www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

7/8/26

Σέρχιο Γκοικοτσέα Ο "βασιλιάς" των πέναλτι

Το ποδόσφαιρο είναι γεμάτο από ιστορίες με ανθρώπους που κατάφεραν σε ένα παιχνίδι η σε μια διοργάνωση να πετύχουν το απρόβλεπτο και να στρέψουν όλους τους προβολείς της δημοσιότητας πάνω τους. Μία από αυτές τις ιστορίες ήταν και αυτή του Σέρχιο Γκοικοτσέα του τερματοφύλακα της Εθνικής Αργεντινής που στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 με τις απέκρουσεις των πέναλντι την οδήγησε στον τελικό της διοργάνωσης.

Γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου του 1963 στην περιοχή Λίμα του Μπουένος Άιρες και ξεκίνησε την καριέρα του στην τοπική ομάδα το 1976, ενώ στην συνέχεια το 1979 εντάχθηκε στους Club Atletico Defensores Unidos έως και το 1982. 

Το ταλέντο του τράβηξε τα βλέμματα των μεγάλων της Αργεντινής, μία απο αυτές ήταν η Ιντεπεντιέντε
που τον πλησίασε πολύ σοβαρά για να τον αποκτήσει. Όμως ο ίδιος απάντησε  αρνητικά, καθώς το όνειρό του ήταν τελείως διαφορετικό.

Όπως έχει εξομολογηθεί ο ίδιος σε συνεντεύξεις του στο TyC Sports, από την ηλικία των 12 ετών είχε πάθος με τον θρυλικό τερματοφύλακα της Ρίβερ Πλέιτ και της Εθνικής Αργεντινής, Ουμπάλντο Φιλιόλ. 

Όταν έμαθε ότι η Ρίβερ Πλέιτ ενδιαφέρεται για εκείνον, δεν το σκέφτηκε δεύτερη φορά, ήθελε να βρεθεί στον ίδιο σύλλογο με τον Φιλιόλ, ο οποίος αποτελούσε το απόλυτο πρότυπό του. Το 1983 την χρονιά που ο Γκοικοετσέα έπαιρνε μεταγραφή στην Ρίβερ, ο Φιλιόλ αποχωρούσε απο την ομάδα.

Δεν μπόρεσε να βρει βασικό ρόλο στους "μιλιονάριος" μιας και μπροστά του ήταν  ο Πούμπιδο, παρόλα αυτά βρισκόταν στην αποστολή όταν κατέκτησε το Πρωτάθλημα, το Copa Libertadores, το Διηπειρωτικό Κύπελλο το 1986 και το Copa Interamericana το 1987, έχοντας 56 συμμετοχές.

Το καλοκαίρι του 1988, η Σαν Λορένσο κατέθεσε πρόταση στη Ρίβερ Πλέιτ για μια μνημειώδη ανταλλαγή, ο Γκοικοετσέα θα πήγαινε στη Σαν Λορέντσο και ο θρυλικός Παραγουανός τερματοφύλακας Χοσέ Λουίς Σιλαβέρτ θα μετακομίζε στη Ρίβερ Πλέιτ.

Ενώ ο Σιλαβέρτ είχε ήδη ξεκινήσει προπονήσεις με τη Ρίβερ, η μεταγραφή «χάλασε» την τελευταία στιγμή. Οι γιατροί της Σαν Λορέντσο εντόπισαν ένα μικρό, εκ γενετής πρόβλημα στην κλείδα. Επειδή οι γιατροί κράτησαν μυστική την ακριβή αιτία της απόρριψης για λόγους διακριτικότητας, τα ΜΜΕ της Αργεντινής άρχισαν να οργιάζουν. 

Κυκλοφόρησαν κακόβουλες και ψευδείς φήμες ότι ο Γκοϊκοετσέα έπασχε από λευχαιμία, καρκίνο ή AIDS. Ο ίδιος έχει δηλώσει στο Instagram του ότι αυτή ήταν η πιο σκληρή περίοδος της ζωής του, καθώς αναγκάστηκε να δώσει συνεντεύξεις μόνο και μόνο για να αποδείξει ότι είναι υγιής.

Τότε εμφανίστηκε η κολομβιανή Μιγιονάριος του προσέφερε σανίδα σωτηρίας τον Σεπτέμβριο του 1988. Επειδή οι μεταγραφές στην Κολομβία είχαν κλείσει, δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί αμέσως. Έμεινε εκτός για λίγους μήνες και έκανε το επίσημο ντεμπούτο του στις αρχές του 1989. Κατέγραψε 39 συμμετοχές και ο ίδιος έχει δηλώσει σε συνεντεύξεις του ότι η Μιγιονάριος του έδωσε πίσω την ποδοσφαιρική του αξιοπρέπεια, επιτρέποντάς του να βρει τον ρυθμό που τον οδήγησε στο έπος του 1990. 

Η επιστροφή του στην Αργεντινή είχε δρομολογηθεί ήδη από τις αρχές του 1990, καθώς το πρωτάθλημα της Κολομβίας είχε ακυρωθεί οριστικά το 1989 λόγω της δολοφονίας ενός επόπτη από τα καρτέλ ναρκωτικών. 

Ο Γκοϊκοετσέα χρειαζόταν να αγωνίζεται σε ένα ασφαλές και ανταγωνιστικό περιβάλλον για να τον βλέπει ο προπονητής της Εθνικής, Κάρλος Μπιλάρδο. Όταν ολοκληρώθηκε το Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας, όπου μπήκε ως αναπληρωματικός και αναδείχθηκε σε απόλυτο ήρωα της χώρας αποκρούοντας τα πέναλτι με Γιουγκοσλαβία και Ιταλία, η δημοτικότητά του έφτασε στα ύψη. 

Η Ρασίνγκ Κλουμπ κινήθηκε αστραπιαία για να εκμεταλλευτεί το μομέντουμ, προσφέροντάς του τη θέση του βασικού τερματοφύλακα και την ευκαιρία να εξαργυρώσει τη θρυλική του παρουσία στα γήπεδα της πατρίδας του.

Συνολικά, ο "Γκόικο" αγωνίστηκε σε 35 επίσημα παιχνίδια με τη Ρασίνγκ τη σεζόν 1990-1991, προτού κάνει το μεγάλο άλμα το καλοκαίρι του 1991, για πρώτη φορά στην Ευρώπη και τη γαλλική Μπρεστ, εξαργυρώνοντας τις μετοχές του απο την παρουσία του στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Αν και ξεκίνησε ως το μεγάλο αστέρι της ομάδας, η μεταγραφή αυτή αποδείχθηκε μια από τις πιο άτυχες επιλογές της καριέρας του, πρόλαβε να παίξει σε μόλις 11 επίσημα παιχνίδια στο γαλλικό πρωτάθλημα.

Η Μπρεστ αντιμετώπιζε τεράστια χρέη, τα οποία απέκρυψε κατά τη διάρκεια των μεταγραφών και τον Δεκέμβριο του 1991, ο σύλλογος κήρυξε επίσημα πτώχευση. Η γαλλική ομοσπονδία απέβαλε την Μπρεστ από το επαγγελματικό πρωτάθλημα και την υποβίβασε στις ερασιτεχνικές κατηγορίες.

Όλα τα συμβόλαια των παικτών ακυρώθηκαν αυτόματα, ο Γκοϊκοετσέα έχασε τα δεδουλευμένα του και έμεινε ελεύθερος μέσα σε μια νύχτα, επιστρέφοντας άρον-άρον στη Λατινική Αμερική  για να σώσει τη χρονιά ενόψει των υποχρεώσεών του με την Εθνική.

Η Σέρο Πορτένιο τον απέκτησε με βασικό στόχο να ενισχύσει την εστία της αποκλειστικά για το Copa Libertadores του 1992 και το συμβόλαιό του είχε εξ αρχής εξάμηνη διάρκεια. Εκανε εξαιρετική πορεία στη διοργάνωση, αλλά αποκλείστηκε στα προημιτελικά τον Μάιο του 1992 από την Μπαρσελόνα Σπόρτινγκ Κλουμπ στα πέναλτι (το ειρωνικό είναι ότι ο "Γκόικο", ο μετρ των πέναλτι, δεν κατάφερε να δώσει την πρόκριση). Με τον αποκλεισμό αυτό, ο βασικός στόχος της σεζόν χάθηκε και πρόλαβε να καταγράψει 10 συμμετοχές.

Μόλις ολοκληρώθηκε το εξάμηνο συμβόλαιό του τον Ιούνιο του 1992, η Ολίμπια Ασουνσιόν, ο απόλυτος "αιώνιος" αντίπαλος της Σέρο Πορτένιο, κινήθηκε αστραπιαία. Του προσέφερε ένα πολύ πιο δελεαστικό, μακροχρόνιο και οικονομικά ανώτερο συμβόλαιο, πείθοντάς τον να αλλάξει στρατόπεδο μέσα στην ίδια πόλη.

24 συμμετοχές με την φανέλα της Ολίμπια και μετά το τέλος των υποχρεώσεών του το καλοκαίρι του 1993 και τις εξαιρετικές του εμφανίσεις στο Κόπα Αμέρικα με την Εθνική Αργεντινής, εξαργύρωσε αυτή τη γεμάτη χρονιά παίρνοντας τη μεταγραφή για την επιστροφή του στη Ρίβερ Πλέιτ.

Παρά το γεγονός ότι επέστρεψε ως ο εν ενεργεία βασικός τερματοφύλακας της Εθνικής, έχοντας μόλις κατακτήσει το Κόπα Αμέρικα του 1993, κατέγραψε μόλις 2 επίσημες συμμετοχές στο Πρωτάθλημα Αργεντινής.

Αν και η Ρίβερ Πλέιτ κατέκτησε τον τίτλο εκείνης της σεζόν, η συμβολή του "Γκόικο" στο χορτάρι ήταν ελάχιστη, καθώς πέρασε σχεδόν όλο το διάστημα στον πάγκο. Ο τότε προπονητής της Ρίβερ, Ντανιέλ Πασαρέλα, έδειξε από την πρώτη στιγμή την προτίμησή του στον Χαβιέρ Σοντέρο για τη θέση του βασικού τερματοφύλακα.

 Ο παραγκωνισμός του στη Ρίβερ επηρέασε άμεσα την παρουσία του στην Εθνική Αργεντινής, χωρίς αγωνιστικό ρυθμό στα πόδια του, ο Γκοϊκοετσέα άρχισε να δέχεται έντονη κριτική, ειδικά μετά τη βαριά ήττα με 0-5 από την Κολομβία στα προκριματικά.

Όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος ο Γκοϊκοετσέα σε μεταγενέστερες συνεντεύξεις του, η σχέση του με τον Πασαρέλα ήταν ανύπαρκτη και το κλίμα τοξικό. Ο Πασαρέλα τον υποτίμησε ποδοσφαιρικά, γεγονός που ανάγκασε τον Γκοϊκοετσέα να ζητήσει την αποχώρησή του από τον σύλλογο αμέσως μετά το Μουντιάλ του 1994, προκειμένου να πάει στη Μαντιγιού και να ξαναβρεί τη χαρά του παιχνιδιού.

Μετά από δική του παρότρυνση και μεσολάβηση, ο Ντιέγκο Μαραντόνα, που ήταν τιμωρημένος από τη FIFA ως παίκτης λόγω του ντόπινγκ στο Μουντιάλ, ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Μαντιγιού, κάνοντας εκεί το επίσημο ντεμπούτο του ως προπονητής.

Ο Γκοικοετσέα ήταν ο βασικός τερματοφύλακας της ομάδας σε 18 από τις 19 αγωνιστικές του Torneo Apertura 1994. Παρά τις δικές του καλές εμφανίσεις, η ομάδα είχε πολύ φτωχά αποτελέσματα (σημείωσε μόλις 1 νίκη σε 12 παιχνίδια υπό τις οδηγίες του Μαραντόνα.

Τον Δεκέμβριο του 1994, λόγω διοικητικών προβλημάτων και οικονομικών διαφωνιών, ο Μαραντόνα παραιτήθηκε από τον σύλλογο, πιστός στον φίλο και συμπαίκτη του, ο Γκοϊκοετσέα αποχώρησε αμέσως και αυτός από τη Μαντιγιού.

Επόμενος σταθμός η Ιντερνασινάλλ, έφτασε στο Πόρτο Αλέγκρε στις αρχές του 1995 ως μια σπουδαία μεταγραφή. Η Ιντερνασιονάλ αναζητούσε έναν έμπειρο και προσωπικότητα τερματοφύλακα, και ο "Γκόικο" συγκέντρωνε όλα τα βλέμματα λόγω του διεθνούς του κύρους.

Παρότι ξεκίνησε ως ο βασικός γκολκίπερ της ομάδας, η παρουσία του συνέπεσε με την ανάδειξη ενός νεαρού, πολλά υποσχόμενου Βραζιλιάνου τερματοφύλακα: του Αντρέ Ντόρινγκ. Ο Ντόρινγκ έκανε εξαιρετικές εμφανίσεις, κέρδισε σταδιακά την εμπιστοσύνη του προπονητή και περιόρισε τον Γκοϊκοετσέα στον πάγκο κατά το δεύτερο μισό της θητείας του πραγματοποιώντας 24 συμμετοχές.

Βλέποντας ότι δεν θα είχε τον χρόνο συμμετοχής που επιθυμούσε, ο Γκοϊκοετσέα αποφάσισε το 1996 να λύσει το συμβόλαιό του και να επιστρέψει στην Αργεντινή για λογαριασμό της Βέλες Σάρσφιλντ. Κατέγραψε μόλις 2 επίσημες εμφανίσεις στο πρωτάθλημα Αργεντινής αφού είχε εξ αρχής υψηλό βαθμό δυσκολίας, καθώς ο βασικός και αναντικατάστατος τερματοφύλακας (αλλά και αρχηγός) της Βέλες ήταν ο θρυλικός Παραγουανός Χοσέ Λουίς Σιλαβέρτ.

Ο "Γκόικο" αποκτήθηκε ως μια εξαιρετικά αξιόπιστη λύση για τον πάγκο. Παρά τον περιορισμένο χρόνο συμμετοχής του, πρόσθεσε στο παλμαρέ του ακόμη έναν τίτλο, καθώς ήταν μέλος της ομάδας που κατέκτησε το Supercopa Sudamericana το 1996.

Αναζητώντας λεπτά συμμετοχής για τα τελευταία χρόνια της καριέρας του, μετακόμισε στο Ροσάριο για λογαριασμό της Νιούελς Ολντ Μπόις. Αγωνίστηκε σε 17 επίσημα παιχνίδια, αν και ξεκίνησε να παίρνει παιχνίδια στα πόδια του, το σώμα του άρχισε να τον προδίδει. 

Οι συχνοί μυϊκοί τραυματισμοί και οι ενοχλήσεις στα γόνατα δεν του επέτρεψαν να βρει σταθερό ρυθμό. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε πλέον να αποδώσει στο 100% των δυνατοτήτων του, πήρε τη μεγάλη απόφαση να κρεμάσει τα γάντια του. 

Το τελευταίο του επίσημο παιχνίδι στην Primera División της Αργεντινής πραγματοποιήθηκε το 1998 με τη φανέλα της Νιούελς, σε ηλικία 35 ετών.

Στις 6 Δεκεμβρίου του 1986 στο Σαντιάγκο απέναντι στην Κολομβία στο πλαίσιο των Παναμερικανικών Αγώνων έκανε το ντεμπούτο του με την Εθνική Αργεντινής. Κατέκτησε με την "αλμπισελέστε" τα Copa America του 1991 και του 1993 όπου αναδείχθηκε παίκτης της διοργάνωσης, αλλά και το Confederations Cup του 1992 όμως έγινε ευρύτερα γνωστός στο ποδοσφαιρικό κοινό στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990.

Ήταν το 11ο λεπτό της αναμέτρησης με την Σοβιετική Ένωση για την δεύτερη αγωνιστική των ομίλων όταν σε μια σύγκρουση του ο Πούμπιδο με τον Ολαρτικοετσέα ο πρώτος υπέστη κάταγμα κνήμης και περόνης στο δεξί του πόδι και έγινε αναγκαστική αλλαγή με τον Γκοικοετσέα. Ξεκίνησε βασικός στα παιχνίδια με την Ρουμανία και την Ουρουγουάη στην φάση των "16", το άστρο του όμως θα λάμψει στις επόμενες φάσεις.

Στην προημιτελική φάση απέναντι στην Γιουγκοσλαβία το παιχνίδι οδηγήθηκε στην διαδικασία των πέναλτι με τον "El Vasco" να αποκρούει τα σουτ των Μπρνόβιτς κια Χατζιμπέγκιτς περνώντας την στην επόμενη φάση. Στα ημιτελικά απέναντι στην οικοδέσποινα Ιταλία και πάλι το ματς οδηγήθηκε στην παράταση και στην "ρώσικη ρουλέτα"  όπου έπιασε τα πέναλτι των Ντοναντόνι και Σερένα.

Η ειρωνεία είναι ότι σε τρίτο συνεχόμενο παιχνίδι στον τελικό απέναντι στην Γερμανία  κλήθηκε να   αντιμετωπίσει από τα 11 βήματα τον Αντρέας Μπρέμε με τον Γερμανό πλάγιο να αποδεικνύεται ψύχραιμος και να χαρίζει στα "πάντσερ" τον τρίτο τους Παγκόσμιο Κύπελλο. Τα κατορθώματά του δεν πέρασαν απαρατήρητα και για αυτό τον λόγο συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία εντεκάδα του τουρνουά.  
Στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1994 αν και βρισκόταν στην 23αδα δεν αγωνίστηκε σε κανένα από τα τέσσερα παιχνίδια χάνοντας την θέση από τον Λούις Ίσλας, και έτσι η τελευταία του παρουσία κάτω από τα δοκάρια καταγράφεται στις 4 Ιουνίου του 1994 στο Ζάγκρεμπ σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Κροατία για 44η και τελευταία φορά.

Μετά το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε με την τηλεόραση παρουσιάζοντας διάφορα προγράμματα σε αρκετά τηλεοπτικά δίκτυα, Fox Sports, ESPN και η κρατική τηλεόραση της Αργεντινής (TV Pública). Το 2005, ήταν ο συμπαρουσιαστής του Ντιέγκο Μαραντόνα, στη θρυλική και εξαιρετικά δημοφιλή τηλεοπτική εκπομπή La Noche del 10 («Η νύχτα του 10»).

Έγραψε ιστορία στην Αργεντινή ως το κεντρικό πρόσωπο σε πασίγνωστες διαφημιστικές καμπάνιες για επώνυμα ανδρικά εσώρουχα (όπως η μάρκα Eyelit), καταρρίπτοντας τα ταμπού της εποχής για τους ποδοσφαιριστές.

Δοκίμασε τις δυνάμεις του και στην υποκριτική, κάνοντας σύντομες εμφανίσεις (cameos) σε δημοφιλείς τηλεοπτικές σαπουνόπερες και κωμικές σειρές της Αργεντινής, παίζοντας συνήθως τον εαυτό του ή χαρακτήρες που βασίζονταν στη γοητεία του.

Δεν αποκολλήθηκε εντελώς από το χορτάρι. Για πολλά χρόνια συμμετείχε ενεργά σε τουρνουά ποδοσφαίρου σάλας και άμμου για παλαίμαχους), παίζοντας ξανά στην ίδια ομάδα με τον Μαραντόνα και άλλους αστέρες του 1990, χαρίζοντας θέαμα στους φιλάθλους.

Διατηρεί καθημερινή παρουσία στο ραδιόφωνο της Αργεντινής, παρουσιάζοντας εκπομπές που συνδυάζουν το ποδόσφαιρο με την ψυχαγωγία, τη μουσική και τις συνεντεύξεις με προσωπικότητες της χώρας.

Διατηρεί έναν ιδιαίτερα ενεργό λογαριασμό στο Instagram (με εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθους), όπου μοιράζεται στιγμές από την καθημερινότητά του, αναδρομές στη χρυσή εποχή του 1990 και συνεργασίες με μεγάλες εμπορικές εταιρείες (ένδυσης, αυτοκινήτων και αθλητικών ειδών) ως πρεσβευτής τους.






Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...