Αποτέλεσε μαζί με τον Πούσκας κορυφαίο επιθετικό δίδυμο στην μεγάλη ομάδα της Ουγγαρίας. Ο Σάντορ Κότσις είχε ιδιαίτερη έφεση στις κεφαλιές αφού με τον τρόπο αυτό πέτυχε το μεγαλύτερο ποσοστό των τερμάτων του.
Γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου του 1929 στην Βουδαπέστη, ο πατέρας του έπαιζε ποδόσφαιρο αλλά λόγω ενός τραυματισμού στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, διέκοψε την καριέρα του. Την ποδοσφαιρική του καριέρα την ξεκίνησε στην Κομπανιάι το 1943 σε ηλικία 14 ετών και το σχολείο του βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο γήπεδο της Φερεντσβάρος, γεγονός που τον έκανε από μικρό φανατικό υποστηρικτή της
Την περίοδο 1945-1946 σε ηλικία 16 ετών αγωνίστηκε στην πρώτη ομάδα και παρότι έπαιξε ελάχιστα είχε 5 συμμετοχές και 2 τέρματα, το σπάνιο ταλέντο του και η εκτελεστική του δεινότητα έγιναν αμέσως αντιληπτά από τους σκάουτερ της Φερεντσβάρος.
Εκείνη την περίοδο ο φίλος του Λάζλο Κουμπάλα αποφάσισε να αποχωρήσει από τους "πράσινους" το 1946, και τότε στράφηκε στον 17χρονο τότε Κότσις για να καλύψει το κενό του. Μέχρι το 1950 κατέκτησε τ Πρωτάθλημα του 1949 έχοντας 117 συμμετοχές και 105 γκολ.
Καπυ εκεί οπως και στους υπολοίπους όταν το κομμουνιστικό καθεστώς αποφάσισε να μετατρέψει τη Χόνβεντ (την ομάδα του στρατού) σε μια «υπερομάδα» που θα αποτελούσε τον κορμό της Εθνικής Ουγγαρίας, άρχισε να συγκεντρώνει εκεί όλους τους κορυφαίους παίκτες.
Ο Κότσις αρνήθηκε κατηγορηματικά να υπογράψει οικειοθελώς και για να τον αναγκάσουν, οι αρχές χρησιμοποίησαν το όπλο της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας. Τον κάλεσαν να υπηρετήσει στον στρατό και, ως στρατιώτης πλέον, είχε την υποχρέωση να αγωνίζεται αποκλειστικά στην ομάδα των ενόπλων δυνάμεων, δηλαδή τη Χόνβεντ.
Στα εφτά χρόνια που αγωνίστηκε κατέκτησε 4 Πρωταθλήματα το 1950, το 1952, το 1953 και το 1954 έχοντας 189 συμμετοχές και 236 γκολ δεύτερος σκόρερ πίσω μόνο απο τον Πούσκας, ενώ αναδείχθηκε τρεις φορές πρώτος σκόρερ το 1951, το 1952 και το 1954 με 30, 36 και 33 γκολ αντίστοιχα..
Η εισβολή της Σοβιετικής Ένωσης στην Ουγγαρία την ώρα που η Χόνβεντ ήταν στην Ισπανία για το πρώτο ματς με την Αθλέτικ Μπιλμπάο για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Ο Κότσις μαζί με τους άλλους αποφασίζει να μείνει εκτός Ουγγαρίας με συνέπεια να του επιβληθεί απο την FIFA ο διετής αποκλεισμός απ κάθε πδοσφαιρική δραστηριότητα.
Όντας σε ποδοσφαιρική «μαύρη λίστα» και χωρίς δικαίωμα να υπογράψει σε μεγάλο ευρωπαϊκό σύλλογο, ο Κότσις αναζήτησε άσυλο σε μια ουδέτερη χώρα. Εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και υπέγραψε στη μικρή Γιουνγκ Φέλοους Ζυρίχης.
Αγωνίστηκε εκεί τη σεζόν 1957-1958, παίζοντας κυρίως σε ανεπίσημα ματς ή όταν χαλάρωσαν οι περιορισμοί, προλαβαίνοντας να σκοράρει 7 γκολ σε μόλις 11 επίσημες εμφανίσεις. Η παραμονή του στην Ελβετία ήταν προσωρινή, αφού το 1958, ο παιδικός του φίλος Λάζλο Κουμπάλα χρησιμοποιώντας την τεράστια επιρροή του, έπεισε τη διοίκηση της Μπαρτσελόνα να τον αποκτήσει μόλις έληξε η τιμωρία του.
Έτσι άφησε τη Ζυρίχη για να μετακομίσει στην Καταλονία, όπου και μεγάλουργησε, απο το 1958 έως το 1965. Κατέκτησε το ντάμπλ το 1959, στον τελικό του Κυπέλλου πέτυχε δύο γκολ κόντρα στην Γρανάδα, το Πρωτάθλημα του 1960 και το Κύπελλο του 1963 όπου σκόραρε κόντρα στην Ρεάλ Σαραγόσα και το Κύπελλο Εκθέσεων του 1960 κόντρα στην Μπέρμιγχαμ.
Επίσης είχε και δύο χαμένους τελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1961 στην Βέρνη κόντρα στην Μπενφίκα και του Κυπέλλου Εκθέσεων απέναντι στην Βαλένθια όπου και στους δύο σκόραρε. Μετά απο 151 εμφανίσεις και 82 τέρματα με τους "μπλαουγκράνα" το 1966 θα αποσυρθεί απο την αγωνιστική δράση και θα ανοίξει ένα εστιατόριο στην Βαρκελώνη με το όνομα Tete D' Or.
Στις 6 Ιουνίου του 1948 στην Βουδαπέστη σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Ρουμανία θα κάνει το ντεμπούτο του όπου θα πετύχει και δύο τέρματα. Θα κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι το 1952 και θα είναι βασικό στέλεχος της ομάδας που θα φτάσει στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1954 στην Ελβετία.
Θα πετύχει τρία γκολ κόντρα στην Νότιο Κορέα, τέσσερα απέναντι στην Δυτική Γερμανία, δύο απέναντι στην Βραζιλία και την Ουρουγουάη αλλά στον τελικό στην Βέρνη θα μείνει "άκαπνος" και το 3-2 θα του στερήσει την δυνατότητα να στεφθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής, παρότι με 11 τέρματα ήταν ο πρώτος σκόρερ της τελικής φάσης και συνολικά ο 8ος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων.
Διατηρεί το ακατάρριπτο ρεκόρ του υψηλότερου μέσου όρου τερμάτων ανά αγώνα σε τελική φάση Μουντιάλ, με το ασύλληπτο 2,2 γκολ ανά παιχνίδι (11 γκολ σε μόλις 5 αναμετρήσεις). Μνημονεύεται ως ο πρώτος παίκτης στην ιστορία που πέτυχε διψήφιο αριθμό τερμάτων σε ένα μόνο τουρνουά, αλλά και ως ένας από τους ελάχιστους με δύο χατ-τρικ στην ίδια διοργάνωση.
Στις 14 Οκτωβρίου του 1956 στο "Πράτερ" της Βιέννης κόντρα στην Αυστρία σε φιλικό παιχνίδι θα δώσει το 68ο και τελευταίο παιχνίδι με την εθνική Ουγγαρίας, πετυχαίνοντας 75 γκολ, επίδοση που τον φέρνει στην δεύτερη θέση πίσω απο τον Πούσκας.
Αμέσως μετά την απόσυρσή του από την ενεργό δράση το 1965, ξεκίνησε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ανεπίσημα στις ακαδημίες και τους νέους της Μπαρτσελόνα, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε τα απαραίτητα σεμινάρια για να πάρει το δίπλωμα προπονητή.
Μόλις πήρε την πιστοποίηση το 1970, ήταν πλέον έτοιμος να αναζητήσει την πρώτη του επίσημη δουλειά. Υπέφερε από έντονη νοσταλγία για το ποδόσφαιρο και παρότι είχε ανοίξει το δικό του εστιατόριο στη Βαρκελώνη, η καθημερινότητα μακριά από τους αγωνιστικούς χώρους τον έθλιβε βαθύτατα.
Έψαχνε απεγνωσμένα μια ευκαιρία να μπει ξανά στα αποδυτήρια για να νιώσει χρήσιμος και χαρούμενος, ενώ απο την πλευρά της η Αλικάντε, βρισκόταν σε μια μεταβατική φάση και η διοίκησή της έψαχνε ένα «βαρύ όνομα» που θα έδινε κύρος, θα ενέπνεε τους παίκτες και θα τραβούσε το ενδιαφέρον των φιλάθλων στην περιοχή.
Η πρόσληψή του λειτούργησε ως «διαβατήριο» για την περιοχή, καθώς το Αλικάντε έγινε η νέα του ποδοσφαιρική στέγη. Ανέλαβε την ομάδα στις 29 Αυγούστου του 1970 και καθ' όλη τη διάρκεια της σεζόν, η Αλικάντε πραγματοποίησε μια εξαιρετική πορεία, διεκδικώντας την άνοδο στην τρίτη κατηγορία.
Η Έρκουλες πραγματοποιούσε μια χαοτική σεζόν στη Segunda División, αλλάζοντας συνεχώς προπονητές. Τον Μάρτιο του 1971, μετά την απομάκρυνση του προηγούμενου τεχνικού, η διοίκηση αναζητούσε εσπευσμένα έναν άνθρωπο με τεράστιο κύρος για να σώσει την ομάδα από τον υποβιβασμό.
Οι διοικούντες την Έρκουλες έβλεπαν από κοντά το έργο του στη συμπολίτισσα Αλικάντε Καθώς οι δύο ομάδες μοιράζονταν την ίδια πόλη, η διοίκηση της Έρκουλες είχε άμεση πρόσβαση στον Ούγγρο θρύλο και ήξερε ότι δεν θα χρειαζόταν χρόνο προσαρμογής.
Εκείνη την εποχή, η Αλικάντε λειτουργούσε ουσιαστικά ως «θυγατρική» ομάδα ή ως ομάδα υποστήριξης της Έρκουλες. Λόγω αυτής της στενής θεσμικής και φιλικής σχέσης των δύο σωματείων, η αποδέσμευσή του από την Αλικάντε και η άμεση υπογραφή του στην Έρκουλες έγιναν μέσα σε λίγες ώρες, χωρίς διοικητικά εμπόδια.
Ο Ούγγρος θρύλος ανέλαβε επίσημα καθήκοντα στις 20 Μαρτίου 1971 αντικαθιστώντας τον Μιγκέλ Γκονζάλεθ, με μοναδικό στόχο να οδηγήσει την ομάδα στα μπαράζ ανόδου για τη Segunda División.
Παρά το σύντομο διάστημα της παρουσίας του, πέτυχε απόλυτα τον σκοπό του, καθώς η Έρκουλες τερμάτισε στη 2η θέση του ομίλου της και κέρδισε το εισιτήριο για τα πλέι-οφ ανόδου, έχοντας σε 10 αγώνες με 5 νίκες, 1 ισοπαλία και 4 ήττες.
Όμως είχε αγαπήσει παράφορα τη Βαρκελώνη, η οποία είχε γίνει η δεύτερη πατρίδα του μετά την αναγκαστική φυγή του από την Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια των μηνών που έζησε στο Αλικάντε, ένιωσε έντονη μοναξιά και αποκοπή από το περιβάλλον του.
Συνειδητοποίησε γρήγορα ότι δεν μπορούσε και δεν ήθελε να ζει μακριά από την πρωτεύουσα της Καταλονίας, όπου βρισκόταν η οικογένειά του και ο κοινωνικός του κύκλος. Λίγο πριν αναχωρήσει για το Αλικάντε, είχε ξεκινήσει μια σημαντική επιχειρηματική προσπάθεια στη Βαρκελώνη, ανοίγοντας το δικό του εστιατόριο-μπαρ (το οποίο οι φίλαθλοι γνώριζαν ως "Tecu" ή "Cabeza de Oro").
Η απουσία του από την πόλη σήμαινε ότι δεν μπορούσε να επιβλέπει την επιχείρηση, η οποία αποτελούσε και την κύρια πηγή εσόδων για την εξασφάλιση της οικογένειάς του. Προτίμησε, λοιπόν, να επιστρέψει για να αφοσιωθεί σε αυτή.
Δεν έβλεπε τον εαυτό του ως έναν προπονητή καριέρας που θα γυρνούσε τις μικρότερες κατηγορίες της Ισπανίας για χρόνια. Όταν αποδέχτηκε την πρόταση της Έρκουλες τον Μάρτιο του 1971, το έκανε περισσότερο ως «εξωτερική βοήθεια» και ως χάρη προς τους ανθρώπους της πόλης που τον είχαν φιλοξενήσει, με σκοπό να λειτουργήσει ως «πυροσβέστης» σε μια κρίσιμη καμπή.
Μόλις πέτυχε τον στόχο του, που ήταν η σωτηρία/σταθεροποίηση της ομάδας στη Segunda División, θεώρησε ότι η αποστολή του ολοκληρώθηκε με επιτυχία και παρέδωσε τα ηνία στον Ιγνάθιο Εϊζαγκίρε για την επόμενη σεζόν.
Συνειδητοποίησε στο Αλικάντε ότι η προπονητική δεν του πρόσφερε την ίδια χαρά με το παιχνίδι, ήταν ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, εσωστρεφής, που δυσκολευόταν να διαχειριστεί την πίεση των διοικήσεων και των ΜΜΕ, προτιμώντας την ηρεμία της επιχείρησής του.
Στην Ισπανία, οι σύλλογοι τον έβλεπαν περισσότερο ως έναν ζωντανό θρύλο του αθλήματος και λιγότερο ως έναν τακτικιστή προπονητή που θα έχτιζε ομάδες σε βάθος χρόνου. Η σύντομη παρουσία του στους πάγκους θεωρήθηκε από την ποδοσφαιρική αγορά ως ένα όμορφο αλλά προσωρινό «διάλειμμα».
Λίγο μετά την επιστροφή του από το Αλικάντε στη Βαρκελώνη, ο Κότσις διαγνώστηκε με καρκίνο του στομάχου. Σαν να μην έφτανε αυτό, οι ιατρικές εξετάσεις έδειξαν ότι έπασχε παράλληλα και από λευχαιμία καρκίνο του αίματος. Οι βαριές και συνεχείς θεραπείες, οι χημειοθεραπείες και οι χειρουργικές επεμβάσεις εξασθένησαν πλήρως τον οργανισμό του, προκαλώντας του μεγάλους και καθημερινούς πόνους.
Λόγω σοβαρών επιπλοκών στο κυκλοφορικό του σύστημα, θρόμβωση, η παροχή αίματος στα κάτω άκρα του διακόπηκε. Η κατάσταση αυτή ανάγκασε τους γιατρούς να προχωρήσουν στον ακρωτηριασμό του αριστερού του ποδιού το 1975
Για έναν από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του πλανήτη, η απώλεια του ποδιού του ήταν ένα ανυπόφορο πλήγμα. Η σωματική του κατάρρευση, η αδυναμία του να αυτοεξυπηρετηθεί και η παρατεταμένη παραμονή του στα νοσοκομεία τον βύθισαν σε βαριά, κλινική κατάθλιψη.
Ο κάποτε αγέρωχος επιθετικός, που είχε κατακτήσει τα γήπεδα όλου του κόσμου, ένιωθε πλέον ανίκανος να παλέψει. Στις 22 Ιουλίου του 1979, κατά τη διάρκεια μιας ακόμη νοσηλείας του στην κλινική Quirón της Βαρκελώνης, ο Κότσις έπεσε από το παράθυρο του τετάρτου ορόφου στο κενό.
Αν και η αστυνομία άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο του δυστυχήματος, λόγω ζάλης από τα φάρμακα, οι στενοί του φίλοι, η οικογένειά του και οι ιστορικοί συμφωνούν ότι έδωσε ο ίδιος τέλος στη ζωή του σε ηλικία 49 ετών, μη αντέχοντας άλλο τον πόνο και την υποβάθμιση της υγείας του.
Λόγω της άρνησής του να επιστρέψει στην κομμουνιστική Ουγγαρία μετά το 1956, ο Κότσις θεωρούνταν για χρόνια «ανεπιθύμητος» από το επίσημο ουγγρικό κράτος. Η κηδεία και η ταφή του έγιναν στις 24 Ιουλίου, στη Βαρκελώνη, την πόλη που τον υιοθέτησε και τον αγάπησε και τάφηκε στο κοιμητήριο του Μονζουίκ με την παρουσία πλήθους φιλάθλων της Μπαρτσελόνα, παλιών συμπαικτών του και μελών της ουγγρικής κοινότητας της Ισπανίας.
Το «Ίδρυμα Σάντορ Κότσις» (Kocsis Sándor Alapítvány) δημιουργήθηκε επίσημα το 2010, με αφορμή τη συμπλήρωση 81 ετών από τη γέννηση και 31 ετών από τον θάνατο του μεγάλου Ούγγρου ποδοσφαιριστή.
Η ίδρυση έγινε από τον γιο του, Σάντορ Κότσις Τζούνιορ, ο οποίος ζούσε μόνιμα στη Βαρκελώνη και το ίδρυμα γεννήθηκε για να αποτελέσει τον επίσημο φορέα διατήρησης της μνήμης του, αλλά και για να προετοιμάσει το έδαφος για τη μεγάλη επιστροφή.
Η δημιουργία του ιδρύματος το 2010 ήταν το πρώτο και πιο καθοριστικό βήμα στις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση της Ουγγαρίας. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, την ημέρα της γέννησής του, η ουγγρική κυβέρνηση κανόνισε να επιστρέψουν στην πατρίδα του τα οστά του και να τιμηθεί με μία νέα κηδεία με πλήρεις στρατιωτικές τιμές στη Βασιλική του Αγίου Στεφάνου στη Βουδαπέστη.
Δύο εβδομάδες αργότερα του απονεμήθηκε ο τίτλος μετά θάνατον του επίτιμου πολίτη της Βουδαπέστης, Η FIFA και η Διεθνής Ομοσπονδία Ποδοσφαιρικής Ιστορίας & Στατιστικής (IFFHS) τον έχουν συμπεριλάβει επίσημα στις λίστες με τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές του 20ού αιώνα.
Το 2004, με αφορμή το Ιωβηλαίο της UEFA, αναγνωρίστηκε εκ νέου η προσφορά του στη «Χρυσή Ομάδα» και το 2014, το περιοδικό World Soccer τον κατέταξε στους 100 κορυφαίους παίκτες όλων των εποχών.
Η Κεντρική Τράπεζα της Ουγγαρίας και τα Ουγγρικά Ταχυδρομεία έχουν εκδώσει συλλεκτικά αναμνηστικά νομίσματα και ειδικές σειρές γραμματοσήμων με τη μορφή του, τιμώντας τον ως έναν από τους μεγαλύτερους πρεσβευτές του ουγγρικού πολιτισμού και αθλητισμού παγκοσμίως.
Το μνημείο του Σάντορ Κότσις στην πλατεία Κάλβαρυ στην περιοχή Γιόζεφβαρος της Βουδαπέστης, αποκαλύφθηκε επίσημα στις 27 Νοεμβρίου 2014. Είναι έργο του γνωστού Ούγγρου γλύπτη Γκέζα Φεκέτε και πρόκειται για μια ανάγλυφη, μπρούντζινη πλάκα τοποθετημένη πάνω σε μια κατασκευή από σκυρόδεμα και τεχνητή πέτρα, η οποία απεικονίζει τη μορφή του Κότσις.
Η δημιουργία του έγινε πραγματικότητα χάρη στις συντονισμένες ενέργειες του Συλλόγου Φίλων της Φερεντσβάρος, με την ηθική και οικονομική υποστήριξη του Δήμου του Γιόζεφβαρος
Η επιλογή της πλατείας Κάλβαρυ δεν ήταν τυχαία, βρίσκεται πολύ κοντά στην οδό Κόρις, τη γειτονιά όπου μεγάλωσε ο Κότσις και όπου διατήρησε τους πιο ισχυρούς δεσμούς της παιδικής του ηλικίας.
Στα αποκαλυπτήρια του 2014 έδωσε το παρών και ο γιος του, Σάντορ Κότσις Τζούνιορ, ο οποίος ταξίδεψε ειδικά για αυτόν τον σκοπό από τη Βαρκελώνη. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια, ο αγιασμός και η πρώτη κατάθεση στεφάνων ολοκληρώθηκαν συμβολικά την επόμενη χρονιά, στις 21 Σεπτεμβρίου 2015, ανήμερα της επετείου των 86 ετών από τη γέννησή του.
Το αθλητικό συγκρότημα «Σάντορ Κότσις» (Kocsis Sándor Sportközpont) στη Βουδαπέστη δημιουργήθηκε επίσημα την 1η Ιουνίου 2015 με την συνένωση όλων αυτών των αυτόνομων αθλητικών χώρων σε έναν ενιαίο, μεγάλο οργανισμό.
Μετά την ίδρυση του κέντρου, ξεκίνησε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού με τη δημιουργία σύγχρονων γηπέδων ποδοσφαίρου (με φυσικό και τεχνητό χλοοτάπητα), ανακαίνιση των κερκίδων χωρητικότητας 800 θεατών, στίβου καθώς και ειδικών υποδομών για παραολυμπιακά αθλήματα.
Ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης του Γιόζεφβαρος το 2018 και η απόφαση αυτή ελήφθη από το δημοτικό συμβούλιο της 8ης περιφέρειας της Βουδαπέστης ως αναγνώριση για την τεράστια προσφορά του στον παγκόσμιο αθλητισμό και για τους ισχυρούς δεσμούς που διατηρούσε με τη συγκεκριμένη γειτονιά, όπου μεγάλωσε και έκανε τα πρώτα του βήματα.
Η επίσημη ανακήρυξη και η απονομή των τίτλων έγιναν στις 7 Νοεμβρίου 2018, κατά τη διάρκεια της ετήσιας πανηγυρικής συνεδρίασης για την «Ημέρα του Γιόζεφβαρος». Το βραβείο και την τιμητική πλακέτα παρέλαβε εκ μέρους της οικογένειας ο γιος του, Σάντορ Κότσις Τζούνιορ, ο οποίος εξέφρασε τη βαθιά του συγκίνηση που η γενέτειρα του πατέρα του συνεχίζει να κρατά ζωντανή τη μνήμη του.
Το μεγάλο χάλκινο άγαλμα του Σάντορ Κότσις αποκαλύφθηκε επίσημα το Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019, ανήμερα της επετείου των 90 ετών από τη γέννησή του. Τοποθετήθηκε σε ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της αθλητικής Βουδαπέστης, δίπλα στην κύρια είσοδο του υπερσύγχρονου σταδίου Groupama Arena.
Το άγαλμα φιλοτεχνήθηκε από τον γνωστό Ούγγρο καλλιτέχνη Μαρκ Λέλκες και είναι κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από μπρούντζο/χαλκό και τον παρουσιάζει σε πλήρη ποδοσφαιρική δράση της δεκαετίας του '50, τη στιγμή που ετοιμάζεται να κοντρολάρει ή να χτυπήσει την μπάλα και αποδίδει απόλυτα τη δυναμική και την αθλητική του κομψότητα.
Η επιστροφή του «Κόκκα» (Kocka - το ούγγρικό του παρατσούκλι) στο σπίτι του είχε τεράστια συναισθηματική αξία για τον σύλλογο, καθώς το Groupama Arena είναι χτισμένο ακριβώς στη θέση του παλιού σταδίου « Albert Flórián», εκεί όπου πρωτοεμφανίστηκε και αποθεώθηκε από το κοινό της Φέρεντσβαρος.
Στην τελετή των αποκαλυπτηρίων παρευρέθηκε η πολιτική και αθλητική ηγεσία της χώρας όπως ο τότε Δήμαρχος Βουδαπέστης Ιστβάν Ταρλός και ο πρόεδρος της Φέρεντσβαρος Γκάμπορ Κουμπάτοφ, τα δύο του παιδιά, Σάντορ Τζούνιορ και Αλίσια, καθώς και επίσημη αντιπροσωπεία από τη διοίκηση της Μπαρτσελόνα (με επικεφαλής τον διευθυντή Πάου Βιλανόβα.
Την ίδια περίοδο θεσπίστηκε απο την Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία το επίσημο βραβείο «Σάντορ Κότσις» (Kocsis Sándor-díj). Στο μουσείο της Μπαρτσελόνα στο Καμπ Νου, ο Κότσις κατέχει μόνιμη θέση ανάμεσα στους θρύλους του συλλόγου, με φωτογραφίες και προσωπικά του αντικείμενα.
Στην Ουγγαρία, αθλητικά σχολεία, ακαδημίες ποδοσφαίρου και δρόμοι φέρουν το όνομά του, ως σύμβολο της ποδοσφαιρικής ιδιοφυΐας της χώρας. Μέχρι σήμερα, η FIFA και η IFFHS τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους επιθετικούς του 20ού αιώνα.
