www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

31/8/26

Κάρλος Αλμπέρτο "Capitao"

21 Ιουνίου 1970, στάδιο "Αζτέκα" Μέξικο Σίτι τελικός Παγκοσμίου Κυπέλλου με την  Βραζιλία να προηγείται 3-1 της Ιταλίας. Φτάνοντας στο 86ο λεπτό ο Πελέ εκεί που δεν το περιμένει κανείς και χωρίς να βλέπει πετάει την μπάλα δεξιά με τον Κάρλος Αλμπέρτο και αυτός με ένα ευθύβολο σουτ έστειλε την μπάλα στην αριστερή γωνία του Αλμπερτόζι γράφοντας το τελικό σκορ σε 4-1. 

Ο Κάρλος Αλμπέρτο Τόρρες γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1944 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο και θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα δεξιά μπακ που ανέδειξε το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα τα έκανε με την φανέλα της Φλουμινένσε το 1963 υπογράφοντας το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο σε ηλικία 19 ετών.

Εντυπωσίασε ολόκληρη τη Βραζιλία καθώς, αν και αμυντικός, διέθετε σπάνια για την εποχή τεχνική κατάρτιση, εξαιρετικό έλεγχο της μπάλας, ντρίμπλα και οργανωτικές ικανότητες. τα ΜΜΕ τον χαρακτήρισαν ως τον «διάδοχο» του μεγάλου Τζάλμα Σάντος.

Kατέκτησε το Campeonato Carioca το 1964 και το Taca Guanabara το 1966, έχοντας 98 συμμετοχές και 9 γκολ. Εκείνη την περίοδο η Σάντος έψαχνε ένα παίκτη να καλύψει το κενό στην αμυντική της γραμμή και στράφηκε στην Φλουμινένσε για τον Κάρλος Αλμπέρτο.

Για αυτόν τον λόγο προσέφερε το ποσό των 200 εκατομμυρίων κρουζέιρος προκειμένου να τον αποκτήσει. Η Φλουμινένσε δεν μπορούσε να αρνηθεί την οικονομική πρόταση, η μεταγραφή αυτή αποτέλεσε ρεκόρ δαπάνης για το πρωτάθλημα της Βραζιλίας.

Επίσης για τον ίδιο τον 22χρονο τότε Κάρλος Αλμπέρτο, η ευκαιρία να αγωνιστεί δίπλα στον Πελέ και να διεκδικήσει εγχώριους και διεθνείς τίτλους αποτελούσε το ιδανικό επόμενο βήμα για την καριέρα του.

Έγινε γρήγορα ένας από τους βασικούς πυλώνες και αρχηγός της ομάδας, κερδίζοντας τον σεβασμό δίπλα σε παγκόσμιους αστέρες όπως ο Πελέ. Με τα "ψάρια" κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα Παουλίστα το 1967, το 1968, το 1969 και το 1973, το Torneio Roberto Gomes Pedrosa  το 1968 και το Recopa Intercontinental  το 1968.

Μετά τον θρίαμβο του Μουντιάλ του 1970, οι σχέσεις του παίκτη με τους διοικούντες τη Σάντος πέρασαν κρίση, καθώς υπήρχαν διαφωνίες σχετικά με τις οικονομικές απολαβές και τους όρους της ανανέωσής του το 1971.

Ήταν γέννημα-θρέμμα του Ρίο ντε Τζανέιρο, ήθελε να επιστρέψει στην πόλη του για οικογενειακούς λόγους και για να αγωνιστεί στο τοπικό Πρωτάθλημα Καριόκα. Η Σάντος δέχτηκε να τον παραχωρήσει για 3 μήνες μόνο όταν η Μποταφόγκο πρόσφερε ως αντάλλαγμα δανεισμό τρεις σημαντικούς παίκτες της, τον Μορέιρα, τον Ροζέριο και τον Φερέτι.

Αν και ξεκίνησε από τη Φλουμινένσε, ο Κάρλος Αλμπέρτο είχε μεγαλώσει ως υποστηρικτής της Μποταφόγκο, ήταν η ομάδα της καρδιάς του, γεγονός που έκανε την επιλογή του πιο εύκολη. Αγωνίστηκε σε 22 παιχνίδια φορώντας το περιβραχιόνιο του αρχηγού, αλλά δεν παρέμεινε περαιτέρω γιατί με την έναρξη του νέου εθνικού πρωταθλήματος της Βραζιλίας, η ομάδα του Σάο Πάολο ξεκαθάρισε ότι ο παίκτης ήταν απαραίτητος και έπρεπε να επιστρέψει.

Η Μποταφόγκο ήθελε να τον κρατήσει, αλλά η Σάντος ζητούσε ένα αστρονομικό ποσό για να συναινέσει σε κανονική μεταγραφή. Η ομάδα του Ρίο δεν διέθετε τους οικονομικούς πόρους για να καλύψει τις απαιτήσεις της Σάντος και το υψηλό συμβόλαιο του παίκτη.

Στον επεισοδιακό τελικό του πρωταθλήματος Καριόκα τον Ιούνιο του 1971 (εναντίον της Φλουμινένσε), υπέστη σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο. Αυτό το ιατρικό ζήτημα έκανε την Μποταφόγκο πιο διστακτική στο να ρισκάρει μια τόσο ακριβή συμφωνία, ενώ ο παίκτης έπρεπε να επιστρέψει στη βάση του για αποθεραπεία.

Με την επιστροφή του, γεφύρωσε τις οικονομικές διαφορές του με τη διοίκηση της Σάντος και υπέγραψε νέο συμβόλαιο, ανακτώντας αμέσως το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Όμως ο τραυματισμός στο γόνατο που είχε υποστεί στον τελικό με την Μποταφόγκο αποδείχθηκε πολύ σοβαρός. 

Χρειάστηκε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση και να μείνει εκτός γηπέδων για πολλούς μήνες, χάνοντας το μεγαλύτερο μέρος των αγώνων της Σάντος στα τέλη του 1971. Ως συνέπεια αυτού ο προπονητής της Σάντος άρχισε να τον καθιερώνει ως κεντρικό αμυντικό (στόπερ), η αλλαγή αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη, καθώς η ποδοσφαιρική του ευφυΐα και η ηγετική του φυσιογνωμία κάλυπταν τη μείωση της ταχύτητάς του και την έκρηξη που απαιτούσε η θέση του δεξιού μπακ.

Στο "Βίλα Μπελμίρο" παρέμεινε μέχρι και το 1974 έχοντας 445 συμμετοχές και 40 γκολ. Τον Οκτώβριο του 1974, ο Πελέ έπαιξε το τελευταίο του παιχνίδι με τη Σάντος και ο Κάρλος Αλμπέρτο ένιωσε ότι χωρίς τον «Βασιλιά» και τους άλλους μεγάλους αστέρες της δεκαετίας του '60, η χρυσή εποχή του συλλόγου είχε κλείσει οριστικά και η ομάδα έμπαινε σε μια δύσκολη φάση αναδόμησης.

Ο πρόεδρος της Φλουμινένσε, Φρανσίσκο Όρτα, είχε ξεκινήσει ένα φιλόδοξο project για να δημιουργήσει μια πανίσχυρη ομάδα (τη μετέπειτα Máquina Tricolor). Προσέφερε ένα πολύ μεγάλο ποσό στη Σάντος 1 εκατομμύριο κρουζέιρος και ένα εξαιρετικό συμβόλαιο στον παίκτη, το οποίο η διοίκηση της Σάντος (που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα) δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Μετά από πολλά χρόνια στο Σάο Πάολο, ο Κάρλος Αλμπέρτο επιθυμούσε να επιστρέψει μόνιμα στο Ρίο ντε Τζανέιρο, την πόλη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να κλείσει εκεί το μεγάλο κεφάλαιο του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας.

Παρέμεινε μέχρι το 1977 κατακτώντας και πάλι το Campeonato Carioca το 1976 και το Taca Guanabara το 1975, έχοντας 53 εμφανίσεις και 4 τέρματα και συνολικά 169 παιχνίδια και 19 γκολ. Την τελευταία χρονια έπαιξε ελάχιστα παιχνίδια στις αρχές της χρονιάς, γενικότερα υπήρχε η διαδικασία ανανέωσης καθώς η «Μηχανή» (Máquina Tricolor) είχε αρχίσει να κάνει τον κύκλο της.

Ο Όρτα ήρθε σε μυστική συμφωνία με τη διοίκηση της Φλαμένγκο και η συμφωνία προέβλεπε μια ανταλλαγή-«βόμβα» μεγατόνων, ο Κάρλος Αλμπέρτο και ο εξτρέμ Μαρίνο θα άφηναν τη Φλουμινένσε για τη Φλαμένγκο και ώς αντάλλαγμα, ο εμβληματικός αμυντικός Ζεράλντο και ο Ροντρίγκες Νέτο θα έκαναν το αντίθετο δρομολόγιο.

Η ανακοίνωση της ανταλλαγής προκάλεσε τεράστιο σοκ στους οπαδούς και των δύο ομάδων. Ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν ο ζωντανός θρύλος και αρχηγός της Φλουμινένσε, και η μετακίνησή του απευθείας στη μισητή Φλαμένγκο θεωρήθηκε από πολλούς «ιεροσυλία».

Ωστόσο, ο ίδιος ο παίκτης αντιμετώπισε την κατάσταση άκρως επαγγελματικά. Δήλωσε ότι κατανοούσε τις ανάγκες των συλλόγων και ότι, ως επαγγελματίας, θα έδινε τον καλύτερο εαυτό του για τη νέα του ομάδα.

Η παρουσία του στη Φλαμένγκο αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη, φόρεσε τη φανέλα της ομάδας σε μόλις 19 αγώνες και σημείωσε 1 γκολ. Οι συνεχόμενοι πόνοι στο ταλαιπωρημένο του γόνατο δεν του επέτρεψαν να πιάσει τα γνωστά υψηλά στάνταρ απόδοσης ενώ και η ατμόσφαιρα γύρω από το όνομά του παρέμενε ηλεκτρισμένη λόγω του παρελθόντος του.

Βλέποντας ότι το σώμα του δεν άντεχε πλέον τις σκληρές απαιτήσεις του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου, ο Κάρλος Αλμπέρτο αποφάσισε να λύσει το συμβόλαιό του λίγους μήνες μετά. Όταν βρέθηκε σε δύσκολη θέση στη Φλαμένγκο λόγω των τραυματισμών και της πίεσης, ο Πελέ επικοινώνησε προσωπικά μαζί του. 

Του εξήγησε ότι το πρωτάθλημα στις ΗΠΑ ήταν λιγότερο απαιτητικό σωματικά από το βραζιλιάνικο, ιδανικό για τα ταλαιπωρημένα του γόνατα, ενώ το project της ομάδας ήταν μοναδικό. Οι οικονομικοί όροι που του προσφέρθηκαν ήταν αδύνατον να απορριφθούν. Οι Cosmos του προσέφεραν ένα συμβόλαιο με απολαβές που καμία ομάδα στη Βραζιλία δεν μπορούσε να πλησιάσει, συνοδευόμενο από πολυτελή διαμονή στη Νέα Υόρκη και εμπορικές συμφωνίες που εξασφάλιζαν το μέλλον του μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση.

Στα 33 του χρόνια, ένιωθε πλέον «γεμάτος» από το ποδόσφαιρο της πατρίδας του, η πίεση των οπαδών στο Ρίο, η αυστηρή κριτική των ΜΜΕ και η καθημερινή φθορά τον είχαν κουράσει και η προοπτική να ζήσει στο κοσμοπολίτικο Μανχάταν, να παίξει ποδόσφαιρο σε ένα περιβάλλον με λιγότερο άγχος και να γίνει πρεσβευτής του αθλήματος σε μια νέα χώρα, φάνταζε ως η τέλεια διέξοδος.

Η μεταγραφή ολοκληρώθηκε γρήγορα, τελείωσε το συμβόλαιό του με τη Φλαμένγκο και στις 21 Ιουλίου 1977 παρουσιάστηκε επίσημα από τους New York Cosmos.  Κατέκτησε τρία πρωταθλήματα της North American Soccer League(NASL) το 1977, το 1978 και το 1980 έχοντας 145 συμμετοχές και 8 γκολ μέχρι και το 1980.

Εκείνο το καλοκαίρι προσέλαβαν τον αυστηρό Γερμανό προπονητή Χένες Βαϊσβάιλερ, ο οποίος ήθελε να επιβάλει ένα σύστημα βασισμένο στην απόλυτη πειθαρχία, το τρέξιμο και την τακτική, το οποίο δεν ταίριαζε με την ελευθερία που είχαν συνηθίσει οι Λατινοαμερικάνοι σταρ της ομάδας.

Έτσι οι δυο τους ήρθαν γρήγορα σε ρήξη, ο Γερμανός τεχνικός θεωρούσε τον Βραζιλιάνο πολύ μεγάλο σε ηλικία και αργό για το σύστημά του, με αποτέλεσμα ο «Καπιτάο» να χάσει τη θέση του στην ενδεκάδα. 

Μη ανεχόμενος τον πάγκο, ο Κάρλος Αλμπέρτο ζήτησε να αποχωρήσει και προέκυψε η California Surf  από το Αναχάιμ της Καλιφόρνια. Η ομάδα αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα προσέλευσης θεατών και αναζητούσε απεγνωσμένα έναν παγκόσμιο σταρ για να γεμίσει το στάδιο. Η διοίκηση της λίγκας (NASL) ενθάρρυνε τη μετακίνηση, καθώς η παρουσία του αρχηγού της Βραζιλίας του 1970 στην Καλιφόρνια θα έδινε τεράστια εμπορική ώθηση σε ολόκληρη τη Δυτική Ακτή.

Για τον ίδιο τον Κάρλος Αλμπέρτο, η Καλιφόρνια αποτελούσε έναν ιδανικό προορισμό, το ζεστό κλίμα, η χαλαρή ζωή κοντά στον ωκεανό και η απουσία της έντονης πίεσης της Νέας Υόρκης ήταν ό,τι έπρεπε για το τέλος της καριέρας του. 

Επιπλέον, η ομάδα του προσέφερε έναν διπλό ρόλο: παίκτη και βοηθού προπονητή, δίνοντάς του την ευκαιρία να κάνει τα πρώτα του βήματα για τη μετέπειτα προπονητική του καριέρα. Κατέγραψε 25 επίσημες εμφανίσεις και σημείωσε 2 τέρματα αλλά στα τέλη του 1981, η California Surf αντιμετώπισε ανυπέρβλητα οικονομικά προβλήματα και διαλύθηκε. 

Την ίδια ώρα, ο Βαϊσβάιλερ αποχώρησε από τη Νέα Υόρκη, ανοίγοντας τον δρόμο για την πανηγυρική επιστροφή του Κάρλος Αλμπέρτο στους Cosmos το 1982, όπου και έκλεισε την καριέρα του ως πρωταθλητής με 28 συμμετοχές και 2 τέρματα και συνολικά 147 εμφανίσεις με 8 τέρματα.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1982 στο Giants Stadium της Νέας Υόρκης, σε ένα συγκλονιστικό ματς ανάμεσα στους New York Cosmos και τη Φλαμένγκο, πραγματοποιήθηκε το αποχαιρετιστήριο φιλικό παιχνίδι προς τιμήν του.

Ο αγώνας έληξε με το άκρως χορταστικό 3-3 μπροστά σε 37.312 θεατές, προσφέροντας ένα μοναδικό ποδοσφαιρικό σόου γεμάτο παγκόσμιους αστέρες. Για να τιμηθεί ο «Αιώνιος Καπιτάο», οι Cosmos παρατάχθηκαν με μια σύνθεση-όνειρο αφού εκτός από τον Κάρλος Αλμπέρτο, αγωνίστηκαν ο Φραντς Μπεκενμπάουερ (που επέστρεψε ως προσκεκλημένος για αυτό το ματς) και ο Γιόχαν Νέεσκενς. Επιπλέον, μετά από προσωπική πρόσκληση του Κάρλος Αλμπέρτο, με τη φανέλα των Cosmos αγωνίστηκε κατ' εξαίρεση και ο σπουδαίος Σώκρατες, αρχηγός της Εθνικής Βραζιλίας του 1982.

Η Φλαμένγκο δεν ταξίδεψε στις ΗΠΑ απλώς για τουρισμό, ήταν η εν ενεργεία Πρωταθλήτρια Κόσμου (είχε διαλύσει τη Λίβερπουλ με 3-0 στο Διηπειρωτικό λίγους μήνες πριν). Παρατάχθηκε με όλα τα τεράστια αστέρια της, όπως ο Ζίκο, ο Ζούνιορ και ο Λεάνδρο, μάλιστα, ο προπονητής της, Πάουλο Σέζαρ Καρπετζιάνι (παλιός συμπαίκτης του Κάρλος Αλμπέρτο), μπήκε και αγωνίστηκε συμβολικά για 15 λεπτά.

Όταν ήρθε η ώρα ο Κάρλος Αλμπέρτο να αντικατασταθεί και να γνωρίσει την αποθέωση, προχώρησε σε μια προγραμματισμένη, βαθιά συγκινητική κίνηση, έβγαλε και παρέδωσε μία φανέλα του στον έφηβο γιο του, Αλεσάντρε, θέλοντας να συμβολίσει το μέλλον και τη νεολαία του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας. 

Επίσης παρέδωσε μια δεύτερη φανέλα στον Ντάριλ Γκι, τον νεότερο τότε Αμερικανό παίκτη των Cosmos, συμβολίζοντας την ελπίδα για την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ.

Στις 30 Μαίου του 1964 στο Μαρακανά σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Αγγλία έκανε το ντεμπούτο του με την φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας. Άν και συμπεριλήφθηκε στις πρώτες κλήσεις για την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας το 1966 εν τέλει δεν βρέθηκε στις τελικές επιλογές του Βιθέντε Φέολα. 

Πήρε όμως το "αίμα του πίσω" αφού τέσσερα χρόνια αργότερα το 1970 στα γήπεδα του Μεξικό αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια μέχρι και τον τελικό απέναντι στην Ιταλία. Μάλιστα στον τελικό απέναντι στους "ατζούρι" πέτυχε το γκολ που διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα και ως αρχηγός ήταν αυτός που σήκωσε το Κύπελλο "Ζίλ Ριμέ". 

Αυτή όμως ήταν η μοναδική του παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελλο αφού το 1974 στα γήπεδα της Δυτικής Γερμανίας δεν πήρε μέρος  λόγω ενός προβλήματος στο γόνατο.

Πήρε μέρος στα τρία πρώτα παιχνίδια της προκριματικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1978 ως κεντρικός αμυντικός μάλιστα αλλά δεν αγωνίστηκε στα γήπεδα της Αργεντινής. Στις 20 Μαρτίου του 1977 στην Ασουνσιόν απέναντι στην Παραγουάη έμελλε να μπει το τέλος στην σχέση Κάρλος Αλμπέρτο και εθνικής Βραζιλίας με τον δεξιοπόδαρο αμυντικό να συμπληρώνει 53 συμμετοχές και 8 γκολ.

Στις αρχές του 1983, μετά από εσωτερικές τριβές με τη διοίκηση και κάποιες αγωνιστικές αποτυχίες στο τοπικό πρωτάθλημα, ο Καρπετζιάνι παραιτήθηκε ξαφνικά απο την Φλαμένγκο και η ομάδα έμεινε «ακέφαλη» στη μέση της σεζόν.

Διέθετε μια ομάδα γεμάτη εγωισμούς και παγκόσμιους αστέρες (Ζίκο, Τζούνιορ, Λεάνδρο). Οι παίκτες ξεκαθάρισαν στη διοίκηση ότι δεν ήθελαν έναν αυστηρό ή θεωρητικό προπονητή, αλλά κάποιον που να γνωρίζει τη νοοτροπία των πρωταθλητών και να τον σέβονται απόλυτα.

Ο Ζίκο, ο οποίος είχε εξαιρετική σχέση με τον Κάρλος Αλμπέρτο από την κοινή τους θητεία ως παίκτες στη Φλαμένγκο το 1977, εισηγήθηκε προσωπικά το όνομά του. Η γνώμη του «Λευκού Πελέ» ήταν νόμος για τον σύλλογο.

Μετά την επιστροφή του από τις ΗΠΑ, δεν ήθελε να μείνει μακριά από τα γήπεδα. Όταν ο πρόεδρος της Φλαμένγκο του τηλεφώνησε, εκείνος δέχτηκε αμέσως την πρόκληση, θεωρώντας ότι το να ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα με την καλύτερη ομάδα της Νοτίου Αμερικής ήταν μια ευκαιρία που εμφανίζεται μια φορά στη ζωή, αναλαμβάνοντας στις .16 Απριλίου 1983.
Κατέκτησε το Πρωτάθλημα Βραζιλίας και σε 26 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 4 ισοπαλίες και 9 ήττες, αλλά 
αμέσως μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος τον Μάιο του 1983, ο ηγέτης και προστάτης του στα αποδυτήρια, Ζίκο, πήρε μεταγραφή για την ιταλική Ουντινέζε. 

Χωρίς τον κορυφαίο της παίκτη, η ομάδα έχασε μεγάλο μέρος της δυναμικής της και ο Κάρλος Αλμπέρτο έχασε ένα σημαντικό στήριγμα. Έχοντας ως μεγάλο στόχο την κατάκτηση του Libertadores, όμως υπό τις οδηγίες του αποκλείστηκε στα ημιτελικά της διοργάνωσης, γεγονός που προκάλεσε την πρώτη έντονη γκρίνια από τη διοίκηση και τους οπαδούς.

Η διοικητική πίεση κορυφώθηκε τον Αύγουστο του 1983, κατά τη διάρκεια του τοπικού πρωταθλήματος (Taça Guanabara). Μετά από μια οδυνηρή ήττα στο ντέρμπι με την Μποταφόγκο, το κλίμα έγινε εξαιρετικά βαρύ, οδηγώντας τον στην έξοδο από τον σύλλογο στις 17 Αυγούστου.

Μετά την επεισοδιακή αποχώρησή του από τη Φλαμένγκο τον Αύγουστο του 1983, ο Κάρλος Αλμπέρτο ήθελε να παραμείνει στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Η Φλουμινένσε ήταν η ομάδα από την οποία ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα και είχε ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς με τον σύλλογο.

Η διοίκηση της Φλουμινένσε είχε δημιουργήσει ένα εξαιρετικό ρόστερ με αστέρες όπως ο Ριβελίνο, αλλά χρειαζόταν έναν προπονητή με τεράστια προσωπικότητα που να ξέρει πώς να κάνει μια ομάδα πρωταθλήτρια.

Έχοντας μόλις κατακτήσει το Πρωτάθλημα Βραζιλίας του 1983 με τη Φλαμένγκο, είχε αποδείξει ότι, παρά το γεγονός ότι ήταν νέος στους πάγκους, μπορούσε να διαχειριστεί μεγάλους παίκτες και να φέρει άμεσα τίτλους. 

Ανέλαβε επίσημα στις 14 Απριλίου 1984 κατέκτησε τo Campeonato Carioca και παρέμεινε μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 1985 όπου σε 32 αγώνες είχε 18 νίκες, 9 ισοπαλίες και 5 ήττες όταν και δέχτηκε μια πολύ καλή οικονομική πρόταση απο την Κορίνθιανς.

Έχοντας αναλάβει τη Φλουμινένσε τον Απρίλιο του 1984, κατάφερε μέσα σε λίγους μήνες να πετύχει τον απόλυτο στόχο και νιώθοντας «γεμάτος» και έχοντας εκπληρώσει την αποστολή του, ήταν έτοιμος για μια νέα μεγάλη πρόκληση σε διαφορετική πολιτεία.

Παρά την επιτυχία του τίτλου, οι σχέσεις και οι συζητήσεις με τη διοίκηση της «Φλου» για την ανανέωση της συνεργασίας τους είχαν περάσει από διάφορα σκαμπανεβάσματα. Η πρόταση της Κορίνθιανς λειτούργησε ως ο καταλύτης για να πάρει την απόφαση να αλλάξει σελίδα

Ανέλαβε στις 12 Φεβρουαρίου 1985 έως τις 30 Ιουλίου αφού παρά το «χρυσό» συμβόλαιο, η παρουσία του συνέπεσε με μια περίοδο έντονων εσωτερικών προβλημάτων και διχασμού στα αποδυτήρια της ομάδας, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρώσει τη χρονιά.

Σε 27 αγώνες είχε 10 νίκες, 8 ισοπαλίες και 9 ήττες, παρα το καλό ξεκίνημα στην πρώτη φάση του Πρωταθλήματς, όπου η ομάδα τερμάτισε 2η, η αγωνιστική κατάρρευση στη δεύτερη φάση (τελευταία θέση στον όμιλο με μόλις 1 νίκη) και η κρίση με τους οπαδούς οδήγησαν στην απόλυσή του τον Ιούλιο.

Μετά το τέλος της θητείας του στο Σάο Πάολο, έμεινε εκτός πάγκων για 10μήνες, ψαχνε μια ομάδα μακριά από την ασφυκτική πίεση των ΜΜΕ του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο. Η πρόταση της Νάουτικο του προσέφερε την απόλυτη ελευθερία κινήσεων και τη δυνατότητα να δουλέψει σε ένα παθιασμένο ποδοσφαιρικό περιβάλλον.

Η διοίκηση της ήθελε να σπάσει την κυριαρχία της μισητής αντιπάλου, Σπορτ Ρεσίφε, και να κάνει αισθητή την παρουσία της στο εθνικό πρωτάθλημα. Για να το πετύχει αυτό, αναζητούσε έναν προπονητή με τεράστιο όνομα και κύρος, ικανό να προσελκύσει ποιοτικούς παίκτες και να αλλάξει τη νοοτροπία του συλλόγου.

Αν και η θητεία του στην Κορίνθιανς δεν εξελίχθηκε καλά λόγω των προβλημάτων στα αποδυτήρια, ο Κάρλος Αλμπέρτο παρέμενε ένας από τους πιο περιζήτητους προπονητές, είχε ήδη στο βιογραφικό του ένα Πρωτάθλημα Βραζιλίας (1983 με Φλαμένγκο) και ένα Καμπεονάτο Καριόκα (1984 με Φλουμινένσε).

Ανέλαβε στις 2 Μαΐου 1986 και αποχώρησε στις 10 Οκτωβρίου του ίδιου έτους και σε 34 αγώνες όπου είχε 14 νίκες, 11 ισοπαλίες και 9 ήττες. Αν και στο τοπικό πρωτάθλημα η ομάδα είχε καλή παρουσία, η εκκίνηση στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας του 1986 δεν ήταν η αναμενόμενη, σε 10 επίσημους αγώνες υπό την καθοδήγησή του, η Νάουτικο κατάφερε να πάρει μόλις 2 νίκες, παρουσιάζοντας μεγάλη δυσκολία στο σκοράρισμα και στη διατήρηση αποτελεσμάτων.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τη διοίκηση και τους οπαδούς ήρθε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1986. Η Νάουτικο αντιμετώπισε την πρώην ομάδα του Κάρλος Αλμπέρτο, τη Σάντος, και υπέστη μια συντριπτική ήττα με 5-0 (με τον Ντούνγκα να σκοράρει και τον Ντίνο Φουρακάν να πετυχαίνει 4 γκολ). Το αποτέλεσμα αυτό προκάλεσε έντονους τριγμούς και κλόνισε την εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του. 

Μετά τη βαριά ήττα και τις συνεχόμενες ισοπαλίες, η πίεση των φιλάθλων στο Ρεσίφε έγινε αφόρητη. Η διοίκηση του συλλόγου έκρινε ότι η ομάδα χρειαζόταν άμεσα ένα «ηλεκτροσόκ» για να αποφύγει τον υποβιβασμό και να ανακάμψει βαθμολογικά, επιλέγοντας να λύσει κοινή συναινέσει τη συνεργασία της.

Παρά την απόλυση του διατήρησε άριστες, φιλικές σχέσεις με τους διοικούντες τη Νάουτικο. Ο διευθυντής του συλλόγου, Αμέρικο Περέιρα, και ο μετέπειτα πρόεδρος, Ιβάν Μπρόντι, τον εκτιμούσαν βαθύτατα ως προσωπικότητα.

Ο προπονητής που ανέλαβε να τον αντικαταστήσει στα τέλη του 1986 δεν κατάφερε να βελτιώσει την εικόνα της ομάδας. Η Νάουτικο συνέχισε να παραπαίει αγωνιστικά, και η διοίκηση συνειδητοποίησε γρήγορα ότι το πρόβλημα δεν ήταν ο «Καπιτάο», αλλά η έλλειψη ποιότητας και ηγετικής φυσιογνωμίας στα αποδυτήρια.

Καθώς η ομάδα βρισκόταν ξανά σε αδιέξοδο στις αρχές του 1987, οι διοικούντες στράφηκαν στην ασφάλεια του Κάρλος Αλμπέρτο. Του προσέφεραν εκ νέου τα κλειδιά της ομάδας, υποσχόμενοι καλύτερη στήριξη. Ο ίδιος, θέλοντας να αποδείξει ότι η πρώτη αποτυχία ήταν απλώς μια κακή συγκυρία, δέχτηκε να επιστρέψει στο Ρεσίφε στις 25 Φεβρουαρίου 1987.

Σε 22 αγώνες είχε 10 νίκες, 8 ισοπαλίες και 4 ήττες, η ομάδα παρουσίασε ένα πολύ πιο σταθερό πρόσωπο σε σχέση με την πρώτη του θητεία, ωστόσο η απώλεια του τίτλου στις λεπτομέρειες από τη Σπορτ Ρεσίφε και η πρόταση που δέχτηκε από το εξωτερικό, τον οδήγησαν να ολοκληρώσει τη συνεργασία του στις 17 Αυγούστου του 1987 και συνολικά σε 56 αγώνες είχε 24 νίκες, 19 ισοπαλίες και 13 ήττες.

Μετά την Νοαύτικο αποφάσισε να εργαστεί για πρώτη φορά ως προπονητής στο εξωτερικό και πιο συγκεκριμένα στους Miami Sharks στις 10 Ιανουαρίου του 1988. Ώς νεοσύστατη ομάδα της διοργάνωσης, αναζητούσαν ένα παγκόσμιο ποδοσφαιρικό brand name για να τραβήξουν την προσοχή των φιλάθλων και των ΜΜΕ, αλλά και για να προσελκύσουν ποιοτικούς Λατινοαμερικανούς παίκτες στη Φλόριντα.

Ο Κάρλος Αλμπέρτο ήταν ήδη θρύλος στις ΗΠΑ. Η διοίκηση των Sharks του πρόσφερε το τιμόνι της ομάδας, δίνοντάς του την ευκαιρία να ηγηθεί ενός νέου αμερικανικού project από τη γέννησή του, σε μια κοσμοπολίτικη πόλη με έντονο το ισπανόφωνο και ποδοσφαιρικό στοιχείο.

Παρέμεινε μέχρι τις 6 Αυγούστου 1988, η σεζόν αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη αγωνιστικά, με την ομάδα να καταγράφει αρνητικά αποτελέσματα παρά τις ηχηρές μεταγραφές. Σε 20 αγώνες είχε 4 νίκες
καμία ισοπαλία, στο πρωτάθλημα ASL του 1988 δεν υπήρχαν ισοπαλίες· τα παιχνίδια που έληγαν ισόπαλα οδηγούνταν απευθείας στη διαδικασία των πέναλτι ή της παράτασης για να αναδειχθεί υποχρεωτικά νικητής και 16 ήττες.

Η κακή αγωνιστική πορεία και η αδυναμία της ομάδας να διεκδικήσει την πρόκριση στα Playoffs οδήγησαν στην ολοκλήρωση της παρουσίας του τον Αύγουστο του 1988, με τον «Καπιτάο» να επιστρέφει άμεσα στα πάτρια εδάφη για λογαριασμό της Κορίνθιανς.

Στις 11 Αυγούστου ανέλαβε επίσημα για δεύτερη φορά μέχρι και τις 4 Δεκεμβρίου του 1988 και σε 21
αγώνες είχε 7 νίκες, 6 ισοπαλίες και 8 ήττες. Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του πρωταθλήματος τον Δεκέμβριο του 1988, η Κορίνθιανς δεν κατάφερε να προκριθεί στα τελικά Playoffs, γεγονός που οδήγησε στην κοινή συναινέσει λύση της συνεργασίας τους έχοντας συνολικά σε 48 αγώνες είχε 17 νίκες, 14 ισοπαλίες και 17 ήττες.

Στα τέλη της δεκαετίας του '80, οι ομάδες της Κολομβίας διέθεταν τεράστια οικονομική ισχύ, συχνά συνδεδεμένη με ισχυρούς χρηματοδότες και χορηγούς της εποχής. Αυτό τους επέτρεπε να προσφέρουν ηγεμονικά συμβόλαια που μπορούσαν να δελεάσουν κορυφαίους Λατινοαμερικανούς προπονητές και παίκτες, τους οποίους υπό άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσαν να προσεγγίσουν.

Ο σύλλογος από την πόλη Μανιζάλες η Όνσε Κάλδας αναζητούσε μια διεθνή προσωπικότητα για τον πάγκο του. Ήθελαν έναν άνθρωπο με το ειδικό βάρος του «Αιώνιου Καπιτάο», ώστε να αλλάξει τη νοοτροπία της ομάδας, να επιβάλει πειθαρχία στους παίκτες και να προσφέρει το απαραίτητο κύρος απέναντι στους ισχυρούς αντιπάλους της χώρας (όπως η Αμέρικα ντε Κάλι και η Ατλέτικο Νασιονάλ).

 Μετά το σύντομο πέρασμά του από τις ΗΠΑ (Miami Sharks) και τη δεύτερη θητεία στην Κορίνθιανς το 1988, ο Κάρλος Αλμπέρτο έβλεπε την Κολομβία ως το ιδανικό επόμενο βήμα. Ήταν ένα πρωτάθλημα εξαιρετικά ανταγωνιστικό εκείνη την περίοδο, με γεμάτα γήπεδα και τεράστια ποιότητα, αποτελώντας την τέλεια ευκαιρία για να επεκτείνει.

Ανέλαβε  επίσημα στις 15 Φεβρουαρίου 1989 και ολοκληρώθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1990, σε 58 αγώνες είχε 17 νίκες, 19 ισοπλαίες και 22 ήττες.  Η πρωτην σεζόν στην οποία συμμετείχε έμεινε στην ιστορία καθώς το πρωτάθλημα της Κολομβίας ακυρώθηκε οριστικά τον Οκτώβριο του 1989, μετά τη δολοφονία του διαιτητή Αλβάρο Ορτέγκα από το καρτέλ ναρκωτικών, με αποτέλεσμα να μην αναδειχθεί πρωταθλητής.

Την δεύτερη σεζον, η διοίκηση τον κράτησε στο τιμόνι για να χτίσει την ομάδα από την αρχή. όμως η ομάδα δεν κατάφερε να μπει στην τελική φάση των Playoffs, γεγονός που οδήγησε στη λήξη του συμβολαίου του τον Νοέμβριο.

Μετά τη θητεία του στην Κολομβία (Όνσε Κάλδας), ο Κάρλος Αλμπέρτο είχε αποκτήσει εξαιρετική γνώση του ποδοσφαίρου της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η Μοντερέι είχε σταθερή παράδοση στο να εμπιστεύεται Βραζιλιάνους παίκτες και τεχνικούς, γεγονός που έκανε την προσαρμογή του ευκολότερη.

Στις αρχές της δεκαετίας του '90,  ήθελαν να σπάσουν την κυριαρχία των ομάδων της Πόλης του Μεξικού (όπως η Αμέρικα) και να πρωταγωνιστήσουν στο πρωτάθλημα. Αναζητούσαν έναν προπονητή με παγκόσμια προσωπικότητα και νοοτροπία νικητή, ο οποίος θα μπορούσε να επιβάλει πειθαρχία, να εμπνεύσει τους παίκτες και να διαχειριστεί την πίεση του πρωταθλητισμού.

Ξεκίνησε στις 2 Ιουνίου 1991 και ολοκληρώθηκε στις 10 Μαΐου 1992, σε 48 αγώνες είχε 19 νίκες, 15 ισοπαλίες και 14 ήττες. Οδήγησε τη Μοντερέι στα Playoffs, όπου έφτασε μέχρι την προημιτελική φάση, αποκλείοντας αρχικά την Πουέμπλα προτού αποκλειστεί από την Ατλάντε.

Στο Κύπελλο Μεξικού καθοδηγήσε την ομάδα σε 6 αγώνες στη φάση των ομίλων της διοργάνωσης, με απολογισμό 3 νίκες, 1 ισοπαλία και 2 ήττες, χωρίς ωστόσο να καταφέρει να πάρει την πρόκριση για τα ημιτελικά.

Ο αποκλεισμός στην προημιτελική φάση από την Ατλάντε, δημιούργησε αγωνιστική απογοήτευση. Η αρχική συμφωνία ανάμεσα στις δύο πλευρές είχε υπογραφεί για έναν χρόνο και μετά τον αποκλεισμό από τα Playoffs τον Μάιο του 1992, η διοίκηση της Μοντερέι και ο Βραζιλιάνος τεχνικός αποφάσισαν από κοινού να μην προχωρήσουν σε ανανέωση της συνεργασίας τους.

Μετά από τρία συνεχόμενα χρόνια στους πάγκους του εξωτερικού (ΗΠΑ, Κολομβία, Μεξικό), ο «Καπιτάο» ένιωθε ότι έκλεισε ο διεθνής του κύκλος και ήθελε να επιστρέψει μόνιμα στο Ρίο ντε Τζανέιρο για προσωπικούς και επαγγελματικούς λόγους.

Όταν ολοκλήρωσε τη σεζόν 1991-92 με τη Μοντερέι, ο Κάρλος Αλμπέρτο δεν επέστρεψε αμέσως στη Βραζιλία. Η φήμη του στη χώρα παρέμενε μυθική λόγω του Μουντιάλ του 1970, και αρκετοί μεξικανικοί σύλλογοι, ακόμη και μικρότερων κατηγοριών, προσπάθησαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι ήταν ελεύθερος στην αγορά.

Η διοίκηση της Τιχουάνα έψαχνε ένα τεράστιο τεχνικό όνομα για να δώσει κύρος στον σύλλογο, να προσελκύσει χορηγούς και να κάνει την υπέρβαση για την άνοδο στην πρώτη κατηγορία. Για τον ίδιο τον «Καπιτάο», η Τιχουάνα, που βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα με τις ΗΠΑ, αποτελούσε έναν ελκυστικό και γνώριμο σταθμό, καθώς είχε εύκολη πρόσβαση στην Καλιφόρνια όπου είχε εργαστεί στο παρελθόν. 

Ανέλαβε την ομάδα στις 14 Αυγούστου του 1992, ως μια μεταβατική/βραχυπρόθεσμη συνεργασία για λίγους μήνες, προκειμένου να παραμείνει ενεργός στους πάγκους μέχρι να βρει ένα μεγαλύτερο project. Η θητεία του στην Τιχουάνα ολοκληρώθηκε πολύ γρήγορα στις 29 Νοεμβρίου, καθώς δεν υπήρχαν οι κατάλληλες οικονομικές και αγωνιστικές δομές για να υποστηρίξουν ένα μακροχρόνιο πλάνο.

Σην Μποταφόγκο ήταν απο τις 13 Μαΐου 1993 έως τις 3 Δεκεμβρίου 1993 κατακτώντας το Copa Conmebol το 1993 σε διπλούς τελικούς κόντρα στην Πενιαρόλ. Όμως στο πρωτάθλημα η πορεία ήταν πολύ κακή λόγω της κόπωσης, όπου η ομάδα τερμάτισε 31η, οδήγησε στην ολοκλήρωση της συνεργασίας του τον Δεκέμβριο του 1993 και σε 22 αγώνες είχε 7 νίκες, 4 ισοπαλίες και 11 ήττες.

Παρά την αποχώρησή του λόγω της κακής πορείας στο εγχώριο πρωτάθλημα, οι μετοχές του στο Ρίο ήταν στα ύψη. Η «Φλου» βρισκόταν σε μια δύσκολη αγωνιστική φάση και αναζητούσε επειγόντως έναν τεχνικό με τεράστιο ηγετικό εκτόπισμα για να αναλάβει την ομάδα ενόψει του επερχόμενου Τοπικού Πρωταθλήματος Καριόκα του 1994.

Οι ισχυροί δεσμοί με τη διοίκηση έκαναν τις διαπραγματεύσεις εξαιρετικά σύντομες και η δεύτερη αυτή προπονητική του θητεία στη Φλουμινένσε διήρκεσε από τις 4 Δεκεμβρίου 1993 έως τις 23 Φεβρουαρίου 1994, αποτελώντας ένα σύντομο αλλά έντονο πέρασμα όπου σε 7 αγώνες είχε 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 2 ήττες.

Η έλλειψη σταθερότητας στα αποτελέσματα και η δυσκολία της ομάδας να αποδώσει ελκυστικό ποδόσφαιρο στις πρώτες αγωνιστικές του τουρνουά οδήγησαν τη διοίκηση στη γρήγορη λύση της συνεργασίας τους στις 23 Φεβρουαρίου 1994.
Μετά την αποχώρησή του τον Φεβρουάριο του 1994, παρέμεινε στο Ρίο ντε Τζανέιρο και λειτούργησε κυρίως ως τεχνικός σύμβουλος και σχολιαστής, εκμεταλλευόμενος το τεράστιο κύρος του στο ποδόσφαιρο της Βραζιλίας.

Το 1995, η Νιγηρία διέθετε μία από τις πιο συναρπαστικές ομάδες του πλανήτη, έχοντας εντυπωσιάσει στο Μουντιάλ του 1994. Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Νιγηρίας, μέσω της χορηγού εταιρείας Nike, προσέγγισε τον Κάρλος Αλμπέρτο για να αναλάβει το πόστο του Τεχνικού Συμβούλου/Διευθυντή.

Στόχος ήταν να φέρει τη βραζιλιάνικη τακτική πειθαρχία και το κύρος του στην ομάδα. Η συμφωνία προέβλεπε να ενσωματωθεί στην αποστολή της Νιγηρίας κατά τη διάρκεια του USA Gold Cup το 1995. Ταξίδεψε στη Βοστώνη, με το πλάνο να παρακολουθήσει αρχικά την ομάδα από τον πάγκο δίπλα στον τότε υπηρεσιακό προπονητή Αμόντου Σαΐμπου, ώστε να αναλάβει πλήρως τα ηνία αμέσως μετά.

Η εμπειρία του αποδείχθηκε τραυματική, η Νιγηρία κατέβηκε στο τουρνουά με μια ομάδα ανάγκης, χωρίς τα μεγάλα ονόματα που είχαν μαγέψει τον κόσμο στο Μουντιάλ, γεγονός που τον απογοήτευσε. 
Αν και εντυπωσιάστηκε από το ταλέντο παικτών όπως ο Τζέι-Τζέι Οκότσα, δήλωσε σοκαρισμένος από την πλήρη έλλειψη τακτικής πειθαρχίας στο παιχνίδι τους.

Κάθισε στον πάγκο ως σύμβουλος/συνεργάτης σε μόλις 2 αγώνες κατά τη διάρκεια εκείνου του τουρνουά και μετά το τέλος των αγώνων, επισκέφθηκε για ελάχιστα εικοσιτετράωρα το Λάγος.
Αντικρίζοντας το μέγεθος της διοικητικής κρίσης και του χάους στο νιγηριανό ποδόσφαιρο, έκρινε ότι το περιβάλλον ήταν ακατάλληλο και ανασφαλές για να εργαστεί. 

Αποχώρησε αμέσως από τη χώρα, αρνήθηκε το συμβόλαιο της Nike και δεν επέστρεψε ποτέ ξανά στη Νιγηρία. Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να επιστρέψει επίσημα στην τεχνική ηγεσία μιας ομάδας, το έκανε στις 22 Σεπτεμβρίου του 1997, όταν επέστρεψε για τη δεύτερη θητεία του στον πάγκο της αγαπημένης του Μποταφόγκο όπου και παρέμεινε μέχρι τις 30 Δεκεμβρίου 1997.

Είχε ως αποκλειστικό και κρίσιμο στόχο τη σωτηρία της ομάδας από τον υποβιβασμό στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας και σε 11 παιχνίδια είχε 6 νίκες, 2 ισοπαλίες και 3 ήττες. Όταν ανέλαβε τον Σεπτέμβριο βρισκόταν πολύ χαμηλά στη βαθμολογία, έχοντας συγκεντρώσει μόλις 29 βαθμούς σε 21 αγώνες. 

Ο Κάρλος Αλμπέρτο άλλαξε αμέσως τη νοοτροπία των παικτών («το θέμα είναι να μην εφευρίσκουμε πράγματα», όπως είχε δηλώσει χαρακτηριστικά). 

Με ένα εντυπωσιακό ντεμαράζ στο κλείσιμο της σεζόν, συλλέγοντας 20 πολύτιμους βαθμούς στα 11 δικά του ματς, συμπεριλαμβανομένης μιας σπουδαίας εκτός έδρας νίκης 3-1 επί της Μπραγκαντίνο, κατάφερε να την κρατήσει πανηγυρικά στην πρώτη κατηγορία. 

Η αποστολή του ολοκληρώθηκε τον Δεκέμβριο του 1997, παραδίδοντας μια «υγιή» αγωνιστικά ομάδα για την επόμενη χρονιά. Στις 23 Μαρτίου 1998 θα αναλάβει την Ατλέτικο Μινέιρο μέχρι και τις 14 Ιουνίου και σε 18 αγώνες είχε 9 νίκες, 5 ισοπαλίες και 4 ήττες.

Παρά το γεγονός ότι είχε θετικό ισοζύγιο αποτελεσμάτων, 9 νίκες σε 18 ματς και οδήγησε την ομάδα στα ημιτελικά του τοπικού πρωταθλήματος, η πορεία ολοκληρώθηκε πρόωρα. Η διοίκηση και οι οπαδοί είχαν υψηλότερες προσδοκίες για το θέαμα που απέδιδε η ομάδα, ενώ ο αποκλεισμός στο Κύπελλο Βραζιλίας από την Κουριτίμπα, τον Μάιο δημιούργησε εσωτερικούς τριγμούς, οδηγώντας στη λύση της συνεργασίας τους τον Ιούνιο.

Μετά την αποχώρησή του από την Ατλέτικο Μινέιρο το 1998, έψαχνε ένα project μακριά από την πίεση του βραζιλιάνικου πρωταθλήματος. Η Κερέταρο αγωνιζόταν τότε στη δεύτερη κατηγορία και η διοίκησή της είχε βάλει ως μοναδικό στόχο την άνοδο στα μεγάλα σαλόνια. Για να το πετύχει, αποφάσισε να κάνει μια μεγάλη οικονομική επένδυση, φέρνοντας έναν προπονητή-θρύλο που θα μπορούσε να εμπνεύσει τους παίκτες και να προσελκύσει χορηγούς.

Η πρόταση της Κερέταρο του προσέφερε ένα πολύ καλό συμβόλαιο σε μια χώρα που ένιωθε σαν δεύτερο σπίτι του, δίνοντάς του την ευκαιρία να δουλέψει με απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Η προπονητική θητεία ξεκίνησε στις 5 Ιανουαρίου 1999 και ολοκληρώθηκε στις 3 Μαΐου 1999.

Η διοίκηση του συλλόγου είχε επενδύσει στο όνομά του για να πετύχει την άνοδο, ωστόσο η έλλειψη σταθερότητας στα αποτελέσματα και η αποτυχία της ομάδας να προκριθεί στην τελική φάση των Playoffs οδήγησαν στη λήξη της συνεργασίας τους με την ολοκλήρωση της κανονικής διάρκειας του πρωταθλήματος τον Μάιο.

Μετά την αποχώρησή του από την Κερέταρο το 1999, επέστρεψε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Βραζιλία και στον πάγκο της αγαπημένης του Μποταφόγκο για το δεύτερο μισό του 1999. Ήταν  μια κίνηση έκτακτης ανάγκης από τη διοίκηση της ομάδας, προκειμένου να αποτραπεί ο υποβιβασμός στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας.

Μετά από συνεχόμενα αρνητικά αποτελέσματα, η ομάδα είχε βυθιστεί στη ζώνη του υποβιβασμού και η διοίκηση χρειαζόταν άμεσα ένα «ηλεκτροσόκ». Μόλις δύο χρόνια πριν, τον Σεπτέμβριο του 1997, είχε αναλάβει ξανά το Μποταφόγκο σε παρόμοια κατάσταση και με ένα εντυπωσιακό ντεμαράζ είχε κρατήσει την ομάδα στην κατηγορία. 

Οι διοικούντες πίστευαν ότι η ηγετική του αύρα και το ειδικό του βάρος ήταν τα μόνα στοιχεία που μπορούσαν να ηρεμήσουν τα αποδυτήρια και να συσπειρώσουν τους οπαδούς. Ανέλαβε την 1η Οκτωβρίου του 1999 μέχρι τις 8 Νοεμβρίου όπου σε 6 αγώνες είχε 1 νίκη, 2 ισοπαλίες και 3 ήττες.

Η προσπάθεια σωτηρίας δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα και μετά την εντός έδρας ήττα με 1-0 από την Κορίτιμπα στις 7 Νοεμβρίου, η διοίκηση έκρινε ότι ο χρόνος τελείωνε και αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον Ζοέλ Σαντάνα, ο οποίος τελικά ολοκλήρωσε τη σεζόν.

Θα επιστρέψει στην Κολομβία για λογαριασμό της Ουνιόν Μαγκνταλένα, μια απεγνωσμένη προσπάθεια της διοίκησης του συλλόγου της Σάντα Μάρτα να αποφύγει τον ιστορικό υποβιβασμό, στρεφόμενη σε έναν προπονητή που είχε ήδη «χτίσει» σπουδαίο όνομα στην Κολομβία

Έχοντας εργαστεί με επιτυχία στην Κολομβία την περίοδο 1989-1990, οι ποδοσφαιρικοί παράγοντες της χώρας θυμούνταν την πειθαρχία, την ηγετική του αύρα και την ικανότητά του να μεταμορφώνει ομάδες, γεγονός που τον καθιστούσε την κορυφαία επιλογή για δύσκολες αποστολές.

Στις 3 Φεβρουαρίου 2000 ανέλαβε  και παρέμεινε στο τιμόνι της ομάδας μέχρι τις 22 Οκτωβρίου 2000 και σε 36 αγώνες είχε 11 νίκες, 10 ισοπαλίες και 15 ήττες. Παρά το γεγονός ότι πέτυχε μερικές σπουδαίες εντός έδρας νίκες εκμεταλλευόμενη την τροπική ζέστη της Σάντα Μάρτα, η γενικότερη αστάθεια της ομάδας, ειδικά στα εκτός έδρας παιχνίδια, δεν της επέτρεψε να ξεκολλήσει οριστικά από τις χαμηλές θέσεις της βαθμολογίας.

Η συγκομιδή των 43 βαθμών σε 36 αγώνες κράτησε την ομάδα μακριά από τα τελικά Playoffs. Η διοίκηση, βλέποντας ότι το φάσμα του υποβιβασμού παρέμενε ορατό για την επόμενη χρονιά, αποφάσισε να λύσει τη συνεργασία της με τον Βραζιλιάνο τεχνικό τον Οκτώβριο του 2000, λίγο πριν την ολοκλήρωση της κανονικής διάρκειας του πρωταθλήματος.

Στα τέλη της δεκαετίας του '90 και στις αρχές του 2000, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Ομάν, ακολουθώντας το παράδειγμα της Σαουδικής Αραβίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αποφάσισε να επενδύσει στη «βραζιλιάνικη σχολή». 

Αναζητούσαν έναν προπονητή-σύμβολο που θα μπορούσε να διδάξει την τεχνική κατάρτιση και να αλλάξει τη νοοτροπία των παικτών της χώρας, οι οποίοι ήταν ακόμα ερασιτέχνες ή ημιεπαγγελματίες. Ο Κάρλος Αλμπέρτο δεν ήταν απλώς ένας προπονητής, αλλά ο εμβληματικός αρχηγός της θρυλικής Βραζιλίας του 1970. 

Για τους Άραβες παράγοντες, το να έχουν στον πάγκο τους μια τέτοια παγκόσμια προσωπικότητα αποτελούσε την απόλυτη εγγύηση για την προβολή του ποδοσφαίρου τους στα διεθνή ΜΜΕ.

Η ομοσπονδία του Ομάν του κατέθεσε μια εξαιρετικά ελκυστική οικονομική πρόταση. Του προσέφερε έναν διευρυμένο ρόλο: όχι μόνο του πρώτου προπονητή της Εθνικής Ανδρών, αλλά και του γενικού συμβούλου για την οργάνωση των εθνικών ομάδων υποδομής (Νέων, Παίδων)

Επειδή οι επίσημες υποχρεώσεις του Ομάν εκείνη τη χρονιά ήταν περιορισμένες σε φιλικά παιχνίδια και καμπ προετοιμασίας, η ομοσπονδία του επέτρεψε μάλιστα να εργάζεται παράλληλα κατά τους πρώτους μήνες του 2000 και στην Κολομβία με την Ουνιόν Μαγδαλένα, μέχρι να εγκατασταθεί μόνιμα στην Ασία για το τελικό στάδιο της προετοιμασίας.

Η προπονητική θητεία του Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες στην Εθνική ομάδα του Ομάν διήρκεσε από τις 2 Μαρτίου 2000 έως τις 13 Φεβρουαρίου 2001. Κύριος στόχος να φέρει τη «βραζιλιάνικη νοοτροπία» και να αναβαθμίσει το τακτικό επίπεδο της εθνικής ομάδας, η οποία προετοιμαζόταν για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2002. 

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2000, μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στην Ασία και την Κολομβία, καθώς εργαζόταν ταυτόχρονα και ως προπονητής της Ουνιόν Μαγδαλένα.

Αυτή η κατάσταση προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των παραγόντων του Ομάν, οι οποίοι πλήρωναν ένα πολύ υψηλό συμβόλαιο και απαιτούσαν την αποκλειστική και καθημερινή του παρουσία στη χώρα για την επίβλεψη όλων των εθνικών τμημάτων.

Η Ομοσπονδία δεν έμεινε ικανοποιημένη από την εικόνα της ομάδας στα τουρνουά προετοιμασίας (όπως οι ήττες από τη Μαλαισία και τη Νέα Ζηλανδία στο Merdeka Tournament). Έκριναν ότι η «βραζιλιάνικη σχολή» δεν είχε καταφέρει να προσφέρει τη ζητούμενη τακτική πειθαρχία στους παίκτες.

Καθώς πλησίαζαν οι κρίσιμες επίσημες αναμετρήσεις για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου 2002 (που ξεκίναγαν την άνοιξη του 2001), η ομοσπονδία του Ομάν αποφάσισε να αλλάξει ριζικά το στυλ παιχνιδιού της ομάδας και η θητεία του ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2001 έχοντας σε 6 αγώνες, 3 νίκες και 3 ήττες.

Η τρίτη και τελευταία προπονητική θητεία του Κάρλος Αλμπέρτο Τόρες στη Φλαμένγκο ξεκίνησε επίσημα στις 23 Ιουλίου 2001 και ολοκληρώθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2002. Ανέλαβε εσπευσμένα την ομάδα αντικαθιστώντας τον θρυλικό Μάριο Ζαγκάλο, με μοναδικό στόχο να σταματήσει την αγωνιστική κατάρρευση στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας.

Μετά από μια δραματική μάχη στις τελευταίες αγωνιστικές, κατάφερε να πετύχει τον στόχο της σωτηρίας, κρατώντας τη Φλαμένγκο στην πρώτη κατηγορία. Επίσης στο Copa Mercosur του 2001 την οδήγησε μέχρι τον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης, όπου έχασε το τρόπαιο στα πέναλτι από την αργεντίνικη Σαν Λορέντζο.

Μετά από ένα κακό ξεκίνημα στις πρώτες αγωνιστικές του τουρνουά Rio-São Paulo του 2002 και τη διοικητική φθορά λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων του συλλόγου, ολοκληρώθηκε οριστικά η συνεργασία τους., ύστερα απο 38 αγώνες όπου είχε με 17 νίκες, 5 ισοπαλίες και 16 ήττες και συνολικά σε 82 αγώνες είχε 41 νίκες, 12 ισοπαλίες και 29 ήττες.

Στα μέσα της σεζόν του 2002, η Μποταφόγκο  διένυε μια καταστροφική πορεία στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας, έχοντας βυθιστεί στη ζώνη του υποβιβασμού. Η διοίκηση απέλυσε τον προπονητή Άρτουρ Μπερνάρντες και έψαχνε εσπευσμένα έναν άνθρωπο που γνώριζε άριστα τον σύλλογο.

Είχε ήδη το στάτους του ανθρώπου που ήξερε πώς να σώζει την ομάδα, έχοντας πετύχει την παραμονή της στην κατηγορία το 1997 και έχοντας κατακτήσει το Κόπα CONMEBOL το 1993. Μετά την απόλυσή του από τη Φλαμένγκο τον Φεβρουάριο του 2002, ήταν ελεύθερος και δέχτηκε να αναλάβει αμέσως τη δύσκολη αποστολή.

Ανέλαβε στις 3 Σεπτεμβρίου του 2002 μέχρι και τις 16 Οκτωβρίου του 2002, σε 10 αγώνες είχε 2 νίκες, 3 ισοπαλίες και 5 ήττες. Αυτή τη φορά, το «θαύμα» δεν επαναλήφθηκε, η ομάδα δεν μπόρεσε να βρει αγωνιστική σταθερότητα και μετά από μια οδυνηρή εντός έδρας ήττα με 4-2 από την Παϊσαντού υπέβαλε την παραίτησή του, βλέποντας ότι η κατάσταση δεν μπορούσε να αναστραφεί και τελικά υποβιβάστηκε στη δεύτερη κατηγορία εκείνη τη χρονιά.

Συνολικά και στα τέσσερα περάσματα απο την "φογκάο" σε 49 αγώνες είχε 16 νίκες, 11 ισοπαλίες και 22 ήττες. Στις αρχές του 2004, η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία του Αζερμπαϊτζάν αναζητούσε μια διεθνή προσωπικότητα παγκόσμιου βεληνεκούς για τον πάγκο της, στόχος ήταν να μπει η χώρα στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Ευρώπης ενόψει των προκριματικών του Μουντιάλ 2006, να αποκτήσουν οι παίκτες αυτοπεποίθηση και να τραβήξουν την προσοχή της UEFA.

Με τη στήριξη ισχυρών κρατικών και ιδιωτικών χορηγών της χώρας, κυρίως από τον τομέα του πετρελαίου, η ομοσπονδία διέθετε το απαραίτητο μπάτζετ για να προσφέρει ένα άκρως δελεαστικό συμβόλαιο. 

Η επιλογή του αρχηγού της θρυλικής Βραζιλίας του 1970 θεωρήθηκε το απόλυτο επικοινωνιακό και αγωνιστικό «μπαμ». Μετά από δύο χρόνια αποχής, από την αποχώρησή του από την Μποταφόγκο το 2002, είδε την πρόταση ως μια εξαιρετική ευκαιρία να εργαστεί για πρώτη φορά στην Ευρώπη και να ζήσει την εμπειρία των ευρωπαϊκών προκριματικών.

Ανέλαβε στις 14 Φεβρουαρίου του 2004, αλλά παραιτήθηκε στις 4 Ιουνίου του 2005 μετά από μια ήττα από την Πολωνία όταν και εισέβαλε στον αγωνιστικό χώρο κατηγορώντας τον διαιτητή ότι χρηματίστηκε και σε 18 αγώνες είχε 2 νίκες, 6 ισοπαλίες και 10 ήττες.

Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως κεντρικός αναλυτής και σχολιαστής αγώνων στο μεγάλο βραζιλιάνικο δίκτυο SporTV (μέλος του ομίλου Globo). Οι αναλύσεις του ξεχώριζαν για την ευθύτητα, την εμπειρία και το χιούμορ του.

Τον Ιανουάριο του 2013 επιλέχθηκε από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Βραζιλίας και τη FIFA ως ένας από τους επίσημους πρεσβευτές για το Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργάνωσε η Βραζιλία το 2014, εκπροσωπώντας τη χώρα σε διεθνείς εκδηλώσεις και κληρώσεις.

Επέστρεψε στην Φλουμινένσε, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου της διοίκησης, βοηθώντας στην οργάνωση των ακαδημιών και στη μεταγραφική πολιτική. Ασχολήθηκε για ένα διάστημα με την τοπική αυτοδιοίκηση στο Ρίο ντε Τζανέιρο, θέτοντας υποψηφιότητα για δημοτικός σύμβουλος, με κύριο όραμα την ανάπτυξη του αθλητισμού στις φτωχές γειτονιές (φαβέλες).
Στις 25 Οκτωβρίου του 2016 ο Κάρλος Αλμπέρτο Τόρρες σε ηλικία 72 ετών έφυγε απο την ζωή στο σπίτι του στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απο οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στα κεντρικά γραφεία της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας της Βραζιλίας στο Ρίο. 

Το φέρετρό του καλύφθηκε με τη σημαία της Βραζιλίας, η ταφή του έγινε στο κοιμητήριο Cemitério de São João Batista στο Μποταφόγκο. Το «παρών» έδωσαν εμβληματικές προσωπικότητες του ποδοσφαίρου, όπως ο Καφού ο οποίος δήλωσε ότι έχασε το είδωλό του, ο Πελέ μέσω συγκινητικού μηνύματος καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, ο Ρονάλντο, ο Ζίκο, ο Εντού, καθώς και σύσσωμες οι διοικήσεις των Σάντος, Φλουμινένσε και Μποταφόγκο.
Η κυβέρνηση της Βραζιλίας κήρυξε αμέσως τριήμερο επίσημο εθνικό πένθος στη χώρα. Ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, διέταξε να κυματίζουν μεσίστιες οι σημαίες όλων των ομοσπονδιών στα κεντρικά γραφεία της Ζυρίχης.

Στον πρώτο επίσημο αγώνα της Εθνικής Βραζιλίας μετά τον θάνατό του εναντίον της Αργεντινής για τα προκριματικά του Μουντιάλ, ο τότε αρχηγός Ντάνι Άλβες φόρεσε ένα ειδικό, λευκό περιβραχιόνιο που έγραφε «Eterno Capitão» (Αιώνιος Αρχηγός), ενώ αγωνίστηκε τιμητικά με τον αριθμό 4 στην πλάτη.

Ο Δήμος του Ρίο ντε Τζανέιρο ονόμασε προς τιμήν του δρόμους και αθλητικές εγκαταστάσεις σε φτωχές γειτονιές της πόλης, εκπληρώνοντας το κοινωνικό του όραμα. Η Σάντος και η Φλουμινένσε δημιούργησαν μόνιμες πτέρυγες στα μουσεία τους αφιερωμένες στην ιστορία του, ενώ το γκολ που σημείωσε στον τελικό του 1970 ψηφίστηκε επίσημα από τη FIFA ως το «κορυφαίο ομαδικό γκολ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων».

   
    








Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...