Θεωρείται ένας απο τους καλύτερους επιτελικούς μέσους της δεκαετίας του '70 και θα μπορούσε να πετύχει πολλά περισσότερα εάν μπορούσε να αγωνιστεί εκτός Πολωνίας νωρίτερα. Δυστυχώς έφυγε πολύ νωρίς απο την ζώη εξαιτίας αυτοκινητιστικού δυστυχήματος.
Γεννήθηκε στις 23 Οκτωβρίου του 1947 στην πόλη Στάρογκαρντ Γκντάνσκι και αφού τελείωσε το σχολείο πήγε σε τεχνική σχολή όπου παρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρολογίας. Όταν την ολοκλήρωσε εργάστηκε ως σχεδιαστής στο εργοστάσιο στο οποίο έκανε την πρακτική του.
Του άρεσε ο αθλητισμός έπαιξε χάντμπολ και επιτραπέζια αντισφαίριση το 1958 θα ενταχθεί στις ακαδημίες της τοπικής ομάδας Włókniarz Starogard Gdański μέχρι και το 1966. Τον Ιούλιο του 1965 θα επιλεγεί σε ένα κάμπ απο το οποίο θα επιλέγονταν η εθνική ελπίδων της Πολωνίας αλλά ο Ντέινα δεν συμπεριλήφθηκε στην τελική επιλογή
Τότε Άρκα Γκντίνια και Λέγκια Γκντάνσκ μάχονταν για το ποια θα εξασφαλίσει την υπογραφή του με τους γονείς να υπογράφουν στην Άρκα για λογαριασμό του αν και ήδη άνηκε στην Włókniarz. Για την υπογραφή σε δύο ομάδες, θα του επιβληθεί τιμωρία αρχικά με δίμηνο αποκλεισμό και στην συνέχεια με εννιάμηνο χάνοντας την ευκαιρία να παίξει σε αγώνες.
Όταν ο αδερφός του θα μετακομίσει στο Λότζ θα πάει να μείνει μαζί του, και θα αγωνιστεί με την LKS Lodz. Θα προλάβει να παίξει ένα παιχνίδι και στην συνέχεια θα καταταγεί στον στρατό όπερ σήμαινε ότι θα έπρεπε να πάει στην ομάδα του στρατού που ήταν η Λέγκια Βαρσοβίας.
Με τους "πράσινους" της πρωτεύουσας έπαιξε μέχρι το 1978 και κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα το 1969 και το 1970 και 2 Κύπελλα το 1966 και το 1973. Την περίοδο 1969-1970 στο Κύπελλο Πρωταθλητριών απέκλεισε την ρουμανικη UT Άραντ, την Σεντ Ετιέν, την Γαλατασαράι στα προημιτελικά και στα ημιτελικά θα αποκλειστεί απο την Φέγενοορντ με ισοπαλία 0-0 και ήττα 2-0 στο Ρότερνταμ
Συνολικά θα αγωνιστεί σε 399 παιχνίδια τρίτος στον σχετικό πίνακα και θα πετύχει 141 τέρματα δεύτερος στην σχετική λίστα πίσω απο τον Λουτσιάν Μπρίχζτσι.
Οι εμφανίσεις του ειδικά στο Παγκόσμιο Κύπελλο έστρεψαν πολλές Ευρωπαϊκές ομάδες στο να τον αποκτήσουν. Σεντ Ετιέν, Μίλαν, Ίντερ, Μονακό, Μπάγερν Μονάχου ενώ η Ρεάλ Μαδρίτης για να τον δελεάσει του έστειλε μια φανέλα της με το όνομα του και τον αριθμό 14.
Όμως το κομμουνιστικό καθεστώς απέτρεπε την οποιαδήποτε σκέψη για μετακίνηση στην Δυτική Ευρώπη, όντας μάλιστα και αξιωματικός του πολωνικού στρατού. Μόνο όταν έδωσαν την συναίνεση τους οι αρχές και μετά απο πολύμηνες διαπραγματεύσεις, μπόρεσε να φύγει για το εξωτερικό.
Η Μάντσεστερ Σίτι συμφώνησε με τη Λέγκια Βαρσοβίας για ένα ποσό της τάξης των 100.000 λιρών αν και με όλο αυτό το υλικό που στάλθηκε μπορεί να ξεπέρασε και τις 150.000 λίρες, ωστόσο, η πολωνική ομάδα δεν έλαβε καθόλου μετρητά. Λόγω των περιορισμών του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Πολωνία και της έλλειψης ξένου συναλλάγματος, η Λέγκια ζήτησε και έλαβε το αντίτιμο της μεταγραφής εξολοκλήρου σε υλικό εξοπλισμό.
Οι "πολίτες" είχαν τότε ως επίσημο χορηγό τον ιαπωνικό κολοσσό ηλεκτρονικών Brother. Εκμεταλλευόμενη αυτή τη συνεργασία, κάλυψε το ποσό στέλνοντας στη Βαρσοβία υπερσύγχρονα φωτοτυπικά μηχανήματα, εκτυπωτές και γραφομηχανές για τις ανάγκες του πολωνικού κράτους και του στρατού.
Στη συμφωνία προστέθηκαν επίσης τρακτέρ και ιατρικά μηχανήματα, τα οποία ήταν δυσεύρετα στην τότε Πολωνία, δύο φιλικά ματς στην Βαρσοβία και στο Μάντσεστερ και αθλητικό εξοπλισμό(φόρμες, εμφανίσεις και αθλητικό υλικό) απο την ADIDAS, ενώ χρειάστηκε να πληρώσει επιπλέον χρήματα για να εξασφαλίσει την επίσημη απαλλαγή του Ντέινα από τον πολωνικό στρατό όπου είχε τον βαθμό του λοχαγού.
Έφτασε στο Μάντσεστερ τον Νοέμβριο του 1978 και έκανε επίσημο ντεμπούτο στις 25 του μήνα κόντρα στην Ίπσουιτς. Αν και στην αρχή δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στον σκληρό και γρήγορο ρυθμό του αγγλικού ποδοσφαίρου, η προσφορά του στο τέλος της πρώτης του σεζόν ήταν καθοριστική.
Η Σίτι κινδύνευε άμεσα με υποβιβασμό, επέστρεψε πλήρως στους τελευταίους 8 αγώνες και πέτυχε 6 γκολ στα τελευταία παχνίδια, σώζοντας την από τον υποβιβασμό και στο τελευταίο ματς της σεζόν εναντίον της Άστον Βίλα, πέτυχε ένα απίστευτο γκολ με απευθείας εκτέλεση φάουλ
Η συνέχεια δεν ήταν ανάλογη, καθώς το σώμα του άρχισε να τον προδίδει και στο ξεκίνημα της δεύτερης σεζόν (1979-80), μόλις στο δεύτερο παιχνίδι του με τη Μίντλεσμπρο, υπέστη σοβαρό τραυματισμό.
Έχασε μεγάλο μέρος της χρονιάς και δεν κατάφερε ποτέ ξανά να βρει σταθερό αγωνιστικό ρυθμό.
Η κατάσταση έγινε ακόμα πιο δύσκολη όταν άλλαξε ο προπονητής της ομάδας, με τον νέο τεχνικό τον Τζον Μπόντ, να μην δείχνει την ίδια εμπιστοσύνη στο στυλ παιχνιδιού του Πολωνού.
Παρά τα λίγα παιχνίδια του, οι φίλοι της Μάντσεστερ Σίτι τον λάτρεψαν, σε μια εποχή που οι ξένοι παίκτες στην Αγγλία μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, έφερε μια πρωτόγνωρη τεχνική κατάρτιση, κομψότητα και ευφυΐα στο χορτάρι.
Στο "Μέιν Ρόουντ" θα αγωνιστεί σε 43 παιχνίδια και θα πετύχει 13 τέρματα και τον Ιανουάριο του 1981, λίγο πριν τη μεταγραφή του, ο Ντέινα ενεπλάκη σε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα στην Αγγλία οδηγώντας υπό την επήρεια αλκοόλ, με αποτέλεσμα να καταδιωχθεί από την αστυνομία και να προκληθεί σύγκρουση οχημάτων.
Η βρετανική αστυνομία κινήθηκε νομικά εναντίον του, και η Μάντσεστερ Σίτι τον απέβαλε αμέσως από την πρώτη ομάδα, αναζητώντας έναν τρόπο να απαλλαγεί από το συμβόλαιό του. Μέσα σε αυτό το βαρύ κλίμα, εμφανίστηκε ο Πολωνο-Αμερικανός μάνατζερ Τεντ Μιοντόνσκι, ο οποίος είχε διασυνδέσεις στην Αμερική και του εξασφάλισε την πρόταση από τους San Diego Sockers.
Η Μάντσεστερ Σίτι δέχτηκε αμέσως την πρόταση και τον άφησε ελεύθερο χωρίς δεύτερη σκέψη, προκειμένου ο παίκτης να φύγει αθόρυβα από την Αγγλία και να αποφευχθεί περαιτέρω αρνητική δημοσιότητα.
Εκείνη την εποχή, το North American Soccer League, βίωνε μια χρυσή εποχή, προσελκύοντας παγκόσμιους αστέρες της δύσης της καριέρας τους όπως ο Πελέ, ο Μπεκενμπάουερ και ο Κρόιφ. Οι ΗΠΑ πρόσφεραν πολύ καλά συμβόλαια, ιδανικές κλιματολογικές συνθήκες ειδικά η Καλιφόρνια και ένα πιο χαλαρό περιβάλλον, ιδανικό για έναν παίκτη στην ηλικία του.
Τον Φεβρουάριο του 1981 θα υπογράψει συμβόλαιο και έκανε το επίσημο ντεμπούτο του στις 5 Απριλίου 1981. Στο παραδοσιακό ποδόσφαιρο αγωνίστηκε για 4 σεζόν στο πρωτάθλημα του North American Soccer League και σε 90 αγώνες πέτυχε 44 γκολ, αποδεικνύοντας ότι παρά την ηλικία του διατηρούσε την εκτελεστική του δεινότητα.
Το 1983 ψηφίστηκε στην Καλύτερη 11άδα ολόκληρου του αμερικανικού πρωταθλήματος. Για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του κοινού τον χειμώνα και να έχουν έσοδα, οι ίδιες ομάδες με τους ίδιους ακριβώς παίκτες συμμετείχαν στο χειμερινό πρωτάθλημα κλειστού χώρου.
Έτσι, όταν ο Ντέινα υπέγραψε στους Sockers, το συμβόλαιό του τον υποχρέωνε αυτόματα να παίζει και τις δύο μορφές ποδοσφαίρου. Το 1984, το North American Soccer League χρεοκόπησε και διαλύθηκε οριστικά λόγω οικονομικών προβλημάτων. Οι San Diego Sockers αποφάσισαν να μετακινηθούν εξολοκλήρου στο επαγγελματικό πρωτάθλημα κλειστού στίβου στο Major Indoor Soccer League), το οποίο γέμιζε τα κλειστά γήπεδα (αρένες) της χώρας.
Θέλοντας να παραμείνει επαγγελματίας και να ζήσει την οικογένειά του, ακολούθησε την ομάδα του σε αυτή τη μετάβαση. Σε ηλικία 34-35 ετών, δεν είχε πλέον τις αντοχές και την ταχύτητα για τα μεγάλα σπριντ του ανοιχτού γηπέδου, ειδικά μετά τους τραυματισμούς του στην Αγγλία.
Το ποδόσφαιρο κλειστού χώρου (που παιζόταν σε γήπεδα τύπου χόκεϊ, με συνθετικό χλοοτάπητα και τοίχους γύρω-γύρω) απαιτούσε, αστραπιαία σκέψη, τεχνική ακριβείας σε μικρούς χώρους, έξυπνες πάσες (χρήση των τοίχων για ασίστ).
Αυτά τα στοιχεία ήταν ακριβώς τα μεγάλα προτερήματα του, στο κλειστό γήπεδο, η έλλειψη ταχύτητας δεν φαινόταν, ενώ η ποδοσφαιρική του ευφυΐα έλαμπε. Οι Αμερικανοί οπαδοί, που αγαπούσαν το θέαμα με πολλά γκολ και γρήγορο ρυθμό, ενθουσιάστηκαν με τις «μαγικές» ενέργειες του Πολωνού.
'Εγινε ο αρχηγός, οδήγησε την ομάδα σε 5 συνεχόμενους τίτλους και βρήκε μια δεύτερη ποδοσφαιρική νεότητα, κλείνοντας την καριέρα του με τον πιο τιμητικό τρόπο έχοντας σε 169 παιχνίδια .και 118 γκολ
Σταμάτησε το ποδόσφαιρο το Ιούνιο του 1987, όταν οι San Diego Sockers αποφάσισαν να μην ανανεώσουν το συμβόλαιό του και τον άφησαν ελεύθερο. Αν και ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει να αγωνίζεται, η απόσυρσή του ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που κατέστησαν αδύνατη τη συνέχεια της επαγγελματικής του καριέρας.Το 1987 ο Ντέινα ήταν πλέον 39 ετών (προς τα 40), την τελευταία του σεζόν (1986-87) ο προπονητής του, Ρον Νιούμαν, τον είχε αφήσει σχεδόν μόνιμα στον πάγκο, χρησιμοποιώντας τον μόλις σε 13 ή 20 παιχνίδια, όπου σημείωσε ελάχιστα γκολ.
Η διοίκηση των Σόκερς έκρινε ότι ο κύκλος του στην ομάδα είχε κλείσει οριστικά. Όταν έμεινε ελεύθερος, ο Ντέινα δήλωνε σε συνεντεύξεις του στους Los Angeles Times ότι ένιωθε «δυνατός σαν ταύρος» και έψαχνε άλλη ομάδα.
Ωστόσο, καμία άλλη ομάδα από το πρωτάθλημα κλειστού στίβου (MISL) δεν ενδιαφέρθηκε να υπογράψει έναν παίκτη στην ηλικία του. Υπήρξε μια μικρή κρούση από τους Tampa Bay Rowdies για τη θέση του παίκτη-προπονητή, η οποία όμως δεν προχώρησε λόγω διάλυσης της ομάδας εκείνη την περίοδο.
Οι τελευταίοι του μήνες στην ομάδα σημαδεύτηκαν από έντονη απογοήτευση και δημόσιες κόντρες. Ο Ντέινα κατηγόρησε ανοιχτά τον προπονητή του για νεποτισμό σχετικά με την πρόσληψη του γιου του στη δεύτερη ομάδα, γεγονός που διέκοψε κάθε γέφυρα επικοινωνίας με τη διοίκηση.
Η ψυχολογική και σωματική του πτώση επιταχύνθηκε από σοβαρά εξωαθλητικά προβλήματα. Εκείνη την περίοδο ανακάλυψε ότι ο μάνατζέρ του, Τεντ Μιοντόνσκι, είχε υπεξαιρέσει το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων του, αφήνοντάς τον σχεδόν απένταρο στις ΗΠΑ.
Η οικονομική καταστροφή, σε συνδυασμό με προβλήματα στον γάμο του, τον οδήγησαν στην κατάθλιψη και στον σοβαρό εθισμό στο αλκοόλ. Μάλιστα, το 1987 συνελήφθη δύο φορές για οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ. Δεν ξαναέπαιξε επαγγελματικά και ασχολήθηκε περιστασιακά με την προπόνηση παιδιών σε ακαδημίες και συμμετείχε μόνο σε αγώνες παλαιμάχων,
Στις 4 Απριλίου του 1968 θα παίξει για πρώτη φορά με την εθνική ομάδα στο Χορζόφ σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Τουρκία. Θα κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στους αγώνες του Μονάχου το 1972. αλλά τις μεγάλες εμφανίσεις θα τις πραγματοποίησει στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974 στην Δυτική Γερμανία.
Μέλος μιας πολύ καλής φουρνιάς που ανέδειξε το πολωνικό ποδόσφαιρο θα αποτελέσει βασικό στέλεχος αγωνιζόμενος και στα εφτά παιχνίδι πετυχαίνοντας τρία τέρματα κόντρα σε Αϊτή, Ιταλία και Γιουγκοσλαβία και θα κατακτήσουν την τρίτη θέση. Μάλιστα θα ανακηρυχθεί τρίτος καλύτερος παίκτης του τουρνουά και μέλος της καλύτερης ομάδας.
Θα κατακτήσει το χάλκινο ολυμπιακό μετάλλιο στους αγώνες του Μόντρεαλ το 1976 και θα δώσει το παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αργεντινής το 1978 αγωνιζόμενος και στα έξι παιχνίδια. Μάλιστα το παιχνίδι στην Μεντόσα στις 21 Ιουνίου κόντρα στην Βραζιλία θα είναι το τελευταίο του παιχνίδι με το εθνόσημο έχοντας 97 παιχνίδια τρίτος στην σχετική λίστα και 41 τέρματα τέταρτος όλων των εποχών.
Το 1981 πήρε μέρος στην ταινία Escape to Victory( Η Μεγάλη Απόδραση των 11) μαζί με άλλους ποδοσφαιριστές όπως ο Μπόμπι Μούρ, ο Οσβάλδο Αρντίλες και ο Πελέ, Ολοκληρώνοντας την καριέρα του έμεινε στην Αμερική και δημιούργησε ένα κλάμπ τους Legends με έδρα την Τιχουάνα στο Μεξικό για φορολογικούς λόγους στο πρότυπο των Χάρλεμ Γκλόουμπτρότερς.
Σκοπός του ήταν η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου καλώντας παλιούς Ευρωπαίους ποδοσφαιριστές στα αμερικάνικα γήπεδα σε συνδυασμό με ταξίδια στην Ευρώπη. Παράλληλα ήθελε να ασχοληθεί με τα μικρά παιδιά για αυτό άνοιξε το Kaz Deyna World Soccer Camps.
Όνειρο του ήταν όλο αυτό να το επεκτείνει και στην χώρα του, όμως δεν πρόλαβε να το δει να πραγματοποιείται αφού τα ξημερώματα της 31ης προς 1ης Σεπτεμβρίου του 1989 θα χάσει την ζωή του σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα μόλις σε ηλικία 41 ετών.
Το αυτοκίνητό του ένα άσπρο Dodge Colt έπεσε με ταχύτητα πάνω στο φορτηγάκι Ford F-600 του Μεξικανού Μανουέλ Βάσκες. Υπό την επήρεια του αλκοόλ ξεπέρασε το όριο ταχύτητας με συνέπεια να έχει πολλαπλά τραύματα στο κεφάλι, στο στήθος αλλά και εσωτερικά τραύματα, ήταν δε τόσο ορατά που θάφτηκε με το κεφάλι δεμένο. Αναγνωρίστηκε βάσει του διπλώματος οδήγησης που βρισκόταν στην τσέπη του παντελονιού του.
Τάφηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1989 στο νεκροταφείο El Camino Memorial Park στο Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνια. Στην τελετή παρευρέθηκαν ελάχιστοι φίλοι, συμπαίκτες του από τους Σόκερς και μέλη της πολωνικής κοινότητας των ΗΠΑ.
Λόγω της οικονομικής καταστροφής που είχε υποστεί, η οικογένειά του δυσκολεύτηκε ακόμη και να καλύψει τα έξοδα της ταφής. Το 2012 μετά από συντονισμένες ενέργειες της συζύγου του, της Λέγκια Βαρσοβίας και της πολωνικής κυβέρνησης, τα λείψανά του εκταφιάστηκαν από τις ΗΠΑ και μεταφέρθηκαν στην Πολωνία.
Στις 6 Ιουνίου 2012, λίγες ημέρες πριν από την έναρξη του Euro 2012 στην Πολωνία, τελέστηκε επίσημη κρατική κηδεία με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στη Βαρσοβία. Η σορός του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στον Καθεδρικό Ναό του Πολωνικού Στρατού και τάφηκε ξανά στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Powązki, στο τμήμα όπου αναπαύονται οι εθνικοί ήρωες της χώρας.
Σε μια τελετή όπου μεταξύ άλλων παραβρέθησαν η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Τζοάνα Μούχα, ο πρόεδρος της Πολωνικής Ολυμπιακής Επιτροπής Αντρέι Κρασνίτσκι, ο μουσικός Στανισλαβ Σόικα και ο τότε προπονητής της εθνικής Πολωνιας και συμπαίκτης του Φράντσιτσεκ Ζμούντα.
Το 1994 ψηφίστηκε επίσημα από την Πολωνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία και τα ΜΜΕ ως ο Κορυφαίος Πολωνός Ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα. Η ιστορική αυτή ψηφοφορία οργανώθηκε από την Πολωνική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, σε συνεργασία με τους αναγνώστες και τους δημοσιογράφους όλων των μεγάλων αθλητικών εφημερίδων και περιοδικών της χώρας (όπως η Piłka Nożna και η Przegląd Sportowy).
Στην ίδια χρονική περίοδο ανακηρύχθηκε επίσημα ως ο κορυφαίος Πολωνός παίκτης ολόκληρου του 20ού αιώνα. Επίσης ψηφίστηκε ως ο καλύτερος ποδοσφαιριστής στα επίσημα γκαλά για τα 75 και 80 χρόνια της Πολωνικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας.
Στις 30 Ιουνίου του 2006 η Λέγκια Βαρσοβίας απέσυρε οριστικά τη φανέλα με το νούμερο 10, κανένας παίκτης δεν έχει το δικαίωμα να τη φορέσει ξανά. Η ιστορική αυτή απόφαση και η επίσημη ανακοίνωση έγιναν κατά τη διάρκεια ενός ειδικού εορταστικού γκαλά πριν από τον φιλικό αγώνα της Λέγκια με τη σκωτσέζικη Σέλτικ, ο οποίος είχε διοργανωθεί στο πλαίσιο των εορτασμών για τα 90 χρόνια από την ίδρυση του πολωνικού συλλόγου.
Την ημέρα της δεύτερης κηδείας του στις 6 Ιουνίου 2012, αποκαλύφθηκε ένα χάλκινο άγαλμα ύψος 2,2 μέτρων, είναι κατασκευασμένο από μπρούντζο και εδράζεται σε μια φωτιζόμενη βάση, απεικονίζοντας τον Ντέινα σε μια δυναμική ποδοσφαιρική κίνηση και σχεδιάστηκε απο τον διακεκριμένο Πολωνό γλύπτη Τόμας Ραντζέβιτς.
Σχεδιάστηκαν και πουλήθηκαν ειδικά αναμνηστικά προϊόντα (κασκόλ, μπλουζάκια, κονκάρδες και αυτοκόλλητα) με τη μορφή του Ντέινα, με όλα τα έσοδα να πηγαίνουν απευθείας στο ταμείο του αγάλματος.
Παλιοί συμπαίκτες του Ντέινα, η οικογένειά του αλλά και σύγχρονοι παίκτες της ομάδας δώρισαν ιστορικές φανέλες, μπάλες και προσωπικά αντικείμενα, τα οποία δημοπρατήθηκαν στο διαδίκτυο από τους οργανωμένους οπαδούς.
Οι ίδιοι οι οπαδοί έθεσαν ως όρο να μην δεχτούν χρήματα από μεγάλους χορηγούς ή από τη διοίκηση της ομάδας. Ήθελαν το μνημείο να ανήκει 100% στον κόσμο της Λέγκια, ως ένα καθαρό «ευχαριστώ» από τους φιλάθλους προς τον είδωλό τους.
Όταν συγκεντρώθηκε το απαιτούμενο ποσό, η επιτροπή προκήρυξε τον διαγωνισμό, επέλεξε το σχέδιο του Ραντζέβιτς και κάλυψε όλα τα έξοδα παραγωγής και τοποθέτησης έξω από το στάδιο.
Υπάρχουν επίσης δύο ακόμα αγάλματά του στη γενέτειρά του στο Στάρογκαρντ Γκντάνσκι, υπάρχει ένα δεύτερο άγαλμα, όπου ο Ντέινα απεικονίζεται καθιστός σε έναν πάγκο, το οποίο αποτελεί πόλο έλξης για τους φιλάθλους.
Επίσης μια εναλλακτική καλλιτεχνική εγκατάσταση, στην περιοχή Πράγα της Βαρσοβίας, ένα ξεχωριστό άγαλμα σε φυσικό μέγεθος που δημιουργήθηκε το 2015 από τον διάσημο Πολωνό καλλιτέχνη Πάβελ Άλτχαμερ και την ομάδα του
Η επίσημη εξέδρα των φανατικών οπαδών της Λέγκια (η περίφημη Żyleta) μετονομάστηκε προς τιμήν του, ενώ το όνομά του δόθηκε και σε δρόμο δίπλα στο στάδιο.
Το 2023, με αφορμή τα 45 χρόνια από τη μεταγραφή του, η Μάντσεστερ Σίτι συμπεριέλαβε τον Ντέινα σε ειδικά αφιερώματα, τιμώντας τον ως τον πρώτο μεγάλο ξένο παίκτη της σύγχρονης ιστορίας της
