Μαζί με τον Τζιοβάνι Τραπατόνι ο Ούντο Λάτεκ είναι οι μοναδικοί που έχουν καταφέρει να πανηγυρίσουν την κατάκτηση και των τριών ευρωπαϊκών κυπέλλων, με τον Λάτεκ μάλιστα να το καταφέρνει με τρεις διαφορετικές ομάδες.
Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 1935 στην πόλη Μπόζεμπ στην Ανατολική Πρωσία που τώρα ανήκει στην Πολωνία. Με την ολοκλήρωση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάστηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους μετακομίζοντας πρώτα στην Δανία για δύο χρόνια και στην συνέχεια στην Δυτική Γερμανία στο Βίπερφιρτ.
Ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στις SSV Marienheide μέχρι το 1955, στην Μπάγερν Λεβερκούζεν απο το 1955 έως το 1958 με 30 εμφανίσεις και 12 τέρματα και στην VfR Wipperfurth απο το 1958 έως το 1962 και ενώ παράλληλα σπούδαζε για να γίνει καθηγητής φυσικής αγωγής. Δούλεψε για τέσσερις μήνες σε σχολείο στο Λουντινγκχάουζεν και το 1961 στο Τρόισντορφ
Το 1962 θα πάρει μετεγγραφή για την Οσναμπρικ, με την οποία θα αγωνιστεί σε 70 παιχνίδια ως κεντρικός επιθετικός με κύριο προσόν του το ψηλό παιχνίδι πετυχαίνοντας 34 γκολ μέχρι και το 1965. Θα αποφασίσει να ακολουθήσει μαθήματα προπονητικής έχοντας ως δάσκαλο τον Χάνες Βαισβάιλερ.
Ο Βαισβάιλερ θα είναι αυτός που θα τον προτείνει στην Γερμανική Ομοσπονδία για το πόστο του τεχνικού της εθνικής νέων. Με την ιδιότητα αυτή ήταν στο προπονητικό τιμ του Χέλμουτ Σέν δίνοντας το παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας το 1966.
Τον Μάρτιο του 1970 η Μπάγερν Μονάχου αποφασίζει να απολύσει τον προπονητή της Μπράνκο Ζέμπετς που είχε έρθει σε κόντρα με τους ποδοσφαιριστές και με την προτροπή του Φράντς Μπεκενμπάουερ θα κάνουν πρόταση προς τον Λάτεκ.
Μάλιστα ο ίδιος ο Μπεκενμπάουερ πήγε στο σπίτι του εκ μέρους των Βαυαρών για να τον πείσει να δεχτεί. Ο Λατεκ δέχτηκε παρότι απο αρκετούς εκφραζόταν η αμφιβολία για το εάν θα καταφέρει, μιας και δεν είχε πρότερη εμπειρία στο να κοουτσάρει ομάδα.
Θα τους διαψεύσει όμως αφού θα βάλει τις βάσεις για την δημιουργία της μεγάλης Μπάγερν της δεκαετίας του '70, αφού θα κατακτήσει 3 συνεχόμενα Πρωταθλήματα το 1972, το 1973 και το 1974, 1 Κύπελλο το 1971 και το Κύπελλο Πρωταθλητριών του 1974 κόντρα στην Ατλέτικο Μαδρίτης σε διπλό τελικό στο Χέιζελ στις Βρυξέλλες.
Το κακό ξεκίνημα της σεζόν 1974-1975 τον οδήγησε στην απόλυση στις 2 Ιανουαρίου του 1975, ύστερα από 231 παιχνίδια μετρώντας 142 νίκες, 47 ισοπαλίες και 42 ήττες. Μετά την Μπάγερν υπήρξε ανεπίσημο ενδιαφέρον από συλλόγους της Ολλανδίας και του Βελγίου, καθώς η φήμη του μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1974 με την Μπάγερν είχε εκτοξευθεί.
Ωστόσο, ο ίδιος ήθελε να παραμείνει στην Γερμανία για να αποδείξει στην Μπάγερν ότι έκανε λάθος που τον απέλυσε. Δέχτηκε πρόταση από τη Ροτ-Βάις Έσεν, με τη διοίκηση της οποίας συναντήθηκαν σε μια τοπική παμπ, όπου ήπιαν και υπέγραψαν επίσημο μονοετές συμβόλαιο για τη σεζόν 1975-1976.
Όταν ο εμβληματικός τεχνικός της Γκλάντμπαχ, Χένες Βαϊσβάιλερ, ανακοίνωσε ότι θα αποχωρήσει στο τέλος της σεζόν για να αναλάβει την Μπαρτσελόνα. η διοίκηση των «πουλαριών» έψαχνε έναν κορυφαίο αντικαταστάτη για να διατηρήσει την ομάδα στην κορυφή.
Ο μάνατζερ του συλλόγου, Χέλμουτ Γκράσχοφ, προσέγγισε κρυφά τον Λάτεκ, για τον ίδιο τον Λάτεκ, το να αναλάβει αυτή την ομάδα ήταν ένα όνειρο, αλλά υπήρχε ένα τεράστιο νομικό και ηθικό εμπόδιο είχε ήδη δώσει τα χέρια αλλού.
Μόλις τον κάλεσε η πρωταθλήτρια Γκλάντμπαχ, ο Λάτεκ αποφάσισε να αθετήσει τη συμφωνία του με την Έσεν. Όταν ο Τύπος τον κατηγόρησε ως καιροσκόπο, εκείνος απάντησε με μια φράση που έμεινε στην ιστορία του γερμανικού ποδοσφαίρου: «Εσείς τι θα κάνατε αν είχατε να επιλέξετε ανάμεσα σε ένα ποδήλατο (Έσεν) και μια Μερσεντές (Γκλάντμπαχ);»
Η Γκλάντμπαχ χρειάστηκε να πληρώσει ένα σημαντικό χρηματικό ποσό ως αποζημίωση στη Ροτ-Βάις Έσεν για να σπάσει το συμβόλαιο, και έτσι ο Λάτεκ κάθισε τελικά στον πάγκο της. Θα κατακτήσει δύο ακόμα Πρωταθλήματα το 1976 και το 1977, θα την οδηγήσει στον χαμένο τελικό του Πρωταθλητριών το 1977 στην Ρώμη από την Λίβερπουλ και στους διπλούς τελικούς του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ κόντρα στον Ερυθρό Αστέρα Βελιγραδίου όπου κατέκτησε το τρόπαιο.
Αν και η Γκλάντμπαχ κατέκτησε το Κύπελλο UEFA εκείνη τη σεζόν στο γερμανικό πρωτάθλημα η εικόνα της ήταν απογοητευτική. Η ομάδα τερμάτισε στη 10η θέση της βαθμολογίας, μένοντας πολύ μακριά από τη διεκδίκηση του τίτλου.
Ο Λάτεκ συνειδητοποίησε ότι ο κύκλος εκείνης της σπουδαίας ομάδας είχε κλείσει, μεγάλα αστέρια είχαν ήδη αποχωρήσει ή ετοιμάζονταν να φύγουν (όπως ο Άλαν Σίμονσεν που μεταγράφηκε στην Μπαρτσελόνα το 1979 και ο αρχηγός Μπέρτι Φογκτς που αποσύρθηκε από την ενεργό δράση).
Η ομάδα χρειαζόταν ριζική ανανέωση και μετά από τέσσερα έντονα χρόνια, ο Λάτεκ ένιωσε ότι είχε προσφέρει όσα μπορούσε στον σύλλογο, ήθελε να αλλάξει περιβάλλον. Στις 30 Ιουνίου του 1979 ύστερα απο 186 παιχνίδια με 93 νίκες, 51 ισοπαλίες και 42 ήττες θα αποχωρήσει απο το "Μπέκελμπεργκ" .
Ήδη από το 1979, το όνομά του βρισκόταν στα μπλοκάκια μεγάλων ευρωπαϊκών συλλόγων, η Μπαρτσελόνα τον είχε προσεγγίσει ανεπίσημα, ενώ υπήρχε φιλολογικό ενδιαφέρον και από ιταλικές ομάδες που γοητεύονταν από το γερμανικό στυλ πειθαρχίας και τακτικής.
Σχεδόν κάθε μεγάλη γερμανική ομάδα που άλλαζε προπονητή εκείνη την περίοδο εξέταζε την περίπτωσή του, ωστόσο, ο ίδιος επέλεξε την Ντόρτμουντ λόγω της δυναμικής του κόσμου της και της πρόκλησης να αναστήσει έναν «κοιμώμενο γίγαντα».
Είχε συζητηθεί το όνομά του ως πιθανός διάδοχος στην Εθνική Γερμανίας, αλλά η ομοσπονδία επέλεξε τελικά λύσεις μέσα από το δικό της παραδοσιακό σύστημα (Γιούπ Ντέρβαλ). Τον Μάρτιο του 1979, ο νεαρός τότε δικηγόρος Δρ. Ράινχαρντ Ράουμπαλ ανέλαβε τη διοίκηση της ομάδας με σκοπό να τη σώσει από την οικονομική και αγωνιστική παρακμή.
Ο Ράουμπαλ έκανε την υπέρβαση και έπεισε τον Λάτεκ, ο οποίος είχε μόλις ανακοινώσει ότι θα αποχωρούσε από την Γκλάντμπαχ, να αναλάβει το πρότζεκτ. Η Ντόρτμουντ του πρόσφερε ένα εξαιρετικό συμβόλαιο και την υπόσχεση ότι θα είχε τον χρόνο να χτίσει μια νέα ομάδα από την αρχή.
Ωστόσο, η διετία του εκεί (1979–1981) θεωρείται από τις πιο μέτριες της καριέρας του, καθώς το ρόστερ δεν είχε το ταλέντο της Μπάγερν ή της Γκλάντμπαχ. Παρόλα αυτά τη σεζόν 1979–80 οδήγησε την Ντόρτμουντ στην 6η θέση του πρωταθλήματος, εξασφαλίζοντας την επιστροφή του συλλόγου στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, στο Κύπελλο UEFA μετά από πολλά χρόνια απουσίας έχοντας σε 73 παιχνίδια 33 νίκες, 15 ισοπαλίες και 25 ήττες.
Στις αρχές του 1981, ο έφηβος γιος του Λάτεκ, Ντιρκ, έχασε τη μάχη με τη λευχαιμία. Το γεγονός αυτό συγκλόνισε τον Γερμανό τεχνικό και όπως εξομολογήθηκε ο ίδιος αργότερα, η παραμονή του στη Γερμανία και στο περιβάλλον του Ντόρτμουντ του προκαλούσε αφόρητο ψυχικό πόνο, καθώς όλα του θύμιζαν την απώλεια του παιδιού του.
Ένιωσε την ανάγκη να φύγει από τη χώρα για να διαχειριστεί το πένθος του και μέσα σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, η Μπαρτσελόνα του κατέθεσε επίσημη πρόταση για να αντικαταστήσει τον Ελένιο Ερέρα.
Η προοπτική να ζήσει και να εργαστεί σε μια ξένη χώρα, μακριά από τη γερμανική πραγματικότητα, λειτούργησε ως διέξοδος. Η Ντόρτμουντ σεβάστηκε απόλυτα την κατάστασή του και τον άφησε ελεύθερο να αποχωρήσει λίγο πριν το τέλος της σεζόν 1980–81 για να υπογράψει στους Καταλανούς.
Θα κατακτήσει το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1982 κόντρα στην Σταντάρ Λιέγης στο "Καμπ Νου" και το καλοκαίρι του 1982 θα έρθει ο Ντιέγκο Μαραντόνα. Με τον Αργεντίνο ο Λάτεκ θα έρθει σε κόντρα, δεν θα διστάσει όταν θα καθυστερήσει να είναι παρών στην καθορισμένη ώρα αναχώρησης να φύγει χωρίς αυτόν.
Μπροστά στον κίνδυνο η ακριβή επένδυση να μην πιάσει τόπο και ενώ το κλίμα έγινε ακόμα πιο βαρύ λόγω ορισμένων αρνητικών αποτελεσμάτων στο πρωτάθλημα και το τελειωτικό χτύπημα δόθηκε στις 27 Φεβρουαρίου 1983, όταν η Μπαρτσελόνα ηττήθηκε εντός έδρας από τη Ρασίνγκ Σανταντέρ με 0-2, μένοντας πίσω στη μάχη του τίτλου.
Μετά και απο αυτήν την εξέλιξη η διοίκηση των Καταλανών θα προχωρήσει στην απόλυση του στις 3 Μαρτίου του 1983 ύστερα απο 80 παιχνίδια στα οποία είχε 43 νίκες, 20 ισοπαλίες και 17 ήττες.
Το όνομά του εξετάστηκε σοβαρά και από την Κολωνία, η οποία παραδοσιακά έψαχνε κορυφαίους Γερμανούς τεχνικούς. Ο Λάτεκ είχε στενούς δεσμούς με την πόλη, εκεί είχε σπουδάσει και είχε πάρει το δίπλωμα προπονητικής δίπλα στον Βαϊσβάιλερ. Αν και υπήρξαν διερευνητικές επαφές δεν προχώρησε.
Λόγω της πρόσφατης κατάκτησης του Κυπέλλου Κυπελλούχων με την Μπαρτσελόνα (1982), ο Λάτεκ είχε δεχτεί ανεπίσημες ενοχλήσεις από ισπανικούς και ιταλικούς συλλόγους. Ωστόσο, μετά την έντονη πίεση που βίωσε στην Καταλονία και την κόντρα του με τον Μαραντόνα, ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι ήθελε μόνο να επιστρέψει στην ασφάλεια και την πειθαρχία του γερμανικού πρωταθλήματος
Το καλοκαίρι του 1983 η Μπάγερν ήταν στην αναζήτηση προπονητή με τον Ούλι Χένες να προτείνει την επιστροφή του Λάτεκ στο Μόναχο, τον άνθρωπο που τον ανέδειξε. Στο δεύτερο πέρασμα του θα κατακτήσει 3 Πρωταθλήματα το 1985, το 1986 και το 1987, 2 Κύπελλα το 1984 και το 1986 ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1987 στο "Πράτερ" της Βιέννης κόντρα στην Πόρτο.
Ύστερα απο 189 παιχνίδια με 116 νίκες, 46 ισοπαλίες και 27 ήττες θα αποχωρήσει και θα απέχει απο την προπονητική. Μετά από τέσσερα χρόνια συνεχούς πρωταθλητισμού στη δεύτερη θητεία του (1983–1987), η πίεση για καθημερινές νίκες στο Μόναχο είχε καταβάλει τον Λάτεκ.
Ο ίδιος δήλωσε ότι ένιωθε «αδειανός» από ενέργεια και κίνητρα, έχοντας κουραστεί από τη διαρκή έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας και τις απαιτήσεις της διοίκησης. το τελειωτικό χτύπημα στην ψυχολογία του δόθηκε στις 27 Μαΐου 1987, στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Βιέννη εναντίον της Πόρτο.
Η Μπάγερν ήταν το απόλυτο φαβορί και προηγούνταν με 1-0 μέχρι το 77ο λεπτό, μέσα σε τρία λεπτά, η Πόρτο γύρισε το μαχνίδι σε 1-2 (με το ιστορικό τακουνάκι του Μαντζέρ και το γκολ του Ζουαρί). Αυτή η απώλεια του τροπαίου πλήγωσε βαθιά τον Λάτεκ και επιτάχυνε την απόφασή του να απομακρυνθεί από τους πάγκους της πρώτης γραμμής.
Παρά την παλιά τους φιλία, οι σχέσεις του Λάτεκ με τον πανίσχυρο γενικό διευθυντή της Μπάγερν, Ούλι Χένες, είχαν ψυχρανθεί κατά την τελευταία σεζόν. Υπήρχαν διαφωνίες σχετικά με τον σχεδιασμό της ομάδας και τη μεταγραφική πολιτική, με τον Λάτεκ να νιώθει ότι η παρέμβαση της διοίκησης στο έργο του είχε γίνει υπερβολική.
Το καλοκαίρι του 1987, αμέσως μετά τον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με την Μπάγερν, η Κολωνία του προσέφερε τη θέση του Αθλητικού/Τεχνικού Διευθύντή. Μετά από ένα σύντομο πρώτο πέρασμα από τη διοίκηση της Κολωνίας, έκανε ένα διάλειμμα για να εργαστεί με μεγάλη επιτυχία ως αθλητικός συντάκτης και τηλεοπτικός σχολιαστής.
Το 1990 επέστρεψε και πάλι στον ρόλο του Αθλητικού Διευθυντή της Κολωνίας και στις αρχές της σεζόν 1991-92, η Κολωνία απέλυσε τον προπονητή Έριχ Ρουτεμέλερ. Όντας ήδη Διευθυντής Ποδοσφαίρου του συλλόγου, ο Λάτεκ προσφέρθηκε να καθίσει στον πάγκο για ένα και μόνο παιχνίδι ως υπηρεσιακός τεχνικός, ώστε να δοθεί χρόνος στη διοίκηση να βρει τον αντικαταστάτη.
Έχοντας πλέον ολοκληρώσει το συμβόλαιό του με την Κολωνία, ο Λάτεκ ένιωσε ξανά την επιθυμία να κοουτσάρει. Το καλοκαίρι του 1992, δέχθηκε την πρόταση της Σάλκε για να αναλάβει ως μόνιμος πρώτος προπονητής για τη νέα σεζόν
Με τους "βασιλικούς μπλέ" θα παραμείνει μέχρι τον Ιανουάριο του 1993 έχοντας σε 19 παιχνίδια 6 νίκες, 6 ισοπαλίες και 7 ήττες. Η ομάδα βρισκόταν στην 11η θέση του βαθμολογικού πίνακα της Bundesliga κατά τη χειμερινή διακοπή, απέχοντας πέντε βαθμούς από τις θέσεις που εξασφάλιζαν την έξοδο στο Κύπελλο UEFA.
Ο τότε ισχυρός πρόεδρος της Σάλκε, Γκίντερ Άιχμπεργκ είχε επενδύσει πολλά χρήματα και περίμενε πρωταγωνιστική πορεία, αλλά ο Λάτεκ, γνωστός για τον ισχυρό χαρακτήρα του, ήρθε σε σύγκρουση με τον Άιχμπεργκ.
Ο πρόεδρος της Σάλκε, που αποκαλούνταν χαρακτηριστικά «Βασιλιάς Ήλιος» για τον συγκεντρωτικό τρόπο που διοικούσε, αποφάσισε να λύσει το συμβόλαιο του έμπειρου προπονητή στην ανάπαυλα του πρωταθλήματος στις 16 Ιανουαρίου του 1993.
Ο ίδιος ο Λάτεκ είχε αρχίσει να κουράζεται από την καθημερινότητα των πάγκων και μετά την απόλυσή του, αποφάσισε να αποσυρθεί προσωρινά από την προπονητική και να επικεντρωθεί σε μια επιτυχημένη καριέρα ως τηλεοπτικός σχολιαστής και αρθρογράφος.
Μετά απο αυτή την εξέλιξη ανακοίνωσε την απόσυρση του απο την ενεργό προπονητική και στην συνέχεια ασχολήθηκε ως τηλεσχολιαστής, αρθρογράφος στην εφημερίδα Die Welt και στο περιοδικό Κicker και πέντε αγωνιστικές πριν την λήξη της σεζόν 1999-2000 ήρθε η πρόταση απο την Μπορούσια Ντόρτμουντ να την αναλάβει και να την βοηθήσει να αποφύγει τον υποβιβασμό.
Με βοηθό τον Ματίας Ζάμερ θα πετύχει 2 νίκες , θα αποσπάσει 2 ισοπαλίες και θα γνωρίσει 1 ήττα, θα την φέρει τελικά στην 11η θέση θα αποφύγει το μοιραίο και θα γνωρίσει την αποθέωση απο 75.000 οπαδούς μετά την νίκη κόντρα στην Χέρτα Βερολίνου.
Τον Αύγουστο του 2010 θα υποστεί έμφραγμα αλλά χάρις στην επέμβαση της γυναίκας του θα αποφύγει τα χειρότερα. Το 2011 και το 2012 θα υποβληθεί σε εγχειρήσεις στον εγκέφαλο για να αφαιρέσει καλοήθης όγκους.
Τον Οκτώβριο του 2013 μέσω της εφημερίδας Bild η σύζυγός του Χίλντεγκαρντ θα αποκαλύψει ότι πάσχει απο Πάρκινσον, ενώ έπασχε παράλληλα και απο γεροντική άνοια.
Στις 31 Ιανουαρίου του 2015 έφευγε απο την ζωή σε ηλικία 80 ετών, η Bundesliga τίμησε τη μνήμη του κρατώντας ενός λεπτού σιγής πριν από την έναρξη όλων των αγώνων της αγωνιστικής που ακολούθησε τον θάνατό του.
Η Μπάγερν Μονάχου άνοιξε επίσημο βιβλίο συλλυπητηρίων στο μουσείο της, δίνοντας την ευκαιρία σε εκατοντάδες φιλάθλους και προσωπικότητες να αποτίσουν φόρο τιμής. : Κορυφαίοι σύλλογοι στους οποίους εργάστηκε, όπως η Μπαρτσελόνα, η Μπορούσια Μένχενγκλαντμπαχ και η Μπορούσια Ντόρτμουντ, εξέδωσαν επίσημες ανακοινώσεις εξαίροντας την προσφορά του, ενώ ο Φραντς Μπεκενμπάουερ τον αποχαιρέτησε δημόσια χαρακτηρίζοντάς τον ως έναν σπουδαίο φίλο και δάσκαλο.
Στην τελετή αποχαιρετισμού του στην Κολωνία παρευρέθηκαν κορυφαία στελέχη του γερμανικού ποδοσφαίρου, όπως ο τότε εκτελεστικός διευθυντής της Μπάγερν, Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε, και ο πρόεδρος της Γερμανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας Βόλφγκανγκ Νίρσμπαχ.
Κατά τη διάρκεια της κηδείας του, εκπληρώνοντας την επιθυμία του, ακούστηκε το εμβληματικό τραγούδι «I Did It My Way» του Φρανκ Σινάτρα, ως σύμβολο της έντονης και αυτόνομης προσωπικότητάς του
Δεν θεωρήθηκε ο καλύτερος στην τακτική η ότι έφερε κάτι επαναστατικό στο ποδόσφαιρο αλλά διατηρούσε πολύ καλή επαφή με τους ποδοσφαιριστές του. Το 2013 το ESPN και το World Soccer τον κατέταξαν στην 19η και στην 36η θέση για τους καλύτερους προπονητές όλων των εποχών, ενώ το 2019 το France Football τον τοποθέτησε στην 30η θέση στην αντίστοιχη λίστα.