www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

31/8/26

Τέλε Σαντάνα Το "νήμα της ελπίδας"

Όταν το 2019 το France Football δημοσιοποίησε την λίστα με τους 50 καλύτερους προπονητές όλων των εποχών, ο Τέλε Σαντάνα κατέλαβε την 35η θέση και ήταν ο μοναδικός Βραζιλιάνος. Επίσης στην δεκαετία του '90 το περιοδικό Placar πραγματοποίησε μια  μεγάλη ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν δημοσιογράφοι και παλιοί ποδοσφαιριστές ψηφίστηκε ως ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία της εθνικής Βραζιλίας παρότι δεν μπόρεσε να κατακτήσει το Παγκόσμιο Κύπελλο.


Γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου του 1931 στην πόλη Ιταμπίριντο στην περιοχή του Μίνας Ζεράις και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην τοπική ομάδα Itabirense Esporte Clube, στην συνέχεια στην América de São João del-Rei.

Το 1950 σε ηλικία 19 ετών, ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο για να δοκιμαστεί στις ακαδημίες της Φλουμινένσε, η οποία διέκρινε αμέσως το ταλέντο του και τον ένταξε στο δυναμικό της. Αγωνιζόταν στη θέση του δεξιού ακραίου επιθετικού (εξτρέμ). 

Αν και δεν διέθετε τη μυϊκή δύναμη ή την ταχύτητα άλλων παικτών της εποχής, ξεχώριζε για την εξαιρετική τακτική του ευφυΐα, τη μεταβίβαση της μπάλας και την ακούραστη βοήθεια που προσέφερε στην αμυντική γραμμή, ένα στοιχείο πολύ πρωτοποριακό για επιθετικό εκείνης της περιόδου.

Το 1951 έγινε επαγγελματίας και αγωνίστηκε συνολικά σε 557 παιχνίδια τρίτος στην σχετική λίστα και πέτυχε 164 τέρματα πέμπτος σκόρερ όλων των εποχών. Κατέκτησε τα Campeonato Carioca  του 1951 και του 1959, τα τουρνουά Ρίο-Σάο Πάολο το 1957 και το 1960 και το Ρίο Καπ του 1952.

Με πρωτοβουλία του Μάριο Φίλιο και την συμμετοχή περίπου 4.000 οπαδών του έβγαλαν το παρατσούκλι  "Fio de Esperança(σ.σ. Το νήμα της ελπίδας)". Ήδη είχε τα παρατσούκλια "Flapo" και "Tarzan das Laranjeiras". To 1960 αγωνίστηκε στην Γκουαρανί μέχρι το 1962, ακολούθησε η Μαντουρέιρα και έκλεισε την καριέρα του στην Βάσκο Ντα Γκάμα το 1963.

Με την ολοκλήρωση της καριέρας του ξεκίνησε αμέσως την προπονητική καριέρα απο τα τμήματα υποδομής της Φλουμινένσε κατακτώντας το Πρωτάθλημα του Ρίο Ντε Τζανέιρο το 1968. Την επόμενη χρονιά προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα και κατέκτησε το Campeonato Carioca του 1969 και του Taça Guanabara.

Τον Μάρτιο του 1970, η Ατλέτικο Μινέιρο του κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση για να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία. Για τον Σαντάνα, αυτό αποτελούσε την τέλεια ευκαιρία να επιστρέψει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την πολιτεία Μίνας Ζεράις, όπου ζούσαν και οι γονείς του) και να δοκιμαστεί σε ένα νέο, φιλόδοξο project.

Έχοντας αναλάβει ως υπηρεσιακός/νέος προπονητής τον Ιανουάριο του 1969, κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες να αναδιοργανώσει πλήρως τη Φλουμινένσε, Νιώθοντας ότι δικαίωσε απόλυτα όσους τον εμπιστεύτηκαν στο ξεκίνημά του, έψαχνε το επόμενο μεγάλο βήμα.

Παρά την επιτυχία των τίτλων, υπήρχαν μικρές διαφωνίες με τη διοίκηση της «Φλου» σχετικά με την ενίσχυση του ρόστερ και τις μεταγραφές ενόψει των επόμενων μεγάλων εθνικών διοργανώσεων, γεγονός που διευκόλυνε την απόφασή του να αλλάξει σελίδα.

Στις 11 Απριλίου 1970 ανέλαβε, κατέκτησε το πολιτειακό Πρωτάθλημα του 1970 και την επόμενη χρονιά κατέκτησε το Βραζιλιάνικο Πρωτάθλημα μέχρι και τις 18 Δεκεμβρίου 1972 έχοντας σε 175 παιχνίδια με 94 νίκες, 45 ισοπαλίες και 36 ήττες

Στα τέλη του 1972, ένιωσε ότι η ομάδα είχε φτάσει στο αγωνιστικό της ταβάνι με το υπάρχον υλικό και ότι η αποστολή του είχε ολοκληρωθεί, μετά τον θρίαμβο του 1971, η σεζόν του 1972 δεν είχε την ίδια λάμψη. 

Αποκλείστηκε νωρίς στο Copa Libertadores, ενώ στο εθνικό πρωτάθλημα  τερμάτισε στην 11η θέση, αυτή η πτώση έφερε την πρώτη μουρμούρα και κούρασε ψυχολογικά τον προπονητή. Ζήτησε ριζικές αλλαγές και ενίσχυση του ρόστερ για να κρατήσει την ομάδα στην κορυφή, η διοίκηση, ωστόσο, αντιμετώπιζε οικονομικούς περιορισμούς και δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει τα αιτήματά του, γεγονός που οδήγησε στην κοινή συναινέσει λύση της συνεργασίας τους.

Η αποχώρησή του διευκολύνθηκε από το έντονο ενδιαφέρον της Σάο Πάολο. Ο σύλλογος του επεδίωκε να αλλάξει επίπεδο και του προσέφερε ένα εξαιρετικό project, το οποίο αποδέχτηκε αμέσως για το επόμενο βήμα της καριέρας του το 1973.

Το πρώτο προπονητικό πέρασμα του Τέλε Σαντάνα από τη Σάο Πάολο το 1973 διήρκησε από τις 9 Ιανουαρίου 1973 έως τις 4 Ιουλίου 1973. Αν και είχε υπογράψει συμβόλαιο μονοετούς διάρκειας στις 29 Δεκεμβρίου 1972, η θητεία του ολοκληρώθηκε πρόωρα μετά από μόλις 7 μήνες. 

Καθοδήγησε την ομάδα σε 29 επίσημους και φιλικούς αγώνες, καταγράφοντας 10 νίκες, 14 ισοπαλίες και 5 ήττες. Ήρθε σε σφοδρή ρήξη με τους «σταρ» και τους παλαιότερους παίκτες της ομάδας όπως ο Παρανά και ο Τονίνιο Γκερέιρο, τους οποίους κατηγόρησε για έλλειψη πειθαρχίας. 

Οι παίκτες με τη σειρά τους τον κατηγόρησαν ότι υποβαθμίζει όσους ήταν άνω των 30 ετών, με αποτέλεσμα η διοίκηση να τον απολύσει. Η δεύτερη προπονητική θητεία του Τέλε Σαντάνα στον πάγκο της Ατλέτικο Μινέιρο διήρκεσε από την 1η Αυγούστου 1973 έως τις 21 Οκτωβρίου 1975.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διετίας, έριξε το βάρος στα τμήματα υποδομής, καθιερώνοντας στην πρώτη ομάδα σπουδαίους μετέπειτα θρύλους όπως ο Ρεϊνάλντο και ο Τονίνιο Σερέζο. Μετά από μια περίοδο αγωνιστικής κάμψης και λόγω της απουσίας μεγάλων τίτλων καθώς η ομάδα βρισκόταν σε πλήρη φάση αναδόμησης, η διοίκηση αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία τους ύστερα απο 102 αγώνες με 48 νίκες, 29 ισοπαλίες και 25 ήττες.

Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Μποταφόγκο του Ρίο ντε Τζανέιρο στις 4 Φεβρουαρίου 1976 και ολοκληρώθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1976, κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, οδήγησε την Μποταφόγκο στο Καμπεονάτο Καριόκα (Τοπικό Πρωτάθλημα Ρίο) όπου η ομάδα τερμάτισε στην 4η θέση της τελικής κατάταξης, καθώς και στα πρώτα παιχνίδια του Πρωταθλήματος Βραζιλίας του 1976. 

Η έλλειψη σταθερότητας στο ξεκίνημα του εθνικού πρωταθλήματος και οι διοικητικές τριβές οδήγησαν στη λήξη της συνεργασίας τους τον Σεπτέμβριο και σε 35 αγώνες είχε 17 νίκες, 11 ισοπαλίες και 7 ήττες.

Είχε μόλις μείνει ελεύθερος από τη Μποταφόγκο, η διοίκηση της Γκρέμιο εκτιμούσε βαθύτατα το έργο του: ήταν ο άνθρωπος που το 1970 είχε πάει στην Ατλέτικο Μινέιρο και είχε σπάσει την αντίστοιχη πολυετή κυριαρχία της Κρουζέιρο, οδηγώντας την μάλιστα στον εθνικό τίτλο το 1971. 

Πίστευαν ότι μπορούσε να επαναλάβει το ίδιο «θαύμα» και στον Νότο, βρισκόταν σε βαθιά αγωνιστική εσωστρέφεια και χρειαζόταν έναν προπονητή-νικητή με τεράστιο εκτόπισμα για να αλλάξει τις ισορροπίες στην πολιτεία του Ρίο Γκράντε ντο Σουλ.

Ανέλαβε στις 28 Σεπτεμβρίου 1976 μέχρι και τις 28 Δεκεμβρίου 1977 και σε 84 αγώνες είχε 54 νίκες, 22 ισοπαλίες και 8 ήττες. Οδήγησε τη Γκρέμιο στην κατάκτηση του Campeonato Gaucho το 1977 σπάζοντας την οκταετή ηγεμονία της πανίσχυρης Ιντερνασιονάλ.

Το 1976, αναλαμβάνοντας στα μισά της σεζόν, οδήγησε την ομάδα σε μια αξιοπρεπή πορεία στις ενδιάμεσες φάσεις και το 1977, παρουσίασε ένα εξαιρετικά συμπαγές σύνολο που έφτασε μέχρι τα προημιτελικά των Playoffs της διοργάνωσης.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση αυτής της απόλυτα πετυχημένης θητείας τον Δεκέμβριο του 1977, ο Τέλε Σαντάνα επέστρεψε στο Μπέλο Οριζόντε για την τρίτη (και αήττητη) θητεία του στην Ατλέτικο Μινέιρο.

Ξεκίνησε επίσημα στις 29 Δεκεμβρίου 1977 αμέσως μετά την αποχώρησή του από τη Γκρέμιο και ολοκληρώθηκε στις 29 Οκτωβρίου 1978. Η επιστροφή του προέκυψε καθώς η διοίκηση της «Γκάλο» αναζητούσε τον ιδανικό αντικαταστάτη του Μπαριμπάλντι, θέλοντας να επαναφέρει τον τεχνικό που της είχε χαρίσει το πρώτο εθνικό πρωτάθλημα το 1971.

Σε 58 αγώνες είχε 34 νίκες, 15 ισοπαλίες και 9 ήττες, στο Πρωτάθλημα είχε σταθερή πορεία, αλλά αποκλείστηκε στην τρίτη φάση των ομίλων, τερματίζοντας τελικά στην 34η θέση της γενικής κατάταξης λόγω του εξαιρετικά περίπλοκου συστήματος διεξαγωγής εκείνης της χρονιάς.

Κατέκτησε όμως το Campeonato Mineiro του 1978 και αποχώρησε στα τέλη Οκτωβρίου μετά από διαφωνίες με τη διοίκηση για τον μεταγραφικό σχεδιασμό της επόμενης σεζόν. Στις 16 Φεβρουαρίου 1979 ανέλαβε την Παλμέιρας και στις 21 Φεβρουαρίου του 1980 θα παραιτηθεί για να αναλάβει την εθνική Βραζιλίας και σε 68 αγώνες είχε 39 νίκες, 15 ισοπαλίες και 14 ήττες.

Τον Ιανουάριο του 1980, ο Τζουλιάνο Χαουσέρ ανέλαβε την προεδρία της ομοσπονδίας και η πρώτη του βασική υπόσχεση προς το κοινό ήταν η επιστροφή στις «ρίζες» και η δημιουργία μιας εθνικής ομάδας που θα έπαιζε ελκυστικό ποδόσφαιρο, με στόχο το Μουντιάλ του 1982. 

Ο Χαουσέρ έβλεπε στο πρόσωπο του Τέλε Σαντάνα τον ιδανικό ηγέτη: έναν άνθρωπο με ακέραιο χαρακτήρα, εμμονή με το fair play, αλλά και τη μοναδική ικανότητα να κάνει τους παίκτες να αποδίδουν ελεύθερα στην επίθεση.

Στις 20 Φεβρουαρίου 1980 κάλεσε τον Σαντάνα στα γραφεία της ομοσπονδίας και του προσέφερε επίσημα το τιμόνι της Εθνικής Βραζιλίας. Αναγνωρίζοντας ότι αυτή ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής του, παραιτήθηκε την επόμενη ημέρα από την Παλμέιρας,
Θα αναλάβει την εθνική ομάδα της Βραζιλίας μία απο τις πιο θεαματικές ομάδες που πέρασαν ποτέ με το περίφημο "jogo bonito". Διαθέτοντας εκπληκτικούς ποδοσφαιριστές όπως οι Ζίκο, Σόκρατες, Ζούνιορ και Φαλκάο στα γήπεδα της Ισπανίας στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου ήταν απο τα φαβορί της διοργάνωσης. 

Όμως η Ιταλία του Πάολο Ρόσι είχε διαφορετική άποψη και στο κρίσιμο παιχνίδι της δεύτερης φάσης των ομίλων, οι "ατζούρι" επικράτησαν με 3-2 αφήνοντας την "σελεσάο" εκτός ημιτελικής φάσης. Πολλοί πάντως τον κατηγόρησαν ότι δεν άλλαξε καθόλου το επιθετικό στυλ της ομάδας να το προσαρμόσει κόντρα στην Ιταλία, μιας και η Βραζιλία έπαιρνε ακόμα και με ισοπαλία την πρόκριση για τα ημιτελικά, έχοντας σε 36 αγώνες με 27 νίκες, 6 ισοπαλίες και 3 ήττες.

Μετά τον αποκλεισμό στην Ισπανία το 1982 και την σκληρή κριτική που δέχτηκε, απογοητευμένος και ψυχολογικά εξαντλημένος, παραιτήθηκε από τη Σελασάο και ήθελε να εργαστεί κάπου μακριά από την ασφυκτική πίεση της πατρίδας του.

Ο ιδιοκτήτης και ισχυρός άνδρας της Αλ Αχλί, Πρίγκιπας Αμπντουλάχ, ήταν φανατικός οπαδός του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου και είχε μαγευτεί από το Jogo Bonito της Βραζιλίας του '82. Έβαλε ως προσωπικό στοίχημα να φέρει τον «αρχιτέκτονα» αυτής της ομάδας στην Τζέντα, προσφέροντάς του ένα ασύλληπτο για την εποχή συμβόλαιο, με λευκή επιταγή για τη διαχείριση του συλλόγου.

Ο Σαντάνα δεν πήγε σε ένα άγνωστο περιβάλλον., το ποδόσφαιρο της Σαουδικής Αραβίας είχε αρχίσει να γεμίζει με Βραζιλιάνους γυμναστές και τεχνικούς και αυτό έκανε την προσαρμογή του πολύ πιο εύκολη.
Θα του προσφερθεί ένα πακέτο που κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί, ένα καθαρό ετήσιο συμβόλαιο που άγγιζε τις 250.000 δολάρια ποσό εξωπραγματικό για το 1983, όταν οι κορυφαίοι προπονητές στη Βραζιλία και την Ευρώπη αμείβονταν με ένα μικρό κλάσμα αυτού του ποσού.

Μια υπερπολυτελή έπαυλη βίλα στην Τζέντα, προσωπικό σεφ, οδηγό και ιδιωτική ασφάλεια, όλα καλυμμένα πλήρως από τον σύλλογο. Ιδιωτικές πτήσεις για τον ίδιο και την οικογένειά του για να επισκέπτονται τη Βραζιλία όποτε το επιθυμούσαν, καθώς και τεράστια μπόνους (πριμ) σε μετρητά και χρυσό για κάθε τίτλο που θα κατακτούσε.
Απο τις 8 Δεκεμβρίου 1982 έως τις 14 Μάϊου 1985 κατέκτησε το Κύπελλο του Βασιλιά το 1983, το Πρωτάθλημα Σαουδικής Αραβίας το 1984 και το  Κύπελλο Πρωταθλητριών του Κόλπου το 1985. Τον Νοέμβριο του 1984 η βραζιλιάνικη ομοσπονδία τον προσέγγισε για να αναλάβει και πάλι την εθνική όμως η Άλ Αχλί αρνήθηκε να τον αποδεσμεύσει. 

Λόγω αυτής της άρνησης, η επιστροφή του πήρε αναγκαστική παράταση λίγων μηνών. Η μετακίνηση ολοκληρώθηκε τελικά τον Μάιο του 1985, μόλις ολοκληρώθηκαν οι επίσημες υποχρεώσεις του με τον αραβικό σύλλογο.

Θα αντικαταστήσει τον Εβαρίστο Ντε Μασέδο στον πάγκο της εθνικής μόνο όμως για τα προκριματικά. Έκανε το επίσημο ντεμπούτο της δεύτερης θητείας του στις 2 Ιουνίου 1985 και κάθισε στον πάγκο της ομάδας και για τα 4 κρίσιμα επίσημα παιχνίδια των προκριματικών της ζώνης της Νότιας Αμερικής απέναντι στη Βολιβία και τη Χιλή.

Παρά το γεγονός ότι η ομάδα δεν εντυπωσίασε και κατέγραψε 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 1 ήττα σε αυτούς τους 4 αγώνες, η Βραζιλία τερμάτισε στην 1η θέση του ομίλου της με 4 βαθμούς (με το τότε σύστημα 2 βαθμών ανά νίκη), υπερτερώντας στην ισοβαθμία με τη Χιλή χάρη στην καλύτερη διαφορά τερμάτων (+1 έναντι 0).

Με αυτόν τον δραματικό τρόπο, πέτυχε την αποστολή του, εξασφαλίζοντας το εισιτήριο για τα γήπεδα του Μεξικού. Η επιτυχία αυτή του έδωσε τα ηνία να συνεχίσει στον πάγκο και να χτίσει την ομάδα για την τελική φάση του Μουντιάλ το 1986.

Σε σχέση με την προ τετραετίας εμπειρία του όπου κατηγορήθηκε ότι δεν επέβαλλε την πειθαρχία που απαιτούνταν, έγινε πιο "σκληρός" και για αυτόν τον λόγο απέκλεισε απο την αποστολή τον Ρενάτο Γκαούτσο ο οποίος άργησε σε μια συγκέντρωση της ομάδας.

Όμως μία ακόμη ευρωπαϊκή ομάδα του έκοψε τον δρόμο προς τον τελικό, αυτή την φορά η Γαλλία του Μισέλ Πλατινι στην φάση των "8" όταν και αποκλείστηκε στην διαδικασία των πέναλντι και σε 17 αγώνες είχε 11 νίκες, 4 ισοπαλίες και 2 ήττες. 

Στα 53 παιχνίδια που έκατσε στον πάγκο της είχε απολογισμό, 38 νίκες, 10 ισοπαλίες και 5 ήττες, όγδοος στην σχετική λίστα. Υπέβαλε την παραίτησή του αμέσως μετά τον αποκλεισμό της Βραζιλίας στα προημιτελικά του Μουντιάλ του 1986 στο Μεξικό, το γεγονός ότι η ομάδα του έπαιξε σπουδαίο ποδόσφαιρο, έφτασε στους «8» χωρίς να δεχτεί ούτε ένα γκολ μέχρι εκείνο το ματς, αλλά αποκλείστηκε ξανά χωρίς να σηκώσει την κούπα, τον πλήγωσε βαθύτατα.

Παρά τη λατρεία του κόσμου για το ελκυστικό ποδόσφαιρο που παρουσίαζε (Jogo Bonito), μια μερίδα του βραζιλιάνικου Τύπου του κόλλησε άδικα την ταμπέλα του προπονητή που «παίζει όμορφα αλλά δεν μπορεί να κερδίσει το Μουντιάλ». 

Κουρασμένος από αυτή την άδικη κριτική και την ψυχολογική πίεση, ένιωσε ότι ο κύκλος του στην εθνική έκλεισε οριστικά. Προτιμούσε την καθημερινή τριβή με τους παίκτες στις προπονήσεις των συλλόγων, κάτι που δεν του προσέφερε η εθνική ομάδα και έτσι μετά την αποχώρησή του το 1986, δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στη Σελασάο. 

Η τρίτη και τελευταία προπονητική θητεία του Τέλε Σαντάνα στην Ατλέτικο Μινέιρο ξεκίνησε επίσημα στις 11 Αυγούστου 1987 και ολοκληρώθηκε στις 18 Σεπτεμβρίου 1988. Ανέλαβε εσπευσμένα τα ηνία της ομάδας αντικαθιστώντας τον Ίλτον Σάβες, με σκοπό να ανασυντάξει τον σύλλογο για το νεοσύστατο, εμβληματικό πρωτάθλημα της Copa União (Πρωτάθλημα Βραζιλίας 1987)

Οδήγησε την Ατλέτικο Μινέιρο σε μια εξαιρετική πορεία μέχρι τα ημιτελικά της Copa União, όπου αποκλείστηκε στις λεπτομέρειες από τη Φλαμένγκο του Ζίκο. Κατέκτησε το Campeonato Mineiro του 1988, επικρατώντας στους τελικούς της Κρουζέιρο και κλείνοντας ιδανικά τον κύκλο των τοπικών τίτλων του.

Μετά το ξεκίνημα του νέου Πρωταθλήματος Βραζιλίας στις 18 Σεπτεμβρίου του 1988 και λόγω έντονων διαφωνιών με τη διοίκηση για οικονομικά θέματα και τον σχεδιασμό του ρόστερ, υπέβαλε την παραίτησή του, έχοντας σε 53 αγώνες με 29 νίκες, 15 ισοπαλίες και 9 ήττες και συνολικά 321 παιχνίδια με 172 νίκες, 86 ισοπαλίες και 63 ήττες και τέταρτος στην σχετική λίστα.

Στις 18 Οκτωβρίου 1988 μετακινήθηκε στη Φλαμένγκο και προέκυψε ως μια ηχηρή κίνηση της διοίκησης των «Ρουμπρονέγκρο», οι οποίοι αναζητούσαν έναν προπονητή με τεράστιο κύρος για να επαναφέρει την ομάδα στον δρόμο των επιτυχιών, ενώ εξελίχθηκε σε μια περίοδο ανανέωσης με έναν σημαντικό τίτλο.

Ο Σαντάνα είχε μόλις παραιτηθεί από την Ατλέτικο Μινέιρο στις 9 Οκτωβρίου 1988, μετά από διαφωνίες με τη διοίκηση και η Φλαμένγκο κινήθηκε αστραπιαία και τον προσέγγισε ελάχιστα εικοσιτετράωρα μετά την αποχώρησή του.

Η παρουσία του Ζίκο στο ρόστερ της Φλαμένγκο έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Οι δυο τους διατηρούσαν μια σχέση βαθιάς αμοιβαίας εκτίμησης από τη θρυλική συνύπαρξή τους στην Εθνική Βραζιλίας του 1982 και του 1986, επιθυμούσε να δουλέψει ξανά με τον «Αρχιτέκτονα», διευκολύνοντας τις διαπραγματεύσεις.

Παρά τις προσπάθειες ανασύνταξης, η ομάδα δεν κατάφερε να προκριθεί στην τελική φάση των Playoffs του εθνικού πρωταθλήματος του 1988, αλλά ο Σαντάνα έβαλε τις βάσεις για την επόμενη χρονιά.

Κατέκτησε το Taça Guanabara το 1989, ενώ πιστός στη φιλοσοφία του, προώθησε και καθιέρωσε στην πρώτη ομάδα νεαρά ταλέντα που έγραψαν μετέπειτα ιστορία, όπως ο Μαρσελίνιο Καριόκα και ο Λεονάρντο.

Η πορεία στο Τοπικό Πρωτάθλημα Καριόκα του 1989 δεν είχε την ανάλογη συνέχεια, ενώ άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες σοβαρές διαφωνίες του με τη διοίκηση της Φλαμένγκο για τη μεταγραφική πολιτική και την πειθαρχία στον σύλλογο.

Το περιστατικό με τον Ρενάτο Γκαούτσο ήταν αυτό που έδωσε την χαριστική βολή στην παρουσία του στην "μενγκάο". Ηταν ένας άνθρωπος που απαιτούσε απόλυτο επαγγελματισμό, αυστηρό ωράριο, πειθαρχία στις προπονήσεις και σεβασμό στους κανόνες. 

Από την άλλη, ο Ρενάτο Γκαούτσο ήταν ένας εκρηκτικός και χαρισματικός επιθετικός, γνωστός για την αγάπη του για τη νυχτερινή ζωή του Ρίο, τις παραλίες και την απειθαρχία του (είχε μάλιστα αποκλειστεί από τον Σαντάνα και στην Εθνική Βραζιλίας το 1986 για τον ίδιο λόγο).

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι συνέβη όταν καθυστέρησε επανειλημμένα να εμφανιστεί στις προπονήσεις και στις συγκεντρώσεις της ομάδας στο προπονητικό κέντρο της Φλαμένγκο. Πιστός στις αρχές του, ζήτησε από τη διοίκηση την άμεση και παραδειγματική τιμωρία του παίκτη, καθώς και τον αποκλεισμό του από την αποστολή των επόμενων αγώνων.

Η διοίκηση του συλλόγου, φοβούμενη την αγωνιστική πτώση της ομάδας και την αντίδραση των οπαδών, αποφάσισε να στηρίξει τον ποδοσφαιριστή. Αρνήθηκε να επιβάλει τη βαριά τιμωρία που ζητούσε ο προπονητής, προσπαθώντας να υποβαθμίσει το γεγονός.

Αυτή η στάση αποτελούσε πλήρη αμφισβήτηση της εξουσίας του μέσα στα αποδυτήρια. Θεωρούσε ότι αν ένας παίκτης ήταν πάνω από τον προπονητή και τους κανόνες, η ομάδα δεν θα μπορούσε ποτέ να λειτουργήσει σωστά.

Βλέποντας ότι η διοίκηση επέλεξε να προστατεύσει τον ποδοσφαιριστή αντί να στηρίξει το δικό του πλάνο πειθαρχίας, αρνήθηκε να κάνει συμβιβασμούς στις αξίες του, και ότι δεν του παρείχαν την απόλυτη ελευθερία κινήσεων που απαιτούσε, υπέβαλε την παραίτησή του στις 19 Σεπτεμβρίου του 1989 και σε 62 αγώνες είχε 37 νίκες, 15 ισοπαλίες και 10 ήττες. 

Η ομάδα βρισκόταν σε τραγική αγωνιστική κατάσταση στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας του 1989. Είχε βυθιστεί στις τελευταίες θέσεις και αντιμετώπιζε άμεσο, ιστορικό κίνδυνο υποβιβασμού στη δεύτερη κατηγορία.

Μετά την επεισοδιακή παραίτησή του από τη Φλαμένγκο τον Σεπτέμβριο του 1989  λόγω του επεισοδίου με τον Ρενάτο Γκαούτσο, βρισκόταν στο Ρίο χωρίς ομάδα. Η διοίκηση της Φλουμινένσε στράφηκε αμέσως στην εμβληματική φιγούρα του "Fio de Esperança", γνωρίζοντας ότι μόνο το δικό του ειδικό βάρος θα μπορούσε να συσπειρώσει τους παίκτες και να ηρεμήσει τους οπαδούς.

Ανέλαβε στις 25 Σεπτεμβρίου 1989 μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου 1989 και σε 13 αγώνες είχε 4 νίκες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες, συνολικά σε 211 παιχνίδια είχε 112 νίκες, 52 ισοπαλίες και 47 ήττες. Η αποστολή ήταν εξαιρετικά δύσκολη, η ομάδα είχε σοβαρές ελλείψεις στο ρόστερ και δυσκολευόταν να αποδώσει το επιθετικό ποδόσφαιρο που αγαπούσε.

Ωστόσο, ο έμπειρος τεχνικός έσφιξε την αμυντική πειθαρχία της ομάδας. Στο δραματικό φινάλε του πρωταθλήματος, κατάφερε να συγκεντρώσει τους απαραίτητους βαθμούς (τερματίζοντας στη 15η θέση ανάμεσα σε 22 ομάδες) και εξασφάλισε τη σωτηρία της στην πρώτη κατηγορία κυριολεκτικά την τελευταία αγωνιστική.

Μόλις ολοκληρώθηκε το πρωτάθλημα και επιτεύχθηκε ο στόχος της παραμονής, ο Τέλε Σαντάνα αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του. Ένιωθε κουρασμένος από τοξικά διοικητικά προβλήματα του συλλόγου και την έλλειψη οικονομικών πόρων για μεταγραφές.

Μετά τη σύντομη «αποστολή σωτηρίας» στη Φλουμινένσε στα τέλη του 1989, ο Σαντάνα ήταν ελεύθερος στην αγορά και αποδέχτηκε την πρόκληση να επιστρέψει στο Σάο Πάολο. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια αυτής της θητείας, το καλοκαίρι του 1990, απουσίασε προσωρινά από τις καθημερινές προπονήσεις της ομάδας, καθώς είχε ειδική άδεια για να εργαστεί ως κεντρικός τηλεοπτικός σχολιαστής του δικτύου SBT για το Μουντιάλ του 1990 στην Ιταλία.

Ανέλαβε στις 14 Μαΐου 1990 και παρέμεινε μέχρι τις 16 Σεπτεμβρίου 1990 όταν και υπέβαλε την παραίτησή του μετά από ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Βρήκε ένα υλικό με έντονες ελλείψεις και χωρίς τα μεγάλα αστέρια που απαιτούσε η επιθετική του φιλοσοφία. 

Παρά τις προσπάθειές του να επιβάλει τακτική πειθαρχία, η ομάδα δυσκολευόταν να αποδώσει ελκυστικό ποδόσφαιρο. Στο ξεκίνημα του Πρωταθλήματος Βραζιλίας (Σεπτέμβριος 1990), η Παλμέιρας υπέστη οδυνηρές ήττες, με αποκορύφωμα την εντός έδρας ήττα με 2-1 από τη Μπαΐα μέσα στο Parque Antártica.

Βλέποντας ότι δεν υπήρχε η δυνατότητα άμεσης ενίσχυσης και κουρασμένος από την πίεση, υπέβαλε την παραίτησή του στις 16 Σεπτεμβρίου 1990 και σε 26 παιχνίδια είχε 11 νίκες, 9 ισοπαλίες και 6 ήττες και συνολικά σε 98 παιχνίδια είχε 53 νίκες, 25 ισοπαλίες και 20 ήττες.

Το φθινόπωρο του 1990, η Σάο Πάολο διένυε μια κακή αγωνιστική περίοδο στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας. Μετά από συνεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα, η διοίκηση απέλυσε τον προπονητή Πάμπλο Φορλάν και αναζητούσε επειγόντως έναν έμπειρο τεχνικό για να «σώσει» τη χρονιά.

Ο Τέλε Σαντάνα είχε παραιτηθεί από την Παλμέιρας μόλις έναν μήνα νωρίτερα (Σεπτέμβριος 1990). Η διοίκηση της Σάο Πάολο τον προσέγγισε προσφέροντάς του ένα συμβούλιο πολύ μικρής διάρκειας (μόλις 3 μηνών), μέχρι τον Δεκέμβριο του 1990, με σκοπό απλώς να σταθεροποιήσει την ομάδα.

Ο 59χρονος τότε Σαντάνα, παρά το γεγονός ότι είχε απολυθεί από την ίδια ομάδα το 1973 λόγω ρήξης με τους σταρ, δέχτηκε την πρόκληση στις 12 Οκτωβρίου 1990. Ήθελε να αποδείξει ότι η επιθετική του φιλοσοφία και η εμμονή του με την πειθαρχία μπορούσαν να φέρουν αποτελέσματα.

Μέσα σε μόλις δύο μήνες, μεταμόρφωσε τη Σάο Πάολο, οδήγησε την ομάδα από τις χαμηλές θέσεις στον μεγάλο τελικό του Πρωταθλήματος Βραζιλίας του 1990, όπου έχασε τον τίτλο στις λεπτομέρειες από την Κορίνθιανς. Η διοίκηση, εντυπωσιασμένη, του προσέφερε αμέσως πολυετές συμβόλαιο.

 Η δικαίωση δεν άργησε να έρθει, το 1991, η Σάο Πάολο παρουσίασε ένα ολοκληρωτικό, επιθετικό ποδόσφαιρο και κατέκτησε πανηγυρικά το Πρωτάθλημα Βραζιλίας, κερδίζοντας στους τελικούς την Μπραγκαντίνο. Αυτός ο τίτλος έσπασε την προσωπική «κατάρα» του Σαντάνα, ο οποίος είχε να κερδίσει εθνικό πρωτάθλημα από το 1971.

Λίγους μήνες μετά τον εθνικό θρίαμβο, η ομάδα κατέκτησε και το Campeonato Paulista του 1991, κερδίζοντας την Κορίνθιανς, με τον νεαρό τότε Ραΐ να αναδεικνύεται σε ηγέτη της ομάδας. Θα κατακτήσει ακόμα το Paulista του 1992, τα Copa Libertadores και τα Διηπειρωτικά Κύπελλα του 1992 και του 1993, το Supercopa Sudamericana του 1993, τα Recopa Sudamericana του 1993 και του 1994 και το Copa Conmebol του 1994.

Συνολικά σε 410 παιχνίδια είχε 197 νίκες, 122 ισοπαλίες και 91 ήττες και κατέχει την 3η θέση πίσω μόνο απο τους Βιθέντε Φέολα και Μουρίσι Ραμάλιο, αλλά είναι  πρώτος σε κατάκτηση τίτλων για τον σύλλογο

Στις 27 Ιανουαρίου του 1996 θα υποστεί εγκεφαλική ισχαιμία προκαλώντας του προβλήματα ομιλίας, κινητικότητας και η υγειά του επιδεινώθηκε πολύ. Στα τέλη του 1996, η Παλμέιρας (που είχε τη στήριξη του κολοσσού της Parmalat) έψαχνε τον αντικαταστάτη του Βαντερλέι Λουξεμβούργο. Η διοίκηση, δείχνοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στην ανάρρωση του Σαντάνα, του πρότεινε να επιστρέψει στη δράση.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1996, ανακοινώθηκε επίσημα η πρόσληψή του. Ο Τέλε Σαντάνα, που ήθελε απεγνωσμένα να επιστρέψει στα γήπεδα, δήλωσε: «Το να επιστρέψω να δουλέψω στο Σάο Πάολο, σε έναν μεγάλο σύλλογο με καλούς παίκτες, ήταν ό,τι ήθελα».

Τον Ιανουάριο του 1997, ανέλαβε αρχικά τον ρόλο του Τεχνικού Συντονιστή. Παρακολούθησε μάλιστα μία προπόνηση από κοντά, ενώ την ομάδα καθοδηγούσε προσωρινά στον αγωνιστικό χώρο ο βοηθός του, Μάρσιο Αραούζο.

Το συμβόλαιο όριζε ότι μόλις έπαιρνε το πλήρες «πράσινο φως» από τους γιατρούς, θα αναλάμβανε επίσημα ως πρώτος προπονητής τον Απρίλιο του 1997 και καθώς πλησίαζε η ημερομηνία, έγινε σαφές ότι ο οργανισμός του ήταν ακόμα πολύ εξασθενημένος. 

Μετά από κοινή απόφαση του ίδιου και της οικογένειάς του, ο γιος του, Ρενέ Σαντάνα, επισκέφθηκε τη διοίκηση της Παλμέιρας και ζήτησε τη λύση του συμβολαίου, καθώς η πίεση του πάγκου θα έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του.

Μετά και απο αυτή την άσχημη τροπή, αποσύρθηκε οριστικά και ολοκληρωτικά από το ποδόσφαιρο, περνώντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του απομονωμένος, μέχρι τον θάνατό του το 2006. Στις 21 Απριλίου του 2006 θα σε ηλικία 74 ετών θα αφήσει την τελευταία του πνοή, όντας ήδη νοσηλευμένος σε νοσοκομείο του Μπέλο Οριζόντε, μετά από πολυήμερη νοσηλεία λόγω σοβαρής λοίμωξης του αναπνευστικού και πολλαπλών επιπλοκών που σχετίζονταν με τα χρόνια προβλήματα υγείας του (εγκεφαλικά επεισόδια και ακρωτηριασμός του αριστερού ποδιού λόγω διαβήτη.

Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο κλειστό γήπεδο της Ατλέτικο Μινέιρο στο Μπέλο Οριζόντε. Χιλιάδες οπαδοί όλων των ομάδων σχημάτισαν ατελείωτες ουρές για να του πουν το τελευταίο αντίο. 

Το φέρετρό του καλύφθηκε τιμητικά με τρεις σημαίες: της Βραζιλίας, της Ατλέτικο Μινέιρο και της Σάο Πάολο. Η μεταφορά της σορού προς το κοιμητήριο έγινε πάνω σε όχημα της Πυροσβεστικής, γνωρίζοντας την αποθέωση στους δρόμους της πόλης.

Η ταφή πραγματοποιήθηκε στο κοιμητήριο Cemitério Parque da Colina στο Μπέλο Οριζόντε. Στην τελετή βρέθηκαν τεράστιες προσωπικότητες του ποδοσφαίρου, όπως ο Ραΐ (αρχηγός του στη Σάο Πάολο), ο Καφού, ο Ζίκο, ο Τονίνιο Σερέζο, ο Μουρίσι Ραμάλιο, καθώς και σύσσωμες οι διοικήσεις των συλλόγων που υπηρέτησε.

Ο πρόεδρος της Βραζιλίας κήρυξε αμέσως τριήμερο επίσημο εθνικό πένθος σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ αντίστοιχο επίσημο πένθος κήρυξαν οι κυβερνήσεις των πολιτειών Μίνας Ζεράις και Σάο Πάολο.

Στον πρώτο αγώνα της Σάο Πάολο μετά τον θάνατό του, οι οπαδοί δημιούργησαν ένα συγκλονιστικό κορεό και τραγουδούσαν ρυθμικά το όνομά του για 90 λεπτά. Η διοίκηση τοποθέτησε μια μόνιμη αναμνηστική πλακέτα στο στάδιο, ανακηρύσσοντάς τον ως τον «Μεγαλύτερο Προπονητή στην Ιστορία του Συλλόγου».

Η Εθνική Βραζιλίας αγωνίστηκε στα επόμενα επίσημα παιχνίδια της με μαύρα περιβραχιόνια, ενώ η FIFA εξέδωσε επίσημη ανακοίνωση χαρακτηρίζοντάς τον ως τον «τελευταίο ρομαντικό του ποδοσφαίρου».

Το έγκριτο γαλλικό περιοδικό France Football και το World Soccer τον κατέταξαν μεταθανάτια ανάμεσα στους 30 κορυφαίους και πιο επιδραστικούς προπονητές στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, αναγνωρίζοντας την κληρονομιά που άφησε με το Jogo Bonito του 1982.

Μετά τον θάνατό του η πολιτεία Μίνας Ζεράις θεσμοθέτησε προς τιμή του το τρόπαιο "Τέλε Σαντάνα" ενώ το όνομά του δόθηκε  σε γήπεδο του Duque de Caxias στο Ρίο Ντε Τζανέιρο.  Επίσης το όνομά του έχει το ξενοδοχείο της Φλουμινένσε στο προπονητικό της κέντρο Vale das Laranjeiras όπως και σε δρόμο της Κουριτίμπα. 

Το 2000 εκδόθηκε το βιβλίο με τον τίτλο "Fio de Esperança — Biography of Telê Santana , βασισμένο στις συνεντεύξεις που έδωσε στον δημοσιογράφο Αντρέ Ριμπέιρο, ενώ ένα ακόμα βιβλίο κυκλοφόρησε απο τον Μαρτσέλο Μόρα με τον τίτλο "Telê ea Selection of 82 – Da Arte à Tragédia"

 



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...