www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

25/8/26

Γκιούλα Γκρόσιτς Ο "Μαύρος Πάνθηρας"


Πήρε το προσωνύμιο "Μαύρος Πάνθηρας" εξαιτίας της ολόμαυρης στολής που φορούσε. Ο Γκιούλα Γκρόσιτς ήταν απο τους πρώτους τερματοφύλακες που έβγαινε εκτός της εστίας του για να καθαρίζει τις φάσεις δίνοντας έτσι την δυνατότητα στους συμπαίκτες του να πιέζουν όλο και πιο ψηλά. Είχε μεγάλο άλμα, σωστές τοποθετήσεις και ήταν αρκετά γρήγορος.


Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1926 στο Ντόρογκ και παρότι η μητέρα του ήθελε ο γιος της να γίνει ιερέας εντούτοις αυτός ακολούθησε την ποδοσφαιρική καριέρα. Ξεκίνησε την καριέρα του απο την ομάδα της πόλης του σε ηλικία 14 ετών το 1940 και το 1943 κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολεμου έκανε ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα.

Το 1944 αναγκάστηκε να στρατευτεί και μάλιστα αιχμαλωτίστηκε για ένα διάστημα από τις αμερικανικές δυνάμεις, αλλά κατάφερε να επιστρέψει σώος και να συνεχίσει το ποδόσφαιρο. Με τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις κάτω από τα δοκάρια της Ντορόγκι, κίνησε το ενδιαφέρον των μεγάλων συλλόγων της Βουδαπέστης και κλήθηκε για πρώτη φορά στην Εθνική Ουγγαρίας το 1947.

Το 1947 θα μετακινηθεί στην MATEOSZ της Βουδαπέστης για τρία χρόνια(την τρίτη χρονιά 1949-1950 η ομάδα μετονομάστηκε σε Τεχερφύβαρ) όπου είχε συνολικά 85 συμμετοχές. Είχε προτάσεις από το εξωτερικό, τις οποίες προσπάθησε μάλιστα να εκμεταλλευτεί με ριψοκίνδυνο τρόπο, μιας και δεν ήταν υποστηρικτής του κομμουνισμού. 

Έχοντας δεχτεί κρούσεις και προτάσεις από ομάδες της γειτονικής Αυστρίας αλλά και από τη Νότια Αμερική, προσπάθησε το 1949 να δραπετεύσει κρυφά με την οικογένειά σου προς τη Δύση. Το σχέδιό του όμως απέτυχε, συνελήφθη στα σύνορα από τις αρχές του καθεστώτος και κατηγορήθηκε για κατασκοπεία και προδοσία (κατηγορίες που επέσυραν ακόμα και τη θανατική ποινή). 

Λόγω της τεράστιας αξίας του, οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, του επιβλήθηκε μονοετής αποκλεισμός από το ποδόσφαιρο και, ως «σωφρονισμός» και πλήρης έλεγχος των κινήσεών του, τοποθετήθηκε υποχρεωτικά στη Χόνβεντ το 1950.

Άλλωστε το καλοκαίρι του 1950 το κράτος διέλυσε την ομάδα του (MATEOSZ) και ο ίδιος, όπως και οι Κότσις, Τσίμπορ και Λόραντ, «επιστρατεύτηκε» στη Χόνβεντ. Του δόθηκε στρατιωτικός βαθμός και η μοναδική του υποχρέωση ως «φαντάρος» ήταν να παίζει ποδόσφαιρο δίπλα στον Φέρεντς Πούσκας

Κατέκτησε τέσσερα πρωταθλήματα το 1950, το 1952, το 1954 και το 1955 και θα υπερασπιστεί την εστία της μέχρι το 1956 σε 185 παιχνίδια. Η ήττα της Ουγγαρίας από τη Δυτική Γερμανία στον τελικό του Μουντιάλ του 1954 (3-2) προκάλεσε σοκ και τις πρώτες αυθόρμητες αντικαθεστωτικές διαδηλώσεις στους δρόμους της Βουδαπέστης. 

Το κομμουνιστικό καθεστώς, που χρησιμοποιούσε τη «Χρυσή Ομάδα» ως όπλο προπαγάνδας, χρειαζόταν επειγόντως έναν ένοχο για να στρέψει την οργή του κόσμου μακριά από την κυβέρνηση. Ο Γκρόσιτς, έχοντας δεχτεί τρία γκολ, επιλέχθηκε ως ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος.

Ο Γκρόσιτς δεν έκρυβε τα αντικομμουνιστικά του φρονήματα και ήταν ήδη «σημαδεμένος» από τη μυστική αστυνομία, λόγω της αποτυχημένης απόπειράς του να δραπετεύσει στη Δύση το 1949. Επιπλέον, είχε πολλούς φίλους εκτός του κομμουνιστικού κόμματος, γεγονός που έκανε το καθεστώς να τον θεωρεί πολιτικά αναξιόπιστο και εν δυνάμει κατάσκοπο.

Κατά τη διάρκεια των ταξιδιών της Χόνβεντ και της Εθνικής στο εξωτερικό, πολλοί παίκτες αγόραζαν δυτικά αγαθά (όπως νάιλον κάλτσες, καφέ ή ρολόγια) για να τα πουλήσουν στη μαύρη αγορά της Ουγγαρίας, κάτι που το κράτος συνήθως έκανε πως δεν βλέπει. 

Μετά τον χαμένο τελικό, η μυστική αστυνομία χρησιμοποίησε αυτές τις δραστηριότητες ως πρόσχημα, συλλαμβάνοντας τον Γκρόσιτς με την κατηγορία του οικονομικού εγκλήματος κατά του κράτους. και υποβλήθηκε σε πολύμηνες, εξαντλητικές ανακρίσεις στα υπόγεια της μυστικής αστυνομίας. 

Καθώς δεν βρέθηκαν ποτέ αποδείξεις για κατασκοπεία, το καθεστώς απέφυγε τη θανατική ποινή ή τη φυλάκιση σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για να μην προκαλέσει τη διεθνή κατακραυγή. Επίσης του απαγόρευσαν κάθε ποδοσφαιρική δραστηριότητα μέχρι τις αρχές του 1956, όταν και του επιτράπηκε να επιστρέψει προκειμένου να ενισχύσει την εθνική ομάδα ενόψει των επόμενων υποχρεώσεων.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση στη Βουδαπέστη, η Χόνβεντ βρισκόταν στο εξωτερικό για αγώνες του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Η ομάδα αρνήθηκε να επιστρέψει στην ελεγχόμενη από τους Σοβιετικούς Ουγγαρία και πραγματοποίησε μια παράνομη, ανεξάρτητη περιοδεία στη Νότια Αμερική (κυρίως στη Βραζιλία).

Στις αρχές του 1957, η περιοδεία ολοκληρώθηκε και οι παίκτες βρέθηκαν μπροστά σε ένα ιστορικό δίλημμα. Ενώ οι μεγάλοι αστέρες Φέρεντς Πούσκας, Σάντορ Κότσις και Ζόλταν Τσίμπορ επέλεξαν να μείνουν στη Δύση και να μην γυρίσουν ποτέ, ο Γκρόσιτς πήρε τη δύσκολη απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα του για να επανενωθεί με την οικογένειά του.

Με την επιστροφή του, το νέο ελεγχόμενο καθεστώς τον αντιμετώπισε με τεράστια εχθρότητα και καχυποψία λόγω της συμμετοχής του στην παράνομη περιοδεία. Καθώς η Χόνβεντ ήταν η επίσημη ομάδα του Στρατού, το κράτος θεώρησε απαράδεκτο να αγωνίζεται σε αυτήν ένας «πολιτικά αναξιόπιστος» παίκτης. 

Του απαγορεύτηκε δια ροπάλου να φορέσει ξανά τη φανέλα της και τον ανάγκασαν να πάρει μεταγραφή σε μια μικρή, επαρχιακή ομάδα της εργατικής τάξης των ανθρακωρύχων, την Ταταμπάνια με την οποία μέχρι το 1962 πραγματοποίησε 119 συμμετοχές και οι εμφανίσεις του ήταν τόσο ανώτερες που ανάγκασαν τους εκλέκτορες να τον κρατήσουν ως βασικό τερματοφύλακα της Εθνικής Ουγγαρίας στα Παγκόσμια Κύπελλα του 1958 (Σουηδία) και του 1962 (Χιλή).

Επιθυμία του ήταν να κλείσει την τεράστια καριέρα του στην ομάδα της καρδιάς του, τη Φερεντσβάρος ο πιο δημοφιλής σύλλογος στη Βουδαπέστη, αλλά παραδοσιακά θεωρούνταν από το καθεστώς ως η ομάδα των «εθνικιστών» και των επικριτών του κομμουνισμού.

Η διοίκηση της Φερεντσβάρος και ο Γκρόσιτς είχαν έρθει σε πλήρη συμφωνία για τη μεταγραφή. Όταν η μεταγραφή έφτασε προς έγκριση στις κρατικές αθλητικές αρχές, η απάντηση του καθεστώτος και συγκεκριμένα του Υπουργείου Αθλητισμού ήταν ένα κατηγορηματικό ΌΧΙ.

Το κράτος φοβόταν ότι η ένταξη ενός τόσο δημοφιλούς, αντικομμουνιστή παίκτη (που είχε ήδη ιστορικό απόπειρας απόδρασης και εξορίας) στη «δεξαμενή αντιφρονούντων» της Φερεντσβάρος θα ενίσχυε το αντιστασιακό ηθικό των φιλάθλων της.

Οι αρχές δεν του είχαν συγχωρήσει ποτέ το γεγονός ότι δεν «υπέταξε» τη γνώμη του και ότι συμμετείχε στην παράνομη περιοδεία του 1956. Του διαμηνύθηκε ξεκάθαρα, η θα παρέμενε στην Ταταμπάνια ή θα σταματούσε το ποδόσφαιρο. Του απαγορεύτηκε διά νόμου να αγωνιστεί σε οποιαδήποτε ομάδα της Βουδαπέστης.

Πληγωμένος από την αδικία και αρνούμενος να συνεχίσει στην επαρχία, ο «Μαύρος Πάνθηρας» πήρε τη μεγάλη απόφαση και ανακοίνωσε την άμεση απόσυρσή του από την ενεργό δράση το καλοκαίρι του 1962.

Στις 20 Αυγούστου του 1947 στην Βουδαπέστη κόντρα στην Αλβανία θα κάνει ντεμπούτο με την εθνική Ουγγαρίας. Θα κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσίνκι και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 θα είναι ο βασικός τερματοφύλακας της "Αρανικσάπατ" και στα πέντε παιχνίδια. 

Θα δώσει το παρών σε δύο ακόμα Παγκόσμια Πρωταθλήματα το 1958(τρία παιχνίδια) στην Σουηδία και το 1962(τρία παιχνίδια) στην Χιλή, με την Ουγγαρία να αποκλείεται απο την φάση των ομίλων. 
Στις 14 Οκτωβρίου του 1962 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Γιουγκοσλαβία στην Βουδαπέστη θα κάνει την 86η και τελευταία παρουσία. 

Δεν του επετράπη ποτέ να αναλάβει κάποιον από τους μεγάλους συλλόγους της Βουδαπέστης ή την εθνική ομάδα. Περιορίστηκε σε μικρότερες ομάδες, ξεκινώντας την προπονητική του καριέρα αμέσως μετά την απόσυρσή του, αναλαμβάνοντας την Ταταμπάνια την 1η Ιανουαρίου του 1963, στην οποία είχε παίξει τα τελευταία του χρόνια.

Θα παραμείνει στον πάγκο της σε 35 αγώνες, έχοντας 14 νίκες, 9 ισοπαλίες και 12 ήττες μέχρι τις 29 Δεκεμβρίου του 1963 και την 1η Ιανουαρίου του  1964 θα αναλάβει την Σαλγκοταριάν με την οποία θα καταφέρει να στεφθεί πρωταθλητής στη δεύτερη κατηγορία και να εξασφαλίσει την πανηγυρική άνοδο του συλλόγου στην πρώτη εθνική κατηγορία της Ουγγαρίας

Την επόμενη χρονιά το 1965, στην πρώτη κατηγορία του Πρωταθλήματος Ουγγαρίας κατάφερε να κρατήσει τη νεοφώτιστη Σαλγκοταριάν στην κατηγορία, εκπληρώνοντας τον βασικό στόχο της παραμονής.

Τερμάτισε στην 9η θέση της βαθμολογίας (σε σύνολο 14 ομάδων), αποφεύγοντας με άνεση τον υποβιβασμό.  Η ομάδα του Γκρόσιτς αποδείχθηκε εξαιρετικά σκληροτράχηλη και «μάστορας» των ισοπαλιών (είχε τις περισσότερες στο πρωτάθλημα μαζί με την Πέτσι), καθώς βασίστηκε στην πολύ καλή αμυντική λειτουργία για να μαζεύει βαθμούς.

Μετά την επιτυχημένη ολοκλήρωση αυτής της σεζόν στις 31 Δεκεμβρίου του 1965, έχοντας σε 66 αγώνες, 31 νίκες, 20 ισοπαλίες και 15 ήττες. Την 1η Ιανουαρίου του 1966 τοποθετήθηκε στην KSI(Központi Sportiskola) το επίσημο κρατικό φυτώριο, την κεντρική αθλητική σχολή νέων της Ουγγαρίας

Εργάστηκε ως υπεύθυνος προπονητής ανάπτυξης και τεχνικός σύμβουλος για τα τμήματα υποδομής και τους νεαρούς ταλαντούχους τερματοφύλακες της χώρας. Ανέλαβε να μεταδώσει τη φιλοσοφία του "sweeper-keeper" (του τερματοφύλακα που παίζει και ως αμυντικός) στις νέες γενιές, οργανώνοντας τις πρότυπες προπονήσεις της σχολής.

Η παραμονή του εκεί διήρκεσε μόλις λίγους μήνες (το πρώτο μισό του 1966). Παρά το γεγονός ότι η δουλειά με τις ακαδημίες είχε ενδιαφέρον, ένιωθε ότι οι φιλοδοξίες του περιορίζονταν εσκεμμένα από το κράτος

Η σωτηρία του ήρθε το καλοκαίρι του 1966, όταν η Ουγγρική Ομοσπονδία, στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών ανταλλαγής τεχνογνωσίας, έλαβε αίτημα από τη Μέση Ανατολή. Το καθεστώς ενέκρινε τη μετακίνησή του και ο Γκρόσιτς άφησε την KSI για να αναλάβει ως ομοσπονδιακός τεχνικός και υπεύθυνος του εθνικού προγράμματος ποδοσφαίρου στο Κουβέιτ την 1η Ιουλίου του 1966.

Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της Αλ-Αράμπι, η οποία ήταν η απόλυτη κυρίαρχος του ποδοσφαίρου στο Κουβέιτ εκείνη την εποχή. Υπό την καθοδήγησή του, κατέκτησε το Πρωτάθλημα Κουβέιτ τη σεζόν 1966/67.

 Εισήγαγε τις σύγχρονες ευρωπαϊκές τακτικές της μεγάλης ουγγρικής σχολής, δίνοντας έμφαση στη φυσική κατάσταση, την πειθαρχία και την ταχύτητα, στοιχεία που ήταν άγνωστα για το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο της περιοχής τότε.

Παράλληλα με τον σύλλογο, ο Γκρόσιτς εργάστηκε ως τεχνικός σύμβουλος της Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας του Κουβέιτ και βοήθησε στην οργάνωση της Εθνικής ομάδας ανδρών. Ήταν από τους πρώτους που εισηγήθηκαν τη δημιουργία μόνιμων εθνικών κλιμακίων στις μικρές ηλικίες, αντιγράφοντας το μοντέλο που είχε μελετήσει στην Central Sports School (KSI) της Βουδαπέστης.

Έθεσε τις βάσεις της τακτικής πάνω στις οποίες πάτησε το ποδόσφαιρο του Κουβέιτ, οδηγώντας τη χώρα, τα επόμενα χρόνια, στην κατάκτηση Κυπέλλων του Κόλπου και στη μετέπειτα χρυσή της εποχή τη δεκαετία του '70 και του '80.

Το 1968, η διετής κρατική σύμβαση και η άδεια εργασίας του στο εξωτερικό ολοκληρώθηκαν. Αν και οι Άραβες του πρόσφεραν μυθικά ποσά για να ανανεώσει το συμβόλαιό του, το κομμουνιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας δεν του επέτρεψε να παρατείνει τη διαμονή του και τον ανάγκασε να επιστρέψει στη Βουδαπέστη.

Η Πενζύγκιερ (που σημαίνει «Φοροτεχνικός / Τελωνειακός Φύλακας») ήταν ο επίσημος αθλητικός σύλλογος του Υπουργείου Οικονομικών και των τελωνειακών αρχών της Ουγγαρίας. Δεν άνηκε στα μεγαθήρια της πρώτης κατηγορίας, αλλά αγωνιζόταν στις μικρότερες κατηγορίες (τοπικά πρωταθλήματα Βουδαπέστης και NB III).

Το κομμουνιστικό καθεστώς, παρότι του επέτρεψε να επιστρέψει, συνέχισε την πολιτική του απομόνωσή του. Του απαγορεύτηκε οριστικά να αναλάβει τις μεγάλες ομάδες της πρωτεύουσας (όπως η αγαπημένη του Φερεντσβάρος ή η Ούιπεστ), περιορίζοντάς τον σε έναν σύλλογο χαμηλής δυναμικότητας,  κυρίως για να τον κρατά υπό έλεγχο.

Εργάστηκε εκεί για σύντομο χρονικό διάστημα (μεταξύ 1968 και 1970) ως πρώτος προπονητής, προσπαθώντας να μεταδώσει τις γνώσεις του και να οργανώσει την ομάδα σε πιο επαγγελματικά πρότυπα, έχοντας σε 64 αγώνες, 24 νικες, 17 ισοπαλίες και 23 ήττες.

Οι φτωχές υποδομές, η έλλειψη μεγάλων αγωνιστικών κινήτρων και τα συνεχή εμπόδια από την ποδοσφαιρική ομοσπονδία λόγω των πολιτικών του φρονημάτων, τον οδήγησαν στην απόφαση να αποχωρήσει οριστικά από την προπονητική στις αρχές της δεκαετίας του '70.

Μετά την Πενζύγκιερ, ο «Μαύρος Πάνθηρας» εγκατέλειψε οριστικά τους πάγκους και άλλαξε εντελώς επάγγελμα, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση ενός μεγάλου κρατικού πολυκαταστήματος αθλητικών ειδών στη Βουδαπέστη, προκειμένου να εξασφαλίσει την ηρεμία της οικογένειάς του.

Μετά την πτώση του κομμουνισμού στην Ουγγαρία το 1989, αποφάσισε να ασχοληθεί ενεργά με την πολιτική για να στηρίξει τη νέα δημοκρατική πορεία της χώρας. Στις πρώτες ελεύθερες βουλευτικές εκλογές του 1990, έθεσε υποψηφιότητα ως βουλευτής με το συντηρητικό, χριστιανοδημοκρατικό κόμμα MDF (Δημοκρατικό Φόρουμ Ουγγαρίας).

Παράλληλα, εργάστηκε ως σύμβουλος αθλητισμού της νέας κυβέρνησης, βοηθώντας στην αναδιοργάνωση του ουγγρικού αθλητισμού σε ελεύθερα, δυτικά πρότυπα.

Το κράτος αναγνώρισε τη μοναδική προσφορά του «Μαύρου Πάνθηρα» στην ιστορία της χώρας. Το Υπουργείο Άμυνας τον αποκατέστησε πλήρως, επιστρέφοντάς του τους βαθμούς που του είχαν αφαιρεθεί, και τον προήγαγε τιμητικά στον βαθμό του Συνταγματάρχη (και αργότερα του Ταξίαρχου) του Ουγγρικού Στρατού.

Παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό Αξίας της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, μία από τις κορυφαίες διακρίσεις της χώρας. Το 2004, του απονεμήθηκε ο επίσημος τίτλος του «Αθλητή του Έθνους» που συνοδευόταν από ισόβια κρατική σύνταξη.

Προς τιμήν του, είχε παρθεί από τις δημοτικές αρχές τον Δεκέμβριο του 2010, αλλά η επίσημη τελετή ονοματοδοσίας του κεντρικού σταδιου της πολης πραγματοποιήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου του 2011 (όπου έπαιξε και προπόνησε μετά τον διωγμό του) μετονομάστηκε επίσημα σε Στάδιο Γκιούλα Γκρόσιτς, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη του στην περιοχή.

Ο ίδιος ο Γκιούλα Γκρόσιτς παρευρέθηκε στην εκδήλωση σε ηλικία 85 ετών και τιμήθηκε από τους φιλάθλους και τους επίσημους προσκεκλημένους. Στην τελετή έδωσε το «παρών» και ο θρυλικός συμπαίκτης του στην Aranycsapat, Γένο Μπουζάνσκι. 

 Η ονοματοδοσία συνδυάστηκε με έναν εορταστικό αγώνα παλαιμάχων για τη συμπλήρωση 30 ετών από την ιστορική νίκη της Ταταμπάνια επί της Ρεάλ Μαδρίτης με 2-1 (που είχε γίνει τον Σεπτέμβριο του 1981).

Το όνομα του «Μαύρου Πάνθηρα» αποκαλύφθηκε σε ειδική επιγραφή στην κεντρική κερκίδα, ενώ το στάδιο ευλογήθηκε τόσο από καθολικό όσο και από μεταρρυθμισμένο (προτεστάντη) ιερέα.

Τον Μάρτιο του 2008 η αγαπημένη του Φερεντσβάρος θα δώσει φιλικό παιχνίδι προς τιμήν του απέναντι στην Σέφιλντ Γιουνάιτεντ. Φορώντας την μαύρη στολή του αυτή που τον έκανε διάσημο θα πραγματοποιήσει το όνειρό του και για λίγα λεπτά θα υπερασπιστεί την εστία της. Οι "πράσινοι" μάλιστα θα αποσύρουν για χάρη του την φανέλα με το νούμερο ένα.

Τον Οκτώβριο του 2011, είχε ένα σοβαρό ατύχημα όταν έπεσε από κυλιόμενες σκάλες σε πολυκατάστημα, με αποτέλεσμα να υποστεί κάταγμα στη φτέρνα και μώλωπες στο στήθος, γεγονός που τον ανάγκασε να νοσηλευτεί για αρκετό καιρό.

Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε σταδιακά λόγω σοβαρών πνευμονολογικών και καρδιολογικών προβλημάτων, είχε υποστεί τρία καρδιακά επεισόδια. Είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο για έναν τυπικό έλεγχο, αλλά η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε ραγδαία μέσα σε λίγες ημέρες.

Στις 13 Ιουνίου 2014 θα φύγει απο την ζωή σε ηλικία 88 ετών, η νεκρώσιμος ακολουθία και η ταφή πραγματοποιήθηκαν στην ιστορική Βασιλική του Αγίου Στεφάνου στο κέντρο της Βουδαπέστης.  Τάφηκε στην κρύπτη της Βασιλικής και αναπαύεται δίπλα στον μεγάλο του φίλο και συμπαίκτη, Φέρεντς Πούσκας, επανενώνοντας τους δύο θρύλους στην αιωνιότητα.

Στην κηδεία έδωσε το «παρών» σύσσωμη η πολιτική και αθλητική ηγεσία της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Πρωθυπουργού Βίκτορ Όρμπαν. Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η παρουσία του Γένο Μπουζάνσκι, ο οποίος εκείνη τη στιγμή ήταν ο τελευταίος εν ζωή παίκτης της Aranycsapat και αποχαιρέτησε τον φίλο του με δάκρυα στα μάτια. 

Το Υπουργείο Άμυνας της Ουγγαρίας τον προήγαγε μεταθανάτια στον τιμητικό βαθμό του Ταξίαρχου του Ουγγρικού Στρατού, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στη χώρα. Το κεντρικό ποδοσφαιρικό στάδιο της πόλης Ταταμπάνια μετονομάστηκε επίσημα προς τιμήν του, όπως και η Ποδοσφαιρική Ακαδημία Γκρόσιτς στην Γκιούλα που εκπαιδεύει τα νέα ταλέντα της χώρας.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη γέννησή του, το 2026 ανακηρύχθηκε στην Ουγγαρία ως «Αναμνηστικό Έτος Γκρόσιτς». Στο πλαίσιο των εορτασμών, η Φερεντσβάρος και η Ομοσπονδία έκαναν τα αποκαλυπτήρια μιας νέας μαρμάρινης αναμνηστικής πλάκας στην κρύπτη της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου, όπου βρίσκεται ο τάφος του.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...