www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

30/8/26

Φρανσίσκο Χέντο «La Galema del Coutabrico»



Μία απο τις εμβληματικότερες φυσιογνωμίες της Ρεάλ Μαδρίτης και του ισπανικού ποδοσφαίρου, δεν είναι τυχαίο ότι ο Φρανσίσκο Χέντο, όταν αποσύρθηκε ήταν ο τρίτος σκόρερ στην ιστορία των Μαδριλένων. Τον Δεκέμβριο του 2015 του αποδόθηκε ο τίτλος του επίτιμου προέδρου του συλλόγου, θέση που διατήρησε μέχρι και το 2020.

Γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου του 1933 στην πόλη Γκουαρνίσο της Καντάμπρια, Ο πατέρας του ήταν οδηγός φορτηγού και ο μικρός Φρανσίσκο τον βοηθούσε κυρίως με τις αγελάδες στην μικρή φάρμα που διατηρούσαν.

Στα 15 του άρχιζε να παίζει ποδόσφαιρο στην SD Nueva Montana, ενώ παράλληλα ασχολούταν και με τον στίβο με τους δρόμους ταχύτητας που θα του φαινόταν ιδιαίτερα χρήσιμος στην πορεία της καριέρας του.  

Ακολούθησε η Union Club de El Astillero, η Sociedad Deportiva Rayo Cantabria στην τρίτη κατηγορία που ήταν θυγατρική της Ράσιγκ Σανταντέρ. Την περίοδο 1952-1953 θα αγωνιστεί με τους "βερντιμπλάνκος" σε 10 παιχνίδια όπου και θα πετύχει 2 τέρματα.

Οι εμφανίσεις του θα κεντρίσουν το ενδιαφέρον του Σαντάγκο Μπερναμπέου ο οποίος θα προσφέρει το ποσό του 1.450.000 πεσετών μαζί με την μετακίνηση του Φρανσίσκο Εσπίνα και τον δανεισμό του Χοσέ Αντόνιο Ουθελάι για να τον φέρει στην Μαδρίτη το καλοκαίρι του 1953.

Για τα επόμενα 18 χρόνια θα υπηρετήσει την "βασίλισσα" με πάρα πολλές επιτυχίες, όργωνε την αριστερή πλευρά της επίθεσης είτε μοιράζοντας ασίστ είτε σκοράροντας όταν βρισκόταν σε καίρια θέση. Φόρεσε την φανέλα των "μερένγκες" σε 600 παιχνίδια, όγδοος στην σχετική λίστα μαζί με τον Φερνάντο Ιέρο και πέτυχε 182 γκολ που τον φέρνει πλέον στην 9η θέση του πίνακα όλων των εποχών.

Κατέκτησε 12 Πρωταθλήματα(1954,1955,1957,1958,1961,1962,1963,1964,1965,1967,1968,1969), 2 Κύπελλα το 1962 και το 1970, 6 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1956 κόντρα στην Ρέμς στο Πάρκ Ντε Πρένς, το 1957 κόντρα στην Φιορεντίνα στο "Σαντιάγκο Μπερναμπέου, το 1958 κόντρα στην Μίλαν στο "Χέιζελ", το 1959 κόντρα και πάλι στην Ρέμς στο "Νέκαρ Στάντιον" της Στουτγκάρδης, το 1960 κοντρα στην Άιντραχτ Φρανκφούρτης στο Χαμπντεν Πάρκ της Γλασκώβης και το 1966 κόντρα στην Παρτιζάν στο "Χέιζελ" και 1 Διηπειρωτικό το 1960 κόντρα στην Πενιαρόλ.

Επίσης έχει συμμετάσχει σε δύο χαμένους τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1962 απέναντι στην Μπενφίκα στο Ολυμπιακό Στάδιο του Άμστερνταμ και το 1964 κόντρα στην Ίντερ στο "Πράτερ" της Βιέννης, και σε έναν χαμένο τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων κόντρα στην Τσέλσι το 1971 στο "Γεώργιος Καραϊσκάκης" στον Πειραιά.

Στις 14 Δεκεμβρίου 1972, η Ρεάλ Μαδρίτης διοργάνωσε έναν σπουδαίο τιμητικό αγώνα προς τιμήν του στο Μπερναμπέου εναντίον της πορτογαλικής Μπελενένσες, όπου ο Χέντο αγωνίστηκε συμβολικά για λίγα λεπτά γνωρίζοντας την απόλυτη αποθέωση.

Μαζί με τον Πάολο Μαλντίνι κατέχουν το ρεκόρ των περισσότερων παρουσιών 8 τον αριθμό σε τελικούς Κυπέλλου Πρωταθλητριών και Champions League, και είναι ο πρώτος σε κατακτήσεις 6 στην μεγαλύτερη διασυλλογική διοργάνωση.

Ήταν δε χαρακτηριστικό το παρατσούκλι που του αποδόθηκε «La Galema del Coutabrico» (τυφώνας της Κουντάμπρια), αφού η ταχύτητα με την οποία ξεκίναγε τις προσπάθειες του δεν μπορούσαν να τις ακολουθήσουν οι συμπαίκτες του πόσο μάλλον οι αντίπαλοι.

Στις 18 Μαίου του 1955 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Αγγλία στην Μαδρίτη έκανε ντεμπούτο με την "φούρια ρόχα". Θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής το 1962 όπου θα παίξει σε τρία παιχνίδια και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας το 1966 όπου θα παίξει σε δυο παιχνίδια.

Θα αναδειχθεί Πρωταθλητής Ευρώπης το 1964 παρότι δεν βρισκόταν στην 23αδα της τελικής φάσης που πραγματοποιήθηκε στην Ισπανία, αφού αγωνίστηκε σε προηγούμενες φάσεις μάλιστα κόντρα στην Βόρεια Ιρλανδία στο Μπέλφαστ πέτυχε το νικητήριο γκολ.

Στις 15 Οκτωβρίου του 1969 στο Κάντιθ κόντρα στην Φινλανδία για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 θα κάνει την 43η και τελευταία του εμφάνιση έχοντας πετύχει και 5 γκολ. Μετά την ολοκλήρωση της καριέρας του ξεκίνησε αμέσως μετά την αποχώρησή του από τα γήπεδα, κοουτσάροντας νεανικές ομάδες του συλλόγου, με σκοπό να μεταδώσει την τεράστια εμπειρία του και τις αξίες της Ρεάλ στους νεαρούς ποδοσφαιριστές.

Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της δεύτερης ομάδας, τότε γνωστή κυρίως ως Castilla ή Real Madrid Aficionados/B). Παρέμεινε στον πάγκο της για περίπου τρία χρόνια, προετοιμάζοντας τη νέα γενιά παικτών για το άλμα στην πρώτη ομάδα. Όταν αποφάσισε να δοκιμαστεί ως πρώτος προπονητής σε επαγγελματικό επίπεδο το 1974, το όνομά του είχε τεράστια απήχηση λόγω της μυθικής του καριέρας ως ποδοσφαιριστής, γεγονός που προκάλεσε το ενδιαφέρον αρκετών συλλόγων


Είχε προτάσεις και κρούσεις από διάφορες ομάδες της Segunda División, καθώς και από συλλόγους της γενέτειράς του της Κανταβρία. Ωστόσο, για αρκετά χρόνια μετά την απόσυρσή του (1971-1974), απέρριπτε ευγενικά τις κρούσεις, προτιμώντας την ασφάλεια των ακαδημιών της Ρεάλ Μαδρίτης.

Η Παλένθια τον είχε προσεγγίσει επίσης από νωρίς. Αν και το 1974 δεν προχώρησε η συνεργασία τους, η διοίκηση της ομάδας κράτησε ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας μαζί του

Όταν τελικά ένιωσε έτοιμος να κάνει το μεγάλο βήμα το καλοκαίρι του 1974, επέλεξε την Καστεγιόν ανάμεσα σε άλλες υποψήφιες ομάδες. Ο λόγος ήταν ότι διέθετε ένα πολύ πιο έτοιμο και ποιοτικό ρόστερ, καθώς είχε μόλις υποβιβαστεί από τη La Liga και είχε ως ξεκάθαρο στόχο την άμεση επιστροφή, προσφέροντάς του ένα φιλόδοξο project.

Απο την άλλη η Καστεγιόν είχε μόλις υποβιβαστεί από την πρώτη κατηγορία, την προηγούμενη σεζόν (1973-74) και η διοίκηση έψαχνε ένα «βαρύ» όνομα για να εμπνεύσει άμεση επιστροφή, ποντάροντας στο κύρος του Χέντο.

Όμως βρήκε ένα αποδιοργανωμένο ρόστερ που δυσκολευόταν να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της Β' Κατηγορίας. Τα αρνητικά αποτελέσματα στις πρώτες 11 αγωνιστικές συνολικά σε 13 αγώνες, έχοντας 3 νίκες, 4 ισπαλίες και 6 ήττες, έφεραν γρήγορα γκρίνια, με αποτέλεσμα η διοίκηση να τον απολύσει πρόωρα στις 30 Νοεμβρίου, αντικαθιστώντας τον για να σώσει τη χρονιά. 

Παρά το σύντομο πέρασμά του, πρόλαβε να δουλέψει και να δώσει χώρο σε ορισμένους νεαρούς παίκτες, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον μετέπειτα διεθνή Ισπανό μέσο Ενρίκε Σάουρα, ο οποίος εκείνη τη σεζόν άρχισε να καθιερώνεται στην ομάδα.

Αυτή η εμπειρία έδειξε στον Χέντο πόσο ασταθής και πιεστική είναι η μοίρα του προπονητή, κάτι που τον ώθησε αργότερα να αναζητήσει πιο «οικογενειακά» ποδοσφαιρικά περιβάλλοντα. Μετά το σκληρό μάθημα στην Καστεγιόν, επέστρεψε στο ασφαλές περιβάλλον της Ρεάλ Μαδρίτης. Εκεί ανέλαβε ξανά ρόλο στα τμήματα υποδομής και στις ερασιτεχνικές ομάδες του συλλόγου, προτιμώντας να δουλέψει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και την πίεση των αποτελεσμάτων των επαγγελματικών κατηγοριών.

Το καλοκαίρι του 1977, η Παλένθια, η οποία αγωνιζόταν τότε στην 3η εθνική κατηγορία), τον προσέγγισε ξανά ύστερα απο το καλοκαίρι του 1974. Πείστηκε από το πλάνο τους, καθώς η πίεση εκεί ήταν πολύ μικρότερη σε σχέση με την Καστεγιόν, επιτρέποντάς του να χτίσει κάτι δικό του.

Βασίστηκε σε έμπειρους παίκτες της κατηγορίας και νεαρά ταλέντα, δίνοντας έμφαση στην πειθαρχία και την αμυντική λειτουργία. Πραγματοποίησε μια εξαιρετική και σταθερή χρονιά, τερματίζοντας στην 5η θέση του ομίλου της. 

Η διοίκηση έμεινε απόλυτα ικανοποιημένη από τη δουλειά του και του ανανέωσε το συμβόλαιο, βάζοντας πλέον ως στόχο την άνοδο. Η σεζόν 1978-79 υπήρξε η πιο εμβληματική σεζόν του Χέντο στους πάγκους αφού κυριάρχησε στον όμιλό της στην τρίτη κατηγορία

Υπό την καθοδήγησή του, η ομάδα τερμάτισε στην 1η θέση του βαθμολογικού πίνακα, αναδεικνυόμενη πρωταθλήτρια και εξασφάλισε την απευθείας άνοδο στη Segunda División (Β' Κατηγορία Ισπανίας) για πρώτη φορά σε ολόκληρη την ιστορία του συλλόγου. Ο Χέντο αποθεώθηκε από τους φιλάθλους της πόλης και έγινε τοπικός ήρωας.

Η αποστολή του ήταν πλέον να κρατήσει την επαρχιακή ομάδα στη σκληρή και ανταγωνιστική Β' Κατηγορία την σεζόν 1979-80, εκεί όπου λίγα χρόνια πριν είχε αποτύχει με την Καστεγιόν. Παρά το χαμηλό μπάτζετ, η Παλένθια παρουσίασε ένα άκρως ανταγωνιστικό σύνολο, ιδιαίτερα ισχυρό στην έδρα της (το στάδιο La Balastera).

 Η ομάδα εκπλήρωσε τον στόχο της με άνεση, τερματίζοντας στην 11η θέση της Segunda División, σε σύνολο 20 ομάδων, εξασφαλίζοντας μια ιστορική παραμονή. Το καλοκαίρι του 1980, έχοντας εκτοξεύσει τις μετοχές του και νιώθοντας ότι έκλεισε ο κύκλος του στην Παλένθια, αποφάσισε να αποχωρήσει σαν φίλος ύστερα απο 116 αγώνες με 46 νίκες, 34 ισοπαλίες και 36 ήττες.
Η διοίκηση της Παλένθια ήθελε διακαώς να τον κρατήσει στον πάγκο της για τέταρτη συνεχόμενη σεζόν. Του προσέφεραν νέο, βελτιωμένο συμβόλαιο, όμως ο ίδιος ένιωθε ότι ο κύκλος του εκεί είχε κλείσει και ότι η ομάδα είχε πιάσει το ταβάνι της με τα συγκεκριμένα οικονομικά δεδομένα.

Όπως συνέβαινε σχεδόν σε κάθε ελεύθερο καλοκαίρι του, δέχθηκε διερευνητικές επαφές από μικρότερους συλλόγους της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Κανταβρίας, οι οποίοι ήθελαν να εκμεταλλευτούν το τεράστιο όνομά του για να προσελκύσουν κόσμο και χορηγούς.

Απέρριψε τις υπόλοιπες κρούσεις επειδή το project της Γρανάδα φάνταζε ως η τέλεια ευκαιρία για το επόμενο μεγάλο βήμα στην καριέρα του. Η Γρανάδα ήταν ένα ιστορικό σωματείο με βαριά φανέλα, μεγάλο γήπεδο (Los Cármenes) και φανατικό κοινό.

Αντίθετα με την Παλένθια που πάλευε απλώς για τη σωτηρία, η Γρανάδα είχε ως κρυφό στόχο να πρωταγωνιστήσει στη Segunda División και να διεκδικήσει την άνοδο στην πρώτη κατηγορία, κάτι που αποτελούσε τη μεγάλη προσωπική πρόκληση για τον ίδιο.

Ανέλαβε την ομάδα την 1η Ιουλίου 1980, όμως απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά του στις 5 Ιανουαρίου 1981 λόγω της κακής βαθμολογικής συγκομιδής και της πίεσης για αποτελέσματα, σε 22 επίσημους αγώνες είχε 5 νίκες, 9 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Αυτή η δεύτερη αρνητική εμπειρία σε επίπεδο Segunda División, μετά την Καστεγιόν το 1974, έπεισε τον Χέντο ότι η καθημερινότητα και η πίεση του προπονητή δεν του ταίριαζαν. Μετά τη Γρανάδα, δεν ανέλαβε ποτέ ξανά άλλη επαγγελματική ομάδα, κλείνοντας οριστικά αυτό το κεφάλαιο.

Εντάχθηκε στο στελεχιακό δυναμικό της Ρεάλ Μαδρίτης, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του διεθνούς πρεσβευτή του συλλόγου. Εκπροσωπούσε τη «Βασίλισσα» σε επίσημες εκδηλώσεις της UEFA, κληρώσεις, φιλανθρωπικά ιδρύματα και διεθνή τουρνουά, αποτελώντας το ζωντανό σύμβολο της χρυσής εποχής της ομάδας.

Η μοναδική φορά που κάθισε ξανά σε πάγκο ήταν καθαρά για λόγους τιμής και αγάπης προς την ιδιαίτερη πατρίδα του. Ανέλαβε την ημι-επίσημη Εθνική Ομάδα της Κανταβρίας (μια περιφερειακή επιλογή παικτών χωρίς επίσημη αναγνώριση από τη FIFA), καθοδηγώντας τη σε ετήσιους φιλικούς αγώνες επίδειξης.

Για πολλά χρόνια ήταν ενεργό μέλος της Ένωσης Παλαιμάχων Ποδοσφαιριστών της Ρεάλ Μαδρίτης. Συμμετείχε σε δεκάδες φιλικά παιχνίδια για φιλανθρωπικούς σκοπούς σε όλο τον κόσμο, είτε αγωνιζόμενος συμβολικά στα πρώτα χρόνια, είτε από οργανωτικό πόστο αργότερα.

Το 2014, μετά τον θάνατο του μεγάλου του φίλου Αλφρέδο Ντι Στέφανο, η θέση του Επίτιμου Πρόεδρου έμεινε κενή. Στις 23 Οκτωβρίου του 2016, η Γενική Συνέλευση της Ρεάλ Μαδρίτης ανακήρυξε επίσημα τον Πάκο Χέντο ως τον νέο Επίτιμο Πρόεδρο του συλλόγου, την ύψιστη τιμή που μπορεί να λάβει ένας παίκτης μετά την απόσυρσή του.

Το 1996 η τοπική κυβέρνηση της Καντάμπρια του απένειμε το Χρυσό Μετάλλιο Τιμής του αθλητισμού της περιοχής, ενώ ο δήμος του El Astillero έδωσε το όνομα του σε δρόμο του δήμου. Στις 18 Ιανουαρίου του 2022 σε ηλικία 88 ετών άφησε την τελευταία του πνοή με την είδηση να γίνεται γνωστή μέσω του επίσημου σαιτ της ομάδας η οποία και εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

"Ο πρόεδρος και το διοικητικό συμβούλιο της Ρεάλ Μαδρίτης είναι βαθύτατα θλιμμένοι απο τον θάνατο του Φρανσίσκο Χέντο, επίτιμου προέδρου του συλλόγου και θρύλου όχι μόνο της ομάαδς μας αλλά και του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Θέλουμε να εκφράσουμε τα συλλυπητήρια και την αγάπη μας στην γυναίκα του Μαρι Κούς, του γιους του Φρανσίσκο και Χούλιο, τις εγγονές του Αιτάνα και Καντελά, σε όλους τους συγγενείς, τους συμπαίκτες και τους αγαπημένους του." 

Η σορός του εκτέθηκε σε θάλαμο στο Προεδρικό Θεωρείο του σταδίου Σαντιάγο Μπερναμπέου. Χιλιάδες φίλαθλοι της Ρεάλ Μαδρίτης, προσωπικότητες του αθλητισμού και σύσσωμη η ποδοσφαιρική ομάδα προσήλθαν για να του αποτίσουν φόρο τιμής.

Η κηδεία και ο ενταφιασμός του έγιναν σε πολύ στενό οικογενειακό κύκλο στη γενέτειρά του, το χωριό Γκουάρνιθο της Κανταβρίας. Στην τελετή παρέστησαν ο πρόεδρος Φλορεντίνο Πέρεθ, ο Εμίλιο Μπουτραγκένιο και παλιοί του συμπαίκτες όπως ο Αμάνθιο, ο Σανταμαρία και ο Πίρι.

Στον πρώτο εντός έδρας αγώνα της Ρεάλ Μαδρίτης μετά την απώλειά του, κόντρα στην Έλτσε τοποθετήθηκε στο κέντρο του γηπέδου μια γιγαντιαία φανέλα με το όνομά του και τον αριθμό 11. Γύρω από τη φανέλα του στο γρασίδι του Μπερναμπέου τοποθετήθηκαν όλοι οι τίτλοι που κατέκτησε με τον σύλλογο, συμπεριλαμβανομένων των 6 Κυπέλλων Πρωταθλητριών, σε μία από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία της ομάδας.

Η ισπανική κυβέρνηση και το Ανώτατο Αθλητικό Συμβούλιο του απένειμαν το Χρυσό Μετάλλιο του Βασιλικού Τάγματος Αθλητικής Αξίας που αποτελεί την ανώτατη αθλητική διάκριση στη χώρα. Η Βασιλική Ισπανική Ομοσπονδία Ποδοσφαιριστών, προχώρησε σε ειδική τελετή μνήμης, απονέμοντας στην οικογένειά του μια αναμνηστική φανέλα της Εθνικής Ισπανίας με τον ιστορικό αριθμό ντεμπούτου του (Νο 240).

Στη γενέτειρά του, το χωριό Γκουάρνιθο, αλλά και σε άλλες περιοχές της Κανταβρίας, δημοτικά στάδια και αθλητικές εγκαταστάσεις μετονομάστηκαν επίσημα σε «Paco Gento» για να μείνει το όνομά του ζωντανό στις επόμενες γενιές.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...