Ήταν ο "εγκέφαλος" ίσως της σπουδαιότερης γενιάς που έβγαλε το κολομβιανό ποδόσφαιρο στα μέσα της δεκαετίας του '80. Άν και δεν μπόρεσε να κατακτήσει κάποιον σπουδαίο τίτλο με την εθνική της χώρας του, εντούτοις όμως αναδείχτηκε καλύτερος ποδοσφαιριστής της ηπείρου του το 1987 και το 1993. Παράλληλα ήταν από τους πρώτους που αποφάσισαν να παίξουν στην Αμερική με τεράστια μάλιστα επιτυχία.
Γεννήθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1961 στην Σάντα Μάρτα και είχε απο πολύ μικρός ερεθίσματα απο το ποδόσφαιρο μιας και ο πατέρας του ήταν και αυτός ποδοσφαιριστής ο οποίος αγωνίστηκε στην Union Magdalena.
Μάλιστα ξεκίνησε ως επιθετικός αλλά στην συνέχεια οπισθοχώρησε στον χώρο του κέντρου. Επαγγελματικά ξεκίνησε την καριέρα του το 1981 από την Ουνιόν Μαγκνταλένα έχοντας 95 συμμετοχές και 5 γκολ μέχρι και το 1984 όταν και μετεγγράφηκε στην Μιγιονάριος όπου αγωνίστηκε για μόλις μία χρονιά το 1985 έχοντας μεν 33 συμμετοχές και 1, αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος απο τον χρόνο συμμετοχής του.
Μάλιστα ξεκίνησε ως επιθετικός αλλά στην συνέχεια οπισθοχώρησε στον χώρο του κέντρου. Επαγγελματικά ξεκίνησε την καριέρα του το 1981 από την Ουνιόν Μαγκνταλένα έχοντας 95 συμμετοχές και 5 γκολ μέχρι και το 1984 όταν και μετεγγράφηκε στην Μιγιονάριος όπου αγωνίστηκε για μόλις μία χρονιά το 1985 έχοντας μεν 33 συμμετοχές και 1, αλλά δεν ήταν ικανοποιημένος απο τον χρόνο συμμετοχής του.
Χρόνο συμμετοχής που βρήκε στην Ντεπορτίβο Κάλι, βοηθώντας την να διεκδικήσει τα πρωταθλήματα του 1985 και του 1986 όπου τελικά κατετάγη δεύτερη. Συνολικά στους "βερντιμπλάνκος" αγωνίστηκε μέχρι το 1988 έχοντας 143 συμμετοχές και 23 γκολ.
Οι εμφανίσεις του στο Copa America του 1987 όπου και αναδείχτηκε MVP της διοργάνωσης προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών ευρωπαϊκών και λατινοαμερικάνικων συλλόγων. Το όνομά του «έπαιξε» έντονα στα ισπανικά πρωτοσέλιδα της εποχής για την Ρεάλ Μαδρίτης και τις άλλες μεγάλες ομάδες της Ισπανίας
Όμως οι ισπανικοί σύλλογοι δίστασαν να προχωρήσουν σε επίσημη δελεαστική πρόταση, καθώς εκείνη την εποχή υπήρχε αυστηρός περιορισμός ξένων παικτών και θεωρούσαν το στυλ παιχνιδιού του που βασιζόταν στο αργό, εγκεφαλικό τέμπο ρίσκο για το γρήγορο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο.
Σκάουτερ από ομάδες της μεσαίας και ανώτερης τάξης της Ιταλίας έκαναν διερευνητικές επαφές, οι συζητήσεις όμως δεν μετετράπησαν σε επίσημη πρόταση που να ικανοποιεί τις οικονομικές απαιτήσεις της Ντεπορτίβο Κάλι.
Υπήρξαν κρούσεις από πλούσιους συλλόγους του Μεξικού και μεγάλες ομάδες της Αργεντινής που ήθελαν να τον κρατήσουν στη Λατινική Αμερική. Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει πως αν άφηνε το Κάλι, θα το έκανε μόνο για το μεγάλο άλμα στην Ευρώπη.
Η Μονπελιέ έκανε την πιο αποφασιστική, επίσημη και οικονομικά συμφέρουσα πρόταση. Ο ιδιοκτήτης της ομάδας, Λουί Νικολέν, ήθελε να τη μετατρέψει σε υπερδύναμη και έστειλε ανθρώπους στην Κολομβία για να κλείσουν τη μεταγραφή.
Η πρόταση έγινε αμέσως αποδεκτή, καθώς πρόσφερε στον Βαλντεράμα την ευκαιρία να αγωνιστεί στην Ευρώπη σε ένα αναπτυσσόμενο και φιλόδοξο πρότζεκτ. Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθηκαν το ίδιο καλά για τον Κολομβιανό χαφ, μιας και ο τεχνικός Πιέρ Μοσκά δεν τον χρησιμοποιούσε πάρα πολύ, παρά μόνο ως αλλαγή ενώ πολλές φορές τον έστελνε να προπονείται με την τρίτη ομάδα.
Ο Μοσκά αποχώρησε τον Ιούνιο του 1989, την θέση του πήρε ο Εμέ Ζακέ αλλά και πάλι τα δεδομένα δεν άλλαξαν πολύ. Ούτε όμως και ο Ζακέ μακροημέρευσε και τον Φεβρουάριο του 1990 αναλαμβάνει ο Μισέλ Μεζί o οποίος ήταν ο μόνος που πίστεψε στις ικανότητες του.
Ο "El Pibe(σ.σ. το παιδί) πραγματοποίησε σπουδαίες εμφανίσεις στο Κύπελλο Γαλλίας της περιόδου 1989-1990 με κορυφαία όλων απέναντι στην Σέντ Ετιέν στον ημιτελικό. Στον τελικό απέναντι στη Ρασίγκ Κλάμπ Παρί η Μονπελιέ κατακτάει το τρόπαιο αλλά ο ίδιος δεν αγωνίζεται καθόλου, ολοκληρώνοντας την παρουσία του στην γαλλική ομάδα με 91 συμμετοχές και 5 γκολ.
Οι εξαιρετικές του εμφανίσεις στο Κύπελλο Γαλλίας με τη Μονπελιέ είχαν τραβήξει την προσοχή άλλων γαλλικών συλλόγων που εκτιμούσαν την απίστευτη δημιουργικότητά του. Ένιωθε ότι το γαλλικό ποδόσφαιρο ήταν υπερβολικά σκληρό και σωματικό για το δικό του στυλ παιχνιδιού, αναζητώντας ένα πρωτάθλημα με περισσότερη τεχνική.
Όπως και πριν φύγει από την Κολομβία, το όνομά του παρέμενε στα μπλοκάκια Ιταλών σκάουτερ. Παρόλα αυτά, η απροθυμία του Βαλντεράμα να προσαρμοστεί σε αυστηρά αμυντικά τακτικά συστήματα όπως το ιταλικό κατενάτσιο εμπόδισε τη μετατροπή του ενδιαφέροντος σε επίσημη πρόταση.
Μεγάλες ομάδες από την Κολομβία όπως η Ατλέτικο Νασιονάλ και πλούσιοι σύλλογοι από το Μεξικό εξέφρασαν την επιθυμία να τον επαναπατρίσουν. Ήθελε όμως να εξαντλήσει τις πιθανότητές του στην Ευρώπη, επιλέγοντας τελικά την Ισπανία
Το καλοκαίρι του 1991 η Βαγιαδολίδ είχε φτιάξει ήδη μια κολομβιανή παροικία με προπονητή τον Φρανσίσκο Ματουράνα και στο δυναμικό της τους Ρενέ Χιγκίτα και Λέονελ Άλβαρεζ κάνει κίνηση για να τον αποκτήσει. Όμως τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου καλά για την "pucela" και στο τέλος της σεζόν υποβιβάζεται στην Σεκούντα Ντιβιζιόν έχοντας 21 συμμετοχές και 1 γκολ.
Όπως σε κάθε μεταγραφική περίοδο, πλούσιοι μεξικανικοί σύλλογοι που παραδοσιακά προσέλκυαν τους κορυφαίους Κολομβιανούς παίκτες του πρόσφεραν πολύ υψηλά συμβόλαια. Προτίμησε τον επαναπατρισμό στην Κολομβία για να είναι κοντά στην οικογένειά του και στο εγχώριο περιβάλλον.
Ορισμένες ομάδες της μεσαίας του ισπανικού πρωταθλήματος, που αναγνώριζαν την ατομική του ποιότητα παρά την κακή πορεία της Βαγιαδολίδ, εξέτασαν την περίπτωσή του. Ήταν απογοητευμένος από τη συμπεριφορά της διοίκησης της Βαγιαδολίδ και το κλίμα στην Ισπανία, απορρίπτοντας κάθε σκέψη να παραμείνει στην Ευρώπη.
Η Ιντεπεντιέντε Μεντεγίν κινήθηκε με απόλυτη σοβαρότητα και του κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομικά και αθλητικά πρόταση. Θέλοντας να βρει ξανά την ποδοσφαιρική του ηρεμία και να προετοιμαστεί κατάλληλα με την Εθνική Κολομβίας για τα προκριματικά του Μουντιάλ 1994, αποδέχθηκε την πρόταση και επέστρεψε στην πατρίδα του το 1992.
Επέστρεψε στα πάτρια εδάφη για το δεύτερο μισό του 1992 με 10 συμμετοχές και 1 γκολ. Η διοίκηση της Ατλέτικο Τζούνιορ με επικεφαλής την ισχυρή οικογένεια Σαρ, ήθελε πάση θυσία να χτίσει μια ομάδα-μοντέλο για να κατακτήσει το πρωτάθλημα.
Προσέφεραν ένα τεράστιο οικονομικό πακέτο στην Ιντεπεντιέντε Μεντεγίν για να σπάσουν το συμβόλαιό του, ενώ στον ίδιο τον Βαλντεράμα έδωσαν ένα από τα πιο ακριβά συμβόλαια στην ιστορία του κολομβιανού ποδοσφαίρου μέχρι τότε.
Η Μπαρανκίγια (η έδρα της Ατλέτικο Τζούνιορ) ήταν η πόλη-στρατηγείο της Εθνικής Κολομβίας, καθώς εκεί έδινε η εθνική ομάδα τους εντός έδρας αγώνες της. Ήταν ήδη ο απόλυτος είδωλο της πόλης και επιπλέον, το θερμό κλίμα της Μπαρανκίγια και η κουλτούρα της περιοχής της Καραϊβικής ταίριαζαν απόλυτα στον χαρακτήρα και στον τρόπο ζωής του, καθώς ο ίδιος είχε γεννηθεί στην κοντινή Σάντα Μάρτα.
Αναδείχτηκε πρωταθλητής Κολομβίας το 1993 και το 1995 με 89 συμμετοχές και 10 γκολ. Μάλιστα το 1994 είχε φτάσει μέχρι και τα ημιτελικά του Κόπα Λιμπερταδόρες όπου και αποκλείστηκε από την μετέπειτα πρωταθλήτρια Βελέζ Σάρσφιλντ στην διαδικασία των πέναλντι.
Tον Ιανουάριο του 1995 ήταν πολύ κοντά στο να παίξει στην Αργεντινή με την φανέλα της Νιούελς Όλντ Μπόις, όμως τελικά η συμφωνία δεν ευοδώθηκε μιας και δεν τηρήθηκε όσον αφορά το χρηματικό μέρος αφού η Νιούελς υπολόγιζε στην πώληση του Νορμπέρτο Σκοπόνι στο Μεξικό που δεν πραγματοποιήθηκε τελικά.
Στα μέσα της δεκαετίας του '90, η ιαπωνική λίγκα ξόδευε αμύθητα ποσά για να προσελκύσει αστέρες εκεί έπαιζαν παίκτες όπως ο Ζίκο και ο Λίνεκερ. Δέχθηκε κρούση με πολύ υψηλές οικονομικές απολαβές, αλλά απέρριψε την προοπτική λόγω της τεράστιας πολιτισμικής και γεωγραφικής απόστασης από την πατρίδα του.
Μεγάλες ομάδες από το Μεξικό και την Αργεντινή (που πάντα εκτιμούσαν το Toque-στυλ παιχνιδιού του) εξέφρασαν ενδιαφέρον για να τον αποκτήσουν. Ένιωθε ότι ο κύκλος του στη Λατινική Αμερική είχε κλείσει με τα πρωταθλήματα που κατέκτησε στην Ατλέτικο Τζούνιορ (1993, 1995)
Η ομάδα της Μπαρανκίγια ήθελε να τον κρατήσει μέχρι το τέλος της καριέρας του. Όμως, η πρόκληση της Αμερικής και η επιμονή των ανθρώπων του MLS τον έπεισαν να δοκιμάσει κάτι εντελώς καινούργιο, λέγοντας στον μάνατζέρ του το περίφημο: «Πάμε να το ζήσουμε».
Το 1996 ήταν η παρθενική σεζόν στην ιστορία του MLS, οι Αμερικανοί διοργανωτές έψαχναν εμβληματικές προσωπικότητες του παγκοσμίου ποδοσφαίρου για να τραβήξουν το ενδιαφέρον των φιλάθλων ειδικά της μεγάλης κοινότητας των Λατινοαμερικανών στις ΗΠΑ και πρόσφεραν στον Βαλντεράμα τον ρόλο του ηγέτη αυτής της νέας προσπάθειας.
Η πρόταση των ΗΠΑ συνοδευόταν από ένα εξαιρετικό συμβόλαιο, εμπορικές συμφωνίες και την προοπτική μιας εξαιρετικής ποιότητας ζωής για τον ίδιο και την οικογένειά του σε ένα ασφαλές και οργανωμένο περιβάλλον, μακριά από την πίεση των οπαδών στη Λατινική Αμερική.
Στα 34 του χρόνια, ο Βαλντεράμα δεν χρειαζόταν πλέον να αποδείξει τίποτα στην Ευρώπη. Το MLS τού πρόσφερε ένα πρωτάθλημα με λιγότερη τακτική πίεση και σκοπιμότητα, επιτρέποντάς του να παίξει το ελεύθερο, δημιουργικό ποδόσφαιρο που αγαπούσε
Το 1996 αποφασίζει να πάει στην Αμερική και στην εξαετία που έκατσε αγωνίστηκε στους Τάμπα Μπέι Μιούτινι τις διετίες 1995-1997 και 1999-2001 με 131 συμμετοχές και 13 γκολ,
Το νέο πρωτάθλημα στην Αμερική θα ξεκινούσε την άνοιξη του 1997, οπότε θα έμενε εκτός επίσημων αγωνιστικών υποχρεώσεων με τους Τάμπα Μπέι Μιούτινι για σχεδόν 5-6 μήνες. Εκείνη την περίοδο, η Εθνική Κολομβίας βρισκόταν στη μέση των κρίσιμων και εξαιρετικά απαιτητικών προκριματικών της Νοτίου Αμερικής για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας (Μουντιάλ 1998).
Ως αρχηγός και απόλυτος ηγέτης της εθνικής του ομάδας, ο «Ελ Πίμπε» δεν γινόταν να μείνει άπραγος για τόσους μήνες. Χρειαζόταν επίσημα παιχνίδια στα πόδια του για να βρίσκεται σε κορυφαία φυσική και αγωνιστική κατάσταση.
Η Ντεπορτίβο Κάλι είχε αναδειχθεί πρωταθλήτρια Κολομβίας το 1996 και έψαχνε ένα μεγάλο όνομα για να ενισχύσει το ρόστερ της ενόψει των αγώνων του Κόπα Λιμπερταδόρες του 1997.
Η επιστροφή του Βαλντεράμα στην ομάδα όπου είχε μεγαλουργήσει στα '80s αποτέλεσε την ιδανική λύση: η Κάλι απέκτησε έναν ηγέτη για το υψηλότερο επίπεδο της Λατινικής Αμερικής μέχρι να ξεκινήσει ξανά το MLS.
Θα πραγματοποιήσει 21 συμμετοχές και 5 τέρματα και θα επιστρέψει στην Τάμπα στην Φλόριντα. Τον Ιανουάριο του 1998, οι Μαϊάμι Φιούζιον που ιδρύθηκαν το 1997 χρειαζόταν επειγόντως έναν κορυφαίο σταρ για να γεμίσει το γήπεδο και να προσελκύσει το ενδιαφέρον των φιλάθλων, ειδικά της τεράστιας κοινότητας Λατινοαμερικανών που ζούσε στο Νότιο κομμάτι της Φλόριντα.
Ο Βαλντεράμα, όντας ο πιο αναγνωρίσιμος παίκτης του πρωταθλήματος, ήταν το τέλειο πρόσωπο για το μάρκετινγκ της νέας ομάδας. Σύμφωνα με μετέπειτα δηλώσεις των τότε ανθρώπων των Τάμπα Μπέι Μιούτινι, η μεταγραφή αυτή δεν ήταν επιθυμία του συλλόγου, αλλά επιβλήθηκε από το MLS.
Η λίγκα ουσιαστικά «αναδιένειμε» το ταλέντο του Κολομβιανού σούπερ σταρ για να εξασφαλίσει την επιβίωση και την εμπορική επιτυχία του νέου εγχειρήματος στο Μαϊάμι. Η θητεία του στο Μαϊάμι δεν κράτησε πολύ έχοντας 25 συμμετοχές και 3 γκολ, αφού τον Απρίλιο του 1999, μετά από μόλις έναν χρόνο, επέστρεψε εσπευσμένα στους Τάμπα Μπέι Μιούτινι.
Αυτό συνέβη επειδή ήρθε σε ρήξη με τον προπονητή του Μαϊάμι, Ίβο Βόρτμαν, όταν τον άφησε στον πάγκο θεωρώντας ότι δεν ταίριαζε στα πλάνα του, δημιουργώντας ένα «αξεπέραστο αδιέξοδο» στις σχέσεις τους.
Για να λύσει το πρόβλημα, ο επίτροπος του MLS παρενέβη ξανά και διέταξε την άμεση επιστροφή του «Ελ Πίμπε» στην παλιά του ομάδα στην Τάμπα. Η σεζόν του 2001 ήταν πολύ δύσκολη για την Τάμπα, η οποία βρισκόταν σε ένα αρνητικό σερί 10 αγώνων χωρίς νίκη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα πίεσης, ο 39χρονος τότε Βαλντεράμα έχασε την ψυχραιμία του, αποβλήθηκε δύο φορές σε σύντομο χρονικό διάστημα επειδή έφτυσε αντιπάλους, ενώ στις 29 Μαΐου 2001, κατά τη διάρκεια μιας προπόνησης, γρονθοκόπησε τον συμπαίκτη του Έρικ Κουίλ
Η διοίκηση και ο προπονητής Αλφόνσο Μονδέλο έκριναν ότι ο Κολομβιανός σταρ είχε μετατραπεί σε «αρνητική επιρροή» για την ομάδα. Οι Μιούτινι αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν την αξία του για να αναδομήσουν το ρόστερ τους, παραχωρώντας τον Βαλντεράμα μαζί με τον τερματοφύλακα Σκοτ Γκάρλικ και τον αμυντικό Ρίτσι Κότσαου, απέκτησαν από το Κολοράντο τον 23χρονο ελπιδοφόρο τερματοφύλακα Άντιν Μπράουν και επιλογές στο ντραφτ, στρέφοντας το πλάνο τους σε νεότερους παίκτες.
Οι Κολοράντο Ράπιντς αντιμετώπιζαν επίσης σοβαρά αγωνιστικά προβλήματα και έψαχναν έναν έμπειρο ηγέτη για να σώσει τη χρονιά. Ο γενικός διευθυντής τους, Νταν Κάουνς, πίστευε ότι η ποιότητα του «Ελ Πίμπε» στη δημιουργία φάσεων θα μεταμόρφωνε την ομάδα και παρά το ρίσκο του χαρακτήρα του, πήραν την απόφαση να τον αποκτήσουν
Θα έχει 46 συμμετοχές και 2 γκολ με 16 ασίστ και θα οδηγήσει τους Ράπιντς στα πλέι-οφ του MLS και μέχρι τα ημιτελικά της διοργάνωσης, όπου αποκλείστηκαν τελικά από τους Λος Άντζελες Γκάλαξι.
Μετά τον αποκλεισμό στα τέλη του 2002, ο Βαλντεράμα ανακοίνωσε την απόσυρσή του από το MLS, έχοντας καταγράψει συνολικά στην καριέρα του στην Αμερική 114 ασίστ. Συνολικά στην Major League Soccer αγωνίστηκε σε 202 παιχνίδια πετυχαίνοντας 18 γκολ, αναδείχτηκε δεύτερος στις ασίστ όλων των εποχών, ενώ το 2005 συμπεριλήφθηκε στην καλύτερη ενδεκάδα της τελευταίας δεκαετίας.
Την 1η Φεβρουαρίου του 2004 έδωσε τον αποχαιρετιστήριο αγώνα του στο "Μετροπόλιταν Στάντιουμ" της Μπαρανκίγια παρουσία 56.000 θεατών στον οποίον συμμετείχαν σπουδαίες προσωπικότητες της Νοτίου Αμερικής όπως ο Ντιέγκο Μαραντόνα, ο Έντσο Φραντσέσκολι, και ο Χοσέ Λουίς Σιλαβέρτ.
Στους "καφετέρος" έκανε για πρώτη φορά ντεμπούτο στις 27 Οκτωβρίου του 1985 απέναντι στην Παραγουάη στην Ασουνσιόν για τα Προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1986. Πήρε μέρος σε τρεις τελικές φάσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1990 στην Ιταλία, το 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες και το 1998 στην Γαλλία όπου ήταν βασικός σε όλα τα παιχνίδια.
Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών με 111 έχοντας και 11 γκολ και στις 26 Ιουνίου του 1998 στην Λάνς απέναντι στην Αγγλία φόρεσε για τελευταία φορά την φανέλα της εθνικής του ομάδας. Επίσης μαζί με τους Φρέντι Ρινκόν και Φαρίντ Μοντραγκόν είναι οι μοναδικοί που έχουν αγωνιστεί σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα.
Είναι ο ρέκορντμαν συμμετοχών με 111 έχοντας και 11 γκολ και στις 26 Ιουνίου του 1998 στην Λάνς απέναντι στην Αγγλία φόρεσε για τελευταία φορά την φανέλα της εθνικής του ομάδας. Επίσης μαζί με τους Φρέντι Ρινκόν και Φαρίντ Μοντραγκόν είναι οι μοναδικοί που έχουν αγωνιστεί σε τρία Παγκόσμια Κύπελλα.
Σήμα κατατεθέν του το μαλλί "αφάνα" κάνοντας τον έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ποδοσφαιριστές σε όλο τον κόσμο, ενώ και ο Πελέ τον συμπεριέλαβε στην λίστα με τους 100 κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών.
Είναι ο πρώτος και μοναδικός, μέχρι στιγμής Κολομβιανός που έχει εγκατασταθεί στο Hall of Fame του Παγκόσμιου Ποδοσφαίρου, σε τελετή που πραγματοποιήθηκε στις 12 Νοεμβρίου του 2014, στην πόλη Πατσούκα.
Το 2007 ανέλαβε ασίσταντ μάνατζερ της Ατλέτικο Τζούνιορ και μάλιστα την 1η Νοεμβρίου επιτέθηκε στον διαιτητή της αναμέτρησης με την Αμέρικα Κάλι όταν καταλογίστηκε πέναλτι κατά της ομάδας του μπαίνοντας στο γήπεδο κουνώντας μερικά χαρτονομίσματα στο πρόσωπο του.
Του επιβλήθηκε ποινή αποκλεισμού απο τους αγωνιστικούς χώρους 10 αγωνιστικών και ένα πολύ υψηλό πρόστιμο. Το 2006 η πόλη της Σάντα Mαρία για να τον τιμήσει ανέγειρε το άγαλμα του στην είσοδο του σταδίου "Estadio Eduardo Santos", ενώ ήταν και προπονητής στην ακαδημία ποδοσφαίρου Clearwater Galactics στην Φλόριντα.
