Ίσως ο κορυφαίος Πολωνός ποδοσφαιριστής όλων των εποχών. Ο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ αν και αγωνιζόταν ως μέσος είχε την δυνατότητα να παίζει τόσο στο αριστερό άκρο της επίθεσης αλλά και ως δεύτερος επιθετικός κατέλαβε την τρίτη θέση στην ψηφοφορία της Χρυσής Μπάλας το 1982.
Γεννήθηκε στις 3 Μαρτίου του 1956 στο Μπίντγκοτς με τον πατέρα του να παίζει και αυτός ποδόσφαιρο και τον ίδιο να κάνει τα πρώτα του βήματα στην τοπική ομάδα Zawisza Bydgoszcz. Πολύ σύντομα το 1973 θα ανέβει στην πρώτη ομάδα με την οποία θα πραγματοποιήσει 41 συμμετοχές και 14 γκολ.
Το καλοκαίρι του 1975 το τεράστιο ταλέντο του είχε ξεπεράσει το επίπεδο της δεύτερης κατηγορίας στην οποία αγωνιζόταν τότε η ομάδα της γενέτειράς του. Είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον σχεδόν όλων των μεγάλων παραδοσιακών δυνάμεων του πολωνικού ποδοσφαίρου, όπως της Λέγκια Βαρσοβίας και της Γκόρνικ Ζάμπρζε.
Ωστόσο, ο τότε πρόεδρος της Βίτζεβ Λοτζ Λούντβικ Σομπολέφσκι δεν έχασε την ευκαιρία και τον απέκτησε αφού κινήθηκε πιο έξυπνα και αποφασιστικά, πείθοντάς τον ότι εκεί θα είχε άμεσα ηγετικό ρόλο.
Θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 1981 και το 1982 έχοντας 194 συμμετοχές και 59 τέρματα και τον Απρίλιο του 1982 Ρόμα και Γιουβέντους κονταροχτυπιούνται για την απόκτηση του με τους προέδρους των δύο ομάδων να βρίσκονται στην Βαρσοβία και μάλιστα να μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο.
Ήταν αυτός που κέρδισε το πέναλντι αν και το μαρκάρισμα έγινε εκτός περιοχής και που εκτέλεσε εύστοχα ο Πλατίνι. Μάλιστα μία ημέρα μετά το θλιβερό συμβάν εξεδήλωσε την επιθυμία το μπόνους που θα έπαιρνε απο την κατάκτηση του τίτλου να το δώσει στις οικογένειες των θυμάτων.
Ύστερα απο 133 συμμετοχές και 31 γκολ ο «Bello di notte» (Ομορφιά της νύχτας) παρατσούκλι που του είχε δώσει ο ιδιοκτήτη Τζάνι Ανιέλι, καθώς πραγματοποιούσε τις πιο εντυπωσιακές του εμφανίσεις στα βραδινά ευρωπαϊκά ματς, οδηγώντας τον σύλλογο στην κατάκτηση σχεδόν όλων των διαθέσιμων τίτλων, θα αποχωρούσε απο το "Ντελε Άλπι"
Το καλοκαίρι του 1985 είχε προτάσεις μία απο αυτές ήταν της Σαμπντόρια που έχτιζε τότε μια εξαιρετική ομάδα που αργότερα κατέκτησε το πρωτάθλημα και ήθελε τον Μπόνιεκ για να πλαισιώσει το νεαρό επιθετικό δίδυμο των Μαντσίνι και Βιάλι.
Οι απαιτήσεις του ιταλικού πρωταθλήματος, που εκείνη την εποχή ήταν το κορυφαίο και πιο σκληρό στον κόσμο, σε συνδυασμό με τις συνεχείς υποχρεώσεις του με την Εθνική Πολωνίας, είχαν επιφέρει σημαντική σωματική κόπωση.
Στις 29 Νοεμβρίου του 1980, στο αεροδρόμιο «Οκέτσιε» της Βαρσοβίας, λίγο πριν η αποστολή αναχωρήσει για έναν αγώνα των προκριματικών του Μουντιάλ 1982 απέναντι στη Μάλτα. Ο βασικός τερματοφύλακας της ομάδας, Γιούζεφ Μλινάρτσικ, εμφανίστηκε στο ξενοδοχείο και μετέπειτα στο αεροδρόμιο εμφανώς μεθυσμένος και ξενυχτισμένος.
Ο ομοσπονδιακός προπονητής, Ρίσαρντ Κουλέσα, αποφάσισε να αποκλείσει τον Μλινάρτσικ από την αποστολή και να τον αφήσει πίσω στην Πολωνία. Ο Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ, μαζί με τους Στανίσλαβ Τερλέτσκι, Βουοντζίμιερζ Σμόλαρεκ και Βουαντίσλαβ Ζμούντα, αντέδρασαν έντονα.
Οργάνωσαν «λευκή απεργία» στο αεροδρόμιο, αρνούμενοι να επιβιβαστούν στο αεροπλάνο αν δεν ταξίδευε και ο συμπαίκτης τους. Προς στιγμήν, ο προπονητής υποχώρησε για να μην τιναχθεί το ταξίδι στον αέρα και ο Μλινάρτσικ επιβιβάστηκε κανονικά.
Η τρίτη και τελευταία του παρουσία σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου θα είναι το 1986 στο Μεξικό όπου θα παίξει και στα τέσσερα παιχνίδια. Η τελευταία και 80η παρουσία του θα έρθει στις 23 Μαρτίου του 1988 σε φιλικό παιχνίδι στο Μπέλφαστ κόντρα στην Βόρεια Ιρλανδία έχοντας πετύχει και 24 τέρματα.
Το καλοκαίρι του 1990 θα αναλάβει την Λέτσε με στόχο να την σώσει απο τον υποβιβασμό κάτι που δεν το κατάφερε έχοντας σε 40 αγώνες, 9 νίκες, 15 ισοπαλίες και 16 ήττες και στις 30 Ιουνίου του 1991 αποχώρησε.
Κατά τη διάρκεια της σεζόν, ο Μπόνιεκ ήρθε σε ρήξη με σημαντικά ονόματα της ομάδας, φτάνοντας στο σημείο να τιμωρήσει και να θέσει εκτός ομάδας τον Απρίλιο του 1991 κορυφαίους παίκτες, όπως τον Ιταλό επιθετικό Πιέτρο Πάολο Βίρντις και τον Λευκορώσο μέσο Σεργκέι Αλέινικοφ.
Στις 5 Οκτωβρίου του 1991 θα αναλάβει την Μπάρι και αυτή με στόχο την παραμονή στην κατηγορία αλλά δεν τα κατάφερε έχοντας σε 31 παιχνίδια, 6 νίκες, 10 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Στις 25 Νοεμβρίου του 1992 θα αναλάβει την Σαμπενεντέτεζε που αγωνιζόταν στην Serie C1 αλλά στις 10 Μαρτίου του 1993 απολύθηκε, αφού σε 10 αγώνες είχε 6 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Στις 8 Μάϊου του 1995 ανέλαβε την Αβελίνο με στόχο να οδηγήσει την ομάδα στην άμεση άνοδο στη Serie B. Αφού απέκλεισε τη Συρακούσα στα ημιτελικά, οδήγησε την Αβελίνο στον μεγάλο τελικό των πλει-οφ εναντίον της Γκουάλντο.
Στις 24 Ιουνίου 1995, σε ένα δραματικό παιχνίδι που έληξε 1-1, η ομάδα του Μπόνιεκ κέρδισε την άνοδο στη Serie B στη διαδικασία των πέναλτι (6-5), γνωρίζοντας την αποθέωση από χιλιάδες οπαδούς.
Παρέμεινε στον πάγκο για το ξεκίνημα της νέας χρονιάς στη Serie B, παρότι ξεκίνησε θετικά μετά από μια σειρά αρνητικών αποτελεσμάτων, ο Μπόνιεκ απολύθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου του 1995 ύστερα απο 12 αγώνες με 5 νίκες, 3 ισοπαλίες και 4 ήττες.
Η τελευταία του προπονητική δουλειά ήταν η εθνική Πολωνίας όπου την ανέλαβε στις 8 Ιουλίου του 2002. Εφάρμοσε ένα ιδιαίτερα αυστηρό και απόλυτο μοντέλο διοίκησης, χαρακτηριστική έμεινε η κόντρα του με τους παίκτες για τα δικαιώματα χρήσης της εικόνας τους σε χορηγίες όπως με την Coca-Cola, όπου τους απείλησε ανοιχτά με αποβολή από την ομάδα αν δεν υπέγραφαν άμεσα.
Ως παίκτης-θρύλος, ο Μπόνιεκ δεν δεχόταν εύκολα την κριτική και όταν τα αποτελέσματα άρχισαν να χαλάνε, ήρθε σε ευθεία ρήξη με τον πολωνικό τύπο, κατηγορώντας τους δημοσιογράφους για εμμονές, αρνητική ενέργεια και άδικη πολεμική προς το πρόσωπό του.
Το 2009 τιμήθηκε για την προσφορά του με το βραβείο Golden Foot All Time ενώ και η Γιουβέντους θέλησε να τον τιμήσει δίνοντας το όνομα του σε ένα απο τα 50 αστέρια που υπάρχουν στην "Γιουβέντους Αρίνα".
Ύστερα απο αντιδράσεις των οπαδών τέθηκε σε ψηφοφορία με τους οπαδούς να ψηφίζουν σε ποσοστό 60% υπέρ του Έντγκαρ Ντάβιντς και έτσι στις 24 Φεβρουαρίου του 2011 έγινε η αλλαγή. Στην συνέχεια ανέλαβε διοικητικό πόστο ως αντιπρόεδρος της ομοσπονδίας και στις 26 Οκτωβρίου του 2012 εκλέχτηκε πρόεδρος της Ομοσπονδίας θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 18 Αυγούστου του 2021
Το 2017 εξελέγη μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της UEFA, τον Ιούνιο του 2018 και τον Νοέμβριο του 2020 τιμήθηκε απο την επαρχία αλλά και την πόλη του Λοτζ με τον τίτλο του επίτιμου πολίτη της επαρχίας αλλά και της πόλης αντίστοιχα.
Στις 20 Απριλίου του 2021 εξελέγη ως ένας από τους αντιπροέδρους της ευρωπαϊκής ποδοσφαιρικής ομοσπονδίας και ολοκλήρωσε τη θητεία του ως αντιπρόεδρος της UEFA στις 3 Απριλίου του 2025.
Το 2019 σε έρευνα του Forbes και της Pentagon Research κατέλαβε την πρώτη θέση ανάμεσα στους 50 επιδραστικότερους ανθρώπους του πολωνικού αθλητισμού. Το 2020 εκδόθηκε ένα βιογραφικό βιβλίο με τον τίτλο Zibi, or Boniek απο τον δημοσιογράφο Ρόμαν Κόλτον, ενώ τον ίδιο χρόνο εκδόθηκε η αυτοβιογραφία του με τον τίτλο Zbigniew Boniek. Matches of my life απο την SGN Publishing House.
Το 2023 η Ρόμα εξέτασε το ενδεχόμενο να του προτείνει διευθυντική θέση στον σύλλογο, ενώ το 2026 το όνομά του έπεσε στο τραπέζι της Ιταλικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου για τον ρόλο του τεχνικού διευθυντή της Εθνικής Ιταλίας.
