Απο τους κορυφαίους τερματοφύλακες που ανέδειξε το βελγικό ποδόσφαιρο και απο τους κορυφαίους σε όλο τον κόσμο ειδικά την δεκαετία του '80. Ο Ζαν Μαρί Πφαφ αν και δεν αγωνίστηκε σε μία απο τις τοπ βελγικές ομάδες έκανε μεγάλη καριέρα παίζοντας στην Μπάγερν Μονάχου για έξι χρόνια.
Γεννήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου του 1953 στο Λέμπεκε στην Ανατολική Φλάνδρα και ζούσε σε τροχόσπιτο μιας και ο πατέρας του που ήταν πλανόδιος πωλητής χαλιών πήγαινε απο πόλη σε πόλη. Όμως στην ηλικία των 11 ετών ο πατέρας του πέθανε και για να βγάλει η οικογένειά του προς το ζην άρχιχε να δουλεύει.
Δούλεψε ως υπάλληλος στο ταχυδρομείο και σε μύλο, ενώ στα 12 του θα εγγραφεί στις ακαδημίες της Μπέβερεν. Παρότι αρχικά ήταν κοντός και υπέρβαρος, οι προπονητές δούλεψαν μαζί του για να χτίσουν ένα δυνατό και αθλητικό σώμα κατάλληλο για τη θέση του τερματοφύλακα.
Στα 18 θα προβιβαστεί στην πρώτη ομάδα και το 1972 θα κάνει ντεμπούτο με την πρώτη ομάδα και την σεζόν 1972-1973 θα γίνει βασικός βοηθώντας την Μπέβερεν να ανέβει στην μεγάλη κατηγορία
Το 1974 παντρεύτηκε τη σύζυγό του, Κάρμεν, και άνοιξαν μαζί μαγαζί αθλητικών ειδών, μιας και εκείνη την εποχή το ποδόσφαιρο στην Μπέβερεν δεν του εξασφάλιζε τεράστια έσοδα, καθώς η ομάδα ήταν ακόμη μικρή και ο ίδιος βρισκόταν στα πρώτα του βήματα.
Όσο ο Πφαφ προπονούταν και καθιερωνόταν ως ο βασικός τερματοφύλακας του συλλόγου, η σύζυγός του είχε ενεργό ρόλο στη λειτουργία της επιχείρησης. Εκμεταλλευόμενος το επιχειρηματικό του πνεύμα, χρησιμοποίησε το κατάστημα για να λανσάρει και να πουλήσει ένα ειδικό γάντι τερματοφύλακα που σχεδίασε ο ίδιος, το οποίο ήταν ειδικά κατασκευασμένο για συνθήκες βροχής.
Κατέκτησε το Κύπελλο του 1978 όπου και αναδείχθηκε παίκτης της χρονιάς και το Πρωτάθλημα του 1979 ενώ την ίδια χρονιά θα φτάσει μέχρι τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων όπου θα αποκλειστεί απο την Μπαρτσελόνα, έχοντας συνολικά 328 παιχνίδια.
Έχοντας κατακτήσει τα πάντα με την Μπέβερεν, χρειαζόταν ένα πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον για να εκπληρώσει τις προσωπικές του φιλοδοξίες. [Η Μπέβερεν ήταν ένα μικρό επαρχιακό σωματείο που δεν μπορούσε να αντέξει οικονομικά το αυξανόμενο κασέ του, οπότε η πώλησή του στο εξωτερικό ήταν η ιδανική λύση για τα ταμεία της.
Η διοίκηση είχε αρνηθεί να τον δώσει στην Άντερλεχτ ή σε άλλη βελγική ομάδα, κάνοντας τη μεταγραφή σε σύλλογο του εξωτερικού τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο.
Είχε και προτάσεις να φύγει απο το Βέλγιο, πέραν της Άντερλεχτ, Άγιαξ, Φέγενοορντ, Σάλκε, Τβέντε και Άλκμααρ μέρικες απο αυτές, η Μπάγερν Μονάχου το καλοκαίρι του 1982 θα προσφέρει το ποσό των 400. 000 μάρκων για να τον κάνει δικό της.
Οι Βαυαροί έψαχναν έναν τερματοφύλακα που θα κάλυπτε το κενό του μεγάλου Ζεπ Μάγερ που αναγκάστηκε να αποσυρθεί ξαφνικά λόγω ενός σοβαρού τροχαίου ατυχήματος, το 1979. Ο νεαρός Βάλτερ Γιούνγκχανς που προωθήθηκε αρχικά δεν κατάφερε να προσφέρει τη σταθερότητα που απαιτούσε η Μπάγερν.
Οι Γερμανοί είχαν εντυπωσιαστεί από τις εμφανίσεις του Πφαφ με το Βέλγιο στο Euro 1980 και το Μουντιάλ του 1982 και έβλεπαν στο πρόσωπό του έναν έτοιμο, χαρισματικό και προσωπικότητα-ηγέτη για τα δοκάρια τους.
Στο πρώτο του παιχνίδι στην Μπουντεσλίγκα εναντίον της Βέρντερ Βρέμης, έστειλε κατά λάθος την μπάλα στα δικά του δίχτυα μετά από μια εκτέλεση πλαγίου άουτ του Ούβε Ράιντερς, γνωρίζοντας την ήττα με 1-0.
Παρά το αρχικό σοκ, κέρδισε γρήγορα την εμπιστοσύνη των φιλάθλων και του προπονητή χάρη στα εντυπωσιακά του αντανακλαστικά και την εκκεντρική, επικοινωνιακή του προσωπικότητα και έγινε ο βασικός πυλώνας της ομάδας, βοηθώντας την να κυριαρχήσει στο γερμανικό ποδόσφαιρο στα μέσα της δεκαετίας του '80.
Κατέκτησε 3 Πρωταθλήματα το 1985, το 1986 και το 1987, 2 Κύπελλα το 1984 και το 1986 ενώ θα είναι φιναλίστ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών το 1987 στην Βιέννη κόντρα στην Πόρτο. H Mάντσεστερ Γιουνάιτεντ θα στραφεί προς την περίπτωση του όμως η Μπάγερν θα ζητήσει υψηλό ποσό για να τον δώσει και η μετεγγραφή δεν προχώρησε.
Το καλοκαίρι του 1988, ο Πφαφ ήταν πλέον 35 ετών και οι Βαυαροί ήθελαν να δώσουν μόνιμα τα γάντια του βασικού στον ανερχόμενο Γερμανό Ρέιμοντ Άουμαν, ο οποίος αποτελούσε το μέλλον του συλλόγου.
Μετά από έξι άκρως επιτυχημένα αλλά απαιτητικά χρόνια στην Μπουντεσλίγκα, ο ίδιος ο Πφαφ επιζητούσε τον επαναπατρισμό του για να βρεθεί πιο κοντά στην οικογένειά του. Οι παραδοσιακές μεγάλες δυνάμεις της χώρας διέθεταν εκείνη την περίοδο μερικούς από τους κορυφαίους τερματοφύλακες στην Ευρώπη, οπότε δεν είχαν ανάγκη για βασικό.
Η Λίρς έκανε την οικονομική υπέρβαση για να τον φέρει πίσω, απο την πλευρά του ο Πφάφ είδε μια ομάδα χωρίς την πίεση του πρωταθλητισμού, όπου θα μπορούσε να απολαύσει το ποδόσφαιρο και να βοηθήσει έναν μικρότερο σύλλογο να παραμείνει εύκολα στην κατηγορία, κάτι που τελικά κατάφερε.
Πραγματοποίησε 23 συμμετοχές αλλά η παρουσία του εκεί ήταν ουσιαστικά μιας χρήσης αφενός γιατί η ομάδα δεν κάλυπτε τις φιλοδοξίες του. και είχε περισσότερο τον χαρακτήρα μιας μεταβατικής σεζόν για να παραμείνει ενεργός.
Προπονητής στην Τραμπζονσπόρ ήταν ο Ούρμπεν Μπραμς, ο άνθρωπος που τον είχε ανακαλύψει στην Μπέβερεν και αυτή ακριβώς η προσωπική τους σχέση και η πρόσκληση του έπαιξαν καταλυτικό ρόλο για να αποδεχτεί την πρόταση.
Η τουρκική ομάδα πρόσφερε ένα εξαιρετικά πλουσιοπάροχο συμβόλαιο για τα δεδομένα της ηλικίας του, απο την άλλη υπήρξαν φιλολογικές κρούσεις και διερευνητικές επαφές από ομάδες της Γερμανίας και της Γαλλίας, όμως καμία άλλη πρόταση δεν συνδύαζε το οικονομικό πακέτο, το εγγυημένο καθεστώς του βασικού και την ασφάλεια της συνεργασίας με έναν γνώριμο προπονητή.
Έτσι απο το καλοκαίρι του 1989 θα αγωνίζεται στα γήπεδα της Τουρκίας πραγματοποιώντας 38 συμμετοχές και φτάνοντας στον τελικό του Κυπελλου Τουρκίας όπου όμως γνώρισε την ήττα απο την Μπεσίκτας.
Το καλοκαίρι του 1990 θα τερματίσει την καριέρα του, όμως είχε προτάσεις για να συνεχίσει, πρώτη και καλύτερη η Μπάγερν που του πρότεινε να επιστρέψει στο Μόναχο για να πλαισιώσει τον τότε βασικό τερματοφύλακα, Ρέιμοντ Άουμαν, προσφέροντάς του έναν ρόλο έμπειρου αναπληρωματικού και μετέπειτα πόστο στο προπονητικό τιμ.
Επίσης μικρότερες βελγικές ομάδες της πρώτης κατηγορίας τον προσέγγισαν, προσφέροντάς του τη θέση του βασικού για να κλείσει την καριέρα του στην πατρίδα του. Όμως απέρριψε την προοπτική της Μπάγερν Μονάχου επειδή ο εγωισμός του και η προσωπικότητά του δεν του επέτρεπαν να δεχτεί τον ρόλο του δεύτερου τερματοφύλακα, ακόμη και σε έναν τόσο μεγάλο σύλλογο.
Δεν ήθελε να αγωνιστεί σε κάποια μικρομεσαία βελγική ομάδα που θα πάλευε για τη σωτηρία της, καθώς ήθελε οι φίλαθλοι στη χώρα του να τον θυμούνται στην κορυφή.
Πάντως χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνεντεύξεις του εξομολογήθηκε ότι μετάνιωσε πικρά για εκείνη την απόφαση και παραδέχτηκε ότι βιάστηκε να σταματήσει το 1990, μιας και το σώμα του, παρά τα μικροπροβλήματα, του επέτρεπε να αγωνιστεί εύκολα για τουλάχιστον 2 με 3 χρόνια ακόμα σε υψηλό επίπεδο.
Στις 22 Μάϊου του 1976 στις Βρυξέλλες κόντρα στην Ολλανδία για τα προκριματικά του EURO 1976 έκανε ντεμπούτο με την εθνική ομάδα. Θα βρίσκεται στην αποστολή για το EURO 1980 στην Ιταλία όπου θα παίξει σε τρία παιχνίδια, δεν θα είναι στην αρχική εντεκάδα του τελικού κόντρα στην Δυτική Γερμανία.
Παρών στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ισπανίας το 1982 όπου θα παίξει στα παιχνίδια της πρώτης φάσης όμως υπήρξαν κάποια περιστατικά που τον αποξένωσαν απο την ομάδα. Το πρώτο ήταν σε ένα πάρτι στην πισίνα του ξενοδοχείου παρουσία και των δημοσιογράφων.
Σε μια ανύποπτη στιγμή κάποιος έσπρωξε τον Πφαφ στην πισίνα για πλάκα, αλλά ο ίδιος δεν ήξερε κολύμπι. Για κάποιους όλο αυτό ήταν σκηνοθετημένο και προκάλεσε αναστάτωση χωρίς λόγο. Το δεύτερο ήταν όταν κάλεσε την αστυνομία γιατί είδε κάποιον να μπαίνει στο δωμάτιο του συμπαίκτη του Ρενέ Βερέγιεν που αποδείχτηκε ότι ήταν η γυναίκα του.
Αλλά το πιο σημαντικό ήταν αυτό κόντρα στην Ουγγαρία στο Έλτσε, όταν το 62ο λεπτό όταν σε μια "άτσαλη" έξοδο του τραυμάτισε τον Έρικ Γκέρετς, ο οποίος ήταν αναίσθητος και έπρεπε να μεταφερθεί άμεσα σε νοσοκομείο
Όμως δεν υπήρχε διαθέσιμο κρεβάτι αφού το είχε ήδη κλείσει ο Πφαφ για έναν μικρότερο τραυματισμό στον αγκώνα, οπότε ο Γκέρετς μεταφέρθηκε σε άλλο νοσοκομείο. Όλα αυτά τα γεγονότα έφεραν τον εκνευρισμό στην ομάδα αναγκάζοντας τον Γκι Τάις να αποφασίσει να αλλάξει γκολκίπερ για τα παιχνίδια της δεύτερης φάσης.
Η θέση του στην εθνική ετίθεντο σε κίνδυνο, αφού στην ομοσπονδία υπήρχε δυσαρέσκεια, απο αξιωματούχο της οποίας χαρακτηρίστηκε ανώριμο που επιδιώκει την δημοσιότητα. Εν τέλει Τάις και Πφαφ τα βρήκαν και πήρε μέρος στο EURO 1984 στην Γαλλία όπου θα παίξει στα τρία παιχνίδια του τουρνουά και στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Μεξικού το 1986.
Βασικός και στα εφτά παιχνίδια, με τους "κόκκινους διαβόλους", στην προημιτελική φάση απέναντι στην Ισπανία απέκρουσε το πέναλντι του Ελόι στέλνοντας την στα ημιτελικά όπου αποκλείστηκε απο την Αργεντινή.
Ο Πφάφ θα συμπεριληφθεί στην καλύτερη εντεκάδα και θα αναδειχθεί κορυφαίος τερματοφύλακας της διοργάνωσης, ενώ θα του δοθεί και το παρατσούκλι "El Simpatico(Mr Nice Guy)" για το γεγονός ότι ήταν πάντα χαμογελαστός.
Στις 23 Σεπτεμβρίου του 1987 στην Σόφια κόντρα στην Βουλγαρία για τα προκριματικά του EURO 1988 θα πραγματοποιήσει την 64η και τελευταία του παρουσία με την εθνική ομάδα.
Θα ξεκινήσει την προπονητική του καριέρα στην SV Zottegem το 1993 που αγωνιζόταν στις τοπικές και ερασιτεχνικές κατηγορίες του Βελγίου και την περίοδο 1997-1998 θα δουλέψει στην KFC Herentals. Η πρώτη του σημαντική προπονητική απόπειρα ήταν στην Οστάνδη αναλαμβάνοντας την απο την 1η Οκτωβρίου του 1998.
Η παρουσία του στον πάγκο της θα αποδειχθεί σύντομη αφού ύστερα απο 11 αγώνες με 1 νίκη, 3 ισοπαλίες και 7 ήττες, απολύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1999 λόγω των αρνητικών αποτελεσμάτων της ομάδας.
Απο την 1η Ιανουαρίου του 1999 έως τις 4 Φεβρουαρίου του 1999 ήταν Διευθύνων Σύμβουλος στη βελγική ομάδα KFC Turnhout όμως αυτή η ενασχόληση του του προκάλεσε σοβαρούς μπελάδες. Κατά τη διάρκεια της εμπλοκής του με τη διοίκηση της ομάδας, η οποία συνεχίστηκε άτυπα και την περίοδο 2001–2002, ο Πφαφ βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών ερευνών για οικονομική απάτη.
Οι βελγικές αρχές ανακάλυψαν ότι ο Πφαφ πληρωνόταν με αδήλωτα χρήματα από τη διοίκηση της Turnhout για τις υπηρεσίες του, γεγονός που προκάλεσε τεράστιο πλήγμα στην αξιοπιστία του και οδήγησε σε μακροχρόνιο δικαστικό έλεγχο για φοροδιαφυγή.
Ο Πφαφ ήρθε σε ρήξη με τοπικούς χορηγούς που ο ίδιος είχε φέρει στον σύλλογο., συγκεκριμένα, κατέθεσε αγωγή εναντίον της εταιρείας Duplodak, ισχυριζόμενος ότι δεν του κατέβαλε ολόκληρο το ποσό που του αναλογούσε για προωθητικές ενέργειες.
Η δικαστική αυτή διαμάχη έφερε στην επιφάνεια τα παράνομα οικονομικά πάρε-δώσε εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τόσο τον ίδιο όσο και την ομάδα. Η Turnhout αντιμετώπιζε έντονα εσωτερικά διοικητικά προβλήματα, με τον τότε πρόεδρο της ομάδας, Ρενέ Μπούρμανς να κατηγορείται από την εισαγγελία ότι εξέδωσε ακάλυπτη επιταγή ύψους σχεδόν 2 εκατομμυρίων παλιών βελγικών φράγκων.
Μέσα σε ένα τόσο τοξικό και οικονομικά ασταθές περιβάλλον, ήταν αδύνατο για τον Πφαφ να εφαρμόσει οποιοδήποτε πλάνο εμπορικής ανάπτυξης. Όταν ανέλαβε τον ρόλο του στην Turnhout την 1η Ιανουαρίου 1999, ο Πφαφ ήταν ταυτόχρονα και πρώτος προπονητής στην Οστάνδη
Αυτή η διπλή ιδιότητα αποδείχθηκε μη διαχειρίσιμη, η προσοχή του ήταν μοιρασμένη, η Οστάνδη πήγαινε από ήττα σε ήττα και η έλλειψη αφοσίωσης στα διοικητικά του καθήκοντα έφερε γρήγορα το τέλος.
Η δικαστική περιπέτεια του Ζαν-Μαρί Πφαφ και της συζύγου του, Κάρμεν, με τις βελγικές φορολογικές αρχές έληξε οριστικά τον Δεκέμβριο του 2010 με έναν εξωδικαστικό συμβιβασμό και την αναστολή της ποινής τους.
Το ζευγάρι απέφυγε τη φυλακή και τη δημόσια δίκη αφού παραδέχθηκε την ενοχή του και συμφώνησε να πληρώσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου της Αμβέρσας ο Πφαφ και η σύζυγός του ανέλαβαν πλήρως την ευθύνη για τις οικονομικές παραβάσεις και προχώρησαν σε επίσημο συμβιβασμό με την εφορία, επιστρέφοντας τους τους διαφυγόντες φόρους.
Λόγω της παραδοχής της ενοχής τους και της τακτοποίησης των οφειλών, το δικαστήριο τους χορήγησε αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Αυτό σήμαινε ότι δεν τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ούτε καταγράφηκε η καταδίκη στο ποινικό τους μητρώο, υπό τον όρο να μην υποπέσουν σε νέο παράπτωμα για μια συγκεκριμένη περίοδο δοκιμασίας.
Η έρευνα, η οποία είχε ξεκινήσει με αφορμή τα «μαύρα» χρήματα από την KFC Turnhout, είχε επεκταθεί σε μια βαριά λίστα αδικημάτων που αυτή περιλάμβανε πλαστογραφία εγγράφων, φοροδιαφυγή εισοδήματος, απάτη ΦΠΑ και ξέπλυμα βρώμικου χρήματος.
Οι αρχές είχαν κάνει «φύλλο και φτερό» τα εισοδήματα ολόκληρης της οικογένειας, ελέγχοντας εξονυχιστικά ακόμα και τα κέρδη από το εξαιρετικά κερδοφόρο τηλεοπτικό ριάλιτι "De Pfaffs". Με τη λήξη της δικαστικής περιπέτειας, η οικογένεια κατάφερε να διασώσει τη δημόσια εικόνα της και να συνεχίσει την κανονικότητα της τηλεοπτικής της ζωής.
Το 1987 σύμφωνα με την IFFHS ήταν ο κορυφαίος τερματοφύλακας της χρονιάς, το 1995 κατέλαβε την 6η θέση στην ψηφοφορία της Βελγικής Ομοσπονδίας για τον κορυφαίο παίκτη του 20ου αιώνα.
Το 2000 σε ψηφοφορία της IFFHS για τον κορυφαίο τερματοφύλακα του 20ου αιώνα παγκοσμίως αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο κατέλαβε την 16η και την 10η θέση αντίστοιχα. Από το 2002 έως το 2011, το βελγικό κανάλι vtm πρόβαλλε το "De Pfaffs", ένα εξαιρετικά δημοφιλές τηλεοπτικό σόου.
Κάμερες κατέγραφαν την καθημερινότητα του Ζαν-Μαρί, της συζύγου του Κάρμεν και της υπόλοιπης οικογένειας στην έπαυλή τους στο Μπρασχάατ. Το σόου κράτησε για 12 σεζόν με τεράστια τηλεθέαση σε Βέλγιο και Ολλανδία.
Συμμετείχε ως επίτιμος προσκεκλημένος, σχολιαστής και αναλυτής σε αθλητικές εκπομπές στο Βέλγιο και τη Γερμανία. Λειτούργησε ως πρεσβευτής για διάφορα brands, εταιρείες διοργάνωσης εκδηλώσεων και φιλανθρωπικούς σκοπούς.
Στις 11 Ιουλίου του 2023 άνοιξε επίσημα για το κοινό με τον τίτλο «Ένας άνθρωπος με έναν στόχο» (Een man met een doel), το προσωπικό μουσείο του Ζαν-Μαρί Πφαφ που αποτέλεσε έναν σπουδαίο χώρο μνήμης για το βελγικό ποδόσφαιρο, συγκεντρώνοντας σπάνια κειμήλια από τη μυθική καριέρα του.
Στεγάστηκε στο κτίριο του παλιού δημαρχείου της Μπέβερεν (Stationsstraat 2, Beveren) αν και αρχικά σχεδιάστηκε ως ένα προσωρινό pop-up μουσείο λίγων μηνών, η τεράστια προσέλευση φιλάθλων από το Βέλγιο και το εξωτερικό οδήγησε σε συνεχείς παρατάσεις.
Μετά από περίπου δύο χρόνια επιτυχημένης λειτουργίας, το μουσείο έκλεισε οριστικά τις πόρτες του στα τέλη Αυγούστου 2025. Παρά τις προσπάθειες και τη συλλογή υπογραφών των ντόπιων για τη μόνιμη διατήρησή του, ο κύκλος του στο παλιό δημαρχείο ολοκληρώθηκε.
Το μουσείο ήταν γεμάτο με προσωπικά αντικείμενα και ιστορικά ενθύμια που ο Πφαφ μάζευε μεθοδικά για δεκαετίες. Το πολυτιμότερο έκθεμα του μουσείου ήταν η αυθεντική φανέλα που φόρεσε ο Μαραντόνα στον ιστορικό ημιτελικό του Μουντιάλ του 1986 κόντρα στο Βέλγιο. Ο Αργεντινός σταρ την είχε αλλάξει με τα γάντια του Πφαφ και την είχε υπογράψει με μια προσωπική αφιέρωση.
Δεκάδες φανέλες που φόρεσε ο ίδιος στην Μπέβερεν, την Μπάγερν Μονάχου, την Τραμπζονσπόρ και την Εθνική Βελγίου, καθώς και φανέλες άλλων παγκόσμιων αστέρων που είχε ανταλλάξει, τα πρωταθλήματα που κατέκτησε, οι ατομικές του διακρίσεις, καθώς και το βραβείο του Κορυφαίου Τερματοφύλακα του Κόσμου (1987).
Επίσης διέθετε φωτογραφικό Υλικό και Αρχείο με σπάνιες φωτογραφίες από την παιδική του ηλικία, τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, καθώς και αρχειακό υλικό από το διάσημο οικογενειακό ριάλιτι "De Pfaffs".
Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, ο ίδιος ο Ζαν-Μαρί Πφαφ βρισκόταν πάρα πολύ συχνά στον χώρο, υποδεχόταν προσωπικά τους επισκέπτες, έβγαζε φωτογραφίες μαζί τους και τους ξεναγούσε διηγούμενος ιστορίες.
Μετά την απόφαση για το κλείσιμο του μουσείου, οι φίλαθλοι και η τοπική κοινότητα οργάνωσαν μια διαδικτυακή αίτηση απευθυνόμενη στον Δήμαρχο της Μπέβερεν, Μαρκ Βαν ντε Βάιφερ, και οι υπογράφοντες ζητούσαν την επίσημη στήριξη του Δήμου ώστε το μουσείο να κριθεί μόνιμο πολιτιστικό και αθλητικό αξιοθέατο της περιοχής, τονίζοντας τη συμβολή του Πφαφ στην τουριστική προβολή της πόλης.
Κατά το κλείσιμο του pop-up χώρου, ο Πφαφ εξέφρασε δημόσια την ελπίδα του να βρεθεί ένα σταθερό σημείο, καθώς η συλλογή του θεωρείται εθνική αθλητική κληρονομιά για το Βέλγιο. Παρά τις συζητήσεις, η εύρεση ενός κατάλληλου δημοτικού ή ιδιωτικού κτιρίου που θα μπορούσε να φιλοξενήσει μόνιμα και με ασφάλεια μια τόσο μεγάλη συλλογή (συμπεριλαμβανομένης της πολύτιμης φανέλας του Μαραντόνα) αποδείχθηκε δύσκολη, λόγω του υψηλού κόστους συντήρησης και λειτουργίας.
Καθώς οι προσπάθειες για τη δημιουργία ενός νέου μόνιμου αυτόνομου μουσείου δεν ευδοκίμησαν άμεσα στο Βέλγιο, η διαχείριση της συλλογής πήρε μια εντελώς διαφορετική τροπή. Τον Μάιο του 2026, ο Πφαφ σε συνεργασία με τον οίκο δημοπρασιών Millon και τη Galerie Moderne, διοργάνωσε μια μεγάλη αποχαιρετιστήρια έκθεση στο "Κίνγκ Μποντουέν" στις Βρυξέλλες.
Αμέσως μετά την έκθεση στις Βρυξέλλες, ολόκληρη η προσωπική του συλλογή (συμπεριλαμβανομένων των ιστορικών μεταλλίων, των τροπαίων και των μυθικών εμφανίσεων) μεταφέρθηκε στο Παρίσι, όπου τέθηκε επίσημα προς πώληση σε δημοπρασία.
Με αυτόν τον τρόπο, αντί για τη στέγαση σε ένα νέο βελγικό μουσείο, πολλά από τα ιστορικά αυτά αντικείμενα περνούν πλέον στα χέρια ιδιωτών συλλεκτών και διεθνών ιδρυμάτων σε όλο τον κόσμο.