Ο Λουίς Αραγονιές συνέδεσε το ονομά του με την Ατλέτικο Μαδρίτης τόσο ως παίκτης όσο και ως προπονητής, δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι πρόσφατα είχε τους περισσότερους τίτλους στον σύλλογο ενώ είναι και ο πρώτος σε παρουσίες. Παράλληλα ο "σοφός της Χορταλέζα" οδήγησε την εθνική Ισπανίας στον πρώτο της μεγάλο τίτλο μετά το 1964 και έβαλε τις βάσεις για την κυριαρχία της Ισπανίας σε παγκόσμιο επίπεδο τα επόμενα τέσσερα χρόνια.
Γεννήθηκε στις 28 Ιουλίου του 1938 στην περιοχή Χορταλέζα της Μαδρίτης και ξεκίνησε την καριέρα του στην Χετάφε με την οποία έκανε ντεμπούτο το 1957 και την οποία βοήθησε την επόμενη χρονιά να προβιβαστεί στην δεύτερη κατηγορία.
Το 1958 μετεγγράφηκε στην Ρεάλ Μαδρίτης χωρίς όμως να μπορέσει να έχει πολλές συμμετοχές. Δόθηκε δανεικός σε Ουέλβα απο τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 1959 με 18 συμμετοχές και 5 τέρματα, στην Χέρκουλες απο τον Ιούλιο έως τον Δεκέμβριο του 1959 με 17 συμμετοχές και 10 γκολ.
Ουμπέντα, AD Plus Ultra με 8 εμφανίσεις και 11 τέρματα και ο τελευταίος δανεισμός στην Οβιέδο με την οποία έκανε ντεμπούτο στην πρώτη κατηγορία στις 11 Δεκεμβρίου του 1960 κόντρα στην Μαγιόρκα έχοντας 30 συμμετοχές και 4 γκολ.
Απο την στιγμή που έμεινε ελεύθερος θα βρεθεί στην Σεβίλλη για την Μπέτις, με την οποία θα αγωνιστεί σε 86 παιχνίδια πετυχαίνοντας 33 τέρματα, απο το 1961 έως το 1964. Τον Μάιο του 1964, η Ατλέτικο συμφώνησε με την Μπέτις για την μετακίνηση στο ποσό των 11 εκατομμυρίων πεσετών, ενώ στην συμφωνία συμπεριλήφθηκε και η παραχώρηση των παικτών Χεσούς Μαρτίνεθ «Κόλο» και Κάρλος Μεντόσα ως ανταλλάγματα για να ολοκληρωθεί η μετακίνηση.
Θα συνδέσει τα καλύτερα χρόνια της ποδοσφαιρικής του καριέρας και στο "Βιθέντε Καλντερόν" θα του δοθεί η μπαγκέτα του δημιουργού αναλαμβάνοντας τις εκτελέσεις των φάουλ και των πέναλντι. 370 συμμετοχές και 173 τέρματα δεύτερος σκόρερ στην ιστορία του συλλόγου πίσω απο τον Γκριεζμάν, στην δεκαετία στην οποία παρέμεινε στους "ροχιμπλάνκος".
Κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα το 1966, το 1970 και το 1973, 2 Κύπελλα το 1965 και το 1972 ενώ ήταν πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος το 1970. Παράλληλα ήταν φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών κόντρα στην Μπάγερν Μονάχου το 1974 στο Χέιζελ των Βρυξελλών.
Μάλιστα ήταν αυτός που στο πρώτο παιχνίδι σκόραρε στο 114', όμως ο Σβάρτσενμπεργκ στο 120' ισοφάρισε και οδήγησε σε δεύτερο παιχνίδι όπου η Μπάγερν επικράτησε με 4-0. Θα φορέσει την φανέλα της εθνικής 11 φορές, κάνοντας ντεμπούτο στις 8 Μαϊου του 1965 κόντρα στην Σκωτία στην Γλασκώβη.
Τελευταίο του παιχνίδι κόντρα στην Ουγγαρία σε φιλικό παιχνίδι στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου" στις 12 Ιανουαρίου του 1972 έχοντας πετύχει και τρία τέρματα.
Την περίοδο 1974-1975 έχοντας αγωνιστεί σε εννιά παιχνίδια θα του ζητηθεί να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Ατλέτικο έχοντας και την σύμφωνη γνώμη των πρώην συμπαικτών του και θα την οδηγήσει στην κατάκτηση του Διηπειρωτικού Κυπέλλου κόντρα στην Ιντεπεντιέντε.
Θα κατακτήσει το Κύπελλο το 1976 και την επόμενη χρονιά το Πρωτάθλημα, αλλά στις 8 Μαϊου του 1978 θα αποχωρήσει, έχοντας σε 169 παιχνίδια, 84 νίκες, 36 ισοπαλίες και 49 ήττες.
Η διοίκηση του τότε προέδρου Βιθέντε Καλδερόν είχε ήδη αποφασίσει να φέρει νέο προπονητή, τον Έκτορ Νούνιες. Ο Αραγονιές, αντιλαμβανόμενος το παρασκήνιο και τις εσωτερικές κινήσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου, όπως του Σαλβαδόρ Σάντος Καμπάνο, αποφάσισε να διευκολύνει την κατάσταση υποβάλλοντας την παραίτησή του.
Υπήρχε έντονη φθορά στις σχέσεις του με συγκεκριμένους διοικητικούς παράγοντες της ομάδας, κάτι που έκανε το κλίμα στο εσωτερικό του συλλόγου μη αναστρέψιμο. Στις 10 Οκτωβρίου του 1978 δέχτηκε να επιστρέψει αμέσως για να βοηθήσει τον αγαπημένο του σύλλογο σε μια δύσκολη στιγμή.
Έμεινε στον πάγκο για λιγότερο από έναν μήνα, μέχρι τις 7 Νοεμβρίου 1978, καθοδηγώντας την ομάδα σε 5 παιχνίδια με 3 νίκες και 2 ισοπαλίες. Με το τέλος του πρωταθλήματος τον Ιούνιο του 1979, η διοίκηση αποφάσισε να δώσει ξανά τα κλειδιά της ομάδας στον «Σοφό της Χορταλέθα» αλλά κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του αγώνα με την Μπιλμπάο, το κοινό της Μαδρίτης ξέσπασε σε έντονες αποδοκιμασίες κατά του Αραγονιές και της διοίκησης.
Ο Αραγονιές, όντας μια εμβληματική προσωπικότητα και οπαδός της Ατλέτικο, δήλωσε ότι δεν άντεχε να βλέπει την ομάδα να υποφέρει και προτίμησε να διευκολύνει τον σύλλογο υποβάλλοντας την παραίτησή του την επόμενη κιόλας ημέρα στις 17 Μαρτίου του 1980 ύστερα απο 35 παιχνίδια με 14 νίκες, 11 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Στις 29 Απριλίου του 1981 ανέλαβε την Ρεάλ Μπέτις, η θητεία του στον πάγκο του συλλόγου της Ανδαλουσίας αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη, λόγω έντονων προβλημάτων υγείας, συγκεκριμένα, σφοδρών πονοκεφάλων), ο Αραγονιές αποχώρησε από την τεχνική ηγεσία στις 20 Σεπτεμβρίου του 1981 σε 3 παιχνίδια με 2 νικες και 1 ήττα.
Το καλοκαίρι του 1982, ο ιστορικός πρόεδρος της Ατλέτικο, Βιθέντε Καλδερόν, τον κάλεσε πίσω στο «Μανθανάρες» για να επαναφέρει τη σταθερότητα σε μια ομάδα που διένυε περίοδο αγωνιστικής κάμψης.
Κατέκτησε το Κύπελλο του 1985 νικώντας στον τελικό την Αθλέτικ Μπιλμπάο, το Σούπερ Καπ του 1985 και οδήγησε την ομάδα στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης το 1986 στην Λυών, όπου ηττήθηκε από την Ντινάμο Κιέβου.
Στις 10 Ιουνίου του 1986 ύστερα απο 210 παιχνίδια με 110 νίκες, 46 ισοπαλίες και 54 ήττες, παρότι το συμβόλαιό του έληγε κανονικά στις 30 Ιουνίου, ο ίδιος ζήτησε να αποδεσμευτεί νωρίτερα, λόγω έντονης ψυχολογικής και σωματικής κόπωσης, ένιωθε άδειος από ενέργεια μετά από τέσσερα συνεχόμενα, άκρως απαιτητικά χρόνια στον πάγκο των «ροχιμπλάνκος» (1982–1986), καθώς και διαφωνιών με τη διοίκηση.
Υπήρχε έντονη τριβή με τον τότε πρόεδρο σχετικά με τις μεταγραφές και το μέλλον της ομάδας και έτσι αποχώρησε. Όμως στις 3 Φεβρουαρίου 1987 τα κακά αποτελέσματα για μία ακόμη φορά ώθησε την διοίκηση της Ατλέτικο να στραφεί για άλλη μια φορά στον Αραγονιές και του ζήτησε να επιστρέψει εσπευσμένα για να «σώσει» τη χρονιά, να επαναφέρει την πειθαρχία στα αποδυτήρια και να σταθεροποιήσει τον σύλλογο.
Δέχθηκε να βοηθήσει την αγαπημένη του ομάδα μόνο μέχρι το τέλος της συγκεκριμένης περιόδου έως τις 30 Ιουνίου 1987, και σε 25 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 3 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1987 ανέλαβε την Μπαρτσελόνα σε μια ιδιαίτερα ταραχώδη χρονιά όπου κατάφερε να κερδίσει το Κύπελλο του 1988 κόντρα στην Σοσιεδάδ. Στις 28 Απριλίου 1988, 23 ποδοσφαιριστές της ομάδας και ο ίδιος ο Αραγονιές συγκεντρώθηκαν στο ξενοδοχείο Hesperia, εκεί, διάβασαν ένα μανιφέστο με το οποίο ζητούσαν την παραίτηση του προέδρου Ζοζέπ Λουίς Νούνιες.
Αιτία της σύγκρουσης ήταν οι οικονομικές διαφωνίες και τα συμβόλαια για τα δικαιώματα εικόνας των παικτών σε σχέση με την εφορία. Τελικά ο πρόεδρος Νούνιες προχώρησε σε ριζική εκκαθάριση της ομάδας, απέλυσε τον Αραγόνιες στις 23 Μάϊου του 1988 ύστερα απο 50 παιχνίδια με 23 νίκες, 13 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Και ο ίδιος όμως ταλαιπωρήθηκε έντονα από κατάθλιψη και κρίσεις άγχους, γεγονός που τον είχε αναγκάσει να απουσιάσει προσωρινά από τον πάγκο της ομάδας κατά τη διάρκεια της σεζόν. Στις 12 Ιουνίου του 1990 η Εσπανιόλ του έκανε πρόταση να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία και του έδωσε την ευκαιρία να επιστρέψει στους πάγκους της πρώτης κατηγορίας και να παραμείνει στην ίδια πόλη την Βαρκελώνη, χωρίς την έντονη πίεση για πρωταθλητισμό που είχε στην Μπαρτσελόνα.
Θα παραμείνει μέχρι τις 11 Ιουνίου του 1991 όπου σε 46 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 12 ισοπαλίες και 17 ήττες και στις 11 Ιουνίου του 1991 θα αναλάβει για έκτη φορά την Ατλέτικο, με τον Χεσούς Χιλ, να στρέφεται προς τον «Σοφό της Χορταλέθα», για να φέρει σταθερότητα και νοοτροπία νικητή στην ομάδα.
Στις 2 Φεβρουαρίου 1993 απολύθηκε ουσιαστικά ως άμεση συνέπεια της ταπεινωτικής ήττας με 0-5 από την Μπαρτσελόνα μέσα στο στάδιο Βιθέντε Καλντερόν για το Κύπελλο Ισπανίας. Το αποτέλεσμα αυτό εξόργισε τον ιδιόρρυθμο πρόεδρο του συλλόγου, Χεσούς Χιλ και αποτέλεσε το «κερασάκι στην τούρτα» σε μια περίοδο που υπήρχε ήδη έντονη εσωτερική πίεση και διαφωνίες για τη διαχείριση της ομάδας, ύστερα απο 79 παιχνίδια με 44 νίκες, 15 ισοπαλίες και 20 ήττες.
Υπήρξε έντονο ενδιαφέρον και προκαταρκτικές επαφές με τη Βαλένθια, η οποία έψαχνε σταθερότητα, είχε δεχτεί κρούσεις από συλλόγους του Μεξικού, αλλά ο ίδιος προτιμούσε να παραμείνει στο κορυφαίο επίπεδο του ισπανικού πρωταθλήματος, ενώ παρότι δεν μετουσιώθηκε σε επίσημη πρόταση, το όνομά του συζητήθηκε και για άλλες ομάδες της πρωτεύουσας, όμως η προοπτική της Σεβίλλης αποδείχθηκε η πιο ελκυστική.
Πείστηκε από το φιλόδοξο αθλητικό πλάνο του προέδρου Λουίς Κουερβάς, διέθετε ένα εξαιρετικά ποιοτικό ρόστερ με παίκτες όπως ο Ντάβορ Σούκερ και ο Ντιέγκο Σιμεόνε, προσφέροντάς του την ιδανική ευκαιρία να πάρει «εκδίκηση» και να οδηγήσει την ομάδα ξανά στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.
Στις 22 Ιουνίου του 1993 ανέλαβε οδηγώντας την ομάδα στις υψηλές θέσεις του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ μέχρι και τις 19 Ιουνίου του 1995 όπου σε 90 παιχνίδια είχε 38 νίκες, 26 ισοπαλίες και 26 ήττες. Ο κύκλος του έκλεισε και ο τότε ισχυρός και φιλόδοξος πρόεδρος της Βαλένθια, Πάκο Ρόιχ, είχε ξεκινήσει μια τεράστια οικονομική επένδυση για να επαναφέρει τις «νυχτερίδες» στην κορυφή.
Προσέφερε στον Αραγονιές ένα εξαιρετικά δελεαστικό συμβόλαιο και εγγυήσεις για ένα ρόστερ πρωταθλητισμού. Διέθετε μεγαλύτερη οικονομική επιφάνεια εκείνη την εποχή από τη Σεβίλλη, γεγονός που του επέτρεπε να διεκδικήσει άμεσα το πρωτάθλημα Ισπανίας.
Την πρώτη διεκδίκησε το Πρωτάθλημα αλλά έμεινε τελικά δεύτερη η Βαλένθια 4 βαθμούς πίσω απο την Ατλέτικο αλλά στις17 Νοεμβρίου του 1996 υπέβαλε την παραίτησή του λόγω της πλήρους ρήξης των σχέσεών του με τον εκκεντρικό πρόεδρο Πάκο Ρόιχ, με κύριο σημείο τριβής την αναγκαστική μεταγραφή και τη συμπεριφορά του Βραζιλιάνου αστέρα Ρομάριο.
Ο πρόεδρος Πάκο Ρόιχ επέμενε να φέρει τον Ρομάριο στην ομάδα για να ικανοποιήσει το κοινό, παρά την αντίθετη γνώμη του Αραγονιές. Ο προπονητής δεν μπορούσε να ανεχτεί την απειθαρχία του Βραζιλιάνου, γεγονός που οδήγησε σε έντονους τσακωμούς στην προπόνηση (όπως το ιστορικό στιγμιότυπο όπου ο Αραγονιές του φώναζε «Κοιτάξτε με στα μάτια!»)
Ο Αραγονιές ένιωθε ότι ο Ρόιχ και άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου υπονόμευαν το έργο του και επενέβαιναν διαρκώς σε καθαρά αγωνιστικά ζητήματα. Η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο όταν ο Αραγονιές επιτέθηκε δημόσια σε μέλη της διοίκησης (χαρακτηρίζοντας μάλιστα τον σύμβουλο Χάιμε Μολίνα ως «ψεύτη γελωτοποιό».
Είχε προσπαθήσει να παραιτηθεί ήδη από τον Αύγουστο του 1996, όμως τότε η διοίκηση δεν το είχε κάνει δεκτό. Τελικά, στα μέσα Νοεμβρίου, η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο. Ο Ρόιχ αποδέχτηκε την παραίτησή του και λίγες ημέρες αργότερα τον αντικατέστησε ο Χόρχε Βαλδάνο.
Στις 30 Ιουνίου του 1997 για δεύτερη φορά ανέλαβε την Μπέτις, καθώς βρήκε εκεί ένα άκρως φιλόδοξο αθλητικό πρότζεκτ με μια έτοιμη, κορυφαία ομάδα, ενώ τον συνέδεε και ένα έντονο συναισθηματικό δέσιμο με τον σύλλογο.
Παρέμεινε μέχρι τις 18 Μαϊου του 1998 ύστερα απο 48 παιχνίδια με 21 νικες, 11 ισοπαλίες και 16 ήττες, λόγω της ασφυκτικής πίεσης και των παρεμβάσεων του ιδιόρρυθμου προέδρου Μανουέλ Ρουίθ ντε Λοπέρα, σε συνδυασμό με την έντονη αποδοκιμασία μερίδας των οπαδών.
Η διοίκηση προσπάθησε να επιβάλει στον Αραγονιές τον αποκλεισμό ή την περιθωριοποίηση συγκεκριμένων παικτών, όπως του Κροάτη αριστερού μπακ Ρόμπερτ Γιάρνι, γεγονός που ο εγωισμός του δεν μπορούσε να ανεχτεί.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν 1997-98, η Μπέτις δεν απέδωσε το ελκυστικό ποδόσφαιρο των προηγούμενων ετών. Μεγάλο μέρος των οπαδών τον αποδοκίμαζε έντονα, με τον ίδιο να δηλώνει απογοητευμένος: «Ήθελα να κλείσω την καριέρα μου εδώ, αλλά αφού δεν με θέλουν...».
Φεύγοντας από τον σύλλογο, ο Αραγονιές άφησε μια ξεκάθαρη αιχμή για τον τρόπο που διοικούσε ο Λοπέρα, δηλώνοντας: «Υπάρχουν εκείνοι που ζουν 300 χρόνια γονατιστοί και άλλοι μόνο μιάμισι μέρα, αλλά όρθιοι».
Στις 23 Ιουνίου του 1999 ανέλαβε την Οβιέδο, μια Οβιεδο που είχε ξεχωριστή θέση στην καρδιά του. Εκεί είχε κάνει το επίσημο ντεμπούτο του στην πρώτη κατηγορία ως ποδοσφαιριστής τη σεζόν 1960-61 (δανεικός από τη Ρεάλ Μαδρίτης).
Η επιστροφή του ως προπονητής είχε έντονο ρομαντικό χαρακτήρα ενώ για να πείσει έναν προπονητή του δικού του βεληνεκούς, η διοίκηση της Οβιέδο του προσέφερε ένα πολύ υψηλό συμβόλαιο, ύψους 150 εκατομμυρίων πεσετών, με σκοπό να φέρει σταθερότητα και κύρος στα αποδυτήρια
Η Οβιέδο είχε γλιτώσει οριακά τον υποβιβασμό την προηγούμενη χρονιά και ο πρόεδρος Εουχένιο Πριέτο έψαχνε μια ισχυρή προσωπικότητα που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους παίκτες και να κρατήσει την ομάδα στην κατηγορία χωρίς περιπέτειες.
Κάτι που το κατάφερε και στις 22 Μαϊου του 2000 αποφάσισε να αποχωρήσει ύστερα απο 44 παιχνίδια με 14 νίκες, 13 ισοπαλίες και 17 ήττες. Παρά την επιτυχία του να κρατήσει την Οβιέδο στην κατηγορία, ο σύλλογος αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και εσωτερικές διαφωνίες.
Ο Αραγονιές ένιωθε ότι η ομάδα δεν μπορούσε να του εγγυηθεί τις μεταγραφές που χρειαζόταν για να κάνει το βήμα παραπάνω. Ο νέος και φιλόδοξος πρόεδρος της Μαγιόρκα, Ματέου Αλεμάνι, έκανε τα πάντα για να τον φέρει, του έδωσε τα «κλειδιά» της ομάδας και τον έπεισε με ένα εξαιρετικό οικονομικό και αθλητικό πακέτο.
Οδήγησε τη Μαγιόρκα στην 3η θέση του πρωταθλήματος με 71 βαθμούς, παραμένει μέχρι σήμερα η υψηλότερη θέση που έχει καταλάβει ποτέ ο σύλλογος στην ιστορία του στην πρώτη κατηγορία ισοφαρίζοντας το επίτευγμα του Έκτορ Κούπερ από το 1999).
Εξασφάλισε για πρώτη φορά την απευθείας πρόκριση της ομάδας στους χρυσούς ομίλους του UEFA Champions League για την επόμενη περίοδο έχοντας σε 44 παιχνίδια, 25 νίκες, 11 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Στις 24 Ιουνίου του 2001 θα επιστρέψει για έβδομη και τελευταία φορά στην τεχνική ηγεσία της Ατλέτικο Μαδρίτης, αποτελώντας ίσως την πιο συναισθηματική και «ρομαντική» πρόκληση της προπονητικής του καριέρας.
Οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του πρωταθλήματος της Segunda División, εξασφαλίζοντας την πανηγυρική επιστροφή των «ροχιμπλάνκος» εκεί που ανήκαν, ενώ στην πρώτη σεζόν της επιστροφής της στη La Liga, και μάλιστα τη χρονιά που ο σύλλογος γιόρταζε τα 100 χρόνια από την ίδρυσή του, ο Αραγονιές οδήγησε την Ατλέτικο στην 11η θέση, εξασφαλίζοντας μια άνετη και ήρεμη παραμονή χωρίς κινδύνους.
Στις 23 Ιουνίου του 2003, παρά την τεράστια αγάπη του κόσμου, ο Αραγονιές αποφάσισε να αποχωρήσει. Οι σχέσεις του με τη διοίκηση των Χεσούς Χιλ και Ενρίκε Θέρεζο είχαν φθαρεί ξανά λόγω διαφωνιών για τον μεταγραφικό σχεδιασμό. Έχοντας εκπληρώσει στο ακέραιο το χρέος του προς τον σύλλογο της καρδιάς του, παρέδωσε τα ηνία στον Γκρεγκόριο Μανθάνο.
Στην τελευταία του θητεία είχε 87 παιχνίδια, 39 νίκες, 22 ισοπαλίες και 26 ήττες και συνολικά σε 612 παιχνίδια με 308 νίκες, 135 ισοπαλίες και 169 ήττες δεύτερος στην σχετική λίστα πίσω απο τον Ντιέγκο Σιμεόνε, ενώ μέχρι πρόσφατα μέχρι να τον ξεπεράσει ο Ντιέγκο Σιμεόνε ήταν και ο ρέκορντμαν τίτλων για τον σύλλογο.
Στις 9 Οκτωβρίου του 2003 θα αναλάβει για δεύτερη φορά την Μαγιόρκα ως «σανίδα σωτηρίας» για να βγάλει την ομάδα από την αγωνιστική κρίση, μετά την απόλυση του Πορτογάλου προπονητή Ζάιμε Πατσέκο λόγω ενός πολύ κακού ξεκινήματος στο πρωτάθλημα.
Η διοίκηση του Ματέου Αλεμάνι στράφηκε στον Αραγονιές ήταν το απόλυτο είδωλο στο νησί, καθώς δύο χρόνια νωρίτερα (2001) είχε οδηγήσει την ομάδα στην ιστορική 3η θέση της La Liga και στο Champions League.
Η Μαγιόρκα βρισκόταν χαμηλά στον βαθμολογικό πίνακα και χρειαζόταν μια ισχυρή προσωπικότητα με τεράστια εμπειρία για να ανατρέψει την κατάσταση και να εξασφαλίσει την παραμονή. Ο πρόεδρος ήξερε ότι ο Αραγονιές ήταν ο μόνος που μπορούσε να πάρει το 100% από τον Σαμουέλ Ετό, ο οποίος εκείνη την περίοδο χρειαζόταν ξανά τον ποδοσφαιρικό του «πατέρα», ενώ έψαχνε ένα γνώριμο περιβάλλον για να επιστρέψει άμεσα στη δράση.
Παρά τις αρχικές δυσκολίες, σταθεροποίησε την ομάδα και την οδήγησε τελικά στην 11η θέση της La Liga, ενώ παράλληλα έφτασε μέχρι τη φάση των «16» του Κυπέλλου UEFA και σε 40 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 5 ισοπαλίες και 18 ήττες.
Την 1η Ιουλίου του 2004 θα αποδεχθεί την πρόταση της ισπανικής ομοσπονδίας για να αναλάβει την εθνική ομάδα. Θα την οδηγήσει στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Γερμανίας όπου θα αποκλειστεί απο την Γαλλία στην φάση των "16".
Δύο χρόνια αργότερα θα αναδειχθεί Πρωταθλητής Ευρώπης στα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας για πρώτη φορά μετά το 1964 βάζοντας τις βάσεις της Ισπανίας που πρωταγωνίστησε την επόμενη τετραετία, συνολικά σε 54 παιχνίδια είχε 38 νίκες, 12 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Παρόλα αυτά η Ισπανική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία επέλεξε να μην του ανανεώσει το συμβόλαιο, παρά το γεγονός ότι οδήγησε την Εθνική Ισπανίας στην κατάκτηση του Euro 2008 ο «Σοφός» αναζητούσε μια νέα πρόκληση.
Η Φενέρμπαχτσε τον έπεισε να υπογράψει διετές συμβόλαιο, είχε μόλις ολοκληρώσει την πιο επιτυχημένη ευρωπαϊκή σεζόν της ιστορίας της, φτάνοντας μέχρι τα προημιτελικά του UEFA Champions League υπό τις οδηγίες του Ζίκο.
Η διοίκηση έψαχνε έναν προπονητή παγκόσμιας κλάσης για να κάνει το επόμενο βήμα στην Ευρώπη, διέθετε τεράστια οικονομική επιφάνεια εκείνη την περίοδο και κατέθεσε μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση προσφέροντάς του παράλληλα υψηλό μπάτζετ για μεταγραφές.
Ένιωσε ότι η ομοσπονδία δεν τον στήριξε στις δύσκολες στιγμές της προκριματικής φάσης. Αν και η κοινή γνώμη άλλαξε μετά τον θρίαμβο στα γήπεδα της Αυστρίας και της Ελβετίας, ο ίδιος είχε ήδη δώσει τον λόγο του στους Τούρκους.
Στα 69 του χρόνια, ο Αραγονιές δεν είχε εργαστεί ποτέ εκτός των ισπανικών συνόρων, η προοπτική να προπονήσει έναν σύλλογο με τόσο φανατικό κοινό και γεμάτο γήπεδο αποτέλεσε το ιδανικό κίνητρο για το κλείσιμο της σπουδαίας καριέρας του.
Η θητεία του στην Κωνσταντινούπολη αποδείχθηκε τελικά σύντομη και δύσκολη, καθώς απολύθηκε στις 2 Ιουνίου του 2009 μετά από μια κακή χρονιά όπου η ομάδα τερμάτισε 4η στο πρωτάθλημα και έχασε στον τελικό του Κυπέλλου Τουρκίας, έχοντας σε 53 παιχνίδια, 28 νίκες, 11 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Αν και παρέμεινε ανοιχτός σε προτάσεις για κάποιο διάστημα, η ηλικία του και η επιθυμία του για ηρεμία τον κράτησαν μακριά από τους πάγκους. Όπως δήλωσε αργότερα, φεύγοντας από την Τουρκία γνώριζε μέσα του ότι το κεφάλαιο της προπονητικής είχε ουσιαστικά κλείσει.
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 2011 ο Λορέντσο Σέρα Φερέρ τον προσέγγισε για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Μαγιόρκα αλλά ήταν αρνητικός, είχε μείνει μακριά από τους πάγκους για περισσότερο από δύο χρόνια και ένιωθε ότι ο κύκλος του στην καθημερινότητα των συλλόγων είχε κλείσει.
Στα 73 του χρόνια, η πίεση του πρωταθλητισμού και της La Liga φάνταζε πλέον υπερβολική για τον ίδιο.
Τον Δεκέμβριο του 2013, σε ηλικία 75 ετών ανακοίνωσε και επίσημα την οριστική του απόσυρση από το ποδόσφαιρο. Στη δήλωσή του ανέφερε χαρακτηριστικά: «Η ηλικία με απέσυρε. Πλέον είναι πολύ δύσκολο για μένα να προπονήσω".
Το 2001 του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο Βασιλικού Τάγματος Αθλητικής Αξίας, το 2010 τιμήθηκε ως μέλος της Εθνικής Ισπανίας για την κατάκτηση του Euro 2008 και το 2014 του απονεμήθηκε το Χρυσό Μετάλλιο της Κοινότητας της Μαδρίτης λίγες ημέρες πριν φύγει απο την ζωή.
Την 1η Φεβρουαρίου του 2014 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 75 ετών στην κλινική CEMTRO της Μαδρίτης απο λευχαιμία. Στην Χορταλέζα στην συνοικία στην οποία γεννήθηκε ανεγέρθη προς τιμήν του μνημείο, ενώ το 2013 σε ψηφοφορία του World Soccer κατέλαβε την 36η θέση στους κορυφαίος προπονητές όλων των εποχών.
Το 2014 του απονεμήθηκε μεταθανάτια ο Μεγαλόσταυρος του Βασιλικού Τάγματος, ο Δήμος Μαδρίτης μετονόμασε τον κεντρικό δρόμο σε "Λεώφορο Λούις Αραγονιές" που οδηγεί στο νέο στάδιο της Ατλέτικο, το Riyadh Metropolitano.
Το όνομά του προστέθηκε στον σταθμό του μετρό "Estadio Metropolitano - Luis Aragonés" που εξυπηρετεί το γήπεδο.
Οι οπαδοί της Ατλέτικο συγκέντρωσαν χρήματα μέσω crowdfunding και το 2021 αποκαλύφθηκε το άγαλμά του έξω από το στάδιο. Επισης τα παπούτσια και τα προσωπικά του αντικείμενα αποτελούν τον κεντρικό πυρήνα του μουσείου της Ατλέτικο.