Μαζί με τον Τζιαμπιέρο Κόμπι και τον Ρικάρντο Θαμόρα, ο Φράντισεκ Πλανίτσκα αποτελέσαν την "αγία τριάδα" των τερματοφυλάκων της προπολεμικής περιόδου. Θεωρείται ο κορυφαίος Τσέχος τερματοφύλακας, ενώ σύμφωνα με την IFFHS κατέλαβε την 9η θέση στους καλύτερους τερματοφύλακες του 20ου αιώνα, και ο 6ος καλύτερος Ευρωπαίος τερματοφύλακας του 20ου αιώνα.
Διέθετε εντυπωσιακά αντανακλαστικά και πολύ καλή αντίληψη στις αποκρούσεις, ενώ ποτέ δεν δέχτηκε κίτρινη κάρτα ούτε και αποβλήθηκε ποτέ. Για αυτό τον λόγο το 1985 η UNESCO τον τίμησε με το διεθνές βραβείο του ευ αγωνίζεσθαι.
Γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1904 στην Πράγα και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο σε τοπικές ομάδες Slovan Πράγας, VII, Union VII, Old Town SK Olympia, SK Bubenec. Νωρίτερα είχε δοκιμαστεί στην Σπάρτα, όμως οι διοικούντες την απέρριψαν καθώς θεωρήθηκε πολύ κοντός (μόλις 1,72 μ.) για να κάνει καριέρα κάτω από τα δοκάρια.
Η Σλάβια Πράγας, αντίθετα, διέκρινε αμέσως το τεράστιο ταλέντο του, αλλά η μεταγραφή του το 1923 πέρασε από σαράντα κύματα, η ομάδα του, η
Bubeneč, αρνήθηκε κατηγορηματικά να του επιτρέψει να πάρει μεταγραφή στη Σλάβια.
Θέλοντας απεγνωσμένα να παίξει στη Σλάβια, ταξίδεψε κρυφά μαζί της στη Βιέννη για ένα ματς, όπου αγωνίστηκε χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο "Jakubec" για να αντικαταστήσει τον τραυματία βασικό τερματοφύλακα.
Η Bubeneč ανακάλυψε την απάτη και κατήγγειλε το γεγονός στις αρχές, η Σλάβια τιμωρήθηκε με χρηματικό πρόστιμο 300 κορώνων, αλλά τελικά πλήρωσε το ποσό των 800 κορώνων, που χρειαζόταν για να τον αποκτήσει επίσημα τον Οκτώβριο του 1923.
Θα αγωνιστεί για δεκαπέντε συναπτά χρόνια μέχρι το 1938 όπου θα αγωνιστεί σε 250 με 260 παιχνίδια κατακτώντας 8 Πρωταθλήματα το 1925, το 1929, το 1930, το 1931, το 1933, το 1934, το 1935 και το 1937, 6 Κύπελλα Βοημίας(1926, 1927, 1928, 1930, 1932 και 1935) και 1 Mitropa Cup το 1938.
Με την εθνική ομάδα έκανε ντεμπούτο στις 17 Ιανουαρίου του 1926 κόντρα στην Ιταλία στο Τορίνο. Θα είναι παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1934 όπου θα φτάσει μέχρι τον τελικό όπου θα γνωρίσει την ήττα απο την διοργανώτρια.
Θα πάρει μέρος και στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας το 1938 όπου στον δεύτερο γύρο κόντρα στην Βραζιλία σε ένα απο τα πιο βίαια παιχνίδια που ονομάστηκε η "Μάχη του Μπορντό", υπέστη σοβαρό τραυματισμό στην προσπάθεια του να αποσοβήσει τον κίνδυνο για την εστία του.
Όμως ο ίδιος παρέμεινε μέχρι το τέλος της κανονικής διάρκειας αλλά και της παράτασης με το παιχνίδι να λήγει ισόπαλο και χρειάστηκε να γίνει επαναλητικός δύο ημέρες μετά χωρίς όμως τον Πλανίτσκα. Το συγκεκριμένο παιχνίδι στις 12 Ιουνίου αποτέλεσε την 73η και τελευταία του εμφάνιση με την εθνική ομάδα ενώ αναδείχθηκε ο καλύτερος τερματοφύλακας της διοργάνωσης και όπως ήταν φυσικό συμπεριλήφθηκε στην κορυφαία εντεκάδα του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Μετά από αυτόν τον τραυματισμό στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1938, δεν κατάφερε ποτέ να ανακτήσει πλήρως τη φυσική του κατάσταση για να αγωνιστεί σε κορυφαίο επίπεδο. Αν και παρέμεινε στο ρόστερ της Σλάβια για λίγους μήνες ακόμα, βοηθώντας κυρίως από τον πάγκο, η γερμανική εισβολή και κατοχή της Τσεχοσλοβακίας τον Μάρτιο του 1939, σε συνδυασμό με το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, έβαλαν το οριστικό «λουκέτο» στην επαγγελματική του καριέρα.
Μετά τις εκπληκτικές του εμφανίσεις στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1934 και του 1938, γαλλικοί σύλλογοι, με κυριότερη την Ρασίνγκ Κλαμπ ντε Φρανς που τότε μεσουρανούσε, του πρόσφεραν μυθικά χρηματικά ποσά για την εποχή, καθώς και πολυτελή διαμονή στο Παρίσι.
Άν και το αγγλικό ποδόσφαιρο ήταν απομονωμένο εκείνη την περίοδο, δεν συμμετείχε στα πρώτα Μουντιάλ, το όνομα της «Γάτας της Πράγας» είχε φτάσει στο Νησί. Κορυφαίες αγγλικές ομάδες εξέτασαν την περίπτωσή του, όμως δεν ήθελε καν να μπει στη διαδικασία συζήτησης για να μετακομίσει εκτός Τσεχοσλοβακίας.
Ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων που αγαπούσε παθολογικά την Πράγα και τον τρόπο ζωής του εκεί και θεωρούσε αδιανόητο να αφήσει την πατρίδα του για τα χρήματα. Αν και το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό στην Τσεχοσλοβακία το 1925, ο ίδιος διατήρησε μια ρομαντική, ερασιτεχνική προσέγγιση για το άθλημα.
Για εκείνον, η φανέλα της Σλάβια και το εθνόσημο ήταν ιερά και δεν «πουλιούνταν» σε ξένες αγορές.
Αυτή η ακλόνητη στάση του είναι ο λόγος που μνημονεύεται μέχρι σήμερα ως ένας από τους κορυφαίους «One Club Men» (παίκτες μίας ομάδας) στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.
Η αγάπη του για το ποδόσφαιρο ήταν τόσο μεγάλη που συνέχισε να αγωνίζεται σε φιλικούς αγώνες παλαιμάχων για πολλές δεκαετίες. Μάλιστα, φόρεσε τα γάντια του για τελευταία φορά σε ηλικία 70 ετών, το 1974, παίζοντας σε έναν αγώνα επίδειξης με πρώην διεθνείς ποδοσφαιριστές.
Μετά την επίσημη απόσυρσή του και υπό το καθεστώς της γερμανικής κατοχής (Προτεκτοράτο της Βοημίας και Μοραβίας), επέστρεψε στην καθημερινή εργασία για να βιοποριστεί, δουλεύοντας ως υπάλληλος γραφείου και λογιστής, καθώς το ποδόσφαιρο εκείνη την εποχή δεν του εξασφάλιζε πλέον πόρους.
Λόγω του πολέμου, τα επίσημα διεθνή τουρνουά σταμάτησαν, αλλά το τοπικό πρωτάθλημα συνεχιζόταν. Πρόσφερε τις γνώσεις του στον σύλλογο ως σύμβουλος και εκπαιδευτής των νέων τερματοφυλάκων της ομάδας
Μετά το 1948, όταν η Τσεχοσλοβακία πέρασε υπό κομμουνιστικό έλεγχο, η Σλάβια Πράγας (που μετονομάστηκε προσωρινά σε Dynamo) υπέστη διώξεις από το καθεστώς ως «αστική ομάδα». Παρά τις προτάσεις που είχε στο παρελθόν από ξένα κλαμπ, επέλεξε να μείνει στην Πράγα.
Λόγω του άμεμπτου χαρακτήρα του και της παγκόσμιας αναγνώρισής του, το καθεστώς τον χρησιμοποιούσε συχνά σε εκδηλώσεις αθλητικού ήθους. Εργάστηκε για χρόνια στην οργανωτική επιτροπή της Τσεχοσλοβακικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου.
Έγινε ο αρχηγός και η «ατραξιόν» της ομάδας παλαιμάχων της Σλάβια και της Εθνικής, ταξίδευε σε όλη τη χώρα παίζοντας σε φιλικά παιχνίδια για φιλανθρωπικούς σκοπούς, γνωρίζοντας την αποθέωση από τους φιλάθλους όλων των ομάδων ακόμα και της Σπάρτα.
Στις 20 Ιουλίου του 1996 σε ηλικία 92 ετών έφευγε απο την ζωή και μετά τον θάνατό του, η Τσεχική Δημοκρατία τον τίμησε με μια μεγαλοπρεπή δημόσια κηδεία, αντιμετωπίζοντάς τον ως εθνικό ήρωα.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γεγονότα της κηδείας του αποδεικνύει το μέγεθος του σεβασμού των νεότερων γενεών προς το πρόσωπό του. Ο τότε ανερχόμενος σταρ του τσεχικού ποδοσφαίρου, Κάρελ Πομπόρσκι, ήταν προγραμματισμένο να ταξιδέψει την ίδια ακριβώς ημέρα στο Μάντσεστερ για να υπογράψει το ιστορικό του συμβόλαιο με τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ.
Ανέβαλε την υπογραφή του συμβολαίου και την πτήση του για να παραβρεθεί στην ταφή και να αποτίσει φόρο τιμής στον Πλάνιτσκα. Αναπαύεται στο Κοιμητήριο Vyšehrad στην Πράγα, το οποίο αποτελεί το σημαντικότερο κοιμητήριο της χώρας, όπου θάβονται αποκλειστικά οι σπουδαιότερες προσωπικότητες του τσεχικού έθνους (συγγραφείς, καλλιτέχνες, επιστήμονες και πολιτικοί).
To 2017, για τα 125 χρόνια της Σλάβια Πράγας, η διοίκηση ονόμασε επίσημα τη Νότια Κερκίδα του σταδίου
Fortuna Arena (Eden) προς τιμήν του και η αποκάλυψη έγινε παρουσία της κόρης του, Ντάνα.
Η Σλάβια διοργανώνει κάθε χρόνο ένα διεθνές τουρνουά ακαδημιών ποδοσφαίρου (U14) που φέρει το όνομά του "Plánička Cup" , με σκοπό να διδάσκονται οι νέοι παίκτες το ήθος και το fair play του Πλάνιτσκα.