www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

13/8/26

Φράνκ Ράικαρντ Ο "Μαύρος Kύκνος"


Διέθετε εξαιρετικά αθλητικά και φυσικά χαρακτηριστικά, ήταν γρήγορος, δυνατός και ανθεκτικός αμυντικός μέσος με εξαιρετική ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι. Στον χώρο του κέντρου μπορούσε να αγωνιστεί και σε πιο αμυντικό ρόλο αλλά και πιο μπροστά, με τους Ιταλούς δημοσιογράφους να τον "βαπτίζουν" "μαύρο κύκνο".  

Γεννήθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου του 1962 στο Άμστερνταμ απο πατέρα Σουριναμέζο και μητέρα Ολλανδή. Μαζί με τον Ρούουντ Γκούλιτ ξεκίνησαν μαζί, ήταν συμπαίκτες στην DWS, ενώ και οι πατεράδες τους ήταν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές .

Ο  τότε σκάουτερ του Άγιαξ Μπάρι Σιν σίνιορ θα τον ξεχωρίσει και θα πάρει μαζί του τον Ράικαρντ στις ακαδημίες του Άγιαξ. Εκεί σε ηλικία 17 ετών θα τον δει ο Λίο Μπενάκερ και στις 23 Αυγούστου του 1980 θα κάνει ντεμπούτο κόντρα στους Γκο Άχεντ Ίγκλς όπου και θα σκοράρει.

Κατά την θητεία του στον "Αιάντα" έπαιξε ώς δεξιός μεσοεπιθετικός, στόπερ, λίμπερο, κεντρικός μέσος και κατέκτησε μέχρι το 1987 3 Πρωταθλήματα το 1982, το 1983 και το 1985, 3 Κύπελλα το 1983, το 1986 και το 1987 και το Κύπελλο Κυπελλούχων το 1987 στην Αθήνα στο ΟΑΚΑ κόντρα στην Λοκομοτίβ Λειψίας.

Τον Μάρτιο του 1986 ο Γκούλιτ του μεταφέρει το ενδιαφέρον της PSV. Ύστερα απο διαπραγματεύσεις συμφωνεί με τον πρόεδρο της Αιντχόφεν Ζακ Ρούτς για συμβόλαιο τεσσάρων ετών, λαμβάνοντας ως δώρο ένα στερεοφωνικό και 30.000 φιορίνια.

Όμως τον Φεβρουάριο του 1987 επεκτείνει το συμβόλαιο του με τον Άγιαξ για δύο ακόμα χρόνια. Οι δύο ομάδες έρχονται σε συμφωνία κυρίων, σύμφωνα με την οποία θα παρέμενε στον Άγιαξ, ενώ απο την πλευρά της η Αιντχόφεν θα ακύρωνε το συμβόλαιο και ως αντάλλαγμα θα έπαιρνε 1,5 εκατομμύριο εν αντιθέσει με τα 2,5 που είχε δώσει για να τον αποκτήσει.

Κατά την διάρκεια της σεζόν έρχεται σε κόντρα με τον Γιόχαν Κρόιφ και αποχωρεί απο το Άμστερνταμ ύστερα απο 257 παιχνίδια και 58 τέρματα. Ο επόμενος σταθμός του θα είναι η Λισαβόνα και η Σπόρτιγκ όμως δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής αφού είχε παρέλθει η προθεσμία για τις μετεγγραφές και έτσι τον παραχώρησε δανεικό στην Ρεάλ Σαραγόσα.

Στην Αραγωνία θα αγωνιστεί σε 11 παιχνίδια αλλά το καλοκαίρι του 1988 θα είναι σημαδιακό για τον ίδιο. Η κατάκτηση του EURO στα γήπεδα της Γερμανίας θα ωθήσει τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι να καταθέσει πρόταση απόκτησης του.

Η πρόταση θα γίνει αποδεκτή και θα προστεθεί στους Φαν Μπάστεν και Γκούλιτ για να συνθέσει την περίφημη ολλανδική τριάδα που μαζί με τους εξίσου σπουδαίους Ιταλούς και υπό την καθοδήγηση του Αρίγκο Σάκι θα κατακτήσουν πολλά τρόπαια.

2 Πρωταθλήματα το 1992 και το 1993, 2 Σούπερ Καπ Ιταλίας το 1988 και το 1992, 2 Κύπελλα Πρωταθλητριών το 1989 και το 1990 εκεί όπου πέτυχε και το μοναδικό γκολ της συνάντησης κόντρα στην Μπενφίκα, 2 Ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ το 1989 και το 1990 και 2 Διηπειρωτικά το 1989 και το 1990.

Το καλοκαίρι του 1993 ύστερα απο 201 παιχνίδια και 26 τέρματα στο Μιλάνο θα αποχωρήσει απο την Ιταλία και υπήρχαν αρκετές προτάσεις απο διάφορε χώρες. Ο προπονητής της Άρσεναλ, Τζορτζ Γκράχαμ, έψαχνε απεγνωσμένα έναν έμπειρο ηγέτη παγκόσμιας κλάσης για τη μεσαία γραμμή των «Κανονιέρηδων». 

Κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική πρόταση για να μετακομίσει στο Λονδίνο αλλά ο Ολλανδός την απέρριψε.

Η Σαμπντόρια κινήθηκε δυναμικά εκείνο το καλοκαίρι για να εκμεταλλευτεί τη διάλυση της ολλανδικής τριάδας της Μίλαν. Κατάφερε να αποκτήσει τον Ρούουντ Γκούλιτ και εξέτασε σοβαρά την περίπτωση να πάρει και τον Ράικαρντ, ώστε να τους ενώσει ξανά, όμως ο ίδιος ένιωθε ότι ο κύκλος του στην Ιταλία είχε κλείσει οριστικά.

Υπήρξε ένα φιλολογικό ενδιαφέρον από τη Μαρσέιγ, αλλά οι Γάλλοι αντιμετώπιζαν ήδη δικαστικά προβλήματα λόγω ενός σκανδάλου δωροδοκίας, και οι συζητήσεις δεν προχώρησαν.

Ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του και να κλείσει την καριέρα του εκεί που την ξεκίνησε για λογαριασμό του Άγιαξ για να παίξει τον ρόλο του δασκάλου για τα τρομερά παιδιά του Φαν Χάαλ, και να βάλει τίτλους τέλους στην μεγάλη του καριέρα.

Θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 1993 και το 1994, 2 Σούπερ Καπ το 1993 και το 1994 και το Champions League του 1995 στην Βιέννη κόντρα στη παλιά του ομάδα την Μίλαν έχοντας 80 συμμετοχές και 13 τέρματα στο δεύτερο αυτό πέρασμα απο το Άμστερνταμ και συνολικά με την φανέλα του "Αίαντα" θα έχει 337 παιχνίδια και 71 τέρματα

Στην εθνική θα κάνει ντεμπούτο την 1η Σεπτεμβρίου του 1981 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στην Ελβετία στην Ζυρίχη. Θα στεφθεί Πρωταθλητής Ευρώπης το 1988 με τους "οράνιε" όπου και θα αγωνιστεί και στα πέντε παιχνίδια της διοργάνωσης.

Θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ιταλίας το 1990 όπου θα παίξει στα τέσσερα παιχνίδια και θα γίνει αρνητικός πρωταγωνιστής στο νοκ-άουτ παιχνίδι με την Δυτική Γερμανία όταν θα φτύσει στο πρόσωπο τον Ρούντι Φέλερ και θα αποβληθεί. Ο ίδιος δικαιολογήθηκε ότι προέβη σε αυτή την κίνηση γιατί ο Γερμανός τον έβρισε με απρεπείς εκφράσεις για το χρώμα του.

Θα αγωνιστεί στο EURO του 1992 στην Σουηδία όπου θα φτάσουν μέχρι τον ημιτελικό και θα αποκλειστούν απο την Δανία στην "ρώσικη ρουλέτα" και στο Παγκόσμιο Κύπελλο των Ηνωμένων Πολιτειών το 1994, όπου θα παίξει σε τέσσερα παιχνίδια.

Στις 9 Ιουλίου στο Ντάλας κόντρα στην Βραζιλία θα γράψει τον επίλογο με την εθνική Ολλανδίας έχοντας συνολικά 73 συμμετοχές και 10 τέρματα. Στις αρχές του 1998, η ολλανδική ομοσπονδία του πρότεινε τη θέση του βοηθού προπονητή στο πλευρό του Γκους Χίντινκ, ενόψει του Μουντιάλ του 1998 στα γήπεδα της Γαλλίας. 

Ο Ράικαρντ αποδέχθηκε την πρόταση, θέλοντας να αποκτήσει τις πρώτες του εμπειρίες από τον πάγκο δίπλα σε έναν κορυφαίο τεχνικό. Μετά την εξαιρετική πορεία της Ολλανδίας μέχρι τα ημιτελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1998, ο Γκους Χίντινκ αποφάσισε να παραιτηθεί. 

Η ομοσπονδία, αντί να ψάξει για κάποιον έμπειρο τεχνικό, έκανε την απόλυτη ανατροπή του πρότεινε να αναβαθμιστεί σε πρώτο προπονητή. Το τεράστιο κύρος και ο σεβασμός που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι παίκτες της εθνικής, καθώς πολλοί από αυτούς (όπως οι Κλάιφερτ, Ντάβιντς, Ζέεντορφ) υπήρξαν συμπαίκτες του στον Άγιαξ το 1995.

Η επιθυμία να διατηρηθεί η φιλοσοφία του επιθετικού ποδοσφαίρου που πρέσβευε ο ίδιος ως μαθητής του Γιόχαν Κρόιφ. Το γεγονός ότι η Ολλανδία θα συνδιοργάνωνε το Euro 2000 με το Βέλγιο, οπότε δεν χρειαζόταν να παίξει προκριματικά, δίνοντας δύο χρόνια γεμάτα φιλικά παιχνίδια για να προετοιμαστεί και να μάθει τη δουλειά χωρίς την πίεση των επίσημων προκριματικών αγώνων.

Θα την οδηγήσει στην τελική φάση του EURO 2000, όπου θα αποκλειστεί στους ημιτελικούς απο την Ιταλία στην διαδικασία των πέναλντι. Θα παραιτηθεί αμέσως μετά την ήττα απο τους "ατζούρι" αφού είχε θέσει ως μοναδικό στόχο την κατάκτηση του, έχοντας σε 22 παιχνίδια 8 νίκες, 12 ισοπαλίες και 2 ήττες.

Επόμενος σταθμός η Σπάρτα Ρότερνταμ τον Ιούνιο του 2001 όπου σε 40 παιχνίδια θα έχει 6 νίκες, 13 ισοπαλίες και 21 ήττες, η Σπάρτα θα υποβιβαστεί και ο ίδιος θα απολυθεί τον Μάϊο του 2002. Κατά τη διάρκεια του 2002, υπήρξαν κάποιες ανεπίσημες διερευνητικές επαφές από την ολλανδική ομοσπονδία για το ενδεχόμενο να επιστρέψει στις μικρές εθνικές ομάδες (U21) ή σε κάποιο πόστο συμβούλου.

Προκειμένου να βοηθήσει στην αναδιοργάνωση των τμημάτων υποδομής της χώρας, ωστόσο, ο ίδιος ήθελε να παραμείνει στο συλλογικό επίπεδο και οι συζητήσεις δεν προχώρησαν. Η μοναδική, αλλά και πιο καθοριστική επίσημη πρόταση που έλαβε μετά τη Σπάρτα ήρθε από την Μπαρτσελόνα

Ο νεοεκλεγείς τότε πρόεδρος του συλλόγου, Ζουάν Λαπόρτα, έψαχνε έναν προπονητή για να αναγεννήσει την ομάδα. Ο Κρόιφ, που λειτουργούσε ως σύμβουλος του Λαπόρτα, έπεισε τη διοίκηση ότι διέθετε την προσωπικότητα και τη φιλοσοφία για να διαχειριστεί την κρίση στο «Καμπ Νου»

Στις 23 Ιουνίου του 2003 θα αναλάβει την Μπαρτσελόνα με την οποία θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 2005 και το 2006, 2 Σούπερ Καπ Ισπανίας το 2005 και το 2006 και το Champions League του 2006 στο Παρίσι κόντρα στην Άρσεναλ.

Θα γίνει έτσι μέχρι εκείνη την στιγμή ο πέμπτος που κατακτάει το βαρύτιμο τρόπαιο τόσο ώς παίκτης αλλά και ως ποδοσφαιριστής. Μετά την κατάκτηση του Champions League το 2006, το κλίμα στα αποδυτήρια χάλασε. Γνωστός για τον ήρεμο και δημοκρατικό του χαρακτήρα, κατηγορήθηκε ότι έδειξε υπερβολική ανοχή στους παίκτες. 

Αστέρες της ομάδας, με πρώτο τον Ροναλντίνιο και στη συνέχεια τον Ντέκο, άρχισαν να χάνουν προπονήσεις, να ξενυχτούν και να δείχνουν έλλειψη πειθαρχίας, γεγονός που επηρέασε άμεσα την απόδοση ολόκληρης της ομάδας στο γήπεδο.

Η Μπαρτσελόνα απέτυχε να κατακτήσει τίτλους, το τελειωτικό χτύπημα για τον Ράικαρντ ήρθε στις 7 Μαΐου 2008, όταν η Μπαρτσελόνα επισκέφθηκε το Σαντιάγκο Μπερναμπέου και οι παίκτες του αναγκάστηκαν να σχηματίσουν "pasillo" για να χειροκροτήσουν τη μαθηματικά πρωταθλήτρια Ρεάλ Μαδρίτης, πριν ηττηθούν στο ματς με το βαρύ 4-1. 

Την επόμενη κιόλας ημέρα, ο Λαπόρτα ανακοίνωσε δημόσια ότι ο Ράικαρντ θα αποχωρήσει στο τέλος της σεζόν. Η διοίκηση της Μπαρτσελόνα είχε αποφασίσει ότι για να σωθεί η ομάδα έπρεπε να απομακρυνθούν οι «τοξικοί» πλέον σταρ Ροναλντίνιο, Ντέκο και να αναλάβει ένας προπονητής με σιδηρά πειθαρχία.

Τον Μάιο του 2008 θα φύγει απο την Βαρκελώνη ύστερα απο 272 παιχνίδια στα οποία είχε 159 νίκες, 63 ισοπαλίες και 50 ήττες. Μετά την απομάκρυνση του Αβραάμ Γκραντ το 2008, ήταν στους βασικούς υποψήφιους του Ρομάν Αμπράμοβιτς, ο ίδιος όμως ξεκαθάρισε ότι ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν 2008–2009, η Μάντσεστερ Σίτι που είχε περάσει στα χέρια των Αράβων του έκανε διερευνητική κρούση για να αντικαταστήσει τον Μαρκ Χιουζ, αλλά αρνήθηκε. [Η Νιούκαστλ του κατέθεσε πρόταση το φθινόπωρο του 2008 μετά την παραίτηση του Κέβιν Κίγκαν την οποία απέρριψε αμέσως.

Λίγο πριν συμφωνήσει με τη Γαλατασαράι, η Μίλαν εξέτασε σοβαρά την περίπτωσή του για να αντικαταστήσει τον Κάρλο Αντσελότι ο οποίος έφευγε για την Τσέλσι το καλοκαίρι του 2009. Ο Ράικαρντ αποτελούσε είδωλο για τους οπαδούς των «ροσονέρι» από την ποδοσφαιρική του θητεία, αν και έγιναν συζητήσεις, επέλεξε τελικά τον Λεονάρντο.

Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής, ο ατζέντης του είχε δεχθεί επίσημες ενοχλήσεις, από την Μπάγερν Μονάχου, η οποία έψαχνε τον αντικαταστάτη του Γιούργκεν Κλίνσμαν και από τη Ρεάλ Μαδρίτης, κατά την ταραχώδη περίοδο της μεταβατικής διοίκησης πριν από την επιστροφή του Φλορεντίνο Πέρεθ το 2009.

Τις εβδομάδες πριν υπογράψει στην Τουρκία, είχε δεχθεί προτάσεις από ομάδες μεσαίας δυναμικής ή από αναπτυσσόμενα πρωταθλήματα, όπως η Σάντερλαντ, η Σέλτικ και η ΤΣΣΚΑ Μόσχας, τις οποίες απέρριψε καθώς δεν τον κάλυπταν αγωνιστικά

Στις 5 Ιουνίου του 2009 θα αναλάβει την Γαλατασαράι υπογράφοντας διετές συμβόλαιο αλλά δεν θα το εξαντλήσει. Η ομάδα ξεκίνησε τη σεζόν 2009-2010 με ένα εντυπωσιακό σερί νικών, παίζοντας το επιθετικό ποδόσφαιρο που ήθελε ο Ράικαρντ.

Μετά το πρώτο μισό της χρονιάς, η "τσιμπόμ" άρχισε να βγάζει σοβαρά προβλήματα σταθερότητας, ειδικά στην άμυνα. Ο Ράικαρντ δέχτηκε έντονη κριτική επειδή έχασε τα κρίσιμα ντέρμπι από τη μισητή αντίπαλο Φενέρμπαχτσε και την Μπεσίκτας. 

Η ομάδα τελικά τερμάτισε στην απογοητευτική 3η θέση του τουρκικού πρωταθλήματος, μένοντας εκτός των θέσεων του Champions League. Η δεύτερη σεζόν (2010–2011) ξεκίνησε ακόμα χειρότερα αφού υπέστη έναν σοκαριστικό αποκλεισμό στα πλει-οφ του Europa League από την ουκρανική Καρπάτι Λβιβ. 

Μετά από μια εντός έδρας ήττα με 2-4 από την Ανκαραγκουτσού για το πρωτάθλημα, η οποία άφησε την ομάδα στην 9η θέση, η διοίκηση αποφάσισε τη λύση της συνεργασίας τους στις 20 Οκτωβρίου 2010 ύστερα απο 67 παιχνίδια με 37 νίκες, 15 ισοπαλίες και 15 ήττες.

Το φθινόπωρο του 2010, λίγο μετά την αποχώρησή του από την Τουρκία, το όνομά του εξετάστηκε σοβαρά από την Άστον Βίλα, η οποία αναζητούσε μόνιμο αντικαταστάτη για τον Μάρτιν Ο'Νιλ. Αν και υπήρξαν διερευνητικές επαφές μέσω μάνατζερ, ο Ράικαρντ ξεκαθάρισε ότι ήθελε να μείνει εκτός πάγκων τουλάχιστον μέχρι το τέλος της σεζόν.

Κατά τη διάρκεια του 2011, ο Ράικαρντ δέχθηκε κρούσεις από συλλόγους των Ηνωμένων Πολιτειών  που έψαχναν ένα μεγάλο ευρωπαϊκό όνομα για να αναβαθμίσουν το κύρος του πρωταθλήματός τους. Αν και το project της Αμερικής τον γοήτευε λόγω του πιο χαλαρού τρόπου ζωής, η πρόταση της Σαουδικής Αραβίας υπερίσχυσε οικονομικά.

Την 1η Ιουλίου του 2011 θα αναλάβει την εθνική ομάδα της Σαουδικής Αραβίας που ,του προσέφερε ένα άκρως δελεαστικό τριετές συμβόλαιο με αποδοχές που άγγιζαν τα 9 εκατομμύρια δολάρια συνολικά. Δεν θα καταφέρει να την οδηγήσει στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Βραζιλίας,  αποκλείστηκε νωρίς από τα προκριματικά.

Σε συνδυασμό με τον πρόωρο αποκλεισμό της ομάδας από τη φάση των ομίλων στο Κύπελλο Εθνών του Κόλπου, απολύθηκε στις 16 Ιανουαρίου του 2013 ύστερα απο 20 παιχνίδια με 6 νίκες, 6 ισοπαλίες και 8 ήττες.

Αφού απολύθηκε από τη Σαουδική Αραβία, ο Ράικαρντ έλαβε πρόταση από την αγαπημένη του ομάδα, τον Άγιαξ, για να αναλάβει τον ρόλο του τεχνικού συμβούλου ή διευθυντή των ακαδημιών. Ο ίδιος απέρριψε την πρόταση, καθώς είχε πάρει την οριστική απόφαση να απομακρυνθεί πλήρως από το επαγγελματικό ποδόσφαιρο.

Στις 18 Μαρτίου 2014, ανακοίνωσε την οριστική του απόσυρση από την προπονητική μέσω συνέντευξης που παραχώρησε στο ολλανδικό περιοδικό Voetbal International. Σε αυτήν ξεκαθάρισε ότι δεν είχε πλέον την επιθυμία να επιστρέψει στους πάγκους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Όπως έχουν τα πράγματα τώρα, δεν πρόκειται να ξαναγίνω πρώτος προπονητής. Δεν έχω καμία πρόθεση να συνεχίσω σε αυτή τη δουλειά μέχρι τα 60 μου. Είμαι γεμάτος, πέτυχα όσα ήθελα και προτιμώ πλέον να κάνω άλλα πράγματα στη ζωή μου, όπως το να παρακολουθώ αγώνες και να συζητώ για το ποδόσφαιρο, χωρίς όμως το άγχος του πάγκου».

Αργότερα θα αναλάβει πόστο στην ακαδημία Μόντβερς στην Φλόριντα ως ειδικός σύμβουλος για την ανάπτυξη των ποδοσφαιριστών της. Τον Δεκέμβριο του 2016, ο Φρανκ Ράικαρντ παραχώρησε μια σπάνια και εκτενή συνέντευξη στην ισπανική εφημερίδα As, όπου επιβεβαίωσε ξανά με απόλυτο τρόπο ότι η προπονητική του καριέρα είχε τελειώσει οριστικά και ότι δεν είχε καμία πρόθεση να επιστρέψει στους πάγκους.

«Είμαι πολύ χαρούμενος με όσα έζησα στο ποδόσφαιρο, αλλά πλέον η προπονητική ανήκει στο παρελθόν. Είναι μια απόφαση που πήρα συνειδητά και δεν πρόκειται να αλλάξω γνώμη».

Εξήγησε ότι απολάμβανε την ηρεμία του, μακριά από την καθημερινή πίεση, το άγχος των αποτελεσμάτων και τα φώτα της δημοσιότητας, έχοντας αφοσιωθεί αποκλειστικά στην οικογένειά του και θυμήθηκε με νοσταλγία τα χρυσά χρόνια στη Βαρκελώνη, τονίζοντας ότι αισθάνεται περήφανος που υπήρξε μέρος της ιστορίας του συλλόγου και που συνεργάστηκε με παίκτες όπως ο Ροναλντίνιο και ο Λιονέλ Μέσι, αλλά ξεκαθάρισε ότι πλέον προτιμούσε να βλέπει το ποδόσφαιρο απλώς ως θεατής.

Στις 21 Δεκεμβρίου του 2016  ανέφερε σε δηλώσεις του στο ετήσιο σπορ γκαλά του Άμστερνταμ: "Έχω διαφορετικές προτεραιότητες στην ζωή μου, όπως το μεγάλωμα των παιδιών μου. Ίσως κάποια ημέρα να επιστρέψω απο κάποια άλλη θέση στο ποδόσφαιρο, αλλά αυτό θα γίνει όταν είμαι 100% σίγουρος ότι μπορώ να το υποστηρίξω"

Τον Σεπτέμβριο του 2020 σύμφωνα με την ολλανδική εφημερίδα De Telegraaf  του έγινε πρόταση να αναλάβει την εθνική Ολλανδίας ύστερα απο την αποχώρηση του Ρόναλντ Κούμαν για την Μπαρτσελόνα αλλά αρνήθηκε.




  





 


 

 

  

 

  

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...