www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

7/8/26

Ζαν Πιερ Παπέν Ο "άνθρωπος γκολ"


 Όταν το 1991 ο Ζαν Πιερ Παπέν κατακτούσε την "Χρυσή Μπάλα", ναι μεν ήταν ο τρίτος Γάλλος που το κατάφερνε, όμως ήταν ο πρώτος που άνηκε σε γαλλικό σύλλογο. Πρόκειται για έναν απο τους κορυφαίους Γάλλους επιθετικούς που μάλιστα τα γκολ που πετύχαινε με βολέ απο πολύ δύσκολες γωνίες ονομάστηκαν προς τιμήν του "Παπινάδες".

Γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1963 στην Βουλώνη στην βόρεια Γαλλία, και απο μικρή ηλικία έδειχνε το ταλέντο του στο ποδόσφαιρο, μιας και ο πατέρας του Γκι ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής. Όταν οι γονείς του χώρισαν, έμεινε με την γιαγιά του στο Ζερμόν μια πόλη που βρίσκεται στα γαλλοβελγικά σύνορα. 

Τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα θα τα κάνει στην τοπική ομάδα, παίζοντας ως λίμπερο και ακολούθησε η Trith Saint Leger. Σε ηλικία 17 ετών θα ενταχθεί στην Βαλενσιέν για να ακολουθήσει η INF Vichy την τριετία 1981-1984 όπου σε 49 συμμετοχές σημείωσε 13 γκολ

Την περίοδο 1984-1985 θα επιστρέψει στην Βαλενσιέν στην οποία θα κάνει ντεμπούτο στην δεύτερη κατηγορία, πραγματοποιώντας 35 συμμετοχές και πετυχαίνοντας 16 γκολ. Οι περισσότεροι μεγάλοι γαλλικοί σύλλογοι τον θεωρούσαν απλώς έναν «ταλαντούχο παίκτη της Β' κατηγορίας» και δεν ήθελαν να ρισκάρουν οικονομικά για έναν ποδοσφαιριστή χωρίς εμπειρία στο κορυφαίο επίπεδο.

Στη Βαλανσιέν ο Παπέν αμειβόταν με ελάχιστα χρήματα, ήταν σε μια φάση που ήθελε απεγνωσμένα να φύγει για να κάνει το επόμενο βήμα και να εξασφαλίσει ένα καλύτερο συμβόλαιο, νιώθοντας ότι το γαλλικό ποδόσφαιρο δεν του έδινε τις ευκαιρίες που άξιζε.

Η Κλαμπ Μπριζ, μέσω του δικτύου της και των μάνατζερ της εποχής, εντόπισε γρήγορα το σπάνιο ένστικτο του Παπέν στο σκοράρισμα. Άνθρωποι της ομάδας πήγαν στη Γαλλία, τον είδαν να αγωνίζεται και πείστηκαν αμέσως για την αξία του, προσφέροντάς του άμεσα πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η μετακόμιση στο Βέλγιο ήταν για εκείνον πολύ εύκολη σε επίπεδο προσαρμογής, καθώς βρισκόταν ουσιαστικά «δίπλα στο σπίτι του». Θα πετύχει σε 47 συμμετοχές 35 γκολ, θα κατακτήσει το Κύπελλο όπου ήταν ο πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, πετυχαίνοντας δύο γκολ στον τελικό κόντρα στην Σέρκλ Μπρίζ. 

Παράλληλα θα έρθουν και οι πρώτες συμμετοχές στην εθνική Γαλλίας και το καλοκαίρι του 1986 θα υπάρξει ένα μικρό σίριαλ για την απόκτηση του. Θα υπογράψει προσύμφωνο με την Μονακό κατά την διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όμως τότε θα παρέμβει ο Μπερνάρ Ταπί για λογαριασμό της Μαρσέιγ προσφέροντας του τα διπλά απο αυτά που του έδιναν στο πριγκιπάτο.

Φιλολογικό ενδιαφέρον εξέφρασαν και άλλες μεγάλες δυνάμεις της εποχής, όπως η Παρί Σεν Ζερμέν και η Μπορντό, όμως δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τα χρήματα και το όραμα του Ταπί. Το συνολικό ποσό που κόστισε στους "Φωκαείς" ήταν 9 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα, απο τα οποία 6 έως 7 εκατομμύρια φράγκα πήγαν στην Μπρίζ. 

Επίσης πλήρωσε μια «ρήτρα ακύρωσης» αποζημίωση ύψους 2 έως 3 εκατομμυρίων φράγκων στους Μονεγάσκους, προκειμένου εκείνοι να αποδεχθούν την ακύρωση του προσυμφώνου και να αποσυρθούν οριστικά από τη διεκδίκηση του Παπέν. 

Το πρώτο διάστημα ψάχνει να βρει τα πατήματα του και την περίοδο 1987-1988 θα αναδειχθεί πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος με 19 τέρματα. Τα επόμενα χρόνια θα βοηθήσει στην κατάκτηση 4 Πρωταθλημάτων το 1989, το 1990, το 1991 και το 1992 όπου και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ, 1 Κυπέλλου το 1989 όπου στον τελικό πέτυχε τρία γκολ, ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στο Μπάρι το 1991 όπου θα ηττηθεί απο τον Ερυθρό Αστέρα στην διαδικασία των πέναλντι.

Το καλοκαίρι του 1992 η Μίλαν αντιμετωπίζει επιθετικό πρόβλημα ειδικά με τους συνεχόμενους τραυματισμούς του Μάρκο Φαν Μπάστεν και θα στραφεί στο πρόσωπο του αγοράζοντας τον με το ποσό των 11 εκατομμυρίων ευρώ. Ύστερα απο 275 παιχνίδια και 182 τέρματα τρίτος σκόρερ όλων των εποχών αφήνει το "Βελοντρόμ" για να μεταβεί στο Μιλάνο με τους "ροσονέρι" να δίνουν το ποσό των 10 εκατομμυρίων λιρών.

Στην πρώτη του χρονιά θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα, το Ιταλικό Σούπερ Καπ και θα φτάσει σε έναν ακόμα τελικό Κυπέλλου Πρωταθλητριών αλλά και πάλι θα ηττηθεί στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου απο την πρώην του ομάδα την Μαρσέιγ όπου θα αγωνιστεί ως αλλαγή.

Απο την επόμενη χρονιά ο χρόνος του θα μειώνεται παρ΄'όλα αυτά θα φτάσει στην κατάκτηση του δεύτερου συνεχόμενου Πρωταθλήματος, και στο Champions League αν και στον τελικό απέναντι στην Μπαρτσελόνα στο Ολυμπιακό Στάδιο της Αθήνας ήταν εκτός αποστολής.

Βλέποντας ότι δεν είχε μεγάλο χρόνο συμμετοχής, το καλοκαίρι του 1994, αποφασίζει να φύγει απο την Ιταλία έχοντας 76 συμμετοχές και 39 γκολ. Η Τότεναμ έκανε πολύ δυναμικό «μπάσιμο» για να τον φέρει στην Αγγλία, μιας και ο προπονητής της Όσβάλντο Αρντίλες, επιθυμούσε διακαώς να δημιουργήσει ένα ονειρικό επιθετικό δίδυμο, βάζοντας τον Παπέν δίπλα στον Γιούργκεν Κλίνσμαν, ο οποίος είχε επίσης αποκτηθεί εκείνο το καλοκαίρι. 

Παρά το γεγονός ότι οι Λονδρέζοι έφτασαν πολύ κοντά σε συμφωνία με τη Μίλαν, ο Παπέν προτίμησε τη σιγουριά και το στάτους της Μπάγερν. Υπήρξε έντονη φιλολογία και μια διερευνητική κρούση για την επιστροφή του στη Μασσαλία, ωστόσο, η Μαρσέιγ βρισκόταν τότε στη δίνη του οικονομικού και δικαστικού σκανδάλου είχε υποβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία και ήταν αδύνατον να καλύψει το κασέ του.

Η Μπάγερν Μονάχου με εισήγηση του Φραντς Μπεκενμπάουερ, έδειξαν το πιο ζεστό ενδιαφέρον, προσέφεραν στη Μίλαν περίπου 5,5 εκατομμύρια μάρκα και έπεισαν τον Παπέν να μετακομίσει στην Βαυαρία, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο.

Την πρώτη χρονιά δεν θα αγωνιστεί πολύ αφού αντιμετώπιζε προβλήματα τραυματισμών, το καλοκαίρι του 1995 ο Άλεξ Φέργκιουσον θα επιδιώξει να τον φέρει στο Μάντσεστερ για να πλαισιώσει τον Ερίκ Καντονά, αλλά οι Βαυαροί αρνήθηκαν την πρόσφορά των Άγγλων. 

Ούτε όμως και η δεύτερη σεζόν στο Μόναχο ήταν πετυχημένη, με μόνο άξιο αναφοράς το Κύπελλο ΟΥΕΦΑ κόντρα στην Μπορντό, με τον ίδιο να αγωνίζεται μόνο στον πρώτο τελικό. Η διετία του στη Γερμανία σημαδεύτηκε από σοβαρούς τραυματισμούς, κυρίως στο γόνατο και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να χάσει τη θέση του βασικού στην 11άδα της Μπάγερν, να πετύχει μόλις 6 γκολ στην Bundesliga και να νιώθει ότι χρειαζόταν μια νέα αρχή για να ξαναβρεί τα πατήματά του.

Μετά από τέσσερα χρόνια στο εξωτερικό, Μίλαν και Μπάγερν, ο Παπέν ήθελε να επιστρέψει στο γαλλικό πρωτάθλημα, όπου ένιωθε μεγαλύτερη ασφάλεια και εκτίμηση. Η Μπορντό είχε μόλις φτάσει στον τελικό του Κυπέλλου UEFA το 1996 (όπου μάλιστα ηττήθηκε από την Μπάγερν του Παπέν),  έψαχνε έναν έμπειρο, εμβληματικό επιθετικό για να ηγηθεί της νέας ομάδας.

Άν και είχε ακόμη έναν χρόνο συμβόλαιο με την Μπάγερν, μέχρι το 1997), δεν βρισκόταν στα βασικά πλάνα της ομάδας και ο ίδιος επιθυμούσε τον επαναπατρισμό του, οι δύο πλευρές συμφώνησαν να λύσουν τη συνεργασία τους πρόωρα.

Η διοίκηση των Γερμανών (με επικεφαλής τον Καρλ-Χάιντς Ρουμενίγκε και τον Φραντς Μπεκενμπάουερ έδειξε απόλυτο σεβασμό στην προσωπικότητα και την προσφορά του Γάλλου σταρ, δεν στάθηκε εμπόδιο στην επιθυμία του να επιστρέψει στην πατρίδα του και τον άφησε ελεύθερο να διαπραγματευτεί με την ομάδα της αρεσκείας του.

Έτσι μετά απο 40 συμμετοχές και 7 τέρματα το καλοκαίρι του 1996 θα επιστρέψει στην Γαλλία για λογαριασμό της Μπορντό. Την πρώτη χρονιά 1996-1997 θα έχει την εμπιστοσύνη του Ρολάν Κουρμπίς, ενώ την δεύτερη χρονιά θα πάρει και το περιβραχιόνιο του αρχηγού.

Οι συνεχόμενες αλλαγές προπονητών συν την αναρρίχηση του Σιλβέν Βιλτόρ μείωσαν τον χρόνο του, στα 34 προς 35 του χρόνια, ο Παπέν ήθελε να αγωνίζεται τακτικά και να απολαμβάνει το ποδόσφαιρο χωρίς την πίεση του πρωταθλητισμού.

Η Γκινγκάμπ είχε μόλις υποβιβαστεί στη δεύτερη κατηγορία και έψαχνε ένα μεγάλο όνομα που θα της έδινε ώθηση, ποιότητα και προσωπικότητα για να επιστρέψει άμεσα στην πρώτη κατηγορία. Έτσι το καλοκαίρι του 1998 ύστερα απο 70 συμμετοχές και 31 γκολ θα αποχωρήσει και θα υπογράψει στην ομάδα της Βρετάνης.

Θα παίξει μόνο δέκα παιχνίδια πετυχαίνοντας τρία γκολ αφού λίγο μετά το ξεκίνημα της σεζόν, οι συνεχιζόμενοι σωματικοί πόνοι και η κόπωση τον οδήγησαν στην απόφαση τον Οκτώβριο του 1998 να λύσει το συμβόλαιό του και να ανακοινώσει την απόσυρσή του από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Θα συνεχίσει σε ερασιτεχνικό επίπεδο μέχρι το 2004 με την Jeunesse Sportive Saint Pierroise με 12 συμμετοχές και 4 γκολ και στην Union Sportive de Lege Cap Feret με 59 συμμετοχές και 30 γκολόπου και θα κρεμάσει τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια.

Στις 26 Φεβρουαρίου του 1986 στο Παρκ Ντε Πρένς σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Βόρεια Ιρλανδία έκανε ντεμπούτο με τους "πετεινούς". Ήταν στις επιλογές του Ανρί Μισέλ για το Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικό όπου αγωνίστηκε σε τέσσερα παιχνίδια πετυχαίνοντας δύο γκολ κόντρα στον Καναδά και στον μικρό τελικό κόντρα στο Βέλγιο.

Χρειάστηκε να περιμένει έξι χρόνια για να παίξει σε μεγάλη διοργάνωση στο EURO 1992 στην Σουηδία όπου αγωνίστηκε και στα τρία ματς του ομίλου, χωρίς όμως η Γαλλία να μπορέσει να πάρει το εισιτήριο για τα ημιτελικά.

Τελευταία του παρουσία και 54η συνολικά στις 18 Ιανουαρίου του 1995 στην Ουτρέχτη σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Ολλανδία, έχοντας πετύχει και 30 τέρματα. Τον Φεβρουάριο του 2002, η έγκυρη γαλλική εφημερίδα L'Equipe αποκάλυψε ότι ο Φέργκιουσον είχε προσεγγίσει τον Παπέν (ο οποίος είχε μόλις πάρει τα προπονητικά του διπλώματα) για τη θέση του άμεσου συνεργάτη του. 

Παρότι ο Φέργκιουσον το είχε αρνηθεί δημόσια εκείνες τις ημέρες για να κρατήσει χαμηλούς τόνους, η φιλία και η εκτίμηση ανάμεσα στους δύο άνδρες ήταν δεδομένη. Το καλοκαίρι του 2003, όταν ο Κάρλος Κεϊρός άφησε το Μάντσεστερ για να αναλάβει τη Ρεάλ Μαδρίτης, ο Φέργκιουσον έψαχνε ξανά βοηθό. 

Πραγματοποίησε εκτενείς και πολύ σοβαρές συζητήσεις αλλά όπως αποκάλυψε ο ίδιος ο Παπέν λίγο καιρό αργότερα σε συνέντευξή του στο France Football, ο βασικότερος λόγος που δεν προχώρησε η συνεργασία ήταν οικογενειακός

Στο Μάντσεστερ δεν υπήρχε γαλλικό σχολείο εκείνη την περίοδο. Ο Παπέν ανησυχούσε για την προσαρμογή των παιδιών του και τη ζωή της οικογένειάς του στην Αγγλία. Παρά τις πολύωρες και θερμές συζητήσεις, η Γιουνάιτεντ τελικά δεν του κατέθεσε μια επίσημη, γραπτή πρόταση συμβολαίου, με αποτέλεσμα το θέμα να ατονήσει. 

Αμέσως μετά την αποχώρηση του απο την ενεργό δράση το καλοκαίρι του 2004, ξεκίνησε την προπονητική στην FC Bassin d'Arcachon την οποία την οδήγησε στην άνοδο απο την 6η στην 5η κατηγορία  την σεζόν 2005-2006 όπου σε 58 αγώνες είχε 32 νίκες, 17 ισοπαλίες και 9 ήττες.

Το καλοκαίρι του 2006, ο Ζαν-Πιερ Παπέν βρισκόταν σε μια πολύ ιδιαίτερη φάση: είχε μόλις κάνει το «αγροτικό» του στην ερασιτεχνική Αρκασόν και έψαχνε την πρώτη του επαγγελματική ευκαιρία. Αν και η Στρασμπούρ κινήθηκε με αστραπιαία ταχύτητα και απέσπασε την υπογραφή του, το όνομά του είχε συνδεθεί εκείνες τις εβδομάδες με το ενδιαφέρον και άλλων ομάδων
Η Μονακό είχε μια καταστροφική σεζόν (2005-2006) και έψαχνε τον αντικαταστάτη του Φραντσέσκο Γκουιντολίν. Το όνομα του Παπέν οποίος διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις με το Πριγκιπάτο από την εποχή που ήταν παίκτης, «έπαιξε» έντονα στα γαλλικά ρεπορτάζ ως μια λύση με ισχυρή προσωπικότητα που θα συσπείρωνε τον κόσμο, πριν τελικά οι Μονεγάσκοι καταλήξουν στον Λάζλο Μπόλονι.
Παρότι η Μπορντό είχε προπονητή τον Ρικάρντο Γκόμες, υπήρχαν σενάρια που ήθελαν τον Παπέν να εξετάζεται για κάποιο ρόλο στο τεχνικό επιτελείο ή στα τμήματα υποδομής, καθώς ο ίδιος ζούσε μόνιμα στην περιοχή της Μπορντό (εκεί κοντά ήταν και η Αρκασόν) και είχε ισχυρούς δεσμούς με τον σύλλογο.
Πριν από το επίσημο «μπάσιμο» της Στρασμπούρ, δύο ακόμη γαλλικές ομάδες της δεύτερης κατηγορίας που έψαχναν εναλλακτικές λύσεις για τον πάγκο τους είχαν κάνει διερευνητικές επαφές με την πλευρά του Παπέν, βλέποντας την εξαιρετική δουλειά που είχε κάνει στην 5η-6η κατηγορία. 
Ωστόσο, η πρόταση του Φιλίπ Ζινεστές του προέδρου της Στρασμπούρ, ήταν τόσο δελεαστική και άμεση, που δεν άφησε περιθώριο σε καμία άλλη ομάδα να παρέμβει, με τον Παπέν να υπογράφει μέσα σε 48 ώρες.
Την πρώτη χρονιά την οδήγησε στην άνοδο στην μεγάλη κατηγορία, αλλά το καλοκαίρι του 2007 θα δημιουργηθεί μεγάλο ζήτημα. Ο Παπέν ολοκληρώνει μια εξαιρετική σεζόν με τη Στρασμπούρ, τερματίζει 3ος στη Ligue 2 και κερδίζει την άνοδο στην πρώτη κατηγορία. 
Ο πρόεδρος της ομάδας, Φιλίπ Ζινεστές, δηλώνει απόλυτα ικανοποιημένος. Στις 21 Μαΐου 2007, οι δύο πλευρές δίνουν τα χέρια και η Στρασμπούρ ανακοινώνει επίσημα την παραμονή του Παπέν στον πάγκο της ομάδας και για τη νέα σεζόν στη Ligue 1.
Μόλις λίγες ημέρες μετά την επίσημη ανακοίνωση παραμονής του, αποκαλύπτεται στον γαλλικό τύπο ότι ο Παπέν είχε περάσει κρυφά από συνέντευξη με τη διοίκηση της Λανς, η οποία έψαχνε αντικαταστάτη για τον Φράνσις Ζιλό. 

Ο πρόεδρος της Στρασμπούρ αισθάνεται απόλυτα προδομένος από τη στάση του προπονητή του. Η ρήξη εμπιστοσύνης είναι οριστική και, μετά από μια θυελλώδη συνάντηση, ο Παπέν παραιτείται ή απολύεται ουσιαστικά από τη Στρασμπούρ, πριν καν προλάβει να την κοουτσάρει στην πρώτη κατηγορία, έχοντας σε 44 παιχνίδια, 23 νίκες, 13 ισοπαλίες και 8 ήττες. 

Το μεγάλο ρίσκο του Παπέν να αφήσει τη Στρασμπούρ για τη Λανς γυρνάει μπούμερανγκ. Ο πρόεδρος της Λανς, Ζερβέ Μαρτέλ, παρά το αρχικό ενδιαφέρον, αποφασίζει τελικά να μην υπογράψει με τον Παπέν, θεωρώντας ότι δεν έχει ακόμα την απαιτούμενη εμπειρία για το επίπεδο της ομάδας του.

Μετά απο όλο αυτό το σκηνικό, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Κίνας τον προσέγγισε επίσημα.  Παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε αρχικά δημόσια στα γαλλικά μέσα ότι ένα τέτοιο εξωτικό πρότζεκτ τον ενδιέφερε, οι συζητήσεις που ακολούθησαν, σχετικά με τη ζωή εκεί, τη γλώσσα και το οργανωτικό πλάνο, τον οδήγησαν στο να απορρίψει την πρόταση.

Ο Γκι Ρου ξεκινάει καταστροφικά στη Λανς, δεν κερδίζει κανένα από τα πρώτα τέσσερα παιχνίδια και, κατά τη διάρκεια του ημιχρόνου ενός αγώνα με τη Στρασμπούρ, της πρώην ομάδας του Παπέν, αποφασίζει να παραιτηθεί.

Ο πρόεδρος της Λανς, σε κατάσταση πανικού, στρέφεται αμέσως στον ελεύθερο Παπέν. Έτσι, στις 25 Αυγούστου 2007, μόλις τρεις μήνες μετά το αρχικό «μπέρδεμα», ο Παπέν αναλαμβάνει τελικά τη Λανς και στο "Φελίξ Μπολάρ" θα παραμείνει μέχρι τις 30 Ιουνίου του 2009 όπου σε 42 παιχνίδια είχε 14 νίκες, 12 ισοπαλίες και 16 ήττες.

Μετά την αποχώρησή του από τη Λανς το καλοκαίρι του 2008, ο Παπέν είχε μείνει εκτός «κύκλου» και φοβόταν ότι ο ποδοσφαιρικός χάρτης θα τον ξεχνούσε. Όπως δήλωσε και ο ίδιος, αν μείνεις πολύ καιρό εκτός, είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπεις ξανά.

Η Σατορού τον Δεκέμβριο του 2009, βρισκόταν στη 16η θέση της Ligue 2 και κινδύνευε άμεσα με υποβιβασμό μετά την παραίτηση του Ντομινίκ Μπιζοτά. Ο Παπέν είδε την πρόταση ως μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις και να σώσει μια ιστορική ομάδα της κατηγορίας.

Το πρότζεκτ ήταν βραχυπρόθεσμο και ξεκάθαρο: η παραμονή στην κατηγορία με κάθε κόστος, κάτι που τελικά κατάφερε την τελευταία αγωνιστική και σε 19 αγώνες είχε 5 νίκες, 8 ισοπαλίες και 6 ήττες. Η πίεση για την αποφυγή του υποβιβασμού καθ' όλη τη διάρκεια του δεύτερου γύρου ήταν εξαντλητική. Ο ίδιος δήλωσε ότι ένιωθε άδειασε ψυχολογικά από αυτή τη διαδικασία.

Υπήρξε σημαντική απόκλιση απόψεων ανάμεσα στις δύο πλευρές σχετικά με το πλάνο της επόμενης σεζόν. Ο Παπέν ζήτησε εγγυήσεις για οικονομική ενίσχυση και μεταγραφές προκειμένου η ομάδα να πρωταγωνιστήσει, όμως ο σύλλογος δεν μπορούσε να του παρέχει τέτοιο μπάτζετ λόγω οικονομικών στενοτήτων.

Ο Παπέν ένιωθε ότι το να παλεύει απλώς για τη σωτηρία στη δεύτερη κατηγορία δεν τον γέμιζε πλέον ως προπονητή, προτιμώντας να αποχωρήσει με ψηλά το κεφάλι έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του.
Η αποχώρηση τον Μάϊο του 2010, ήταν τόσο κομβική, που ο Παπέν έκανε 10 χρόνια να επιστρέψει σε πάγκο επαγγελματικής ή ημιεπαγγελματικής ομάδας, επιλέγοντας να εργαστεί για μεγάλο διάστημα ως σχολιαστής στην τηλεόραση.

Το 2014, η ομάδα του Αρκασόν προχώρησε σε μια μεγάλη συγχώνευση με την τοπική ομάδα La Teste FC, αλλάζοντας οργανωτικό επίπεδο. Οι άνθρωποι της διοίκησης ζήτησαν από τον Παπέν να ηγηθεί αυτής της νέας προσπάθειας στη National 3 (CFA 2), ο ίδιος είχε επιλέξει να ζει μόνιμα με την οικογένειά του στην περιοχή της Μπορντό και του κόλπου του Αρκασόν. 

Η ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας της τοπικής ομάδας του επέτρεπε να βρίσκεται καθημερινά στο γήπεδο, χωρίς να χρειάζεται να μετακομίσει ή να αποχωριστεί το σπίτι του. Έχοντας κουραστεί από την ακραία πίεση των επαγγελματικών πάγκων, μετά τα περάσματα από Λανς και Σατορού, προτιμούσε σε εκείνη τη φάση της ζωής του να δουλεύει με νεαρούς ποδοσφαιριστές σε ένα πιο αγνό και οικογενειακό περιβάλλον. 

Σε 26 αγώνες είχε 3 νίκες, 6 ισοπαλίες και 17 ήττες για μία σεζόν και στη συνέχεια, επέστρεψε στις τηλεοπτικές του υποχρεώσεις ως σχολιαστής, πριν κάνει το επόμενο μεγάλο προπονητικό του βήμα το 2020

Τον Ιούνιο του 2020  ανέλαβε την C'Chartres Football στο ερασιτεχνικό Πρωτάθλημα στην 4η κατηγορία της Γαλλίας (National 2), με την  διοίκηση να βάζει ως στόχο την άμεση άνοδο στις επαγγελματικές κατηγορίες. 

Ο πρόεδρος του παρουσίασε ένα έτοιμο, οικονομικά εύρωστο πλάνο με ένα από τα μεγαλύτερα μπάτζετ της κατηγορίας. Αυτό έπεισε τον Γάλλο σταρ, ο οποίος δήλωσε: «Όταν αποδέχθηκα την πρόταση, ο στόχος μου έγινε ένας: να ανεβάσω τη Σαρτρ».

Μετά από 10 ολόκληρα χρόνια μακριά από τους πάγκους των εθνικών κατηγοριών, καθώς η τελευταία του δουλειά ήταν στη Σατορού το 2010, ένιωθε έτοιμος να επιστρέψει. Είχε κουραστεί από τον ρόλο του τηλεοπτικού σχολιαστή και έψαχνε ένα σοβαρό πρότζεκτ, χωρίς την ακραία τοξικότητα και την πίεση των μεγάλων συλλόγων της Ligue 1.

Έμεινε στη Σαρτρ μέχρι τις 28 Οκτώβρη του 2022 και σε 35 παιχνίδια είχε 17 νίκες, 7 ισοπαλίες και 11 ήττες, η αποχώρησή του έγινε με κοινή συναινέσει λύση του συμβολαίου του και ο μοναδικός λόγος ήταν η πρόταση-πρόσκληση από την ομάδα της καρδιάς του, την Ολιμπίκ Μαρσέιγ. 

Ο πρόεδρος των Μασσαλών, Πάμπλο Λονγκόρια, του πρόσφερε θέση ειδικού συμβούλου στη διοίκηση του συλλόγου, μια ευκαιρία που δεν μπορούσε να αρνηθεί, η διοίκηση της Σαρτρ σεβάστηκε την επιθυμία του και τον διευκόλυνε να επιστρέψει στο Βελοντρόμ.

Τον Νοέμβριο του 2023, αποφάσισε να επιστρέψει στους πάγκους, αναλαμβάνοντας καθήκοντα πρώτου προπονητή στη δεύτερη ομάδα της Μαρσέιγ. η οποία αγωνιζόταν στις χαμηλότερες εθνικές κατηγορίες.

Στα τέλη του 2024, η κατάσταση στα παρασκήνια έγινε τεταμένη, καθώς υπήρξε έντονη διαφωνία και σύγκρουση ανάμεσα στον ίδιο και τον υπεύθυνο των ακαδημιών, Αλί Ζαράκ, σχετικά με τη διαχείριση και τις παρεμβάσεις στο αγωνιστικό κομμάτι. 

Παρά τις συζητήσεις που έγιναν για να βρεθεί λύση, το κλίμα είχε ήδη βαρύνει. Στο πλαίσιο μιας ευρύτερης εσωτερικής αναδιάρθρωσης του συλλόγου, αποφασίστηκε η ολοκλήρωση της συνεργασίας των δύο πλευρών και αποχώρησε  οριστικά από τη Μαρσέιγ. 

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στην εφημερίδα Ouest-France, ο 62χρονος πλέον θρύλος του γαλλικού ποδοσφαίρου δήλωσε ξεκάθαρα: «Σκέφτομαι σοβαρά τη συνταξιοδότηση», δείχνοντας ότι ο κύκλος του στους πάγκους και στα γήπεδα έχει κλείσει οριστικά.

Συμμετέχει ως κεντρικός ομιλητής σε εκδηλώσεις και συνέδρια με θέμα τη ανθεκτικότητα και τη διαχείριση δυσκολιών, αξιοποιώντας τις εμπειρίες της πλούσιας καριέρας του.

Ασχολήθηκε με την τηλεόραση(TF1, Direct 8, Canal +, BeIn Sport) και το ραδιόφωνο(RTL Foot), ενώ είχε και δική του στήλη στην εφημερίδα Le Foot. Το 2010 συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία ομάδα της Μαρσέιγ στην συμπλήρωση των 110 ετών απο την ίδρυση της, ενώ το 1999 κατέλαβε την 8η θέση στην ψηφοφορία του France Football για τον κορυφαίο Γάλλο ποδοσφαιριστή του 20ου αιώνα. 

Το 1996 όταν η οκτώ μηνών κόρη του, η Έμιλι, διαγνώστηκε με εγκεφαλική παράλυση ως βρέφος, αποφάσισε να ξεκινήσει την λειτουργία του ιδρύματος Neuf de coeur (Nine of Hearts), το οποίο παρέχει υποστήριξη σε οικογένειες που πλήττονται από τη νευρολογική διαταραχή.

Μέχρι πρόσφατα ήταν απο τους κορυφαίους Γάλλους επιθετικούς στα ευρωπαϊκά κύπελλα και δη στο Champions League, μέχρι να τον ξεπεράσει ο Καρίμ Μπενζεμά. To 2013 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο JPP: Le livre anniversaire



 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...