Ένας απο τους κορυφαίους προπονητές όλων των εποχών ο Αρίγκο Σάκι δημιουργός της περίφημης Μίλαν στα τέλη του '80 και αρχών του '90. Δεν είναι τυχαίο ότι το ESPN και το World Soccer το 2013, και το France Football το 2019 τον τοποθετούν στην πρώτη εξάδα των κορυφαίων προπονητών όλων των εποχών.
Γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1946 στο Φουζινιάνο στην επαρχία της Ραβένα και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην θέση του κεντρικού αμυντικού σε ερασιτεχνικές ομάδες, δουλεύοντας παράλληλα στο εργοστάσιο παπουτσιών του πατέρα του,
Πολύ σύντομα θα αποσυρθεί απο την ενεργό δράση, καταλαβαίνοντας τις περιορισμένες ποδοσφαιρικές του ικανότητες, στράφηκε νωρίς στην προπονητική αναλαμβάνοντας ερασιτεχνικούς συλλόγους.
Σε ηλικία 26 ετών το 1973 θα αναλάβει την Φουζινιάνο, για να ακολουθήσει η Αλφονσίνε την περίοδο 1976-1977, η Μπελάρια την περίοδο 1977-1978 στην Serie D. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στην Μπελάρια, ο Σάκι συνειδητοποίησε ότι ήθελε να ασχοληθεί αποκλειστικά με το ποδόσφαιρο και πήρε τη μεγάλη απόφαση να αφήσει οριστικά την οικογενειακή επιχείρηση παπουτσιών και γράφτηκε στο περίφημη σχολή του Κοβερτσιάνο, αποκτώντας το επίσημο δίπλωμά του.
Το 1978 ανέλαβε την ομάδα νέων της Τσεζένα στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1982 χρονιά στην οποία κατέκτησε το εθνικού πρωτάθλημα της Primavera. Το καλοκαίρι του 1982 ανέλαβε την Ρίμινι στην κατηγορία Serie C1 και σε 39 αγώνες είχε 14 νίκες, 11 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1984 θα επιστρέψει στην Ρίμινι στο Πρωτάθλημα της Serie C1 στον 1ο όμιλο, η οποία τερμάτισε στην 4η θέση της τελικής βαθμολογίας με 34 βαθμούς και έχασε την ιστορική άνοδο στη δεύτερη κατηγορία για μόλις 3 βαθμούς διαφορά από τη Μπρέσια και τη Βιτσέντζα, οι οποίες προβιβάστηκαν και σε 39 παιχνίδια είχε 11 νίκες, 16 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Το μεγάλο βήμα θα το κάνει όταν θα αναλάβει την Πάρμα, την οποία θα την οδηγήσει σε δύο συνεχόμενες ανόδους μέχρι και την SERIE A την διετία 1985-1987, ενώ θα γίνει ευρύτερα γνωστός όταν την επόμενη σεζόν θα αποκλείσει την Μίλαν στο Κύπελλο με δύο νίκες, επικρατώντας και στο "Σαν Σίρο", έχοντας σε 88 παιχνίδια 34 νίκες, 38 ισοπαλίες και 16 ήττες.
Tο καλοκαίρι του 1987 ήταν έτοιμος να κάνει το επόμενο βήμα, η Φιορεντίνα ήταν η πρώτη υποψήφια λόγω της προηγούμενης επιτυχημένης θητείας του στην ομάδα Νέων (1983–84). Όμως τα πάντα άλλαξαν όταν μπήκε στην υπόθεση η Μίλαν και κυρίως τα παιχνίδια της προηγούμενης χρονιάς στο Κύπελλο.
Είναι ακριβώς αυτά τα παιχνίδια που θα οδηγήσουν τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι στο να καταθέσει επίσημη πρόταση για να αναλάβει τους "ροσονέρι". Αντιμετωπίστηκε με μεγάλη δυσπιστία όχι μόνο απο τον κόσμο αλλά και απο τους ίδιους τους ποδοσφαιριστές, με τα αποτελέσματα να μην είναι ευνοϊκά, με αποκορύφωμα τον ευρωπαϊκό αποκλεισμό απο την Εσπανιόλ στην φάση των "32" του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ.
Ο κόσμος ζητούσε την αποπομπή του και την επιστροφή του Φάμπιο Καπέλο όμως ο Μπερλουσκόνι παρέμενε ανένδοτος. Η επιμονή αυτή θα φέρει άμεσο αποτέλεσμα αφού την 1η Μάϊου του 1988 θα κερδίσει μέσα στο "Σαν Πάολο" την Νάπολι και με αυτό το αποτέλεσμα θα οδηγήσει την Μίλαν στο πρώτο της Πρωτάθλημα μετά το 1979.
Έχοντας ήδη στις τάξεις της τους Μάρκο Φαν Μπάστεν και Ρούουντ Γκούλιτ θα προσθέσει το καλοκαίρι του 1988 τον Φράνκ Ράικαρντ και μαζί με τον πολύ καλό κορμό Ιταλών ποδοσφαιριστών Μαλντίνι, Μπαρέζι, Ντοναντόνι, Κοστακούρτα, Αντσελότι, Γκάλι θα κατακτήσει την χρονιά 1988-1989 το ιταλικό Σούπερ Καπ, αλλά θα έρθει ο κυριότερος στόχος που δεν είναι άλλος απο το Κύπελλο Πρωταθλητριών.
Θα περάσει δια πυρός και σιδήρου τον Ερυθρό Αστέρα και την Βέρντερ Βρέμης και στον ημιτελικό θα αντιμετωπίσει την Ρεάλ Μαδρίτης. Στο "Μπερναμπέου" οι δύο ομάδες θα έρθουν ισόπαλες με 1-1 αλλά στην ρεβάνς θα παραδώσει μαθήματα ποδοσφαίρου "διαλύοντας" τους Ισπανούς με 5-0.
Στον τελικό στο "Καμπ Νου" στην Βαρκελώνη κόντρα στην Στεάουα Βουκουρεστίου χάρις σε δύο γκολ του Γκούλιτ και του Φαν Μπάστεν η Μίλαν θα πανηγυρίσει με 4-0 το τρίτο τρόπαιο στην ιστορία της και το πρώτο ύστερα απο 20 χρόνια.
Κατέκτησε το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ κόντρα στην Μπαρτσελόνα, το Διηπειρωτικό Κύπελλο κόντρα στην Ατλέτικο Νασιονάλ και το δεύτερο συνεχόμενο Κύπελλο Πρωταθλητριών στο "Πράτερ" της Βιέννης κόντρα στην Μπενφίκα.
Το Ευρωπαϊκό Σουπερ Καπ κόντρα στην Σαμπντόρια και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1990 κόντρα στην Ολίμπια Ασουνσιόν θα ήταν ουσιαστικά η μοναδική επιτυχία της σεζόν 1990-1991 αφού τα πρώτα "σύννεφα" στην σχέση Σάκι και Μίλαν άρχισαν να εμφανίζονται.
Θα έρθει σε κόντρα με τον Φαν Μπάστεν, η κρίση κορυφώθηκε όταν ο Φαν Μπάστεν ξεκαθάρισε στη διοίκηση πως «ή φεύγει ο Σάκι ή φεύγω εγώ». Επίσης παίκτες-κλειδιά όπως οι Μπαρέζι, Μαλντίνι, Γκούλιτ ήταν πλέον σωματικά και πνευματικά εξαντλημένοι από τις καθημερινές, πολύωρες και επαναλαμβανόμενες προπονήσεις τακτικής του Σάκι.
Οι παίκτες της Μίλαν πήγαν για λόγους ασφαλείας στα αποδυτήρια και αρνήθηκαν να επιστρέψουν στον αγωνιστικό χώρο, με το παιχνίδι να ολοκληρώνεται ερήμην των «ροσονέρι», παρά τις «φωνές» τους για επανάληψη του αγώνα.
Επηρεασμένος απο την φιλοσοφία του Άγιαξ και της εθνικής Ολλανδίας ήθελε να φτιάξει μια ομάδα η οποία θα συνδύαζε την ιταλική άμυνα με την δημιουργικότητα. Συνεχής εναλλαγή θέσεων, απύθμενη επιθετικότητα, μετόπισθεν από γρανίτη χάρη στους πανέξυπνους αμυντικούς του με σημείο αναφοράς το εγκεφαλικό παιχνίδι του Μπαρέζι που εφάρμοζε με εντέλεια το τεχνητό οφσάιντ.
Έτσι έφτιαξε μια ομάδα που έπαιζε το πιο σύγχρονο και ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο στον πλανήτη, Το 2006 το γαλλικό περιοδικό France Football χαρακτήρισε την Μίλαν του Σάκι ως την κορυφαία μεταπολεμική ομάδα όλων των εποχών, ενώ την επόμενη χρονιά το αγγλικό περιοδικό World Soccer σε διαδικτυακή ψηφοφορία τοποθέτησε την Μίλαν της περιόδου 1988-1989 στην τέταρτη θέση των καλύτερων ομάδων όλων των εποχών.
Θα αναλάβει την ¨σκουάντρα ατζούρα" τον Νοέμβριο του 1991 σε μια "εκρηκτική σχέση" αφού θα έρθει σε κόντρα με αρκετούς παίκτες όπως τους Ρομπέρτο Μαντσίνι, τον Βάλτερ Ζένγκα, Τζιανλούκα Βιάλι, Τζουζέπε Μπέργκομι, Τζιουζέπε Τζιανίνι, Λουίτζι Ντε Αγκοστίνι και Σαλβατόρε Σκιλάτσι.
Θα την οδηγήσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής το 1994 όπου στην φάση των ομίλων θα περάσει στα νοκ-άουτ παιχνίδια ως μία απο τις καλύτερες τρίτες των ομίλων. Η αναγέννηση του Ρομπέρτο Μπάτζιο θα την φτάσει στον τελικό της διοργάνωσης όπου στην διαδικασία των πέναλντι θα ηττηθεί απο την Βραζιλία.
Θα προκριθεί στο EURO 1996 της Αγγλίας όπου στην φάση των ομίλων θα αποκλειστεί μένοντας πίσω απο την Γερμανία και την Τσεχία. Στις 6 Νοεμβρίου του 1996 η ήττα απο την Βοσνία σε φιλικό παιχνίδι στο Σεράγιεβο θα είναι η 53η και τελευταία του παρουσία στον πάγκο έχοντας 34 νίκες, 11 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Την 1η Δεκεμβρίου του 1996 ύστερα απο πέντε χρόνια θα αναλάβει την Μίλαν στην θέση του Όσκαρ Ταμπάρες, αλλά δεν μπόρεσε να πετύχει πολλά πράγματα. Αποκλεισμός απο την Ρόζενμποργκ στο Champions League, 11η θέση στο Πρωτάθλημα και εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων, όπου σε 24 αγώνες είχε 7 νίκες, 7 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Την 1η Ιουλίου του 1998 θα αναλάβει την Ατλέτικο Μαδρίτης, θα είναι όμως βραχύβια η παραμονή του στην Μαδρίτη μέχρι τις 14 Φεβρουαρίου του 1999. Ο ιδιόρρυθμος και παρορμητικός πρόεδρος της Ατλέτικο Μαδρίτης, Χεσούς Χιλ δεν είχε την υπομονή να περιμένει να αποδώσει η τακτική του Σάκι και μετά από μια εντός έδρας ήττα με 1-2 από την Εσπανιόλ, ο Χιλ αποφάσισε να τον απολύσει στις 14 Φεβρουαρίου 1999.
Οι Ισπανοί παίκτες δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στο αυστηρό ιταλικό στυλ, το τεχνητό οφσάιντ και τις εξαντλητικές προπονήσεις τακτικής που απαιτούσε ο Σάκι, κάτι που είχε φανεί από τους πρώτους μήνες της προετοιμασίας και έτσι αποχώρησε απο την ισπανική πρωτεύουσα έχοντας σε 30 παιχνίδια, 15 νίκες, 5 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Στις 9 Ιανουαρίου του 2001 θα επιστρέψει στην Πάρμα, όμως θα κοουτσάρει τους "παρμετζάνι" μόνο σε 3 παιχνίδια με 1 νίκη και 2 ισοπαλίες, αφού λόγω προβλημάτων υγείας θα παραιτηθεί και ουσιαστικά θα κλείσει την προπονητική του καριέρα.
Θα παραμείνει μέχρι τις 6 Δεκεμβρίου του 2005, με την αποχώρησή του να σχετίζεται αποκλειστικά για προσωπικούς και οικογενειακούς λόγους. Σε ηλικία 59 ετών τότε, εξέφρασε την έντονη επιθυμία του να επιστρέψει στην Ιταλία, καθώς του έλειπε η σύζυγος, η κόρη και η πατρίδα του, τονίζοντας ότι η καθημερινότητα στη Μαδρίτη δεν του επέτρεπε να αφιερώνει τον χρόνο που ήθελε στους δικούς του ανθρώπους.
Στις 4 Αυγούστου του 2010 θα αποδεχτεί την πρόταση της ομοσπονδίας να αναλάβει το πόστο του τεχνικού συντονιστή των μικρών εθνικών ομάδων απο U-16 έως U-21 όπου και θα παραμείνει μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014.
Ανέλαβε χρέη τηλεσχολιαστή στην Mediaset στα κανάλια Premium Calcio, ήταν βασικό μέλος της εκπομπή Controcampo του Italia 1, ενώ το καλοκαίρι του 2016 ήταν πανελίστας στην εκπομπή της Rai Il grande match μετά τους αγώνες του EURO 2016.
