Ήταν ένα από τα βασικά στελέχη των "ατζούρι" όταν κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 στα γήπεδα της Γερμανίας. Παράλληλα πέρασε από σπουδαία κλαμπ όπως η Γιουβέντους, η Μίλαν και η Μπαρτσελόνα. Ο λόγος για τον Τζιανλούκα Τζαμπρότα που θεωρείται από τους συμπατριώτες του ως ένα από τα καλύτερα μπακ που πέρασαν ποτέ από τα γήπεδα τους.
Γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου του 1977 στο Κόμο και σε ηλικία 17 ετών την περίοδο 1994-1995, έκανε το ντεμπούτο του με την ομάδα της πόλης του στην SERIE B παίζοντας σε ένα παιχνίδι. Η πτώση των "λαριάνι" στην SERIE C1 του έδωσε την δυνατότητα να παίξει πολύ περισσότερο τις δύο επόμενες χρονιές έχοντας 49 συμμετοχές και 6 γκολ, παίζοντας ως επιθετικός ακραίος μέσος.
Το καλοκαίρι του 1997 ο προπονητής της Μπάρι Εουτζένιο Φασέτι αναζητώντας ποδοσφαιριστές για να την ενισχύσουν στην SERIE A υποδεικνύει στην διοίκηση την απόκτηση του. Πράγματι ο Τζαμπρότα δικαιώνει τον προπονητή τού αφού είναι βασικό και αναντικατάστατο μέλος της εντεκάδας παίρνοντας όλη την αριστερή πλευρά. Με τους "μπιανκορόσι" αγωνίζεται σε 85 παιχνίδια πετυχαίνοντας και 8 γκολ δείχνοντας ότι έφτασε η ώρα για να κάνει το μεγάλο βήμα.
Η Ίντερ έδειξε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αναζητούσε παίκτες για την αναδόμηση της μεσαίας και επιθετικής της γραμμής δίπλα στον Ρονάλντο, ενώ εκείνο το καλοκαίρι έκανε τη μυθική μεταγραφή του Κρίστιαν Βιέρι.
Η Μίλαν παρακολουθούσε στενά τον παίκτη, θέλοντας να ενισχύσει τα άκρα της, αλλά δεν κινήθηκε τόσο γρήγορα με επίσημη πρόταση, ενώ η Ρόμα είχε κάνει διερευνητικές επαφές με τη διοίκηση της Μπάρι, βλέποντας στον Τζαμπρότα έναν ιδανικό ποδοσφαιριστή για το σύστημα του τότε ιταλικού ποδοσφαίρου.
Όμως αυτή που κινήθηκε με αποφασιστικότητα και στρατηγική ήταν η Γιουβέντους χάρις στην παρέμβαση του Λουτσιάνο Μότζι, ο οποίος έκλεισε τη συμφωνία με την Μπάρι πριν προλάβουν οι υπόλοιποι ανταγωνιστές να καταθέσουν επίσημες προσφορές.
Ο Τζαμπρότα είδε στη Γιουβέντους την ευκαιρία να αγωνιστεί στο υψηλότερο επίπεδο και να διεκδικήσει τίτλους, επιλέγοντας αμέσως το Τορίνο., ενώ του εγγυήθηκε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ομάδα.
Η Γιουβέντους προσφέρει στην ομάδα από την Απούλια το ποσό των 15,85 δισεκατομμυρίων λιρέτων συν του ότι παραχώρησε στην Μπάρι τα δικαιώματα του αμυντικού Ντάβιντε Τούντο και το καλοκαίρι του 1999 γίνεται κάτοικος Τορίνο.
Οι τρεις πρώτες του χρονιές είναι "γεμάτες" με 45, 29 και 47 συμμετοχές αντίστοιχα σε όλες τις διοργανώσεις. Η χρονιά 2002-2003 ξεκινάει με ένα τραυματισμό που "κληρονόμησε" από το Παγκόσμιο Κύπελλο το καλοκαίρι του 2002.
Ο αντικαταστάτης του Μάουρο Καμορανέζι τα πάει περίφημα στην θέση του και ο Μαρτσέλο Λίπι αποφασίζει να τον οπισθοχωρήσει ως αριστερό μπακ. Σε αυτή την θέση βοηθάει την "Γηραιά Κυρία" να φτάσει μέχρι τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ στο Μάντσεστερ απέναντι στην Μίλαν η οποία και κατακτάει το τρόπαιο στην διαδικασία των πέναλντι.
Στο "Ντελε Άλπι" θα παραμείνει μέχρι και το καλοκαίρι του 2006 όταν και θα ξεσπάσει το σκάνδαλο "calciopoli" με την οποία πανηγύρισε την κατάκτηση δύο Πρωταθλημάτων και δύο Ιταλικών Σούπερ Καπ το 2002 και το 2003 μετρώντας συνολικά 297 συμμετοχές και 10 γκολ.
Η Ρεάλ Μαδρίτης έκανε επίμονες προσπάθειες να τον αποκτήσει, με τον πρώην προπονητή του στην Γιουβέντους τον Φάμπιο Καπέλο μόλις είχε αναλάβει τη Ρεάλ και τον ζήτησε προσωπικά, όμως προτίμησε το πρότζεκτ της Μπαρτσελόνα του Φρανκ Ράικαρντ, θεωρώντας ότι το αγωνιστικό στυλ της του ταίριαζε καλύτερα.
Παρόλο που η αρχική του επιθυμία ήταν να παραμείνει στην Ιταλία με μεταγραφή στη Μίλαν, η υπόθεση Calciopoli είχε προκαλέσει τεράστια αβεβαιότητα, αφού αντιμετώπιζε και η ίδια κίνδυνο βαριάς τιμωρίας ή αποκλεισμού, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εγγυηθεί τίποτα. Έτσι, η προοπτική του εξωτερικού έγινε μονόδρομος.
Κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ 2006 στη Γερμανία, ο Τζαμπρότα μίλησε με τον πρώην συμπαίκτη του στην Εθνική Ιταλίας, Ντεμέτριο Αλμπερτίνι, ο οποίος είχε αγωνιστεί στην Μπαρτσελόνα το 2005. Ο Αλμπερτίνι του μίλησε με τα καλύτερα λόγια για τον σύλλογο, την πόλη, την οργάνωση και τη φιλοσοφία των Καταλανών, πείθοντάς τον ότι ήταν ο ιδανικός επόμενος σταθμός για την καριέρα του.
Η Μπαρτσελόνα κινήθηκε αστραπιαία και αγόρασε ως «πακέτο» τον ίδιο και τον Λιλιάν Τουράμ έναντι συνολικού ποσού περίπου 19 εκατομμυρίων ευρώ (13 εκατομμύρια λίρες). Όμως οι εμφανίσεις του όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος σε δηλώσεις του δεν ήταν οι αναμενόμενες.
Με τους "μπλαουγκράνα" αγωνίστηκε σε 85 παιχνίδια με 3 τέρματα και κατέκτησε το Σούπερ Καπ Ισπανίας του 2006. Ο Τζαμπρότα δεν έκρυψε ποτέ ότι ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του, η σύζυγός του δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στη ζωή της Βαρκελώνης, γεγονός που πίεσε για τον επαναπατρισμό της οικογένειας.
Υπήρχαν έντονες φήμες για μια πιθανή επιστροφή του στο Τορίνο, αφού η «Μεγάλη Κυρία» είχε επιστρέψει στη Serie A και αναζητούσε παλιούς γνώριμους για να ξαναχτίσει την ομάδα.
Η Ίντερ είχε κάνει μια διερευνητική κρούση, καθώς ο Ζοζέ Μουρίνιο ανέλαβε την ομάδα εκείνο το καλοκαίρι, όμως ο Τζαμπρότα είχε δώσει ήδη τον λόγο του στη Μίλαν, η οποία τον ήθελε από την εποχή που έπαιζε στην Μπάρι και τη Γιουβέντους.
Φιλολογικό ενδιαφέρον υπήρξε από ομάδες όπως η Τσέλσι, όμως ο παίκτης απέκλεισε αμέσως κάθε άλλη προοπτική εξωτερικού, αφού ο μοναδικός του στόχος ήταν να γυρίσει στην Ιταλία.
Η Μίλαν αναζητούσε έμπειρους αμυντικούς και παρά το γεγονός ότι είχε τερματίσει 5η στη Serie A και είχε μείνει εκτός Champions League για την επόμενη σεζόν, το πρότζεκτ παρέμενε ελκυστικό. Ο εκτελεστικός διευθυντής της Μίλαν, Αντριάνο Γκαλιάνι, τον κυνηγούσε για μήνες, καταφέρνοντας τελικά να τον αγοράσει από την Μπαρτσελόνα έναντι 9 εκατομμυρίων ευρώ (συν 2 εκατομμύρια ως μπόνους επίτευξης στόχων)
Την πρώτη του χρονιά παίζει τους περισσότερους αγώνες από οποιονδήποτε άλλον συμπαίκτη του στην Μίλαν ενώ από τις επόμενες χρονιές αρχίζει σιγά-σιγά να αγωνίζεται και στις δύο πλευρές της άμυνας. Πανηγυρίζει το τρίτο πρωτάθλημα της καριέρας του την περίοδο 2010-2011 όπως και το Ιταλικό Σούπερ Καπ του 2011, αν και έρχεται κυρίως από τον πάγκο, παρόλα αυτά το συμβόλαιο του ανανεώνεται για ένα ακόμα χρόνο.
Στην τελευταία του χρονιά στο Μιλάνο θα αγωνιστεί μόλις σε 11 παιχνίδια και το καλοκαίρι του 2012 μαζί με μερικές άλλες "παλιοσειρές" του συλλόγου όπως οι Γκατούζο, Ιντζάγκι, Νέστα και Φαν Μπόμελ θα αποχωρήσει έχοντας 107 συμμετοχές και 2 γκολ.
Ξεκίνησε προπονήσεις με την ομάδα του την Κόμο στην οποία μάλιστα είναι και επίτιμος πρόεδρος της χωρίς όμως να έχει κάποιες προτάσεις από ομάδες αποφασίζοντας να παρακολουθήσει μαθήματα προπονητικής στην σχολή του Κοβερτσιάνο.
Έχοντας μείνει ελεύθερος από τη Μίλαν το 2012 και περνώντας έναν χρόνο χωρίς ομάδα, ο 36χρονος τότε Τζαμπρότα δεν έψαχνε απλώς έναν σταθμό για να παίξει ποδόσφαιρο. Η Κιάσο του πρότεινε να ενταχθεί στο τεχνικό τιμ ως βοηθός προπονητή παράλληλα με την αγωνιστική του δράση. Αυτό το πλάνο τον γοήτευσε, καθώς ήθελε να δοκιμαστεί άμεσα στην προπονητική. Μάλιστα, λίγους μήνες μετά (τον Νοέμβριο του 2013), ανέλαβε χρέη πρώτου προπονητή.
Η πόλη Κιάσο βρίσκεται ακριβώς στα σύνορα της Ελβετίας με την Ιταλία, μόλις λίγα χιλιόμετρα μακριά από το Κόμο, την πόλη όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα ο Τζαμπρότα.
Η μετακίνηση αυτή του επέτρεψε να εργάζεται σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον στο εξωτερικό, χωρίς όμως να χρειαστεί να μετακομίσει ή να αποχωριστεί τη βάση του και την οικογένειά του στην Ιταλία.
Μετά από μια μυθική καριέρα με πρωταθλήματα σε Γιουβέντους και Μίλαν, ο Τζαμπρότα είχε ξεκαθαρίσει ότι ο κύκλος του στο κορυφαίο επίπεδο της Ιταλίας είχε κλείσει. Δεν επιθυμούσε να αγωνιστεί σε μικρότερες ιταλικές ομάδες της Serie A ή της Serie B απλώς για να συνεχίσει να παίζει.
Οι προτάσεις που είχε από την Ιταλία εκείνη την περίοδο αφορούσαν καθαρά τον ρόλο του ποδοσφαιριστή. Καμία ιταλική ομάδα δεν του πρόσφερε τη δυνατότητα να ξεκινήσει τη μετάβασή του στην προπονητική,
Τον Ιούλιο του 2013 υπογράφει συμβόλαιο συνεργασίας με την ελβετική Κιάσσο όπου θα έχει διπλό ρόλο τόσο ως παίκτης αλλά και ως μέλος του τεχνικού τιμ της ομάδας. Θα πάρει μέρος σε πέντε παιχνίδια και από τις 26 Νοεμβρίου του 2013 αναλαμβάνει τον ρόλο του παίκτη-προπονητή έως το τέλος της σεζόν.
Θα παραμείνει στην ομάδα μέχρι τις 6 Απριλίου του 2015 απολύθηκε ύστερα απο δύο συνεχόμενες ήττες και έχοντας μαζέψει μόνο 5 βαθμούς απο τον Φεβρουάριο και σε 48 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 13 ισοπαλίες και 22 ήττες
Στις 5 Ιουλίου του 2016 θα αναλάβει τους Delhi Dynamos στην Ινδία και θα παραμείνει μέχρι το τέλος του Πρωταθλήματος τον Δεκέμβριο, οδήγησε την ομάδα στην 3η θέση της κανονικής διάρκειας του πρωταθλήματος, εξασφαλίζοντας την πρόκριση στα ημιτελικά της διοργάνωσης.
Στα ημιτελικά, η ομάδα του αποκλείστηκε στα πέναλτι από την Κέραλα Μπλάστερς (Kerala Blasters), χάνοντας την ευκαιρία να προκριθεί στον μεγάλο τελικό. έχοντας σε 18 παιχνίδια 7 νίκες, 6 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Στις 12 Ιουνίου του 2017 μαζί με τον Κρίστιαν Μπρόκι θα αναλάβει ρόλο βοηθού του Φάμπιο Κάπελο στην Κίνα Ζιανγκσου Σουνίνγκ και παρέμεινε μέχρι τις 28 Μάρτιο του 2018 όταν και ολοκληρώθηκε το συμβόλαιο του Καπέλο.
Ξεκινώντας από τις μικρές εθνικές ομάδες σύντομα προβιβάστηκε και στην "μεγάλη" εθνική με την οποία έκανε ντεμπούτο στις 10 Φεβρουαρίου του 1999 στην Πίζα σε φιλικό παιχνίδι απέναντι στην Νορβηγία. Ο Ντίνο Τζόφ τον επέλεξε στην 23αδα για το EURO 2000 στα γήπεδα της Ολλανδίας και του Βελγίου, ενώ αγωνίστηκε και στα τέσσερα παιχνίδια της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ιαπωνίας και της Νοτίου Κορέας.
Ακολουθεί το EURO 2004 στην Πορτογαλία, αλλά αναμφίβολα η κορυφαία στιγμή της καριέρας του δεν είναι άλλη από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου στα γήπεδα της Γερμανίας το 2006. Η "γοργόνα" όπως τον αποκαλούσαν οι συμπαίκτες του γιατί κοιταζόταν πολλή ώρα στον καθρέφτη αγωνίστηκε σε όλα τα παιχνίδια έως και τον τελικό με μόνη εξαίρεση τον αγώνα της πρεμιέρας με την Γκάνα λόγω τραυματισμού, πετυχαίνοντας ένα γκολ στην νίκη επί της Ουκρανίας στην προημιτελική φάση .
Συμμετέχει κανονικά στο EURO 2008 και στο Confederations Cup του 2009, για να φτάσουμε στην τελευταία διοργάνωση στην οποία θα λάβει μέρος την τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 στην Νότια Αφρική. Θα αγωνιστεί και στα τρία παιχνίδια στον όμιλο όπου οι 'ατζούρι" θα απογοητεύσουν και θα μείνουν εκτός συνέχειας.
Στις 12 Οκτωβρίου του 2010 στο πλαίσιο του της προκριματικής φάσης του EURO 2012, στην Γένοβα απέναντι στην Σερβία σε ένα επεισοδιακό παιχνίδι που δεν τελείωσε ποτέ έμελλε να πραγματοποιήσει την 98η και τελευταία του εμφάνιση έκτος στην σχετική λίστα, έχοντας πετύχει και 2 γκολ με το εθνόσημο στο στήθος.
Τον Σεπτέμβριο του 2009 δώρισε στην πρώτη του ομάδα US Alebio ένα γήπεδο με συνθετικό χλοοτάπητα, ενώ τον Μάιο του 2014 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του με τίτλο A life as a full-back.
Με την εκλογή του Γκαμπριέλε Γκραβίνα τον Οκτώβριο του 2018 στην προεδρία της ιταλικής ομοσπονδίας εκλέχτηκε απο την ένωση Ιταλών ποδοσφαιριστών ως ομοσπονδιακός σύμβουλος. Επίσης τον Μάρτιο του 2019 επιλέχτηκε ως πρεσβευτής του EURO 2020.
To 2012 ήταν τηλεσχολιαστής στo ιταλόφωνο κανάλι της Ελβετίας RSI, ενώ το 2015 εντάχθηκε στην Mediaset Premium. Τον Αύγουστο του 2018 τον βρίσκουμε στην πλατφόρμα DAZN, ενώ απο το φθινόπωρο του 2020 ήταν στην Rai 2 στην εκπομπή A full network.
Κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου τον Ιούνιο του 2021, το Rai 2 τον επέλεξε για την ιστορική αθλητική εκπομπή "Dribbling". Μαζί με άλλους θρύλους του ιταλικού ποδοσφαίρου, όπως ο Λέλε Αντάνι, ο Μάσιμο Αμπροζίνι και ο Μάρκο Ματεράτσι, προσέφερε καθημερινές αναλύσεις για την πορεία της Εθνικής Ιταλίας μέχρι την κατάκτηση του τροπαίου.
Στις 20 Ιουνίου του 2025 προσλήφθηκε απο την ιταλική ομοσπονδία αναλαμβάνοντας καθήκοντα στο πλαίσιο της ριζικής αναδιάρθρωσης του τεχνικού επιτελείου της εθνικής Ιταλίας, μετά την αποχώρηση του Λουτσιάνο Σπαλέτι και την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας από τον Τζενάρο Γκατούζο.
Το πρότζεκτ στο οποίο συμμετέχει μαζί με τον Τσέζαρε Πραντέλι και τον Σιμόνε Περότα έχει πειραματικό και στρατηγικό χαρακτήρα για το μέλλον του ιταλικού ποδοσφαίρου. Δεν έχει οριστεί συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης, καθώς το συμβόλαιο του τεχνικού τιμ (υπό τον Γκατούζο) έχει ορίζοντα τουλάχιστον μέχρι το καλοκαίρι του 2027.
