Είναι ο κορυφαίος σκόρερ των τελικών φάσεων του Παγκοσμίου Κυπέλλου αφού με τα 16 που έχει επιτύχει ξεπέρασε τόσο τον Ρονάλντο όσο και τον Γκέρντ Μίλερ. Ο λόγος για τον Μίροσλαβ Κλόζε ο οποίος προέρχεται απο οικογένεια αθλητών, ο πατέρας του επαγγελματίας ποδοσφαιριστής και η μητέρα του αθλήτρια του χάντμπολ.
Γεννήθηκε στις 9 Ιουνίου του 1978 στο Οπόλε της Πολωνίας, ο πατέρας του άνηκε στην γερμανική μειονότητα της Σιλεσίας η οποία μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου παραχωρήθηκε στην Πολωνία.
Σε ηλικία 2 ετών θα βρεθεί στην Γαλλία, στην Οσέρ μιας και εκεί αγωνίστηκε ο πατέρας του, ενώ στην ηλικία των 8 ετών η οικογενειά του εγκαταστάθηκε στο Κούσελ κάνοντας χρήση του "Δικαιώματος της επιστροφής", πληθυσμοί γερμανικής καταγωγής που έμεναν σε χώρες που άνηκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Θα ξεκινήσει την καριέρα του στην SG Blaubach-Diedelkopf που αγωνιζόταν στην έβδομη κατηγορία. Θα αναβαθμιστεί ανεβαίνοντας δύο κατηγορίες, στην FC Homburg με την οποία είχε 33 συμμετοχές και 11 γκολ.
Σε ηλικία 2 ετών θα βρεθεί στην Γαλλία, στην Οσέρ μιας και εκεί αγωνίστηκε ο πατέρας του, ενώ στην ηλικία των 8 ετών η οικογενειά του εγκαταστάθηκε στο Κούσελ κάνοντας χρήση του "Δικαιώματος της επιστροφής", πληθυσμοί γερμανικής καταγωγής που έμεναν σε χώρες που άνηκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας.
Θα ξεκινήσει την καριέρα του στην SG Blaubach-Diedelkopf που αγωνιζόταν στην έβδομη κατηγορία. Θα αναβαθμιστεί ανεβαίνοντας δύο κατηγορίες, στην FC Homburg με την οποία είχε 33 συμμετοχές και 11 γκολ.
Καθώς έπαιζε ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό επίπεδο, ο Κλόζε δεν ζούσε από αυτό και είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ξυλουργός/σκεπαστής οροφών, δουλεύοντας κανονικά στο επάγγελμα. Ο τότε πρόεδρος της Χόμπουργκ μετακινήθηκε στη Σααρμπρίκεν και πήρε μαζί του τους πέντε καλύτερους παίκτες, ξεχνώντας ή προσπερνώντας τον Κλόζε.
Μετά τη χρεοκοπία της Χόμπουργκ, ο πρώην προπονητής του στα τμήματα υποδομής, Έριχ Μπερντ, τον πρότεινε στην Καϊζερσλάουτερν. Εκεί εντάχθηκε αρχικά στη δεύτερη ομάδα (ερασιτέχνες), προτού τον ξεχωρίσει ο Ότο Ρεχάγκελ και τον προωθήσει στην πρώτη ομάδα.
Τον Γενάρη του 2000 θα του προταθεί επαγγελματικό συμβόλαιο όμως εκείνος θα το αρνηθεί γιατί θεωρούσε ότι άξιζε κάτι καλύτερο, οι οικονομικοί όροι και το καθεστώς παρέπεμπαν σε παίκτη χαμηλών κατηγοριών (ουσιαστικά ερασιτεχνικό/ημιεπαγγελματικό).
Όπως δήλωσε αργότερα, δεν ήθελε να υπογράψει κάτι που δεν θα τον αντιμετώπιζε ως πραγματικό επαγγελματία. Η εξαιρετική του παρουσία στις προπονήσεις της πρώτης ομάδας υπό τον Ότο Ρεχάγκελ και η ανάγκη να «δεθεί» νομικά ο παίκτης οδήγησαν την ομάδα σε βελτιωμένη πρόταση.
Η υπογραφή του κανονικού επαγγελματικού συμβολαίου έγινε λίγο πριν ή αμέσως μετά το επίσημο ντεμπούτο του στην Bundesliga στις 15 Απριλίου 2000. Το 2002, η Καϊζερσλάουτερν βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας λόγω κακής οικονομικής διαχείρισης και ενός μεγάλου φορολογικού σκανδάλου.
Χρειαζόταν άμεσα ρευστότητα για να εξασφαλίσει την άδεια συμμετοχής στο πρωτάθλημα και για να βρει γρήγορα χρήματα, η διοίκηση του συλλόγου ήρθε σε συμφωνία με την εταιρεία Lotto Rheinland-Pfalz GmbH (την κρατική εταιρεία λοταρίας και τυχερών παιχνιδιών του κρατιδίου της Ρηνανίας-Παλατινάτου).
Η εταιρεία αγόρασε το 100% των μεταγραφικών δικαιωμάτων του Κλόζε έναντι 5 εκατομμυρίων ευρώ. Δεν αγόρασε τον παίκτη για να τον κρατήσει, αλλά ως επένδυση/δάνειο και έγινε αμέσως σαφές ότι ο Κλόζε έπρεπε να πουληθεί σε άλλη ομάδα το συντομότερο δυνατό, ώστε η εταιρεία να πάρει πίσω τα 5 εκατομμύρια ευρώ της.
Η κατάσταση αυτή οδήγησε τελικά στην παραχώρησή του, τον Μάρτιο του 2004, η Βέρντερ Βρέμης αγόρασε τον Κλόζε για το καθορισμένο ποσό των 5 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία πήγαν απευθείας για την εξόφληση της εταιρείας, ολοκληρώνοντας αυτό το ιδιαίτερο ιδιοκτησιακό καθεστώς
Ύστερα απο 170 παιχνίδια και 70 τέρματα με τους "κόκκινους διαβόλους" θα φύγει απο την Ρηνανία-Παλατινάτο και θα αγωνιστεί στους "πράσινους" της Βρέμης για 3 χρόνια. Κατέκτησε το Λιγκ Καπ του 2006, ενώ την περίοδο 2005-2006 αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της Μπουντεσλίγκα με 25 τέρματα, έχοντας σε 132 παιχνίδια 63 γκολ.
Η Βέρντερ Βρέμης προσπάθησε να τον κρατήσει προσφέροντάς του ένα μυθικό νέο συμβόλαιο με ετήσιες αποδοχές που άγγιζαν τα 4,2 εκατομμύρια ευρώ (από 2,8 που έπαιρνε). Ωστόσο, ο ίδιος είχε αποφασίσει να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα, έχοντας στα χέρια του προτάσεις από κορυφαία ευρωπαϊκά κλαμπ.
Η Μπαρτσελόνα εξέταζε την περίπτωσή του ως μια εξαιρετική, αξιόπιστη λύση για την κορυφή της επίθεσης, θέλοντας να προσθέσουν βάθος και δύναμη δίπλα στους Ροναλντίνιο, Ετό και τον νεαρό τότε Μέσι.
Η Γιουβέντους επέστρεφε τότε στη Serie A μετά τον υποβιβασμό της λόγω του σκανδάλου Calciopoli και αναζητούσε έναν επιθετικό παγκόσμιας κλάσης για να ηγηθεί της νέας της εποχής. Το όνομά του βρέθηκε στα ραντάρ της «Βασίλισσας» ως εναλλακτική λύση, καθώς το προφίλ του ως κλασικό «9άρι» της περιοχής ταίριαζε απόλυτα στις απαιτήσεις του ισπανικού πρωταθλήματος.
Άρσεναλ και Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έδειξαν ενδιαφέρον με τον Αρσέν Βενγκέρ να εκτιμά ιδιαίτερα την ομαδικότητα και την πειθαρχία του Γερμανού φορ.
Η Μπάγερν Μονάχου κινήθηκε με απόλυτη επιθετικότητα το καλοκαίρι του 2007, πραγματοποιώντας τη λεγόμενη «θερινή αντεπίθεση» για να αναγεννήσει το ρόστερ της, προσέφερε στον Κλόζε ηγετικό ρόλο και ένα εξαιρετικό τετραετές συμβόλαιο.
Ο Κλόζε ήθελε να παραμείνει σε ένα οικείο περιβάλλον στη Γερμανία για χάρη της οικογένειάς του και των μικρών παιδιών του. Η Μπάγερν τον έπεισε επειδή την ίδια περίοδο απέκτησε παίκτες όπως ο Φρανκ Ριμπερί και ο Λούκα Τόνι, δημιουργώντας μια ομάδα έτοιμη να σαρώσει τους τίτλους όπως και έγινε, κατακτώντας το νταμπλ την αμέσως επόμενη σεζόν.
Άν και η Βέρντερ προτιμούσε να τον πουλήσει στο εξωτερικό για να μην ενισχύσει έναν άμεσο ανταγωνιστή, η επιθυμία του παίκτη να ντυθεί στα κόκκινα έπαιξε καθοριστικό ρόλο, με τη μεταγραφή να κλείνει τελικά γύρω στα 12 με 15 εκατομμύρια ευρώ.
Υπήρχε όμως έντονο παρασκήνιο αφού υπήρξε κρυφή συνάντηση του Μίροσλαβ Κλόζε με τους ανθρώπους της Μπάγερν Μονάχου στις 26 Απριλίου 2007, σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο του Ανόβερου, με τους Μίροσλαβ Κλόζε, τον μάνατζέρ του, Αλεξάντερ Σουτ, τον προπονητή της Μπάγερν Ότμαρ Χίτσφελντ, και τον γενικό διευθυντή Ούλι Χένες παρόντες.
Το μεγάλο πρόβλημα δεν ήταν απλά η συνάντηση, αλλά η χρονική στιγμή που επιλέχθηκε, πραγματοποιήθηκε μόλις λιγότερο από 24 ώρες πριν από έναν κρίσιμο αγώνα της Βέρντερ Βρέμης αντιμετώπιζε την επόμενη μέρα την Εσπανιόλ για τα ημιτελικά του Κυπέλλου UEFA.
Η Βέρντερ έχασε εκείνο το ματς με 3-0, με τον Κλόζε να κάνει μια από τις χειρότερες εμφανίσεις του και να αποβάλλεται με κόκκινη κάρτα, γεγονός που έκανε τους οπαδούς και τη διοίκηση έξαλλους όταν αποκαλύφθηκαν τα καθέκαστα.
Παρά τα μέτρα μυστικότητας, η συνάντηση διέρρευσε στον γερμανικό Τύπο κυρίως στη Bild λίγες μέρες αργότερα. Ο αθλητικός διευθυντής της Βέρντερ, Κλάους Άλοφς, κατηγόρησε δημόσια την Μπάγερν για έλλειψη σεβασμού και για «παράνομη» προσέγγιση ποδοσφαιριστή που δεσμευόταν με συμβόλαιο, παραβιάζοντας τους κανονισμούς της FIFA.
Η Μπάγερν αναγκάστηκε να εκδώσει επίσημη ανακοίνωση, ζητώντας συγγνώμη από τη Βέρντερ Βρέμης για το timing της συνάντησης, παραδεχόμενη ότι ήταν λάθος. Μετά την αποκάλυψη, το κλίμα για τον Κλόζε στη Βρέμη έγινε μη αναστρέψιμο, στα εναπομείναντα παιχνίδια της σεζόν, οι οπαδοί της Βέρντερ τον αποδοκίμαζαν έντονα σε κάθε του επαφή με την μπάλα, αποκαλώντας τον «προδότη».
Αν και το αρχικό πλάνο της Μπάγερν και η επιθυμία της Βέρντερ ήταν να ολοκληρώσει το συμβόλαιό του και να μετακινηθεί στο Μόναχο ως ελεύθερος το 2008, η κατάσταση έγινε τόσο τοξική που η Βέρντερ αναγκάστηκε να τον πουλήσει εσπευσμένα το καλοκαίρι του 2007 για να ηρεμήσουν τα πνεύματα.
Στο Μόναχο θα κατακτήσει δύο Πρωταθλήματα το 2008 και το 2010, 2 Κύπελλα το 2008 και το 2010, το Λιγκ Καπ του 2007 και το Σούπερ Καπ του 2010, θα είναι φιναλίστ του τελικού της Μαδρίτης όπου οι "κόκκινοι" θα γνωρίσουν την ήττα απο την Ίντερ, έχοντας 149 παιχνίδια και 53 τέρματα.
Το συμβόλαιό του έληγε τον Ιούνιο του 2011, ο Κλόζε, που ήταν τότε 33 ετών, ζητούσε διετές συμβόλαιο συνεργασίας. Η Μπάγερν, ακολουθώντας την αυστηρή πολιτική της για παίκτες άνω των 30, του προσέφερε μόνο μονοετές συμβόλαιο με οψιόν ανανέωσης και καμία πλευρά δεν υποχώρησε.
Τη σεζόν 2010-2011, ο προπονητής Λουίς φαν Χάαλ χρησιμοποιούσε σχεδόν αποκλειστικά ως βασικό τον Μάριο Γκόμεζ (ο οποίος έκανε εξαιρετική χρονιά). Ο Κλόζε είχε υποβαθμιστεί σε αναπληρωματικό, ξεκινώντας βασικός σε ελάχιστα ματς στην Bundesliga, και ήθελε να πάει σε μια ομάδα όπου θα έπαιζε σταθερά για να μην χάσει τη θέση του στην Εθνική Γερμανίας ενόψει του Euro 2012.
Καθώς έμενε ελεύθερος χωρίς κόστος μεταγραφής και παρέμενε ένας από τους πιο αξιόπιστους επιθετικούς στην Ευρώπη, δέχτηκε πολλές και δελεαστικές προτάσεις. Η Βαλένθια κατέθεσε επίσημη πρόταση, θέλοντας να εκμεταλλευτεί την εμπειρία του για τις ευρωπαϊκές της διοργανώσεις, όμως ο Κλόζε προτίμησε το ιταλικό πρότζεκτ.
Υπήρξε έντονο ενδιαφέρον από την Γιουβέντους που αναζητούσε έμπειρους παίκτες για τη γραμμή κρούσης, αλλά δεν του εγγυόταν τον χρόνο συμμετοχής που ήθελε. Έβερτον και Τότεναμ έκαναν διερευνητικές κρούσεις, με τις δύο ομάδες να επιθυμούν να προσθέσουν την ποιότητά του στο ρόστερ τους.
Η Γαλατασαράι του πρόσφερε ένα άκρως δελεαστικό οικονομικό πακέτο, αλλά ο Κλόζε απέρριψε την προοπτική αυτή για οικογενειακούς λόγους, προτιμώντας ένα πιο ανταγωνιστικό πρωτάθλημα στην κεντρική Ευρώπη.
Υπήρξε μια συναισθηματική κίνηση-πρόταση από την πρώτη του επαγγελματική ομάδα, αλλά η «Λάουτερν» δεν μπορούσε να καλύψει το συμβόλαιό του, ούτε να του προσφέρει το επίπεδο πρωταθλητισμού που επιθυμούσε.
Η Λάτσιο κινήθηκε πολύ γρήγορα και έξυπνα, του προσέφεραν ακριβώς αυτό που ζητούσε, διετές συμβόλαιο με υψηλές αποδοχές (περίπου 2 εκατομμύρια ευρώ ετησίως) και εγγυημένη θέση βασικού στην επίθεση.
Η προοπτική να ζήσει στη Ρώμη και να αγωνιστεί στη Serie A τον γοήτευσε και με τους "λατσιάλι" αγωνίστηκε πέντε χρόνια όπου σε 170 παιχνίδια πέτυχε 63 τέρματα ένατος στην σχετική λίστα και πανηγύρισε την περίοδο 2012-2013 την κατάκτηση του Κυπέλλου Ιταλίας κόντρα στην "αιώνια" αντίπαλο Ρόμα.
Τον Μάιο του 2016 ο Κλόζε ανακοίνωσε πως δεν θα ανανεώσει το συμβόλαιο του με την Λάτσιο και λίγους μήνες αργότερα ανακοίνωσε την απόσυρση του απο τους αγωνιστικούς χώρους. Είχε δικαίωμα να επιλέξει να αγωνιστεί με την εθνική ομάδα τριών χωρών, της Γερμανίας, της Πολωνίας αλλά και της Γαλλίας.
Ο τότε προπονητής της εθνικής Πολωνίας Γιέρζι Ένγκελ ταξίδεψε μέχρι το Καιζερσλάουτερν για να τον πείσει να αγωνιστεί με την Πολωνία, αλλά τελικά επέλεξε την Γερμανία, με την οποία έκανε ντεμπούτο στις 24 Μαρτίου του 2001 κόντρα στην Αλβανία για την προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2002 όπου και σκόραρε.
Στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας έφτασε μέχρι τον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, πετυχαίνοντας πέντε γκολ τρία κόντρα στην Σαουδική Αραβία και απο ένα κόντρα σε Ιρλανδία και Καμερούν όλα στην πρώτη φάση καταλαμβάνοντας την δεύτερη θέση πίσω απο τον Ρονάλντο.
Στο Ευρωπαϊκό του 2004 αγωνίστηκε σε δύο παιχνίδια αφού δεν ήταν καθόλα έτοιμος, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 σκόραρε απο δύο γκολ κόντρα σε Κόστα Ρίκα και Εκουαδόρ ενώ στα προημιτελικά ισοφάρισε την Αργεντινή οδηγώντας το παιχνίδι στην παράταση.
Στο Ευρωπαϊκό του 2008 πέτυχε δύο γκολ κόντρα σε Πορτογαλία και Τουρκία αλλά στον τελικό το συγκρότημα του Γιόακιμ Λεβ ηττήθηκε απο την Ισπανία. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Νοτίου Αφρικής βρήκε δίχτυα κόντρα σε Αυστραλία, Αγγλία αλλά και Αργεντινή εις διπλούν, στο παιχνίδι με την Σερβία αποβλήθηκε και δεν έπαιξε κόντρα στην Γκάνα, με την Ισπανία να την αποκλείει απο τον τελικό.
Στο Ευρωπαϊκό του 2012 ερχόταν απο τον πάγκο ως αλλαγή του Μάριο Γκόμεζ, παρόλα αυτά πρόλαβε να πετύχει ένα γκολ κόντρα στην Ελλάδα στα προημιτελικά, με την Γερμανία να μένει εκτός τελικού απο την Ιταλία.
Τελευταία παράσταση σε εθνικό επίπεδο το Παγκόσμιο Κύπελλο της Βραζιλίας εκεί όπου θα αναδειχθεί Παγκόσμιος Πρωταθλητής. Θα πετύχει δύο τέρματα κόντρα στην Γκάνα και στην Βραζιλία στο εμφατικό 7-1 και θα γίνει ο τρίτος παίκτης στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων που σκοράρει σε τέσσερα Παγκόσμια Κύπελλα μετά τον Ούβε Ζέελερ και τον Πελέ.
Το κυριότερο όμως ήταν ότι έγινε ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων ξεπερνώντας τον Βραζιλιάνο Ρονάλντο, μέχρι να τον ξεπεράσει ο Λιονέλ Μέσι στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2026.
Τον Αύγουστο του 2014 ανακοίνωσε την αποχώρηση του απο την εθνική ομάδα μετρώντας 137 συμμετοχές δεύτερος πίσω απο τον Λόταρ Ματέους και 71 γκολ πρώτος σκόρερ όλων των εποχών.
Έχει πετύχει πέντε τέρματα σε δύο διοργανώσεις όπως ο Τόμας Μίλερ και ο Τεόφιλο Κουμπίγιας, ενώ έγινε ο παίκτης που αγωνίζεται σε 2 τελικούς με την μεγαλύτερη ημερολογιακή διαφορά μεταξύ τους καταρρίπτοντας το ρεκόρ του Πελέ.
Έχει πετύχει πέντε τέρματα σε δύο διοργανώσεις όπως ο Τόμας Μίλερ και ο Τεόφιλο Κουμπίγιας, ενώ έγινε ο παίκτης που αγωνίζεται σε 2 τελικούς με την μεγαλύτερη ημερολογιακή διαφορά μεταξύ τους καταρρίπτοντας το ρεκόρ του Πελέ.
Απο την στιγμή που ανακοίνωσε την απόσυρση του, ο Λέβ του πρότεινε να αναλάβει ρόλο στο τεχνικό επιτελείο της εθνικής ομάδας κάτι που έγινε, αφού στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Ρωσίας το 2018 ήταν ο προπονητής των επιθετικών της "νάτσιοναλ μάντσαφτ",
Στην συνέχεια ανέλαβε την U-17 της Μπάγερν κερδίζοντας το τοπικό Πρωτάθλημα, ενώ τον Μάιο του 2020 βρέθηκε στο πλευρό του Χάνσι Φλικ στην πρώτη ομάδα. Το 2021 η Μπάγερν ήταν χωρισμένη στα δύο λόγω της βιβλικής σύγκρουσης ανάμεσα στον προπονητή Χάνσι Φλικ και τον αθλητικό διευθυντή Χασάν Σαλιχάμιτζιτς για τον μεταγραφικό σχεδιασμό.
Στην συνέχεια ανέλαβε την U-17 της Μπάγερν κερδίζοντας το τοπικό Πρωτάθλημα, ενώ τον Μάιο του 2020 βρέθηκε στο πλευρό του Χάνσι Φλικ στην πρώτη ομάδα. Το 2021 η Μπάγερν ήταν χωρισμένη στα δύο λόγω της βιβλικής σύγκρουσης ανάμεσα στον προπονητή Χάνσι Φλικ και τον αθλητικό διευθυντή Χασάν Σαλιχάμιτζιτς για τον μεταγραφικό σχεδιασμό.
Ως βοηθός του Φλικ, τάχθηκε ανοιχτά και δημόσια με το μέρος του προπονητή του. και όταν αποφάσισε να αποχωρήσει, η παραμονή του υπό τη διοίκηση του Σαλιχάμιτζιτς έγινε πρακτικά αδύνατη.
Εξέφρασε έντονα παράπονα για τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκε η διοίκηση κυρίως ο Σαλιχάμιτζιτς σχετικά με το μέλλον του.
Σε μια πολύ χαρακτηριστική και καυστική δήλωσή του στο περιοδικό Kicker τον Μάιο του 2021, είχε αναφέρει: «Αυτό που με κάνει να σκέφτομαι είναι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι επικοινωνούν εδώ μεταξύ τους. Πρέπει να υπάρχει σεβασμός, ακόμα κι αν δεν συμφωνείς σε όλα. Αυτό δεν το ένιωσα».
Πριν προαχθεί σε βοηθό της πρώτης ομάδας, έκανε εξαιρετική δουλειά στην U-17 της Μπάγερν, ενώ η διοίκηση ήθελε κάποια στιγμή να τον επαναφέρει στα τμήματα υποδομής (στην U-19). Ωστόσο ένιωθε ότι το club προσπαθούσε να ελέγξει απόλυτα την εξέλιξή του, επιβάλλοντας αποφάσεις χωρίς να τον συμβουλεύεται.
Ο ίδιος πίστευε ότι είχε κλείσει τον κύκλο του στα τμήματα υποδομής και ήθελε να δουλέψει αποκλειστικά σε επαγγελματικό επίπεδο ανδρών. Η εμπειρία του δίπλα στον Φλικ τού άνοιξε την όρεξη να γίνει πρώτος προπονητής.
Βλέποντας ότι η Μπάγερν δεν είχε σκοπό να του προσφέρει έναν τέτοιο αναβαθμισμένο ρόλο στο άμεσο μέλλον και ότι το κλίμα στα διοικητικά γραφεία ήταν τοξικό, προτίμησε να αποχωρήσει με ψηλά το κεφάλι, παρά να εγκλωβιστεί στις εσωτερικές ίντριγκες του συλλόγου.
Όταν ο Φλικ αποχώρησε από την Μπάγερν για να αναλάβει την Εθνική Γερμανίας το 2021, του πρότεινε αμέσως να τον ακολουθήσει στο τεχνικό επιτελείο των «πάντσερ».Απέρριψε την πρόταση επειδή ένιωσε ότι είχε έρθει η ώρα να χαράξει τη δική του αυτόνομη πορεία ως πρώτος προπονητής και όχι πλέον ως βοηθός.
Εκείνη την περίοδο η καριέρα του μπήκε για λίγο σε αναμονή λόγω ενός σοβαρού προβλήματος υγείας με θρομβώσεις στα πόδια, το οποίο ξεπέρασε πλήρως
Τον Ιούνιο του 2022 ανέλαβε την αυστριακή Άλταχ στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 20 Μαρτίου του 2023, αφού λόγω των κακών αποτελεσμάτων η Αλταχ τερμάτισε τελευταία στην κανονική διάρκεια στην αυστριακή Μπουντεσλίγκα, και αποφασίστηκε πριν την έναρξη των πλει-οφ να λύσουν ην συνεργασία τυς.
Σε 24 παιχνίδια, είχε απολογισμό, 5 νίκες, 5 ισοπαλίες και 14 ήττες και στις 11 Ιουνίου του 2024 ανακοινώθηκε η πρόσληψη του απο την Νυρεμβέργη και την πρώτη σεζόν τερμάτισε στην 10η θέση, στην δεύτερη θέση στην 8η, ενώ τον Φεβρουάριο του 2026 επέκτεινε το συμβόλαιο του.
