Έχει αναδειχθεί το 2016 ως ο κορυφαίος προπονητής το 2016, είναι η χρονιά άλλωστε που οδήγησε την Πορτογαλία στον πρώτο της μεγάλο τίτλο το Euro. O Φερνάντο Σάντος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και δικός μας άνθρωπος μιας και πέρασε απο τρείς ελληνικές ομάδες αλλά και απο το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.
Γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1954 στο Εστορίλ, σε μια πόλη όπου
έβρισκαν καταφύγιο οι κατατρεγμένοι «γαλαζοαίματοι της Ευρώπης», όπως ο Χουάν,
Κόμης της Βαρκελώνης (πατέρας του βασιλιά της Ισπανίας Χουάν Κάρλος), ο
Ουμπέρτο Β’, τέως βασιλιάς της Ιταλίας και ο Κάρολος Β’, τέως βασιλιάς της
Ρουμανίας.
Με τόσες σημαντικές προσωπικότητες γύρω του ονειρεύτηκε να γίνει
άρχοντας εντός γηπέδου. Όμως η μοίρα του επεφύλασσε λίγο διαφορετικά σχέδια. Αν και προερχόταν από τις ακαδημίες της Μπενφίκα, ο νεαρός
τότε δεξιός μπακ δεν κατάφερε να φορέσει τη φανέλα της πρώτης ομάδας.
Το 1973
παίρνει μεταγραφή στη Εστορίλ με την οποία θα κάνει ντεμπούτο στην πρώτη κατηγορία στις 7 Σεπτεμβρίου του 1975 κόντρα στην Φαρένσε και στα "καναρίνια" θα παραμείνει μέχρι το 1979 έχοντας 91 συμμετοχές και 2 τέρματα.
Η αγωνιστική πρόκληση: Μετά από 6 συνεχόμενες σεζόν στην Εστορίλ, η πρόταση της Μαρίτιμο του επέτρεψε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε ένα νέο περιβάλλον στην πρώτη κατηγορία, παραμένοντας βασικό στέλεχος
Παράλληλα έχοντας πάρει το πτυχίο του στην Ηλεκτρολογική Μηχανολογία από το 1977, εργαζόταν ήδη ως μηχανικός, η πρόταση αυτή του εξασφάλιζε παράλληλα μια πολύ καλή θέση εργασίας ως μηχανικός στο νησί της Μαδέρα, προσφέροντάς του οικονομική ασφάλεια για το μέλλον.
Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος σε συνεντεύξεις του στο Cromo sem caderneta, η μετακίνηση εκείνη ήταν «μια καθαρά επαγγελματική επιλογή». Η θητεία του εκεί κράτησε μόνο μία σεζόν (1979-1980), κατά την οποία κατέγραψε 26 συμμετοχές, αλλά μόλις η Εστορίλ εξασφάλισε την άμεση επιστροφή της στην πρώτη κατηγορία το 1980, επέστρεψε τρέχοντας στο "σπίτι" του, όπου και παρέμεινε μέχρι το τέλος της καριέρας του.
θα την βοηθήσει να κερδίσει άμεσα την άνοδο και υπήρξε βασικό στέλεχος της αμυντικής γραμμής (ως δεξί ή κεντρικό μπακ) και μετά απο 125 συμμετοχές και 2 τέρματα, 216 συμμετοχές και 4 τέρματα συνολικά, θα αποσυρθεί οριστικά από την ενεργό δράση το 1987 σε ηλικία 33 ετών
Ακολούθως ασχολήθηκε με άλλο αντικείμενο και σπούδασε
τεχνικός επικοινωνιών συνεχίζοντας στον τομέα για τα επόμενα δέκα χρόνια. Όμως,
λάτρευε πάρα πολύ τη μπάλα για να την αποχωριστεί εντελώς και έτσι ασχολήθηκε
ξανά μαζί της από άλλο πόστο αυτή τη φορά, εκείνο του προπονητή και δε
μετάνιωσε ποτέ του για αυτή την επιλογή.
Αναλαμβάνει το 1987 τα ηνία του κλαμπ όπου τελείωσε την
καριέρα του ως παίκτης και για τις επόμενες επτά σεζόν θα είναι από τα κεντρικά
πρόσωπα της τοπικής κοινωνίας. Κατάφερε να την ανεβάσει δύο κατηγορίες δηλαδή
μέχρι τα «μεγάλα σαλόνια» του πορτογαλικού πρωταθλήματος που μέχρι τότε δεν είχε
ανέβει ποτέ.
Τη σεζόν 1993-94, η Εστορίλ πραγματοποιούσε πολύ κακή πορεία στην πρώτη κατηγορία. Στις 7 Μάρτιο του 1994, η ομάδα βρισκόταν σταθερά εντός της ζώνης του υποβιβασμού (τελικά τερμάτισε τελευταία και υποβιβάστηκε), γεγονός που έφερε το νομοτελειακό τέλος ενός μεγάλου προπονητικού κύκλου 7 ετών.
Όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην πορτογαλική εφημερίδα Público, φεύγοντας από την Εστορίλ ήθελε να κόψει οριστικά τους δεσμούς του με το ποδόσφαιρο. Στόχος του ήταν να εργαστεί αποκλειστικά πάνω στο πανεπιστημιακό του πτυχίο, αναλαμβάνοντας πλήρως τη διεύθυνση των τεχνικών υπηρεσιών και των τηλεπικοινωνιών σε ένα μεγάλο ξενοδοχείο της Λισαβόνας.
Η μοίρα, ωστόσο, είχε άλλη γνώμη, λίγους μήνες αργότερα, το καλοκαίρι του 1994, η Εστρέλα ντα Αμαδόρα τον προσέγγισε επίμονα με μια νέα πρόταση. Αν και αρχικά δίσταζε, πείστηκε να επιστρέψει στους πάγκους, ξεκινώντας το επόμενο μεγάλο κεφάλαιο της καριέρας του
Παρήγαγε έργο για τέσσερα χρόνια, ήταν η περιοδος που τον καθιέρωσε ως έναν από τους πιο αξιοσέβαστους και τακτικά πειθαρχημένους προπονητές στην Πορτογαλία, ανοίγοντάς του την πόρτα για τους «μεγάλους» της χώρας.
Τον Νοέμβριο του 1994 αντικατέστησε τον Ζοάο Άλβες.και τη σεζόν 1997–98, οδήγησε την Εστρέλα στην κατάληψη της 7ης θέσης στο πρωτάθλημα. Αυτό το πλασάρισμα αποτελεί μέχρι και σήμερα την κορυφαία θέση στην ιστορία του συλλόγου στην πρώτη κατηγορία, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συμμετοχή της ομάδας στο Κύπελλο Ιντερτότο.
Δημιούργησε ένα εξαιρετικά συμπαγές σύνολο, τη σεζόν 1997–98, η Εστρέλα είχε την τέταρτη καλύτερη άμυνα του πρωταθλήματος, δεχόμενη μόλις 31 γκολ σε 34 αγώνες, πίσω μόνο από τις Πόρτο, Μπενφίκα και Σπόρτινγκ, έχοντας σε 132 αγώνες, 39 νίκες, 43 ισοπαλίες και 50 ήττες.
Βλέποντας
τη σοβαρή δουλειά που έκανε στους «τρικολόρε» η κορυφαία ομάδα της χώρας,
Πόρτο, τον καλεί και εκείνος δε χάνει την ευκαιρία κατακτώντας μάλιστα με την
πρώτη κιόλας χρονιά πρωτάθλημα και Σούπερ Καπ.
Κατέκτησε 2 Κύπελλα ΠΟρτογαλίας το 2000 και το 2001, το Σούπερ Καπ του 1999 και οδήγησε την Πόρτο μέχρι τα προημιτελικά του UEFA Champions League τη σεζόν 1999-00, όπου αποκλείστηκε δύσκολα από την ισχυρή Μπάγερν Μονάχου.
Στα τρία χρόνια που έμεινε στο
Οπόρτο κατάφερε με τις επιτυχίες το 2000 να αναδειχθεί ένατος καλύτερος
προπονητή στον κόσμο, κάνοντας μεγάλες πορείες και ευρωπαϊκά. Σε 156 είχε 99 νικες, 31 ισοπαλίες και 26 ήττες
Ήττες: 26
Το 2001 ήρθε το τέλος της περιπέτειάς του με τους «δράκους»
και άρχισε η ελληνική. Εκείνο το καλοκαίρι, τα διοικητικά ηνία της ΠΑΕ ΑΕΚ πέρασαν στα χέρια του Μάκη Ψωμιάδη, Ο νέος ισχυρός άνδρας της Ένωσης ήθελε να κάνει μια εντυπωσιακή κίνηση για τον πάγκο για να αντικαταστήσει το υπηρεσιακό δίδυμο των Τόνι Σαβέβσκι και Ευγένιου Γκέραρντ.
Στοχεύοντας στην αγορά της Ιβηρικής, ο Ψωμιάδης βρήκε στο πρόσωπο του Σάντος τον ιδανικό, πειθαρχημένο τεχνικό που είχε το ειδικό βάρος να κάνει πρωταθλητισμό. Καθοριστικό ρόλο στη μεταγραφή έπαιξε ο Πορτογάλος μάνατζερ Πάουλο Μπαρμπόσα, ο οποίος έχοντας εξαιρετικές διασυνδέσεις στην Ελλάδα, πρότεινε τον Σάντος στην ΑΕΚ, παρουσιάζοντάς τον ως τον προπονητή που έσπασε τα κοντέρ με το ιστορικό 5ο σερί πρωτάθλημα της Πόρτο.
Οι διαπραγματεύσεις προχώρησαν αστραπιαία και στις 17 Ιουνίου 2001, ο Φερνάντο Σάντος προσγειώθηκε στην Αθήνα, παρουσιάστηκε επίσημα από τον Μάκη Ψωμιάδη και ξεκίνησε μια ιστορική σχέση λατρείας με το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Παρά την εξαιρετική πορεία της ομάδας, οι σχέσεις του Φερνάντο Σάντος με τον ιδιόρρυθμο πρόεδρο Μάκη Ψωμιάδη ήταν τεταμένες λόγω των συνεχών παρεμβάσεων του τελευταίου στα αποδυτήρια. Μετά από ένα παιχνίδι με τον Ιωνικό, ο Ψωμιάδης άσκησε έντονη κριτική στους παίκτες και τον προπονητή.
Ο Σάντος, θιγμένος στην επαγγελματική του αξιοπρέπεια, δήλωσε την παραίτησή του, αρνούμενος να δεχτεί υποδείξεις. Η είδηση έπεσε σαν βόμβα, οι οπαδοί της ΑΕΚ (η Original 21) ξεσηκώθηκαν αμέσως, πραγματοποίησαν μαζικές πορείες διαμαρτυρίας, αποκλείοντας τα γραφεία της ΠΑΕ και απαιτώντας την παραμονή του Πορτογάλου.
Μπροστά στη γενική κατακραυγή και την απειλή πλήρους αποσταθεροποίησης, ο Ψωμιάδης αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Ο Σάντος επέστρεψε θριαμβευτικά στον πάγκο μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, έχοντας πλέον την απόλυτη στήριξη του κόσμου.
Θα κατακτήσει το Κύπελλο κόντρα στον Ολυμπιακό, ενώ
χάνει το πρωτάθλημα από τον Ολυμπιακό στην ισοβαθμία λόγω διαφοράς τερμάτων, έχοντας σε 51 παιχνίδια, 37 νίκες, 6 ισοπαλίες και 8 ήττες και θα αποχωρήσει.
Παρά την κατάκτηση του Κυπέλλου, το γυαλί στις σχέσεις του Σάντος με τον Μάκη Ψωμιάδη είχε ραγίσει οριστικά μετά το επεισόδιο του Ιανουαρίου. Ο Πορτογάλος τεχνικός, που πάνω από όλα έβαζε την πειθαρχία και τον επαγγελματισμό, ένιωθε ότι δεν μπορούσε να εργαστεί κάτω από αυτές τις συνθήκες.
Η ΑΕΚ είχε αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά ανοίγματα, έβλεπε ότι δεν υπήρχαν οι εγγυήσεις για την ενίσχυση του ρόστερ ενόψει της επόμενης σεζόν στο Champions League, καθώς και για την ομαλή καταβολή των δεδουλευμένων.
Βλέποντας το αδιέξοδο στην ΑΕΚ, ο Παναθηναϊκός κινήθηκε αστραπιαία, Ο Γιάννης Βαρδινογιάννης του προσέφερε ένα εξαιρετικό συμβόλαιο, οικονομική σταθερότητα και ένα πανίσχυρο ρόστερ, πείθοντάς τον να αλλάξει στρατόπεδο μέσα στην Αθήνα.
Θα αποδεχθεί την πρόταση του Παναθηναϊκού για να τον αναλάβει όμως θα είναι μικρό το πέρασμα, αφού ξεκίνησε τη σεζόν 2002-03 με τον χειρότερο δυνατό τρόπο στις εγχώριες διοργανώσεις, με 3 συνεχόμενες ήττες στις 3 πρώτες αγωνιστικές της Α' Εθνικής, από τον ΠΑΟΚ στην Τούμπα με 4-1. στη Λεωφόρο από την Προοδευτική με 0-1 και από την ΑΕΚ στο Νίκος Γκούμας με 1-0.
Αυτό το αρνητικό σερί (0 βαθμοί σε 3 ματς) έφερε τεράστια εσωστρέφεια, αποδοκιμασίες από τον κόσμο και έθεσε την ομάδα εκτός διεκδίκησης τίτλου από τον Σεπτέμβριο. Προσπάθησε να επιβάλει άμεσα το αυστηρό, αμυντικογενές και τακτικά πειθαρχημένο στυλ του, όμως το ρόστερ του Παναθηναϊκού (που είχε κάνει σπουδαίες ευρωπαϊκές πορείες τα προηγούμενα χρόνια με τον Γιάννη Κυράστα και τον Σέρχιο Μαρκαριάν) είχε συνηθίσει σε ένα πιο ελεύθερο, επιθετικό ποδόσφαιρο.
Η απουσία χημείας και η αδυναμία των παικτών να προσαρμοστούν στα «θέλω» του Πορτογάλου δημιούργησαν γρήγορα κακό κλίμα στα αποδυτήρια. Παρόλο που η ομάδα έβγαλε μια μικρή αντίδραση στη συνέχεια (κάνοντας 3 σερί νίκες στο πρωτάθλημα και παίρνοντας την πρόκριση στο Κύπελλο UEFA κόντρα στη Λίτεξ Λόβετς), η διοίκηση του Γιάννη Βαρδινογιάννη έκρινε ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη.
Στις 16 Οκτωβρίου 2002, μετά από συνάντηση των δύο πλευρών, ανακοινώθηκε η λύση της συνεργασίας και αποχώρησε έχοντας συνολικό απολογισμό 6 νίκες και 3 ήττες σε 9 ματς. Τη θέση του πήρε ο Σέρχιο Μαρκαριάν, ο οποίος επέστρεψε για να συμμαζέψει την ομάδα (η οποία τελικά έφτασε μέχρι τα προημιτελικά του Κυπέλλου UEFA εκείνη τη χρονιά).
Το καλοκαίρι του 2003 θα αναλάβει την Σπόρτιγκ Λισαβόνας αλλά και εκεί παρέμεινε μόλις για ένα χρόνο, παρά το γεγονός ότι ο Σάντος δημιούργησε μια ανταγωνιστική ομάδα (είχε την καλύτερη επίθεση του πρωταθλήματος με 60 γκολ), η απώλεια των τίτλων και ο πρόωρος αποκλεισμός στο Κύπελλο έφεραν γκρίνια.
Στις 2 Ιουνίου του 2004, η διοίκηση της Σπόρτινγκ αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιό του, ύστερα απο 40 παιχνίδια, όπου είχε 26 νίκες, 5 ισοπαλίες και 9 ήττες. Αυτή η εξέλιξη άνοιξε διάπλατα τον δρόμο για την επιστροφή του στην Ελλάδα, με τον Ντέμη Νικολαΐδη να έχει μόλις αναλάβει τα διοικητικά ηνία της ΑΕΚ και κάλεσε τον «Μηχανικό» να ηγηθεί της νέας προσπάθειας.
Λόγω των τεράστιων χρεών, η ΑΕΚ δεν μπορούσε να κάνει ακριβές μεταγραφές. Το ρόστερ στελεχώθηκε από νεαρούς, άπειρους και χαμηλόμισθους ποδοσφαιριστές, μαζί με λίγους έμπειρους (όπως ο Μπρούνο Τσιρίλο, ο Νίκος Λυμπερόπουλος και ο Κώστας Κατσουράνης).
Δημιούργησε ένα απίστευτο σύνολο τακτικής πειθαρχίας και αυταπάρνησης, παίκτες όπως ο Παναγιώτης Κονέ, ο Σωκράτης Παπασταθόπουλος (που έκανε τότε τα πρώτα του βήματα), ο Βλάνταν Ίβιτς και ο Χρήστος Κόντης έγιναν οι πρωταγωνιστές μιας ομάδας που κανείς δεν υπολόγιζε.
Κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, η ΑΕΚ διεκδίκησε το πρωτάθλημα μέχρι τις τελευταίες αγωνιστικές. Τελικά τερμάτισε στην 3η θέση, μόλις τρεις βαθμούς πίσω από τον πρωταθλητή Ολυμπιακό, κερδίζοντας το χειροκρότημα όλης της Ελλάδας για το ελκυστικό και ψυχωμένο ποδόσφαιρό της.
Τη δεύτερη σεζόν, η πίεση αυξήθηκε και ο στόχος ήταν πλέον η καθιέρωση στις κορυφαίες θέσεις. Οδήγησε την ΑΕΚ στη 2η θέση του πρωταθλήματος, αφήνοντας πίσω τον Παναθηναϊκό και αυτό το πλασάρισμα σήμανε την πολυπόθητη επιστροφή της ΑΕΚ στα προκριματικά του UEFA Champions League, εκπληρώνοντας τον μεγάλο στόχο της διοίκησης Νικολαΐδη, ενώ ήταν φιναλίστ του Κυπέλλου.
Η ομάδα βασίστηκε ξανά στην εξαιρετική της αμυντική λειτουργία, δεχόμενη μόλις 19 γκολ σε 30 αγώνες πρωταθλήματος. Παρά την απόλυτα επιτυχημένη διετία, στις 9 Μαϊου του 2006 αποφάσισε να αποχωρήσει από την ΑΕΚ.
Η απόφαση πάρθηκε σε πολύ καλό κλίμα με τον Ντέμη Νικολαΐδη, καθώς ο Πορτογάλος ένιωθε ότι ο κύκλος του στην ομάδα είχε κλείσει και ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του (όπου λίγο μετά ανέλαβε την Μπενφίκα), έχοντας σε 86 παιχνίδια, 47 νίκες, 23 ισοπαλίες και 16 ήττες.
Συνολικά στους "κιτρινόμαυρους" έκατσε σε 137 παιχνίδια όπου είχε 85 νίκες, 28 ισοπαλίες και 24 ήττες. Θα επιστρέψει στην Πορτογαλία για να αναλάβει την Μπενφίκα αντικαθιστώντας τον Ρόναλντ Κούμαν και με οδηγό την κλασική τακτική του πειθαρχία, η Μπενφίκα έκανε πρωταθλητισμό μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο
Τερμάτισε στην 3η θέση με 67 βαθμούς, μόλις δύο βαθμούς πίσω από την πρωταθλήτρια Πόρτο (69 β.) και έναν πίσω από τη Σπόρτινγκ (68 β.), σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε του πορτογαλικού πρωταθλήματος.
Αφού αγωνίστηκε στους ομίλους του Champions League (όπου αποκλείστηκε τερματίζοντας 3η πίσω από τη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και τη Σέλτικ), συνέχισε στο Κύπελλο UEFA. Εκεί έκανε σπουδαίες εμφανίσεις και έφτασε μέχρι τα προημιτελικά (στους «8»), όπου αποκλείστηκε δύσκολα από τη μετέπειτα φιναλίστ Εσπανιόλ.
Η διοίκηση αντέδρασε σπασμωδικά και στις 20 Αυγούστου του 2007 τον απέλυσε, ύστερα απο 49 παιχνίδια έχοντας 29 νίκες, 11 ισοπαλίες και 9 ήττες. Απο την στιγμή που ήταν ελεύθερος, γνώριζε άριστα την ελληνική πραγματικότητα και αποτελούσε τον ιδανικό «αρχιτέκτονα» για το πλάνο του Ζαγοράκη που ήταν τότε πρόεδρος του ΠΑΟΚ.
Ταξίδεψε αστραπιαία στην Πορτογαλία για να τον συναντήσει, του παρουσίασε ένα τριετές πλάνο πλήρους αναδιοργάνωσης της ομάδας με λευκή επιταγή στο αγωνιστικό κομμάτι, και ο Πορτογάλος πείστηκε αμέσως από το όραμα του νέου προέδρου.
Ο ΠΑΟΚ ανακοίνωσε επίσημα την πρόσληψη του Φερνάντο Σάντος στις 4 Σεπτεμβρίου 2007, υπογράφοντας συμβόλαιο συνεργασίας για τρία χρόνια. Βρήκε ένα ρόστερ χαμηλών προδιαγραφών για για αυτό ζήτησε πίστωση χρόνου, ξεκαθαρίζοντας ότι χρειάζεται τριετές πλάνο για να γίνει ο ΠΑΟΚ πρωταθλητής.
Η ομάδα τερμάτισε στην απογοητευτική 9η θέση του πρωταθλήματος, μένοντας εκτός ευρωπαϊκών εισιτηρίων, όμως παρά την γκρίνια, η διοίκηση του Θοδωρή Ζαγοράκη τον στήριξε απόλυτα. Την περίοδο 2008-09 με τις σωστές μεταγραφικές εισηγήσεις του Σάντος (ήρθαν παίκτες όπως οι Πάμπλο Γκαρσία, Βιεϊρίνια, Μουσλίμοβιτς, Κοντρέρας και Χαλκιάς), ο ΠΑΟΚ άλλαξε εντελώς πρόσωπο, αποκτώντας τη γνωστή «κυνική» και αδιαπέραστη τακτική του προπονητή του.
Ο "Δικέφαλος του Βορρά" έκανε εξαιρετικό πρωτάθλημα, τερματίζοντας στη 2η θέση στην κανονική διάρκεια και μετά τη διαδικασία των play-off, κατέλαβε την 4η θέση στη συνολική κατάταξη, εξασφαλίζοντας όμως την πανηγυρική επιστροφή του στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις στο Europa League.
Η τρίτη και τελευταία χρονιά του Σάντος στην Τούμπα ήταν και η πιο ώριμη, διεκδίκησε το πρωτάθλημα στα ίσα από τον Παναθηναϊκό, παίζοντας σπουδαίο ποδόσφαιρο και πετυχαίνοντας μεγάλες νίκες στα ντέρμπι, όπως το διπλό επί του Ολυμπιακού στο Καραϊσκάκη.
Στις 19 Μαΐου 2010, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των play-off και έχοντας εκπληρώσει στο 100% το τριετές πλάνο που είχε υποσχεθεί, ο Φερνάντο Σάντος ανακοίνωσε την αποχώρησή του από τον ΠΑΟΚ, ύστερα απο 114 παιχνίδια, με 58 νίκες, 34 ισοπαλίες και 32 ήττες.
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022 στο Κατάρ με την Εθνική Πορτογαλίας ήταν η τελευταία, πιο πολυσυζητημένη και γεμάτη εντάσεις διοργάνωση της 8ετούς θητείας του στον πάγκο της πατρίδας του.
Η πορεία της ομάδας σημαδεύτηκε από ιστορικές αποφάσεις τακτικής, τη ρήξη με τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον αποκλεισμό-σοκ στα προημιτελικά.
Πήρε τη θαρραλέα απόφαση να αφήσει στον πάγκο τον Κριστιάνο Ρονάλντο στην φάση των "16" στο παιχνίδι με την Ελβετία, βάζοντας στη θέση του τον νεαρό Γκονσάλο Ράμος. Η κίνηση αποδείχθηκε ιδιοφυής, καθώς ο Ράμος πέτυχε χατ-τρικ στο εμφατικό 6-1.
Εκεί που έλεγε να ξεκουραστεί για λίγο ήρθε το καλοκαίρι του
2010 η πρόταση της ΕΠΟ να διαδεχθεί τον άνθρωπο που οδήγησε την Εθνική στο
«Έπος της Πορτογαλίας», τον Ότο Ρεχάνγκελ! Δύσκολο να μη σε καλύψει η... σκιά ενός
τόσο επιτυχημένου προπονητή όπως ήταν ο Γερμανός για τη «γαλανόλευκη».
Και
όμως! Παρά τον κανόνα που θέλει όσους διαδέχονται επιτυχημένους τεχνικούς να
φεύγουν… νύχτα, εκείνος αντ’ αυτού όχι μόνο κατόρθωσε να σταθεί όρθιος αλλά και
να σπάσει το αήττητο ρεκόρ του προκατόχου του με 17 αγώνες, οδηγώντας
ταυτόχρονα το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα στα προημιτελικά του EURO 2012.
Στα γήπεδα της Πολωνίας χάρις στην νίκη της τελευταίας αγωνιστικής κόντρα στην Ρωσία θα περάσει στην προημιτελική φάση όπου θα αποκλειστεί απο την Γερμανία. Θα ακολουθήσει η πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας μέσω των μπαράζ κόντρα στην Ρουμανία, όπου θα φτάσει μέχρι την φάση των "16" όταν και θα αποκλειστεί απο την Κόστα Ρίκα στην διαδικασία των πέναλντι.
Λίγο πριν την έναρξη της διαδικασίας αποβλήθηκε απο τον διαιτητή και την είδε απο την τηλεόραση στα αποδυτήρια. Για αυτή την συμπεριφορά του τιμωρήθηκε αρχικά με αποκλεισμό απο τους πάγκους για οκτώ παιχνίδια που μετά την έφεση που ασκήθηκε έπεσε στα έξι.
49 παιχνίδια, 26 νίκες, 17 ισοπαλίες και 6 ήττες ο απολογισμός στο κλείσιμο της παρουσίας του στην Ελλάδα και τον Σεπτέμβριο του 2014 θα έρθει η κλήση απο την εθνική της χώρας του. Θα την οδηγήσει στην τελική φάση του EURO 2016 στα γήπεδα της Γαλλίας όπου και θα γευθεί την μεγαλύτερη επιτυχία της καριέρας του.
Αφού θα δυσκολευτεί να περάσει απο την φάση των ομίλων, πέρασε ως τρίτη, στην φάση των "16" στην παράταση θα περάσει το εμπόδιο της Κροατίας, στα προημιτελικά στην διαδικασία των πέναλντι θα περάσει το εμπόδιο της Πολωνίας.
Στον ημιτελικό κόντρα στην Ουαλία θα επικρατήσει με 2-0 και στον τελικό της 10ης Ιουλίου στο Σεντ Ντενί χάρις στο γκολ του Έντερ στο 109' που θα διαμορφώσει το τελικό 1-0, θα δώσει στους Ίβηρες το πρώτο τους μεγάλο τίτλο.
Επόμενη μεγάλη διοργάνωση το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2018 στην Ρωσία όπου όμως θα αποκλειστεί στην φάση των "16" απο την Ουρουγουάη. Θα κατακτήσει το Nations League τον Ιούνιο του 2019 στο "Ντραγκάο" κόντρα στην Ολλανδία, θα ακολουθήσει η τελική φάση του EURO 2020 όπου και εκεί θα αποκλειστεί στους "16" απο το Βέλγιο.
Επόμενος σταθμός το Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ τον Νοέμβριο του 2022, όπου χρειάστηκε να περάσει την διαδικασία των μπαράζ για να πάρει το εισιτήριο όπου στον τελικό επικράτησε της Βόρειας Μακεδονίας στο Οπόρτο με 2-0.
Η πορεία της ομάδας σημαδεύτηκε από ιστορικές αποφάσεις τακτικής, τη ρήξη με τον Κριστιάνο Ρονάλντο και τον αποκλεισμό-σοκ στα προημιτελικά.
Πήρε τη θαρραλέα απόφαση να αφήσει στον πάγκο τον Κριστιάνο Ρονάλντο στην φάση των "16" στο παιχνίδι με την Ελβετία, βάζοντας στη θέση του τον νεαρό Γκονσάλο Ράμος. Η κίνηση αποδείχθηκε ιδιοφυής, καθώς ο Ράμος πέτυχε χατ-τρικ στο εμφατικό 6-1.
Στα προημτελικά απέναντι στο Μαρόκο, κράτησε ξανά τον Ρονάλντο στον πάγκο (τον έβαλε ως αλλαγή στο 51'), αλλά η ομάδα του δεν κατάφερε να σκοράρει και αποκλείστηκε από τη συνέχεια. Η ένταση ξεκίνησε όταν ο Ρονάλντο αντέδρασε έντονα κατά τη διάρκεια της αλλαγής του στο ματς με τη Νότια Κορέα.
Πιστός στη φιλοσοφία του ότι κανένας παίκτης δεν είναι πάνω από την ομάδα, δήλωσε δημόσια ότι «δεν του άρεσε καθόλου αυτή η συμπεριφορά» και τον υποβάθμισε σε αναπληρωματικό στα νοκ-άουτ παιχνίδια.
Η απόφαση αυτή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από το περιβάλλον του Ρονάλντο, αλλά ο Σάντος δήλωσε μετά τον αποκλεισμό: «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Ήταν μια απόφαση στρατηγικής που θα ξαναέπαιρνα».
Στις 15 Δεκεμβρίου 2022, λίγες ημέρες μετά τον αποκλεισμό από το Μαρόκο, η Πορτογαλική Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου ανακοίνωσε την κοινή συναινέσει λύση της συνεργασίας της με τον Φερνάντο Σάντος.
Παρά το άδοξο φινάλε, ο «Μηχανικός» αποχώρησε ως ο πιο πετυχημένος προπονητής στην ιστορία της Πορτογαλίας, έχοντας χαρίσει στη χώρα τους δύο μοναδικούς μεγάλους τίτλους της (Euro 2016, Nations League 2019) σε 109 αγώνες είχε 67 νίκες, 23 ισοπαλίες και 19 ήττες, πρώτος στην σχετική λίστα.
Στις 24 Ιανουαρίου του 2023 ανακοινώθηκε επίσημα από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Πολωνίας αναλαμβάνοντας να καθοδηγήσει την ομάδα με μεγάλο αστέρι τον Ρόμπερτ Λεβαντόφσκι.
Όμως η θητεία του εκεί αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη και ανεπιτυχής, απολύθηκε στις 13 Σεπτεμβρίου 2023, μετά από μόλις 6 επίσημους αγώνες, λόγω των κακών εμφανίσεων και της ήττας-σοκ από την Αλβανία που έθεσε σε κίνδυνο την πρόκριση της Πολωνίας στο Euro 2024, έχοντας 3 νίκες και 3 ήττες.
Στις 9 Ιανουαρίου του 2024 προσλήφθηκε απο την Μπεσίκτας με στόχο να «συμμαζέψει» μια ομάδα που βρισκόταν σε βαθιά αγωνιστική κρίση, όντας ήδη ο τέταρτος προπονητής της ομάδας εκείνη τη σεζόν.
Όμως απολύθηκε κακώς κακών στις 13 Απριλίου 2024, όταν συμπλήρωσε 5 συνεχόμενους αγώνες χωρίς νίκη στο πρωτάθλημα (συμπεριλαμβανομένης μιας εντός έδρας ήττας στο ντέρμπι με τη Γαλατασαράι με 0-1). Η εντός έδρας ισοπαλία 1-1 με τη Σαμσουνσπόρ, αποτέλεσε το "κύκνειο άσμα" του, οδήγησε τη διοίκηση στην άμεση απόλυσή του.
Όταν απομακρύνθηκε, η Μπεσίκτας βρισκόταν στην 4η θέση της βαθμολογίας, αλλά το σοκαριστικό ήταν η διαφορά από την κορυφή: ήταν 36 βαθμούς πίσω από την πρωτοπόρο Γαλατασαράι. Όπως είχε συμβεί και σε προηγούμενες ομάδες του, η έντονα αμυντική και «σφιχτή» τακτική του, επικρίθηκε σφοδρά από τα τουρκικά ΜΜΕ και τους οπαδούς, καθώς η ομάδα δυσκολευόταν δημιουργικά και δεν απέδιδε ελκυστικό ποδόσφαιρο.
Σε 16 αγώνες στον πάγκο των «Αετών» της Κωνσταντινούπολης, είχε 7 νικες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες. Το μοναδικό θετικό στοιχείο της παρουσίας του ήταν η πορεία στο Κύπελλο Τουρκίας, καθώς πέτυχε 3 νίκες σε 3 αγώνες, αφήνοντας την ομάδα στα ημιτελικά της διοργάνωσης.
Μετά το άδοξο πέρασμά του από την Τουρκία, ανέλαβε την Εθνική Αζερμπαϊτζάν στις 12 Ιουνίου 2024, για ένα μακροχρόνιο πλάνο με ορίζοντα το Euro 2028. Η θητεία του ολοκληρώθηκε πρόωρα στις 8 Σεπτεμβρίου 2025, καθώς απολύθηκε κοινή συναινέσει λόγω των καταστροφικών αποτελεσμάτων στο Nations League και τα προκριματικά, έχοντας 2 ισοπαλίες και 9 ήττες χωρίς νίκη.
Το όνομά του είχε μπει επίσημα στο μικροσκόπιο της Εθνικής Γκάνας, η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας τον συμπεριέλαβε σε μια μικρή λίστα έμπειρων Πορτογάλων τεχνικών (μαζί με τους Κάρλος Κεϊρός και Πάουλο Μπέντο) για να αναλάβει την ομάδα ενόψει των προκριματικών του Μουντιάλ.
Αμέσως μετά την αποδέσμευσή του, δέχθηκε στενή προσέγγιση από την ιστορική Αλ Αχλί του Καΐρου, η οποία αναζητούσε μόνιμο αντικαταστάτη για τον πάγκο της, ωστόσο ο ίδιος δεν βιάστηκε να απαντήσει θετικά.
Σύμφωνα με διεθνή δημοσιεύματα (όπως της πορτογαλικής Record), δεν έχει κρύψει την επιθυμία του να επιστρέψει κάποια στιγμή σε γνώριμα λημέρια, με το όνομά του να συνδέεται συχνά με σενάρια επιστροφής στο ελληνικό πρωτάθλημα
