Είναι ο μοναδικός Ούγγρος ποδοσφαιριστής που πήρε την Χρυσή Μπάλα το 1967. Ο Φλόριαν Άλμπερτ θεωρείται ένας απο τους κορυφαίους κεντρικούς επιθετικούς όχι μόνο της χώρας του, με εξαιρετικη τεχνική κατάρτιση και στιλ αρχοντικό και για αυτό τον λόγο πήρε το προσωνύμιο ο "Αυτοκράτορας".
Γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1941 στην μικρή πόλη Χερτσεγκζάντο στα σύνορα της Ουγγαρίας με την πρώην ενωμένη Γιουγκοσλαβία. Απο πολύ μικρός σε ηλικία 2 ετών έχασε την μητέρα του και λίγα χρόνια αργότερα η οικογένεια του μετακόμισε στην Βουδαπέστη.
Εκεί σε ηλικία 11 ετών, θα πάρει μέρος σε ένα τουρνουά που διοργάνωσε η Φερεντσβάρος για την ανάδειξη νέων ταλέντων. Εντυπωσίασε τους προπονητές και χωρίς δεύτερη σκέψη εντάχθηκε στις ακαδημίες της.
Θα αναρριχηθεί στην πρώτη ομάδα και στα 17 στις 2 Νοεμβρίου του 1958 απέναντι στην Ντιοσγκιόρ, θα κάνει ντεμπούτο στους "πράσινους" της πρωτεύουσας και δεν θα τους αποχωριστεί ποτέ. Για δεκαέξι ολόκληρα χρόνια μέχρι το 1974 θα αποτελέσει σημείο αναφοράς κατακτώντας 4 Πρωταθλήματα το 1963, το 1964, το 1967 και το 1968 και 1 Κύπελλο το 1972..
Παράλληλα κατέκτησε και το μοναδικό διεθνές τρόπαιο ουγγρικής ομάδας το Κύπελλο Εκθέσεων το 1965 κόντρα στην Γιουβέντους στον τελικό που διεξήχθη μάλιστα στο "Κομμουνάλε" στο Τορίνο, ενώ θα είναι φιναλίστ της ίδιας διοργάνωσης το 1968 απέναντι στην Λίντς.
Στις 28 Ιουνίου του 1959 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Σουηδία θα κάνει ντεμπούτο με την εθνική του ομάδα. Θα πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης το 1960 όπου θα πάρει το χάλκινο μετάλλιο έχοντας πετύχει 5 γκολ, 2 κόντρα σε Γαλλία και Περού και 1 απέναντι στην Ινδία.
Θα είναι παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής το 1962 όπου θα παίξει σε τρία παιχνίδια της διοργάνωσης πετυχαίνοντας τέσσερα τέρματα, 3 απο αυτά κόντρα στην Βουλγαρία και 1 απέναντι στην Αγγλία και θα κερδίσει το βραβείο του καλύτερου νέου παίκτη της διοργάνωσης.
Θα είναι παρών και τέσσερα χρόνια αργότερα στα γήπεδα της Αγγλίας όπου και εκεί αγωνίστηκε και στα τέσσερα παιχνίδια της διοργάνωσης, χωρίς όμως να πετύχει κάποιο τέρμα και θα συμπεριληφθεί στην κορυφαία εντεκάδα της διοργάνωσης.
Στις 15 Ιουνίου του 1969 σε παιχνίδι της προκριματικής φάσης κόντρα στην Δανία στην Κοπεγχάγη θα συγκρουστεί με τον τερματοφύλακα Κνούτ Ένγκενταλ και θα σπάσει το πόδι του μένοντας εκτός δράσης για ένα χρόνο. Το 1972 θα αγωνιστεί ως αλλαγή στον ημιτελικό του Κυπέλλου Εθνών κόντρα στην Σοβιετική Ένωση στις Βρυξέλλες.
Στις 15 Ιουνίου του 1969 σε παιχνίδι της προκριματικής φάσης κόντρα στην Δανία στην Κοπεγχάγη θα συγκρουστεί με τον τερματοφύλακα Κνούτ Ένγκενταλ και θα σπάσει το πόδι του μένοντας εκτός δράσης για ένα χρόνο. Το 1972 θα αγωνιστεί ως αλλαγή στον ημιτελικό του Κυπέλλου Εθνών κόντρα στην Σοβιετική Ένωση στις Βρυξέλλες.
Στις 29 Μαΐου του 1974 στο Σζεκεσφέχερβαρ σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Γιουγκοσλαβία θα δώσει την 75η και τελευταία του παρουσία έχοντας πετύχει και 31 τέρματα.
Είχε πολλές και εξαιρετικά δελεαστικές προτάσεις για να αγωνιστεί σε κορυφαίους ευρωπαϊκούς συλλόγους, όμως η φυγή του ήταν πρακτικά αδύνατη λόγω του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ουγγαρίας.
Η Ρεάλ Μαδρίτης εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ που τον προσέγγισε και του πρόσφερε «λευκή επιταγή», επιτρέποντάς του να συμπληρώσει μόνος του το ποσό που επιθυμούσε προκειμένου να μετακομίσει στην Ισπανία.
Ο ίδιος αρνήθηκε ευγενικά, δηλώνοντας τη θρυλική πλέον φράση: «Υπάρχει μόνο μία Φερεντσβάρος και μόνο μία Βουδαπέστη». Στις αρχές του 1967, η Φερεντσβάρος πραγματοποίησε μια μεγάλη περιοδεία στη Νότια Αμερική και κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στη Βραζιλία, ο Άλμπερτ αγωνίστηκε ως «προσκεκλημένος αστέρας» με τη φανέλα της Φλαμένγκο σε δύο φιλικά παιχνίδια στο Μαρακανά.
Οι Βραζιλιάνοι μαγεύτηκαν από το στυλ παιχνιδιού του και του κατέθεσαν επίσημη πρόταση για να παραμείνει στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όμως εκείνος επέστρεψε κανονικά στη Βουδαπέστη. Μετά την απόσυρσή του από τη Φερεντσβάρος, ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην προπονητική.
Εκείνη την εποχή, το κομμουνιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας είχε αναπτύξει στενές διπλωματικές και αθλητικές σχέσεις με το καθεστώς της Λιβύης. Μέσω αυτών των κρατικών διακρατικών συμφωνιών που επέτρεπαν σε Ούγγρους τεχνικούς να εργαστούν στον αραβικό κόσμο, η Αλ Αχλί Βεγγάζης, μία από τις πιο δημοφιλείς ομάδες της χώρας, κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική πρόταση, την οποία αποδέχθηκε το 1978.
Βρήκε μια ομάδα με ταλαντούχους παίκτες αλλά χωρίς τακτική πειθαρχία, εφαρμόζοντας τις ευρωπαϊκές μεθόδους προπόνησης, οδήγησε την Αλ Αχλί σταθερά στις πρώτες θέσεις του Πρωταθλήματος Λιβύης, παίζοντας ελκυστικό και επιθετικό ποδόσφαιρο.
Το αποκορύφωμα της πρώτης του θητείας ήταν η σεζόν 1979-1980, όταν η ομάδα έφτασε μια ανάσα από τον τίτλο, τερματίζοντας τελικά στη 2η θέση πίσω από την αιώνια αντίπαλο, Αλ Αχλί Τρίπολης. Έχοντας δουλέψει με τις ακαδημίες της Φερεντσβάρος, προώθησε πολλούς νεαρούς Λίβυους παίκτες στην πρώτη ομάδα, οι οποίοι αργότερα στελέχωσαν την Εθνική Λιβύης.
Στην τελευταία του χρονιά 1981–1982, η ομάδα είχε μια εξαιρετική πορεία στο πρωτάθλημα, όμως το τουρνουά διακόπηκε και σημαδεύτηκε από πολιτικές αναταραχές και αλλαγές στον αθλητικό νόμο της χώρας από το καθεστώς Καντάφι, γεγονός που ώθησε τον Άλμπερτ να επιστρέψει προσωρινά στην Ουγγαρία το 1982.
Η παρουσία ενός κατόχου της Χρυσής Μπάλας στη Λιβύη ήταν από μόνη της ένα τεράστιο γεγονός. Αγαπήθηκε τυφλά από τους οπαδούς της Αλ Αχλί για την ευγένεια και το στυλ του. Επέστρεψε πίσω στην Ουγγαρία και ανέλαβε την επίβλεψη και τον συντονισμό των ακαδημιών της Φερεντσβάρος.
Στόχος του ήταν η αναδιοργάνωση των τμημάτων υποδομής και η ανίχνευση νέων ταλέντων που θα στελέχωναν την πρώτη ομάδα τα επόμενα χρόνια.Λόγω του τεράστιου κύρους του ως ο μοναδικός Ούγγρος κάτοχος της Χρυσής Μπάλας, λειτούργησε ως ο επίσημος πρεσβευτής του συλλόγου σε εγχώριο και διεθνές επίπεδο, εκπροσωπώντας την ομάδα σε επίσημες εκδηλώσεις της UEFA.
Παρά το γεγονός ότι είχε επιστρέψει μόνιμα στη Βουδαπέστη, η διοίκηση της Αλ Αχλί Βεγγάζης δεν τον ξέχασε. Καθώς η ομάδα αντιμετώπιζε εκ νέου αγωνιστική κρίση, του κατέθεσε μια νέα, ιδιαίτερα ελκυστική πρόταση το 1985.
Η Αλ Αχλί βρισκόταν σε αγωνιστική κάμψη, η διοίκηση στράφηκε ξανά στον Ούγγρο θρύλο, γνωρίζοντας τη μεθοδολογία του και τη λατρεία που του είχε ο κόσμος. Αποδέχθηκε την πρόταση και επέστρεψε στη Βεγγάζη, αποκαθιστώντας άμεσα την πειθαρχία και την αγωνιστική ταυτότητα της ομάδας.
Κατά τη διάρκεια αυτής της θητείας, η Αλ Αχλί Βεγγάζης παρουσίασε ένα πολύ στιβαρό σύνολο, κατάφερε να τερματίζει σταθερά στις πρώτες θέσεις του εγχώριου πρωταθλήματος, διεκδικώντας τον τίτλο μέχρι τις τελευταίες αγωνιστικές απέναντι στις ισχυρές ομάδες της Τρίπολης.
Οι παίκτες που είχε προωθήσει ως νεαρά ταλέντα κατά την πρώτη του θητεία (1978–1982) αποτελούσαν πλέον τους έμπειρους ηγέτες του συλλόγου. Υπό την καθοδήγησή του, αρκετοί από αυτούς έγιναν βασικά στελέχη της Εθνικής Λιβύης, η οποία εκείνη την περίοδο έφτασε μια ανάσα από την πρόκριση στο Μουντιάλ του 1986.
Το καλοκαίρι του 1988, έχοντας συμπληρώσει συνολικά επτά χρόνια ζωής και προσφοράς στη Λιβύη, αποφάσισε ότι ο κύκλος του στην Αφρική είχε κλείσει οριστικά. Η νοσταλγία για την οικογένειά του και τη Βουδαπέστη τον οδήγησε στην απόφαση να αποσυρθεί οριστικά από τους πάγκους σε ηλικία 47 ετών και να επιστρέψει στην Ουγγαρία.
Μετά από αυτή τη θητεία, η Αλ Αχλί Βεγγάζης τον κατέγραψε στην ιστορία της ως έναν από τους σημαντικότερους και πιο αξιοσέβαστους προπονητές που πέρασαν ποτέ από τον σύλλογο.
Μόλις ολοκλήρωσε τη δεύτερη θητεία του στην Αλ Αχλί Βεγγάζης το 1988, η διοίκηση της Φερεντσβάρος του εμπιστεύτηκε αμέσως τη θέση του τεχνικού διευθυντή των ακαδημιών. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση για πάνω από μία δεκαετία, επιβλέποντας την ανάπτυξη των νεαρών ταλέντων της «Fradi» και αναδιοργανώνοντας πλήρως τη δομή των τμημάτων υποδομής του συλλόγου.
Στις 15 Ιανουαρίου 2001, κατά τη διάρκεια διοικητικών ανακατατάξεων και της εκλογής νέου προεδρείου στον σύλλογο, ο Άλμπερτ εκλέχθηκε επίσημα αντιπρόεδρος της Φερεντσβάρος. Από τη θέση αυτή είχε την ανώτατη εποπτεία του ποδοσφαιρικού τμήματος και λειτούργησε ως ο θεσμικός ηγέτης της ομάδας, βοηθώντας τον σύλλογο να ξεπεράσει τις οικονομικές δυσκολίες εκείνης της περιόδου.
Την 1η Δεκεμβρίου του 2004 ανακηρύχθηκε επίτιμος πρόεδρος της Φερεντσβάρος, η απόφαση ελήφθη κατά τη διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης του συλλόγου στα τέλη του 2004. Μετά από μια γεμάτη τριετία στη θέση του ενεργού Αντιπροέδρου (2001–2004), η διοίκηση θέλησε να του προσφέρει τον ανώτατο, ισόβιο τιμητικό τίτλο της ομάδας, ως αναγνώριση για το γεγονός ότι δεν εγκατέλειψε ποτέ τη Φερεντσβάρος.
Διατήρησε τον τίτλο του Επίτιμου Προέδρου για επτά χρόνια, εκπροσωπώντας τον σύλλογο με απόλυτο σεβασμό, μέχρι την ημέρα που έφυγε από τη ζωή το 2011.
Στις 2 Δεκεμβρίου του 2007 πραγματοποιήθηκε η επίσημη τελετή μετονομασίας του σταδίου της σε «Στάδιο Φλόριαν Άλμπερτ». Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε ομόφωνα να τιμήσει τον ζωντανό θρύλο της, αλλάζοντας το παλιό όνομα του γηπέδου (το οποίο ονομαζόταν απλώς «Στάδιο της οδού Üllői» - Üllői úti stadion).
Η εκδήλωση έγινε παρουσία πλήθους φιλάθλων, παλαιών συμπαικτών του Άλμπερτ και της αθλητικής ηγεσίας της Ουγγαρίας. Κατά τη διάρκεια της τελετής, αποκαλύφθηκε η νέα επιγραφή στην κεντρική πρόσοψη του σταδίου.
Φανερά συγκινημένος, δήλωσε πως ήταν η μεγαλύτερη τιμή της ζωής του, καθώς το γήπεδο αυτό ήταν το «σπίτι» του από την εφηβεία του. Το γήπεδο με αυτό το όνομα λειτούργησε μέχρι το 2013, όταν κατεδαφίστηκε ολοκληρωτικά για να χτιστεί στη θέση του η υπερσύγχρονη Groupama Arena που άνοιξε το 2014.
Στο επίσημο έγγραφο της βράβευσης αναφέρεται ότι ο τίτλος του απονέμεται: «Για τις εξαιρετικές αθλητικές του επιδόσεις και την υποδειγματική, ακλόνητη πίστη του στον σύλλογό του.
Στις 27 Οκτωβρίου του 2011 θα υποβληθεί σε εγχείριση παράκαμψης στεφανιαίας αρτηρίας αφού υπέφερε απο αγγειοσυστολή. Άν και το επίσημο δελτίο τύπου ανέφερε ότι η εγχείριση ήταν επιτυχής, υπέστη καρδιακή προσβολή και τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε ηλικία 70 ετών.
Η κηδεία του τελέστηκε στις 6 Νοεμβρίου, με τιμές εθνικού ήρωα και συγκέντρωσε χιλιάδες κόσμου, μεταδόθηκε απευθείας απο την ουγγρικη κρατική τηλεόραση και τάφηκε στο κοιμητήριο του Όμπουντα στη Βουδαπέστη.
Προηγήθηκε ένα συγκλονιστικό λαϊκό προσκύνημα, ενώ στην ταφή έδωσαν το παρών σύσσωμη η πολιτική και αθλητική ηγεσία της Ουγγαρίας, αντιπροσωπείες της FIFA και της UEFA, καθώς και ολόκληρη η ποδοσφαιρική οικογένεια της Φερεντσβάρος.
Στο πρώτο παιχνίδι της Φερεντσβάρος τα φώτα έσβησαν και οι οι οπαδοί με κεριά στα χέρια ανέβασαν ένα πανό που έλεγε "Ο Θεός θα είναι μαζί σου Αυτοκράτορα".
Δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2013, αποκαλύφθηκε στο σημείο ταφής του ένα εντυπωσιακό, μόνιμο μαρμάρινο μνημείο, έργο του Λάγιος Παπ, το οποίο περιλαμβάνει ανάγλυφο με τη χαρακτηριστική κίνηση του Άλμπερτ στο γήπεδο, τον αριθμό 9 τη φανέλα του και το έμβλημα της Φερεντσβάρος.
Αν και οι διαδικασίες ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, το ίδρυμα ενεργοποιήθηκε πλήρως αμέσως μετά τον θάνατό του για τη διατήρηση της κληρονομιάς του, τη στήριξη των ακαδημιών της «Fradi» και τη διοργάνωση του ετήσιου νεανικού τουρνουά «Albert Cup».
Στις 7 Αυγούστου 2014, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων του νέου υπερσύγχρονου σταδίου Groupama Arena, αποκαλύφθηκε ένα επιβλητικό μπρούντζινο άγαλμα του Άλμπερτ ύψους 3,5 μέτρων έξω από την κεντρική είσοδο, έργο του γλύπτη Σάντορ Κλίγκλ.
Ο δρόμος που περνάει ακριβώς μπροστά από το γήπεδο της Φερεντσβάρος μετονομάστηκε επίσημα σε Λεωφόρο Φλόριαν Άλμπερτ (Albert Flórián út).
