποδοσφαίρου μέσω της Ένωσης Ποδοσφαιριστών και εργάστηκε περιστασιακά ως σχολιαστής και σύμβουλος.
Η μεγάλη πρόταση που τον επανέφερε στο προσκήνιο ήρθε στις 18 Ιουνίου του 1973 από τη νεοσύστατη τότε Παρί Σεν Ζερμέν, η οποία αγωνιζόταν στη δεύτερη κατηγορία και αναζητούσε ένα λαμπερό όνομα με ισχυρή προσωπικότητα για να εμπνεύσει την ομάδα και να προσελκύσει κόσμο.
Αποδέχθηκε την πρόταση, και ανέλαβε ως τεχνικός διευθυντής, είχε τον γενικό έλεγχο, τη χάραξη της στρατηγικής και την ψυχολογική προετοιμασία των παικτών, ενώ ο Ρομπέρ Βικό ήταν ο προπονητής , ο άνθρωπος που έτρεχε την καθημερινή τακτική και τις προπονήσεις στο γήπεδο.
Ο Φοντέν, παρά το τεράστιο όνομά του, δεν διέθετε ακόμα το επίσημο κρατικό δίπλωμα προπονητή που απαιτούσαν οι γαλλικοί κανονισμοί για τους συλλόγους εν αντιθέση με τον Ρομπέρ Βικό ο οποίος διέθετε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και την εμπειρία στα γήπεδα.
Οι δυο τους συνεργάστηκαν άψογα και την οδήγησαν στην ιστορική άνοδο στην πρώτη κατηγορία το 1974. Το δίδυμο διατηρήθηκε μέχρι τις 9 Σεπτεμβρίου του 1975, όταν ο Βικό αποχώρησε και ο Φοντέν ανέλαβε πλέον εξολοκλήρου την τεχνική ηγεσία μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1976 και σε 141 παιχνίδια είχε 62 νίκες, 38 ισοπαλίες και 41 ήττες.
Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση του Ντανιέλ Εκτέρ προχώρησε σε ακριβές και φιλόδοξες μεταγραφές, η Παρί πραγματοποίησε μια πολύ μέτρια σεζόν, τερμάτισε μόλις στην 14η θέση του πρωταθλήματος γεγονός που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια στη διοίκηση.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν, ο Φοντέν ήρθε σε σφοδρή σύγκρουση με τον εμβληματικό αρχηγό της ομάδας, Ζαν-Πιέρ Ντολιάνι. Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο Φοντέν αφαίρεσε το περιβραχιόνιο από τον Ντολιάνι και αυτή η κίνηση διέσπασε τις ισορροπίες μέσα στα αποδυτήρια και αποδυνάμωσε τη θέση του προπονητή στα μάτια των παικτών.
Ο ισχυρός άνδρας της Παρί Ντανιέλ Εκτέρ, ένιωθε ότι ο κύκλος του Φοντέν είχε κλείσει μετά την άνοδο και την εδραίωση της ομάδας στην κατηγορία. Επιζητούσε έναν προπονητή με διαφορετικό προφίλ και περισσότερη έμφαση στην ευρωπαϊκή τακτική, επιλέγοντας τελικά τον Γιουγκοσλάβο Βέλιμπορ Βάσοβιτς.
Η Τουλούζ αγωνιζόταν τότε στη δεύτερη κατηγορία και έψαχνε έναν προπονητή με το «ειδικό βάρος» του Φοντέν, ο οποίος είχε ήδη αποδείξει με την Παρί ότι ήξερε πώς να οδηγεί μια ομάδα στην άνοδο. Του προσφέρθηκε ένα φιλόδοξο πρότζεκτ με στόχο την άμεση αναδιοργάνωση του συλλόγου και την επιστροφή στην ελίτ του γαλλικού ποδοσφαίρου.
Ανέλαβε την ομάδα την 1η Ιουλίου του 1978 και παρέμεινε στον πάγκο της μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1979. Δημιούργησε ένα πολύ ανταγωνιστικό σύνολο και η ομάδα διεκδίκησε μέχρι τέλους την πρώτη θέση του ομίλου της που έδινε την απευθείας άνοδο.
Κατέλαβε την δεύτερη θέση πίσω απο την πρώτη Γκενιόν και έπαιξε στα μπαράζ ανόδου όπου όμως αποκλείστηκε απο την Λανς χάνοντας την άνοδο στις λεπτομέρειες, έχοντας σε 40 αγώνες, 21 νίκες, 10 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Η απώλεια της ανόδου στα μπαράζ έφερε μια φυσιολογική ολοκλήρωση του μονοετούς πλάνου και αμέσως μετά τη λήξη του συμβολαίου, την 1η Ιουλίου του 1979 δέχθηκε την άκρως τιμητική πρόταση να αναλάβει την Εθνική ομάδα του Μαρόκου (της γενέτειράς του).
Το Μαρόκο είχε αποκλειστεί πρόωρα από τα προκριματικά του Μουντιάλ του 1978 και η ομοσπονδία έψαχνε απεγνωσμένα έναν τεχνικό με τεράστιο κύρος και διεθνή ακτινοβολία για να αναδιοργανώσει την ομάδα ενόψει του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής του 1980.
Λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του Κυπέλλου Εθνών Αφρικής είχε ένα σφοδρό αυτοκινητιστικό ατύχημα κοντά στην πόλη Μεκνές του Μαρόκου. Λόγω των τραυμάτων του, αναγκάστηκε να νοσηλευτεί και να απέχει για μεγάλο διάστημα, χάνοντας την ευκαιρία να κοουτσάρει ο ίδιος την ομάδα από τον πάγκο κατά τη διάρκεια του τουρνουά, αντικαταστάθηκε προσωρινά από τους βοηθούς του, Μοχάμεντ Τζαμπράν και Χαμάντι Χαμίντ.
Παρά την απουσία του, οι βοηθοί του ακολούθησαν πιστά το αγωνιστικό πλάνο που είχε προετοιμάσει ο Φοντέν, οδηγώντας το Μαρόκο στην κατάκτηση της 3ης θέσης (κερδίζοντας 2-0 την Αίγυπτο στον μικρό τελικό).
Παρόλο που παρέμεινε τυπικά στη θέση του ομοσπονδιακού τεχνικού μέχρι τις αρχές του 1981 για να βοηθήσει στα προκριματικά του Μουντιάλ 1982, η κατάσταση της υγείας του μετά το ατύχημα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε ήδη υποστεί καρδιακό επεισόδιο το 1974 τον ανάγκασαν να βάλει σε προτεραιότητα την υγεία του.
Η αδυναμία του να βρίσκεται συνεχώς κοντά στην ομάδα επηρέασε το αγωνιστικό κομμάτι και το οριστικό τέλος στην συνεργασίας του με την ομοσπονδία μπήκε στις 28 Φεβρουαρίου 1981, ύστερα απο 30 αγώνες όπου είχε 14 νίκες, 8 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Στις 10 Ιουνίου του 2014 στο Σάο Πάολο κατά την διάρκεια του συνεδρίου της FIFA του απονεμήθηκε απο τον Μισέλ Πλατινί και τον Ρονάλντο το Χρυσό Παπούτσι για τα κατορθώματα του στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας μιας και τότε δεν είχε θεσμοθετηθεί κάποιο τρόπαιο για τον πρώτο σκόρερ της διοργάνωσης.
Η γαλλική ομοσπονδία τον επέλεξε ως τον κορυφαίο της ποδοσφαιριστή για τα 50 χρόνια, ήταν αντιπρόσωπος της Adidas, ενώ το 1965 όταν μετακόμισε στην Τουλούζ αποφάσισε να ανοίξει δικά του καταστήματα αθλητικών ειδών με την επονομασία “Justo Sport” μέχρι και το 1986 όταν και τα έκλεισε.
Απο το 1990 ήταν αποκλειστικός αντιπρόσωπος των προϊόντων της φίρμας "Lacoste" στις περιοχές Saint-Georges και Portet-sur-Garonne, Ασχολήθηκε και με το στοίχημα, ήταν μέλος της εβδομαδιαίας στοιχηματικής εφημερίδας Lotofoot Magazine, ενώ για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 έφτιαξε και blog με τον τίτλο 13buts.com .
Την 1η Μαρτίου του 2023 σε ηλικία 89 ετών άφηνε την τελευταία του πνοή στην πόλη Τουλούζ όπου ζούσε απο το 1965 και η κηδεία του τελέστηκε σε στενό οικογενειακό και φιλικό κύκλο. Παράλληλα, η Γαλλική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία τίμησε τη μνήμη του θρύλου της θεσπίζοντας ενός λεπτού σιγή και χειροκρότημα σε όλα τα ποδοσφαιρικά γήπεδα της χώρας κατά τις επόμενες αγωνιστικές ημέρες.
Τζάνι Ινφαντίνο (Πρόεδρος FIFA): «Με μεγάλη θλίψη μάθαμε για την απώλεια του Ζιστ Φοντέν. Ήταν ένα είδωλο του παιχνιδιού και η μυθική του παρουσία το 1958 τσιμέντωσε την κληρονομιά του ως ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες στην ιστορία των Μουντιάλ. Το ρεκόρ των 13 γκολ σε ένα τουρνουά παραμένει αξεπέραστο και η σφραγίδα του στο ποδόσφαιρο θα μνημονεύεται για πάντα.»
Φιλίπ Ντιαλό (Υπηρεσιακός Πρόεδρος Γαλλικής Ομοσπονδίας): "Ο θάνατος του Ζιστ Φοντέν βυθίζει το γαλλικό ποδόσφαιρο σε βαθιά συγκίνηση και απέραντη θλίψη. Έγραψε μία από τις πιο όμορφες, χρυσές σελίδες στην ιστορία της εθνικής μας ομάδας"
