www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

1/9/26

Λεονίντας Το "μαύρο διαμάντι"

Θεωρείται από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές που έβγαλε ποτέ το παγκόσμιο ποδόσφαιρο στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα ενώ είναι και αυτός που τελειοποίησε το περίφημο "ψαλιδάκι" ως τρόπο σκοραρίσματος, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου. Δεν είναι τυχαίο ότι το παρατσούκλι "μαύρο διαμάντι" αποδόθηκε πρώτα και κύρια στον Λεονίντας Ντα Σίλβα απο τον Γάλλο δημοσιογράφο Ρειμόντ Τουρμαζέμ της εφημερίδας Paris Match.

Γεννήθηκε στις 6 Σεπτεμβρίου του 1913 στο Ριο Ντε Τζανέιρο στην εργατική συνοικία Σάο Κριστοβάο η οποία βρισκόταν πολύ κοντά στο λιμάνι της πόλης και εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής το 1927 σε ηλικία 14 ετών.

Το 1929 πήρε κάποιες πρώτες συμμετοχές με την ανδρική ομάδα, εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία ήταν ακόμα ερασιτεχνικό, και ο ίδιος αναγκαζόταν να παίζει παράλληλα και σε άλλες μικρές ερασιτεχνικές ομάδες της περιοχής (όπως οι Havanesa, Barroso, Sul-Americano) για να βγάζει κάποια χρήματα.

Αγωνίστηκε μέχρι το 1929 έχοντας 29 συμμετοχές και 31 γκολ δείχνοντας την μεγάλη ευχέρεια που είχε στο σκοράρισμα ως κεντρικός επιθετικός. Παρά το γεγονός ότι ήταν μόλις 15-16 ετών, είχε προκαλέσει τεράστια αίσθηση στο Ρίο ντε Τζανέιρο με τη φανέλα της Σάο Κριστόβαο, σκοράροντας περισσότερα γκολ από όσα παιχνίδια είχε παίξει.

Η Σίριο ε Λιμπανέζ, που προσπαθούσε τότε να εδραιωθεί στην πρώτη κατηγορία του τοπικού πρωταθλήματος, εντόπισε αμέσως αυτό το φαινόμενο της διπλανής γειτονιάς. Εκμεταλλευόμενη το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο ήταν ακόμα ερασιτεχνικό και οι παίκτες δεν δεσμεύονταν με επαγγελματικά συμβόλαια, τον προσέγγισε, του πρόσφερε καλύτερες συνθήκες και κάποια κρυφή οικονομική βοήθεια/χαρτζιλίκι και κατάφερε να τον εντάξει στο δυναμικό της.

Πέρασε από δοκιμαστικά τεστ στον σύλλογο το 1929, εκεί, ο προπονητής Ζεντίλ Καρντόζο έμεινε άναυδος με την πλαστικότητα και την ταχύτητά του και τον εμπιστεύτηκε αμέσως, χτίζοντας την ομάδα γύρω του.

Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό της εποχής ότι ο Λεονίντας ήταν τόσο αθλητικός που, πέρα από το ποδόσφαιρο, οι άνθρωποι της Σίριο ε Λιμπανέζ τον έβαζαν να παίζει ακόμα και στην ομάδα μπάσκετ του συλλόγου όταν δεν συμπλήρωναν πεντάδα.

Η Σίριο ε Λιμπανέζ λειτούργησε ως ο ιδανικός «προθάλαμος» εκεί ο Λεονίντας δικαίωσε τις προσδοκίες, όπου και εκεί είχε εκπληκτικά ποσοστά σκοραρίσματος αφού σε 47 συμμετοχές πέτυχε 50 γκολ. 

Στα τέλη του 1930, η Σίριο ε Λιμπανέζ βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης λόγω οικονομικών προβλημάτων. Η Μπονσουσέσο, μια ομάδα της ίδιας περιοχής στα βόρεια προάστια του Ρίο που ήθελε να πρωταγωνιστήσει στο πρωτάθλημα Carioca, πλησίασε τον πετυχημένο προπονητή Ζεντίλ Καρντόζο για να αναλάβει την τεχνική της ηγεσία.

Ο Καρντόζο δέχτηκε, αλλά έθεσε στη διοίκηση της Μπονσουσέσο έναν απαράβατο, ιστορικό όρο: «Έρχομαι, μόνο αν φέρετε μαζί μου και τον Λεονίντας», η διοίκηση έκανε δεκτό το αίτημα και ο 17χρονος επιθετικός άλλαξε γειτονιά.
Η Μπονσουσέσο αποδείχθηκε το τέλειο σκαλοπάτι, πέτυχε 23 γκολ σε 39 επίσημα ματς, οδήγησε την ομάδα σε μια ιστορική 7η θέση μπροστά από μεγαθήρια όπως η Φλαμένγκο και ανάγκασε τον ομοσπονδιακό προπονητή της Βραζιλίας, Λουίς Βινιάες, να τον καλέσει για πρώτη φορά στην Εθνική ομάδα το 1932.

Το 1932, ο 19χρονος Λεονίντας έκανε ένα μυθικό ντεμπούτο με την Εθνική Βραζιλίας στο Μοντεβιδέο, σκοράροντας δύο γκολ εναντίον της πανίσχυρης Ουρουγουάης τότε Παγκόσμιας Πρωταθλήτριας. Οι διοικούντες την Πενιαρόλ, που παρακολουθούσαν το παιχνίδι, εντυπωσιάστηκαν από την πλαστικότητα και την εκτελεστική του δεινότητα.

Καθώς το ποδόσφαιρο στην Ουρουγουάη είχε μόλις γίνει πλήρως επαγγελματικό (το 1932), η Πενιαρόλ είχε τη δυνατότητα να του προσφέρει ένα πλούσιο επίσημο συμβόλαιο, αντίθετα, στη Βραζιλία το ποδόσφαιρο ήταν ακόμα εγκλωβισμένο στον ερασιτεχνισμό. 

Η οικονομική πρόταση ήταν αδύνατο να απορριφθεί, προσέφερε στον Λεονίντας ένα νόμιμο, σταθερό και πολύ υψηλό μηνιαίο συμβόλαιο, τη στιγμή που στη Βραζιλία οι παίκτες έπαιζαν ακόμα ως «ερασιτέχνες» και αμείβονταν κρυφά με μικροποσά (χαρτζιλίκι) κάτω από το τραπέζι.\

Για να τον πείσει να αφήσει το Ρίο ντε Τζανέιρο, η ομάδα του Μοντεβιδέο του κατέβαλε ένα τεράστιο χρηματικό ποσό ως «μπόνους υπογραφής», το οποίο του επέτρεψε να ενισχύσει οικονομικά την εργατική οικογένειά του πίσω στη Βραζιλία.

Το συμβόλαιο περιλάμβανε την κάλυψη των εξόδων για τη διαμονή του σε καλή περιοχή του Μοντεβιδέο και έξτρα προνόμια που ταίριαζαν σε έναν διεθνή αστέρα της εποχής και ο Λεονίντας μετακόμισε στο Μοντεβιδέο το 1933.
Παρά το τεράστιο ταλέντο του, η παραμονή του στην Πενιαρόλ κράτησε μόνο για μία σεζόν (1933), κατά την οποία πέτυχε 28 γκολ σε 25 αγώνες. Το σκληρό και προπολεμικό στυλ παιχνιδιού των Ουρουγουανών αμυντικών οδήγησε σε συνεχείς τραυματισμούς στο γόνατό του, κρατώντας τον εκτός γηπέδων για μεγάλα διαστήματα.

Ο Λεονίντας δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη ζωή μακριά από το Ρίο ντε Τζανέιρο, την ίδια στιγμή (το 1933), το ποδόσφαιρο στο Ρίο έγινε επιτέλους επίσημα επαγγελματικό. Αυτό σήμαινε ότι οι βραζιλιάνικες ομάδες μπορούσαν πλέον να του προσφέρουν νόμιμα μεγάλα συμβόλαια.

Το καλοκαίρι του 1934, ο Λεονίντας ήταν ο πιο περιζήτητος παίκτης στη Λατινική Αμερική. Οι Ουρουγουανοί, παρά τους τραυματισμούς του, γνώριζαν την αξία του και του προσέφεραν γη και ύδωρ για να παραμείνει στο Μοντεβιδέο, προσφέροντας ένα από τα υψηλότερα συμβόλαια στη Νότια Αμερική.

 Η Φλουμινένσε και η Μποταφόγκο, είχαν κάνει κρούσεις στο περιβάλλον του, προσπαθώντας να ματαιώσουν το deal με τη Βάσκο. Εκείνη την εποχή υπήρχε ένας τεράστιος «πόλεμος» στη Βραζιλία ανάμεσα στην ερασιτεχνική ομοσπονδία και τις επαγγελματικές ομάδες.

 Η ομοσπονδία , θέλοντας οπωσδήποτε τον Λεονίντας για το Μουντιάλ του 1934 στην Ιταλία, του κατέθεσε μια μυθική, αποκλειστική πρόταση συμβολαίου απευθείας με την Ομοσπονδία αλλά η Βάσκο ντα Γκάμα κινήθηκε πιο γρήγορα από όλους.

Η διοίκηση της Βάσκο, εφαρμόζοντας μια πρωτοποριακή για την εποχή πολιτική, επένδυσε τεράστια ποσά για να δημιουργήσει μια ομάδα-όνειρο, υπογράφοντας κορυφαίους μαύρους ποδοσφαιριστές (όπως ο Φάουστο και αργότερα ο Ντομίνγκος ντα Γκία), σπάζοντας τα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής. 

Ο Λεονίντας υπέγραψε ένα πολύ πλούσιο συμβόλαιο, επέστρεψε θριαμβευτής στο Ρίο και οδήγησε αμέσως τη Βάσκο στην κατάκτηση του Campeonato Carioca το 1934 και σε 23 συμμετοχές πέτυχε 27 τέρματα.

Εκείνη την εποχή, οι μεγάλοι σύλλογοι όπως η Βάσκο είχαν δημιουργήσει μια επαγγελματική λίγκα, ενώ η επίσημη Ομοσπονδία παρέμενε ερασιτεχνική. Ήθελε οπωσδήποτε τον Λεονίντας για το Μουντιάλ, αλλά οι σύλλογοι αρνούνταν να παραχωρήσουν τους παίκτες τους.

Για να παρακάμψει τη Βάσκο, η Ομοσπονδία πλησίασε κρυφά τον Λεονίντας και του πρόσφερε ένα μυθικό συμβόλαιο, φήμες μιλούσαν για 30 contos de réis ως πριμ υπογραφής. Σκεπτόμενος το οικονομικό μέλλον της οικογένειάς του, δέχτηκε και έσπασε μονομερώς το συμβόλαιό του με τη Βάσκο ντα Γκάμα μετά από μόλις τρεις μήνες αγώνων, προκειμένου να ταξιδέψει στην Ιταλία.

Η διοίκηση και οι οπαδοί της Βάσκο εξοργίστηκαν, θεωρώντας τον «μισθοφόρο» και «προδότη», με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επιστρέψει στον σύλλογο μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο. Όταν επέστρεψε από το Μουντιάλ της Ιταλίας, ήταν ουσιαστικά ένας «ελεύθερος» παίκτης που ανήκε στην Ομοσπονδία. Η Μποταφόγκο, η οποία άνηκε τότε στο «ερασιτεχνικό» μπλοκ της Ομοσπονδίας, κινήθηκε αστραπιαία για να τον εντάξει στο δυναμικό της.

Προσαρμόστηκε αμέσως και με τις ακροβατικές του κινήσεις και τα γκολ του, οδήγησε τη Μποταφόγκο στην κατάκτηση του Campeonato Carioca το 1935 και στο σύντομο πέρασμά του από τον σύλλογο, σημείωσε 22 γκολ σε 38 επίσημες εμφανίσεις.

Η παραμονή του στη Μποταφόγκο δεν κράτησε πολύ, το 1936 ήρθε σε ρήξη με τη διοίκηση της ομάδας για οικονομικούς λόγους και επιπλέον, δήλωσε δημόσια σε συνέντευξή του ότι «ήταν Φλαμένγκο από παιδί».

Η Μποταφόγκο, βλέποντας ότι ο παίκτης ήθελε να αποχωρήσει, αποφάσισε να λύσει το συμβόλαιό του τον Ιούλιο του 1936. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για τη Φλαμένγκο, την ομάδα όπου ο Λεονίντας θα έπαιζε το καλύτερο ποδόσφαιρο της ζωής του και θα γινόταν ο απόλυτος εθνικός ήρωας της Βραζιλίας.

Μέχρι τότε, η Φλαμένγκο, η οποία είχε ιδρυθεί σε μια από τις πιο ακριβές περιοχές του Ρίο ντε Τζανέιρο, ήταν ένας αριστοκρατικός, ελιτίστικος σύλλογος της λευκής ανώτερης τάξης που απέφευγε να χρησιμοποιεί μαύρους ποδοσφαιριστές.

Η έλευση του Λεονίντας ανέτρεψε πλήρως αυτό το κατεστημένο, ο Λεονίντας δεν ήταν απλώς ένας από τους πρώτους μαύρους παίκτες που φόρεσαν τη φανέλα της Φλαμένγκο (μαζί με τον αμυντικό Ντομίνγκος ντα Γκία και τον μέσο Φάουστο), αλλά ήταν ο πρώτος μαύρος σούπερ σταρ της ομάδας. 

Η διοίκηση, παρατηρώντας τον επίσημο επαγγελματισμό να αλλάζει το άθλημα, κατάλαβε ότι για να κερδίσει τίτλους έπρεπε να σταματήσει τις φυλετικές διακρίσεις και να επενδύσει στο ταλέντο. Ήταν το είδωλο των φτωχών εργατικών στρωμάτων και των φαβελών του Ρίο, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αφροβραζιλιάνικης καταγωγής. 

Όταν μετακόμισε στη Φλαμένγκο, εκατοντάδες χιλιάδες φίλαθλοι από τις φτωχογειτονιές άρχισαν να υποστηρίζουν μαζικά τον σύλλογο. Αυτή ακριβώς η μεταγραφή ήταν η «θρυαλλίδα» που μετέτρεψε τη Φλαμένγκο από μια ομάδα των πλουσίων στην πιο λαοφιλή ομάδα (O Mais Querido) ολόκληρης της χώρας.

Στο γήπεδο, δικαιολόγησε κάθε σεντάβο της μεταγραφής του, αγωνίστηκε στη Φλαμένγκο από το 1936 έως το 1941, σημειώνοντας το ασύλληπτο νούμερο των 153 γκολ σε 149 επίσημες εμφανίσεις. Οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Campeonato Carioca το 1939, σπάζοντας μια πολυετή κυριαρχία της Φλουμινένσε.

Εκείνη την εποχή στη Βραζιλία κυβερνούσε το δικτατορικό καθεστώς του Ζετούλιο Βάργκας και η στρατιωτική θητεία ήταν υποχρεωτική. Προκειμένου να αποφύγει την κατάταξη στον στρατό και να συνεχίσει να αγωνίζεται κανονικά με τη Φλαμένγκο, παρουσίασε ένα πλαστό πιστοποιητικό απαλλαγής.

Η απάτη αποκαλύφθηκε το 1941, συνελήφθη από τις στρατιωτικές αρχές και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 8 μηνών σε στρατιωτικές φυλακές. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, η διοίκηση της Φλαμένγκο κράτησε αποστάσεις και δεν τον υποστήριξε όσο ο ίδιος περίμενε. 

Πριν από τη σύλληψή του για το στρατιωτικό έγγραφο, η σχέση του με τη διοίκηση της Φλαμένγκο είχε ήδη υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Στις αρχές του 1941, η ομάδα είχε προγραμματίσει μια μεγάλη περιοδεία στην Αργεντινή.

Αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα στο γόνατο για το οποίο τελικά χειρουργήθηκε και αρνήθηκε να ταξιδέψει με την αποστολή στην Αργεντινή, δηλώνοντας τραυματίας. Οι διοικούντες τη Φλαμένγκο δεν τον πίστεψαν, θεώρησαν ότι η άρνησή του ήταν «πρόσχημα» επειδή εκείνη την περίοδο ξόδευε πάρα πολύ χρόνο σε ιδιωτικές διαφημιστικές καμπάνιες που του απέφεραν μεγάλα κέρδη, παραμελώντας τις υποχρεώσεις του με τον σύλλογο.

Η διοίκηση εξοργίστηκε, κατηγορώντας τον για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά. Αυτή η ανοιχτή κόντρα δημιούργησε ένα εξαιρετικά βαρύ κλίμα, όταν δε λίγο μετά ήρθε και η σύλληψή του από τον στρατό για το πλαστό πιστοποιητικό, η Φλαμένγκο βρήκε την αφορμή που έψαχνε για να τον αφήσει εντελώς απροστάτευτο στη φυλακή, επισπεύδοντας το τέλος του από την ομάδα.

Αποτέλεσε παρελθόν απο τους "ρουμπο-νέγκρο", όσο εξέτιε την 8μηνη ποινή του στις στρατιωτικές φυλακές του Ρεαλένγκο για το πλαστό πιστοποιητικό, η Φλαμένγκο τον είχε ουσιαστικά «παγώσει». Η διοίκηση της ομάδας του Ρίο ένιωθε προδομένη από τη συμπεριφορά του (λόγω και της προηγούμενης άρνησής του να ταξιδέψει στην Αργεντινή) και δεν ήταν διατεθειμένη να τον κρατήσει.

Όσο ο Λεονίντας εξέτιε την 8μηνη ποινή του στις στρατιωτικές φυλακές του Ρεαλένγκο για το πλαστό πιστοποιητικό, η Φλαμένγκο τον είχε ουσιαστικά «παγώσει». Η διοίκηση της ομάδας του Ρίο ένιωθε προδομένη από τη συμπεριφορά του (λόγω και της προηγούμενης άρνησής του να ταξιδέψει στην Αργεντινή) και δεν ήταν διατεθειμένη να τον κρατήσει. 
Ήταν πλέον 28 ετών, προερχόταν από αποχή και πολλοί πίστευαν ότι η καριέρα του είχε τελειώσει, σε αντίθεση με τη Φλαμένγκο, η διοίκηση της Σάο Πάολο, με επικεφαλής τον διευθυντή Ρομπέρτο Γκόμες Πεντρόζα είδε μια χρυσή ευκαιρία. 

Η Σάο Πάολο ήταν τότε ένας σχετικά νέος σύλλογος που προσπαθούσε να μπει «σφήνα» ανάμεσα στα μεγαθήρια της πόλης, την Κορίνθιανς και την Παλμέιρας. Χρειαζόταν ένα τεράστιο όνομα για να αλλάξει το στάτους της.

Οι άνθρωποι της Σάο Πάολο πλησίασαν τον Λεονίντας μέσα στη φυλακή, του έδειξαν απόλυτη στήριξη και συμφώνησαν μαζί του για το συμβόλαιο, περιμένοντας απλώς την ημέρα που θα περνούσε την πύλη της εξόδου.

Μόλις ο Λεονίντας αποφυλακίστηκε στις αρχές του 1942, η Σάο Πάολο παρουσίασε στη Φλαμένγκο μια πρόταση που δεν γινόταν να απορριφθεί, κατέβαλε το μυθικό ποσό των 200 contos de réis, που αποτέλεσε την ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου της Νότιας Αμερικής μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Στις 10 Απριλίου 1942, ο Λεονίντας έφτασε με το τρένο από το Ρίο στον σιδηροδρομικό σταθμό του Μπρας στο Σάο Πάολο. Η υποδοχή ήταν πρωτοφανής, περισσότεροι από 10.000 οπαδοί κατέκλυσαν την αποβάθρα για να τον αποθεώσουν. 

Στο ντεμπούτο του λίγο αργότερα κόντρα στην Κορίνθιανς, το στάδιο Πακαεμπού γέμισε ασφυκτικά με 70.000 θεατές, καταρρίπτοντας κάθε ρεκόρ προσέλευσης. Στους "τρικολόρ" αγωνίστηκε από το 1942 έως το 1949  με τους οποίους κατέκτησε πέντε Campeonato Paulista το 1943, το 1945, το 1946, το 1948 και το 1949 έχοντας 211 συμμετοχές και 144 γκολ ολοκληρώνοντας την καριέρα του σε συλλογικό επίπεδο.

Πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση με την εθνική της χώρας του στις 4 Δεκεμβρίου του 1932 στο Μοντεβίδεο απέναντι στην Ουρουγουάη στο πλαίσιο του κυπέλλου Copa Rio Branco. Πήρε μέρος στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1934 στην Ιταλία όπου σκόραρε απέναντι στην Ισπανία αλλά δεν στάθηκε αρκετό για να της δώσει την πρόκριση.

Τέσσερα χρόνια αργότερα στην Γαλλία ήταν ένα από τα αστέρια της διοργάνωσης και οι Βραζιλιάνοι θεωρούνταν από τα φαβορί της διοργάνωσης. Πήρε από το χεράκι την "σελεσάο" πετυχαίνοντας τρία γκολ απέναντι στην Πολωνία, και στην προημιτελική φάση σκόραρε απέναντι στην Τσεχοσλοβακία τόσο στο ισόπαλο πρώτο ματς όσο και στον επαναληπτικό στο "Πάρκ Λεσκίρ" του Μπορντό. 

Η επιλογή όμως του προπονητή του να μην τον χρησιμοποιήσει ούτε ένα λεπτό στον ημιτελικό απέναντι στην Ιταλία ξένισε πάρα πολλούς δίνοντας την ευκαιρία στους "ατζούρι" να πάρουν την πρόκριση και στην συνέχεια να φτάσουν μέχρι και την κατάκτηση της διοργάνωσης.

Επίσημη θέση του Αντεμάρ Πιμέντα ήταν ότι το "μαύρο διαμάντι" ήταν τραυματίας, ενώ δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τον Νιζίνιο ο οποίος είχε καταγγελθεί απο την ιταλική ομοσπονδία μιας και είχε διπλή υπηκοότητα δηλώθηκε λιποτάκτης συν το γεγονός ότι έφυγε χωρίς άδεια απο την Λάτσιο ομάδα στην οποία αγωνιζόταν

Ο ίδιος υπερασπίστηκε τον προπονητή του στέλνοντας ένα γράμμα το οποίο δημοσιεύτηκε και ανέφερε ότι ο Πιμέντα δεν είχε άλλη επιλογή παρά το να τον ξεκουράσει. Οι εποχές ήταν παράξενες μην ξεχνάμε ότι βρισκόμασταν λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ η διοργάνωση διεξαγόταν στην φασιστική Ιταλία.

Έγινε λόγος για μετεγγραφή στο ιταλικό πρωτάθλημα, ενώ και για τον ίδιο ακούστηκε ότι έλαβε ένα γενναίο πριμ από τον ίδιο τον Μπενίτο Μουσολίνι. Λίγες ημέρες αργότερα αγωνίστηκε στον μικρό τελικό απέναντι στην Σουηδία όπου πέτυχε 2 γκολ φτάνοντας τα 7 συνολικά και αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του τουρνουά.

Μάλιστα ο Νιζίνιο αρκετά χρόνια αργότερα τον κατηγόρησε ότι πράγματι πήρε χρήματα για να μην παίξει, ο Λεονίντας έστειλε την υπόθεση στα δικαστήρια όπου τελικά ζήτησε συγνώμη για να κλείσει η υπόθεση.

Την 19η και τελευταία εμφάνιση με τα "καναρίνια" την πραγματοποίησε στις 29 Ιανουαρίου του 1946 στο Μπουένος Άιρες απέναντι στην Παραγουάη για το Πρωτάθλημα της Νοτίου Αμερικής έχοντας και 21 γκολ στο ενεργητικό του.

Το 1939 η βραζιλιάνικη εταιρία παραγωγής σοκολάτας Lacta ήρθε σε συμφωνία μαζί του, ώστε να κυκλοφορήσει σοκολάτα με το όνομα "μαύρο διαμάντι", μάλιστα ακόμα και σήμερα κάνει πολύ καλές πωλήσεις.

Η προπονητική καριέρα του Λεονίντας ντα Σίλβα ήταν εξαιρετικά σύντομη και περιορισμένη, καθώς ο ίδιος δεν έδειξε το ίδιο πάθος για τους πάγκους όσο για το παιχνίδι, επιλέγοντας γρήγορα να στραφεί στο ραδιόφωνο.

Τα βασικά στοιχεία της πορείας του ως προπονητής περιλαμβάνουν, αμέσως μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση το 1950, η αγαπημένη του Σάο Πάολο του προσέφερε τη θέση του τεχνικού. Ανέλαβε επίσημα ως προπονητής της ομάδας το 1951 σε .18 αγώνες είχε  9 νίκες, 5 ισοπαλίες και 
4 ήττες.

Το πιο ξεχωριστό γεγονός της προπονητικής του θητείας εκείνη τη χρονιά ήταν η μεγάλη περιοδεία της Σάο Πάολο στην Ευρώπη (από τις 29 Μαρτίου έως τις 29 Απριλίου 1951), στην οποία η ομάδα ταξίδεψε έχοντας ενισχυθεί και με παίκτες της Μπανγκού.

Υπό τις οδηγίες του Λεονίντας, η μικτή αυτή ομάδα έδωσε μια σειρά από σπουδαία φιλικά και επίσημα παιχνίδια σε οκτώ διαφορετικές χώρες, ξεκινώντας από τη Γένοβα της Ιταλίας και καταλήγοντας στη Λισαβόνα της Πορτογαλίας. 

Το ρεκόρ της ομάδας σε αυτή την ευρωπαϊκή περιοδεία ήταν άκρως εντυπωσιακό, με 9 νίκες, 2 ισοπαλίες και 2 ήττες. Επέστρεψε στον πάγκο της Σάο Πάολο για ένα δεύτερο φεγγάρι στα μέσα της δεκαετίας του '50. 

Κατά το διάστημα 1954-1955, έκανε κάτι μοναδικό για την εποχή: ασκούσε παράλληλα τα καθήκοντα του προπονητή και του αθλητικού σχολιαστή/συντάκτη στο ραδιόφωνο. Επέστρεψε στον πάγκο της ομάδας στα τέλη του 1954 και εκείνο το διάστημα έκανε κάτι μοναδικό και πρωτοποριακό για το παγκόσμιο ποδόσφαιρο: ήταν ταυτόχρονα προπονητής της ομάδας και ενεργός αθλητικός σχολιαστής στο ραδιόφωνο. 

Πολλές φορές σχολίαζε ή ασκούσε κριτική για το ίδιο το άθλημα από το μικρόφωνο, γεγονός που δημιουργούσε συνεχείς τριβές. Είχε πολύ ισχυρή προσωπικότητα και δεν δίσταζε να τα βάλει δημόσια με τους παίκτες του αν θεωρούσε ότι δεν προσπαθούσαν.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η ρήξη του με τον Μπάουερ έναν από τους μεγαλύτερους θρύλους της Σάο Πάολο και της Εθνικής Βραζιλίας αρχηγός στο Μουντιάλ του 1954, τον αποκάλεσε δημόσια «τελειωμένο παίκτη».

Επιτέθηκε με παρόμοιο σκληρό τρόπο και στον Αρτέμιο Σαρτσινέλι, χαρακτηρίζοντάς τον υποτιμητικά «τραμ» εννοώντας ότι ήταν εξαιρετικά αργός μέσα στο γήπεδο). Αυτές οι δημόσιες προσβολές και η αυστηρή του στάση προκάλεσαν την πλήρη εξέγερση των ποδοσφαιριστών στα αποδυτήρια. 

Οι παίκτες συνασπίστηκαν εναντίον του και η κατάσταση έγινε μη αναστρέψιμη, όταν ο Λεονίντας αποχώρησε οριστικά από την τεχνική ηγεσία το 1955, ο Τύπος της εποχής (όπως η διάσημη αθλητική εφημερίδα Mundo Esportivo) κυκλοφόρησε με τίτλους που περιέγραφαν την παραίτησή του ως «μια καθαρή νίκη των ποδοσφαιριστών».

Σύμφωνα με τα ιστορικά αρχεία, το 1954: Κάθισε στον πάγκο για 7 επίσημους αγώνες, με απολογισμό 4 νίκες και το 1955 κάθισε στον πάγκο για 16 επίσημους αγώνες, με απολογισμό 5 νίκες και συνολικά σε 73 αγώνες είχε 37 νίκες, 17 ισοπαλίες και 19 ήττες.
 
Μετά από αυτή την εμπειρία, ο Λεονίντας συνειδητοποίησε ότι το κλίμα των αποδυτηρίων και η προπονητική πίεση δεν του ταίριαζαν. Παρέδωσε τη σφυρίχτρα, εγκατέλειψε οριστικά τους πάγκους και αφοσιώθηκε 100% στο ραδιόφωνο, όπου για τα επόμενα 20 χρόνια μεγαλούργησε ως ο πιο δίκαιος και αιχμηρός σχολιαστής της Βραζιλίας.

Εκμεταλλεύτηκε τη βαθιά του γνώση για το άθλημα και τη χαρισματική του προσωπικότητα, μπαίνοντας δυναμικά στον χώρο των ΜΜΕ, εργάστηκε ως κεντρικός αθλητικός σχολιαστής σε μερικούς από τους μεγαλύτερους σταθμούς της χώρας, όπως ο Rádio Panamericana (μετέπειτα Jovem Pan) και το Rádio Bandeirantes.

Σχολίασε ζωντανά από το μικρόφωνο τις ιστορικές κατακτήσεις της Βραζιλίας στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1958, 1962 και 1970. Θεωρήθηκε ένας από τους πιο δίκαιους αλλά και αιχμηρούς αναλυτές. 

Για τη δημοσιογραφική του προσφορά κέρδισε 7 φορές το περίφημο βραβείο "Troféu Roquette Pinto", το οποίο αποτελούσε την ύψιστη διάκριση για το βραζιλιάνικο ραδιόφωνο. Λόγω της τεράστιας δημοτικότητάς του, ενεπλάκη για ένα διάστημα και με τα κοινά στην πολιτεία του Σάο Πάολο:Υπηρέτησε ως Διευθυντής Τουρισμού στον δήμο του Σάο Πάολο.

Ανέλαβε καθήκοντα κυβερνητικού συμβούλου σε θέματα Αθλητισμού και Νεολαίας, βοηθώντας στην ανάπτυξη υποδομών για τα φτωχά παιδιά των φαβελών. Η μοίρα τού έπαιξε ένα σκληρό παιχνίδι στα τελευταία χρόνια της ζωής του, στις αρχές της δεκαετίας του '70 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της νόσου Αλτσχάιμερ, γεγονός που τον ανάγκασε να αποσυρθεί οριστικά από το ραδιόφωνο το 1974.

Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε σταδιακά, από το 1994 και για δέκα ολόκληρα χρόνια, έζησε σε μια εξειδικευμένη κλινική στο Σάο Πάολο, με τα έξοδα νοσηλείας του να καλύπτονται εξ ολοκλήρου από την αγαπημένη του ομάδα, τη Σάο Πάολο, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης.

Έφυγε από τη ζωή στις 24 Ιανουαρίου 2004, σε ηλικία 90 ετών, λόγω επιπλοκών της νόσου, αφήνοντας πίσω του τον μύθο του ανθρώπου που άλλαξε για πάντα το ποδόσφαιρο της Βραζιλίας. Η κηδεία του Λεονίντας ντα Σίλβα πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2004 στο Σάο Πάολο, μέσα σε κλίμα βαθιάς συγκίνησης αλλά και έντονης θεσμικής παρουσίας.

Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στην επίσημη αίθουσα του σταδίου Μορούμπι, της έδρας της αγαπημένης του Σάο Πάολο. Το φέρετρό του ήταν καλυμμένο με τη σημαία του συλλόγου, τον οποίο ο ίδιος είχε αναγεννήσει τη δεκαετία του '40.

Ένα γεγονός που σχολιάστηκε έντονα από τον Τύπο της εποχής όπως η Folha ήταν ότι ενώ το παρόν έδωσαν σύσσωμη η διοίκηση της Σάο Πάολο και πολλοί πολιτικοί παράγοντες, ελάχιστοι ποδοσφαιριστές παρευρέθηκαν. 

Από τους παλιούς του συμπαίκτες, ο μόνος που κατάφερε να πάει λόγω ηλικίας ήταν ο θρυλικός αμυντικός Μπάουερ με τον οποίο ο Λεονίντας είχε συγκρουστεί όταν ήταν προπονητής, δείχνοντας ότι οι οι παλιές κόντρες είχαν ξεπεραστεί. 

 Η επί 50 χρόνια σύζυγός του, Αλμπερτίνα, η οποία στάθηκε στο πλευρό του σε όλα τα δύσκολα χρόνια της μάχης του με το Αλτσχάιμερ, παρέμεινε βυθισμένη στη σιωπή καθ' όλη τη διάρκεια της τελετής, αρνούμενη να κάνει δηλώσεις στους δημοσιογράφους, το ζευγάρι δεν είχε αποκτήσει παιδιά.

Ετάφη νωρίς το απόγευμα της Κυριακής στο κοιμητήριο Cemitério da Paz που βρίσκεται στην περιοχή Μορούμπι του Σάο Πάολο. Η διοίκηση της Σάο Πάολο κήρυξε τριήμερο επίσημο πένθος, ενώ η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Βραζιλίας έδωσε εντολή στους παίκτες της Εθνικής ομάδας να αγωνιστούν με μαύρα περιβραχιόνια στους επίσημους αγώνες εκείνης της εβδομάδας. 

Σήμερα, ο τάφος του αποτελεί σημείο αναφοράς για τους ποδοσφαιρόφιλους που επισκέπτονται το Σάο Πάολο, ενώ στο μουσείο της ομάδας υπάρχει ειδική μόνιμη πτέρυγα αφιερωμένη στην τεράστια κληρονομιά του.







    
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...