Ένας απο τους κορυφαίους Πολωνούς ποδοσφαιριστές όλων των εποχών ο Γκρέγκορζ Λάτο, μέλος της χρυσής γενιάς που οδήγησε την Πολωνία σε δύο τρίτες θέσεις σε Παγκόσμια Κύπελλο, με τον ίδιο να είναι και πρώτος σκόρερ στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Δυτικής Γερμανίας το 1974.
Γεννήθηκε στις 8 Απριλίου του 1950 στην πόλη Μάλμπόρκ της Πομερανίας στην βόρεια Πολωνία και σε ηλικία 12 ετών εντάχθηκε στις μικρές ομάδες της Στάλ Μίελετς. Στα 17 του αντιμετώπισε έναν σοβαρό τραυματισμό αλλά κατάφερε να το ξεπεράσει και δύο χρόνια αργότερα υπέγραψε επαγγελματικό συμβόλαιο και το φθινόπωρο του 1969 έκανε ντεμπούτο στην πρώτη ομάδα.
23 παιχνίδια και 6 γκολ μέτρησε στην πρώτη του σεζόν στην δεύτερη κατηγορία και την βοήθησε να ανέβει κατηγορία. Το 1973 κατέκτησε το Πρωτάθλημα με τον ίδιο να αναδεικνύεται πρώτος σκόρερ με 13 τέρματα, την επόμενη χρονιά ανακηρύχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής της χρονιάς απο την εφημερίδα Sport ενώ στον ετήσιο διαγωνισμό του France Football κατέλαβε την 6η θέση.
Το 1975 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του Πρωταθλήματος με 19 τέρματα και το 1976 κατέκτησε το δεύτερο Πρωτάθλημα όπου και πάλι ήταν πρώτος σκόρερ με 14 γκολ, φτάνοντας στα προημιτελικά του Κυπέλου ΟΥΕΦΑ όπου αποκλείστηκε απο το Αμβούργο.
Το 1977 και το 1981 σε ψηφοφορία της εφημερίδας Pilka Nozna ανακηρύχθηκε κορυφαίος παίκτης της χρονιάς. Το καλοκαίρι του 1980 και ύστερα απο 295 παιχνίδια με 112 γκολ θα εκμεταλλευτεί τον κανονισμό που του επέτρεπε να πάρει μετεγγραφή απο την στιγμή που συμπλήρωσε το 30ο έτος της ηλικίας του, έφυγε απο την Πολωνία και παρότι είχε πρόταση απο τον Πελέ για να παίξει στον Κόσμος αποφάσισε να παίξει στο Βέλγιο για την Λόκερεν,
64 συμμετοχές και 12 γκολ στην διετία του στην Ανατολική Φλάνδρα, με την χρονιά 1980-1981 να προσφέρει έντονες συγκινήσεις αφού έφτασε πολύ κοντά στο Πρωτάθλημα το 1981 όπου τερμάτισε στην δεύτερη θέση, έπαιξε στον τελικό του Κυπέλλου όπου γνώρισε την ήττα απο την Σταντάρ Λιέγης με 4-0 και στα προημιτελικά του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ όπου αποκλέιστηκε απο την Άλκμααρ.
Το καλοκαίρι του 1982 θα αποχωρήσει λόγω της ηλικίας του, ήταν ήδη 32 ετών και της επιθυμίας του για μια νέα οικονομική και αγωνιστική πρόκληση εκτός Ευρώπης, σε ένα πιο ήρεμο αλλά κερδοφόρο περιβάλλον.
Στις 17 Νοεμβρίου 1971 στο Αμβούργο κόντρα στην Δυτική Γερμανία για τα προκριματικά του Euro 1972 στην "λευκή" ισοπαλία έκανε ντεμπούτο. Αναδείχθηκε χρυσός ολυμπιονίκης στο Μόναχο έστω και αν έπαιξε μόνο σε ένα παιχνίδι κόντρα στην Δανία.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο που διεξήχθη στην Δυτική Γερμανία ήταν βασικό στέλεχος αφού αγωνίστηκε και στα εφτά παιχνίδια πετυχαίνοντας εφτά τέρματα που τον ανέδειξε πρώτο σκόρερ του τουρνουά.
Απο 2 απέναντι σε Αργεντινή και Αϊτή και απο 1 κόντρα σε Σουηδία, Γιουγκοσλαβία και Βραζιλία, με την Πολωνία να καταλαμβάνει την τρίτη θέση. Θα πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ το 1976 όπου θα πάρει το ασημένιο μετάλλιο πετυχαίνοντας τρία τέρματα.
Θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 στην Αργεντινή όπου θα παίξει σε έξι παιχνίδια όπου θα πετύχει 2 τέρματα κόντρα σε Τυνησία και Βραζιλία αντίστοιχα. Τρίτη και τελευταία παρουσία σε Παγκόσμιο Κύπελο το 1982 στην Ισπανία αγωνιζόμενος σε 7 παιχνίδια πετυχαίνοντας ένα τέρμα κόντρα στο Περού.
Την 100η και τελευταία του παρουσία την πραγματοποίησε στις 17 Απριλίου του 1984 στην Βαρσοβία σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στο Βέλγιο.
Στον Καναδά ξεκίνησε και την προπονητική του καριέρα στους North York Rackett απο το 1988 έως το 1990. Την 1η Οκτωβρίου του 1991 θα αναλάβει την Σταλ Μίελετς έως τις 23 Απριλίου του 1992 όπου σε 11 παιχνίδια είχε 3 νίκες, 4 ισοπαλίες και 4 ήττες και σε ένα δεύτερο πέρασμα απο τις 25 Μαϊου του 1992 έως τις 30 Ιουνίου του 1993 όπου σε 39 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 18 ισοπαλίες και 8 ήττες.
Ακολούθησε την 1η Ιουλίου του 1993 η Ολίμπια Πόζναν την πρώτη χρονιά κατάφερε να την κρατήσει στην μεγάλη κατηγορία, αλλά την δεύτερη η αστάθεια στα αποτελέσματα έφερε γκρίνια και την απομάκρυνση στις 5 Απριλίου του 1995 και σε 23 παιχνίδια 6 νίκες, 8 ισοπαλίες και 9 ήττες.
Την 1η Ιουλίου του 1995 ανέλαβε την Αμίκα Βρόνκι αμέσως μετά την ιστορική της άνοδο για πρώτη φορά στην κορυφαία κατηγορία της Πολωνίας. Παρά το γεγονός ότι η νεοφώτιστη ομάδα είχε ισχυρή οικονομική στήριξη, η πορεία της είχε αρκετές δυσκολίες και ο Λάτο απομακρύνθηκε από τον πάγκο την 1η Μάϊου του 1996 και σε 25 παιχνίδια είχε 9 νίκες, 6 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Στις 28 Ιουλίου του 1999 θα αναλάβει την Βίτζεβ Λότζ με στόχο να την οδηγήσει στους ομίλους του Champions League. Ωστόσο, απομακρύνθηκε από την τεχνική ηγεσία στις 30 Αυγούστου 1999, λόγω της κακής εκκίνησης στο εγχώριο πρωτάθλημα και των αρνητικών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη. και σε 8 αγώνες είχε 2 νίκες, 1 ισοπαλία και 5 ήττες.
Τον Σεπτέμβριο του 1999 και για δέκα χρόνια μέχρι τον Ιανουάριο του 2009 ήταν πρόεδρος των παλαίμαχων ποδοσφαιριστών της εθνικής Πολωνίας που έχουν απο 60 έως 80 διεθνείς συμμετοχές.
Την τετραετία 2001-2005 εκλέχτηκε με την Κεντροαριστερά συμμαχία γερουσιαστής στην περιοχή του Ρζεσζόφ, ενώ την διετία 2006-2008 ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Σταλ Μίελετς.
Στις 30 Οκτωβρίου του 2008 εκλέχτηκε πρόεδρος της Πολωνικής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου για τέσσερα χρόνια μέχρι τις 26 Οκτωβρίου του 2012. Η θητεία του δέχθηκε έντονη κριτική από τα μέσα ενημέρωσης για οργανωτικά ζητήματα και για την αποτυχία της Εθνικής ομάδας στο Euro, με αποτέλεσμα να μην θέσει ξανά υποψηφιότητα το 2012, παραδίδοντας τα ηνία στον Ζμπίγκνιεφ Μπόνιεκ.
Το 2019 ανακηρύχθηκε επίτιμος πολίτης του Μίελετς και την ίδια χρονιά μέλος της κορυφαίας εντεκάδας του αιώνα για την Πολωνία.
