Είναι ο μοναδικός προπονητής που έχει καταφέρει να πάρει το Τσάμπιονς Λιγκ τόσο στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία. Έχει ανακηρυχθεί προπονητής της χρονιάς στην Ιταλία, αλλά και στην Ευρώπη, ενώ το 2007 η βρετανική εφημερίδα Times τον επέλεξε ανάμεσα στους 50 κορυφαίους τεχνικούς όλων των εποχών. Αναμφίβολα όμως η κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Μαρτσέλο Λίπι δεν είναι άλλη από την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006 στην Γερμανία.
Γεννήθηκε στις 12 Απριλίου του 1948 στην πόλη Βιαρέτζιο και ξεκίνησε την καριέρα του το 1963 στις ακαδημίες της τοπικής ομάδας ως κεντρικός αμυντικός. Το 1969 μετακινήθηκε στην Σαμπντόρια, όπου και αγωνίστηκε για μια δεκαετία μέχρι το 1979 με μοναδική εξαίρεση τον δανεισμό του στην Σαβόνα την περίοδο 1969-1970 όπου είχε 21 συμμετοχές και 2 γκολ.
Μετά από 273 συμμετοχές 10ος στην σχετική λίστα όσον αφορά το πρωτάθλημα και 8 γκολ στο "Λουίτζι Φεράρις" αγωνίστηκε σε Πιστοιέζε την οποία την βοήθησε να ανέβει στην SERIE A και Λουκέζε με την οποία ολοκλήρωσε την καριέρα του την περίοδο 1981-1982 με 53 και 23 συμμετοχές αντίστοιχα. Αφότου κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια ξεκίνησε κατευθείαν την προπονητική του καριέρα στις ακαδημίες της Σαμπντόρια την τριετία 1982-1985.
Από το 1985 έως το 1989 κοούτσαρε ομάδες μικρότερων κατηγοριών όπως τις Ποντεδέρα την σεζον 1985-1986, όπου σε 42 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 18 ισοπαλίες και 11 ήττες, την Σιένα απο την 1η Ιουλίου του 1986 έως τις 19 Ιανυαρίου του 1987 όπου απολύθηκε λόγω των αρνητικών αποτελεσμάτων, σε 22 παιχνίδια είχε 6 νίκες, 7 ισοπαλίες και 9 ήττες αλλά και λόγω των αντιδράσεων απο τους οπαδούς της ομάδας.
Πιστοιέζε την σεζόν 1987-1988, με 40 παιχνίδια, 10 νίκες, 16 ισοπαλίες και 14 ήττες και Καραρέζε την σεζόν 1988-1989, με 46 παιχνίδα, 16 νικες, 21 ισοπαλίες και 9 ήττες. Τον Ιούλιο του 1989 ανέλαβε τον πάγκο της Τσεζένα που αγωνιζόταν στην πρώτη κατηγορία μέχρι τον Ιανουάριο του 1991 όταν και απολύθηκε, όπου σε 19 παιχνίδια είχε 3 νίκες, 5 ισοπαλίες και 11 ήττες,
Ακολούθησε η Λουκέζε την σεζόν 1991-1992, σε 42 παιχνίδια με 8 νίκες, 22 ισοπαλίες και 11 ήττες και η Αταλάντα την σεζόν 1992-1993, όπου σε 26 αγώνες είχε 14 νίκες, 8 ισοπαλίες και 14 ήττες και την οδήγησε στην όγδοη θέση την καλύτερη που είχε πετύχει μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και χάνοντας την έξοδο στην Ευρώπη για ένα βαθμό.
Λόγω διαφορών με το κλαμπ δεν θα παραμείνει στο Μπέργκαμο, αλλά θα προσελκύσει το ενδιαφέρον του Οτάβιο Μπιάνκι γενικού διευθυντή της Νάπολι. Με τους "παρτενοπέι" παρα τα οικονομικά προβλήματα έκανε το μεγάλο "μπάμ" την περίοδο 1993-1994 οδηγώντας την στην έξοδο στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ και σε 36 παιχνίδια είχε 12 νίκες, 13 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1994 η τριάδα Τζιράουρντο, Μπονιπέρτι και Μότζι σε μια προσπάθεια να επαναφέρουν την "Γηραιά Κυρία" στην πρωτοκαθεδρία στην Ιταλία παραδίδουν τα κλειδιά στον Μαρτσέλο Λίπι και δικαιώνονται με το "καλημέρα" αφού κατέκτησε το ντάμπλ και ήταν φιναλίστ του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ το 1995.
Την περίοδο 1995-1996 κατέκτησε το Τσάμπιονς Λίγκ στο "Ολίμπικο" της Ρώμης απέναντι στον Άγιαξ στην διαδικασία των πέναλτι δίνοντας στην ομάδα του Τορίνο το δεύτερο τρόπαιο του Τσάμπιονς Λιγκ στην ιστορία της. Με τους "μπιανκονέρι" πανηγύρισε ακόμα την κατάκτηση 2 Πρωταθλημάτων το 1997 και το 1998, 2 Ιταλικά Σούπερ Καπ το 1995 και το 1997, το Ευρωπαϊκό Σούπερ Καπ και το Διηπειρωτικό το 1996, ενώ ήταν φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ το 1997 και το 1998.
Την σεζόν 1998-99 η ομάδα είχε περιέλθει σε μια βαθιά αγωνιστική και εσωτερική κρίση, με τον κύκλο του στον σύλλογο να φαινόταν ότι είχε κλείσει. Το κλίμα στα αποδυτήρια είχε βαρύνει υπερβολικά, πολλοί βασικοί ποδοσφαιριστές είχαν κουραστεί από τις απαιτήσεις και το αυστηρό στυλ του Λίπι μετά από τεσσεράμισι χρόνια συνεχούς πίεσης.
Υπήρχαν έντονες φήμες ότι ορισμένοι παίκτες είχαν σταματήσει να προσπαθούν στο 100% για εκείνον, ενώ κατά τη διάρκεια της σεζόν, είχε διαρρεύσει στον ιταλικό τύπο ότι ο Λίπι είχε ήδη έρθει σε κρυφή συμφωνία με τον Μάσιμο Μοράτι για να αναλάβει την τεχνική ηγεσία της Ίντερ, από το επόμενο καλοκαίρι.
Αυτό κατέστρεψε τη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον Λίπι, τη διοίκηση της Γιουβέντους και τους οπαδούς και το «διαζύγιο» οριστικοποιήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1999, μετά από μια ταπεινωτική εντός έδρας ήττα με 2-4 από την Πάρμα στο Ντέλε Άλπι.
Η Γιουβέντους είχε βρεθεί πλέον στην 9η θέση του βαθμολογικού πίνακα, βλέποντας ότι η κατάσταση ήταν μη αναστρέψιμη, ο Λίπι υπέβαλε αμέσως την παραίτησή του μετά το τέλος του αγώνα, δηλώνοντας χαρακτηριστικά: «Αν το πρόβλημα είμαι εγώ, τότε φεύγω».
Η διοίκηση έκανε δεκτή την παραίτηση και στις 10 Φεβρουαρίου του 1999 αποχώρησε απο το Τορίνο Το καλοκαίρι του 1999 ο Μάσιμο Μοράτι του προσέφερε ένα παχυλό συμβόλαιο για να φέρει τους "νερατζούρι" στην κορυφή της Ιταλίας.
Τα πράγματα όμως δεν εξελίχθησαν καθόλου καλά τόσο για τον ίδιο όσο και για την Ίντερ η οποία ισοβάθμησε στην τέταρτη θέση με την Πάρμα και χρειάστηκε να δώσει αγώνα μπαράζ για να κερδίσει το εισιτήριο για τον τρίτο προκριματικό γύρο του Τσάμπιονς Λιγκ.
Ήρθε σε κόντρα με τον Ρομπέρτο Μπάτζιο, όπως αποκάλυψε αργότερα ο "μικρός βούδας" στην αυτοβιογραφία του, ο Λίπι του ζήτησε να γίνει «κατάσκοπος» στα αποδυτήρια και να του μεταφέρει τι λένε οι παίκτες.
Όταν αρνήθηκε, ο Λίπι τον περιθωριοποίησε επιδεικτικά, προκαλώντας την οργή των οπαδών και διχάζοντας τα αποδυτήρια. Οι οπαδοί της Ίντερ δεν τον αποδέχθηκαν ποτέ πραγματικά, λόγω του παρελθόντος του στην Γιουβέντους και αντιμετωπιζόταν πάντα με καχυποψία.
Με το παραμικρό στραβοπάτημα, το κλίμα στο Μιλάνο γινόταν αφόρητα εχθρικό για εκείνον, ενώ σημαντικό ρόλο έπαιξε ότι ζήτησε την απομάκρυνση ιστορικών αρχηγών και αγαπημένων παικτών της Ίντερ, όπως ο τερματοφύλακας Τζανλούκα Παλιούκα, ο αμυντικός Μπέπε Μπεργκόμι και ο σκληροτράχηλος μέσος Ντιέγκο Σιμεόνε.
Είχε την ατυχία με τους τραυματισμούς των Βιέρι και Ρονάλντο, αλλά τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα στην αρχή της σεζόν 2000-2001. Ο αποκλεισμός από τους ομίλους του Τσάμπιονς Λιγκ της περιόδου 2000-2001 από την σουηδική Χέλσινγκμποργκ και η ήττα στην πρεμιέρα απο την Ρετζίνα προκάλεσαν την εκρηξη του Λίπι.
Χαρακτηριστικά τα λόγια του στην συνέντευξη τύπου "Οι παίκτες μου είναι κακομαθημένα παιδιά. Αν ήμουν πρόεδρος, θα έδινα κλωτσιά στον προπονητή και θα τον απέλυα αμέσως". Ήταν η τελευταία παρουσίας του στο Μιλάνο αφού στις 10 Οκτωβρίου έπεσαν οι τίτλοι τέλους μετά από 51 αγώνες όπου είχε 25 νίκες, 11 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Μετά την απόλυση του Αντσελότι το 2001 η διοικητική τριανδρία (Μότζι, Τζιράουντο, Μπετέγκα) χρειαζόταν ένα πρόσωπο εγγύησης, που να γνωρίζει άριστα το DNA του συλλόγου και να έχει αποδείξει ότι μπορεί να φέρει άμεσα πρωταθλήματα.
Μετά το παταγώδες «ναυάγιο» και την απόλυσή του από την Ίντερ το φθινόπωρο του 2000, ο Λίπι παρέμενε χωρίς ομάδα για αρκετούς μήνες. Ήθελε απεγνωσμένα να αποδείξει ότι η αποτυχία στο Μιλάνο ήταν απλώς μια κακή παρένθεση και ότι παρέμενε ένας από τους κορυφαίους προπονητές στον κόσμο.
Η πρόταση της «παλιάς του αγάπης» ήταν η τέλεια ευκαιρία για την προσωπική του εξιλέωση και για να πειστεί ο Λίπι να επιστρέψει και να χτίσει τη «Γιουβέντους Νο. 2», η διοίκηση του παρέσχε τεράστια οικονομική στήριξη, ειδικά μετά την παραχώρηση του Ζινεντίν Ζιντάν στη Ρεάλ Μαδρίτης για ποσό-ρεκόρ.
Εκείνο το καλοκαίρι ήρθαν στο Τορίνο παίκτες-θρύλοι όπως οι Τζανλουίτζι Μπουφόν, Λιλιάν Τουράμ και Πάβελ Νέντβεντ. Στις 17 Ιουνίου του 2001 επιστρέφει και επίσημα με την οποία φτάνει στην κατάκτηση 2 Πρωταθλημάτων το 2002 και το 2003, 2 Σούπερ Καπ Ιταλίας το 2002 και το 2003 ενώ ήταν φιναλίστ του Τσάμπιονς Λιγκ το 2003 στον τελικό του "Όλντ Τράφορντ" μέχρι και τις 25 Μαϊου του 2004.
Στα δύο περάσματα του από το "Ντελε Άλπι" ο Λίπι έκατσε συνολικά σε 405 παιχνίδια σε όλες τι διοργανώσεις έχοντας 227 νίκες, 104 ισοπαλίες και 74 ήττες. Μάλιστα κατέχει την τρίτη θέση στον συγκεκριμένο πίνακα πίσω μόνο από τον Τζιοβάνι Τραπατόνι που έχει 596 παιχνίδια και τον Μασιμιλιάνο Αλέγκρι που είναι στην δεύτερη θέση.
Την σεζόν 2003-2004 έχασε όλους τους τίτλους με τον ίδιο να έχει επηρεαστεί βαθιά από τον χαμένο τελικό του Champions League το 2003 στο Μάντσεστερ, όπου η Γιουβέντους έχασε το τρόπαιο στα πέναλτι από τη Μίλαν.
Είχε δηλώσει τότε στους παίκτες του ότι αν δεν κατάφερναν να κατακτήσουν το ευρωπαϊκό τρόπαιο την επόμενη σεζόν (2004), θα αποχωρούσε και κράτησε τον λόγο του. Στην επίσημη συνέντευξη τύπου τον Απρίλιο του 2004, ο Λίπι δήλωσε ότι ένιωθε πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνει στην άκρη.
Η διοίκηση προσπάθησε να τον μεταπείσει, προσφέροντάς του μάλιστα τη θέση του Τεχνικού Διευθυντή του συλλόγου, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε ευγενικά, τονίζοντας ότι αυτή η «υπέροχη ιστορία» έπρεπε να κλείσει οριστικά στο γήπεδο.
Λίγες εβδομάδες μετά την αποχώρησή του από τη Γιουβέντους, αποδείχθηκε ο πραγματικός λόγος που ήθελε να μείνει ελεύθερος από συλλογικές υποχρεώσεις. Μετά την απογοητευτική παρουσία των "ατζούρι" στο EURO 2004 και την αποπομπή του Τζιοβάνι Τραπατόνι η ομοσπονδία στράφηκε προς το πρόσωπο του και αποδέχτηκε την πρόσκληση του για να οδηγήσει την εθνική Ιταλίας στην πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2006 στην Γερμανία.
Καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στον 5ο προκριματικό όμιλο πήρε απευθείας την πρόκριση για την τελική φάση, όμως το σκάνδαλο "calciopoli" προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση λίγο πριν την έναρξη της διοργάνωσης.
Παρόλα αυτά τόσο ο ίδιος όσο και οι παίκτες του κατάφεραν να παραμείνουν συγκεντρωμένοι στον στόχο τους και στις 9 Ιουλίου στο Ολυμπιακό Στάδιο του Βερολίνου κατέκτησαν το τέταρτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της επικρατώντας στην "ρώσικη ρουλέτα" με 5-3 έναντι της Γαλλίας.
"Αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη στιγμή της καριέρας μου" είχε δηλώσει ο Λίπι ο οποίος λίγες ημέρες μετά τον θρίαμβο αποφάσισε να μην ανανεώσει το συμβόλαιο του με την ομοσπονδία. Τους μήνες που προηγήθηκαν του Μουντιάλ, το ιταλικό ποδόσφαιρο συγκλονίστηκε από το τεράστιο σκάνδαλο στημένων αγώνων Calciopoli.
Στη δίνη του κυκλώνα βρέθηκε και ο γιος του Μαρτσέλο Λίπι, Νταβίντε Λίπι, ο οποίος εργαζόταν ως μάνατζερ παικτών στην εταιρεία GEA World (που ελεγχόταν από τον Λουτσιάνο Μότζι). Τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης άσκησαν άγρια κριτική στον Λίπι, κατηγορώντας τον για νεποτισμό και καλώντας τον να παραιτηθεί πριν καν ξεκινήσει το Μουντιάλ.
Ένιωσε βαθιά πληγωμένος και θιγμένος από αυτές τις επιθέσεις. Παρότι έμεινε για να οδηγήσει την ομάδα στην κορυφή, είχε αποφασίσει μέσα του ότι μόλις τελείωνε η διοργάνωση θα αποχωρούσε, έχοντας δώσει την καλύτερη απάντηση στους επικριτές του.
Ήθελε να φύγει ως απόλυτος νικητής, η πίεση που δέχτηκε εκείνο το δίμηνο (Μάιος–Ιούλιος 2006) για να κρατήσει συγκεντρωμένους τους παίκτες του, ενώ ολόκληρο το ιταλικό ποδόσφαιρο κατέρρεε γύρω τους, ήταν εξαντλητική.
Ένιωθε ότι χρειαζόταν ένα μεγάλο διάλειμμα από τους πάγκους για να ηρεμήσει και να αποστασιοποιηθεί από την τοξικότητα της περιόδου εκείνης. Έχοντας κατακτήσει τα πάντα σε επίπεδο συλλόγων με τη Γιουβέντους (Champions League, Πρωταθλήματα) και το Παγκόσμιο Κύπελλο με την Ιταλία, ένιωθε ότι ο κύκλος του στο καθημερινό, πιεστικό ποδόσφαιρο των συλλόγων είχε κλείσει.
Είχε παραδεχθεί ότι δυσκολευόταν να βρει το απαραίτητο κίνητρο για να αναλάβει μια ομάδα και να μπει ξανά στη διαδικασία των καθημερινών προπονήσεων και των συνεχόμενων αγώνων κάθε τρεις ημέρες.
Κατά τη διάρκεια αυτής της διετίας, ο Λίπι δεν απομονώθηκε εντελώς, αλλά επέλεξε έναν πιο ξεκούραστο ρόλο. Εργάστηκε ως σχολιαστής και αναλυτής αγώνων (κυρίως για το Champions League) σε μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα όπως το Sky Italia, αυτό του επέτρεπε να παραμένει κοντά στο άθλημα που αγαπούσε, χωρίς όμως να έχει το άγχος του αποτελέσματος και την ευθύνη των αποδυτηρίων.
Τον Ιούνιο του 2008 οι δύο πλευρές επανήρθαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και συμφώνησαν με άμεσο στόχο την πρόκριση στην τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2010 στην Νότια Αφρική.
Ο πρώτος στόχος επετεύχθη με την απευθείας πρόκριση από τον 8ο όμιλο. Όμως απογοήτευσε στην αφρικανική χώρα αφού με δύο ισοπαλίες με Παραγουάη και Νέα Ζηλανδία και μία ήττα από την Σλοβακία έμεινε εκτός συνέχειας αναγκάζοντας τον να παραιτηθεί.
Κατέχει την τέταρτη θέση στον πίνακα των τεχνικών με τους περισσότερους αγώνες με 56 αγώνες πίσω από τους Έντσο Μπέαρζοτ, Βιτόριο Πότσο, Φερούτσιο Βαλκαρέτζι με απολογισμό 28 νίκες, 21 ισοπαλίες και 7 ήττες.
Τον Μάΐο του 2012 κάνει την έκπληξη και υπογράφει συμβόλαιο 2,5 ετών με την κινέζικη Guangzhu Evergrande, μια συμφωνία που κόστισε στην κινεζική ομάδα το ποσό των 30 εκατομμυρίων ευρώ. Στην πρώτη του χρονιά κατάφερε να κατακτήσει το ντάμπλ, την περίοδο 2012-2013 κατέκτησε το Πρωτάθλημα αλλά και το Champions League της Ασίας, ανακηρύχθηκε καλύτερος προπονητής της χρονιάς, και κατέκτησε το τρίτο συνεχόμενο Πρωτάθλημα το 2014.
Παρότι τον Φεβρουάριο του ίδιου έτους η κινέζικη ομάδα ανακοίνωσε την επέκταση του συμβολαίου του για τρία ακόμα χρόνια, ο Λίπι στις 2 Νοεμβρίου ανακοίνωσε την απόσυρση του απο τους πάγκους ύστερα από 124 παιχνίδια στα οποία είχε 82 νίκες, 22 ισοπαλίες και 20 ήττες.
"Σε λίγο γίνομαι 67 ετών, κουράστηκα να προπονώ κάθε μέρα ποδοσφαιριστές. Θα παραμείνω βέβαια σαν μέλος του προπονητικού τιμ, αλλά δεν αντέχω άλλο να είμαι πρώτος προπονητής", ήταν τα λόγια του Ιταλού ο οποίος θα αναλάμβανε την θέση του τεχνικού διευθυντή στους "τίγρεις" της Νοτιοανατολικής Κίνας.
Στο συγκεκριμένο πόστο παρέμεινε μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου του 2015, και παρότι είχε δηλώσει την πρόθεση του να μην ξανακάτσει σε πάγκο ομάδας, τον Οκτώβριο του 2016 η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Κίνας ανακοίνωσε την πρόσληψη του στον πάγκο της Εθνικής ομάδας της χώρας.
Έκανε ντεμπούτο στις 15 Νοεμβρίου κόντρα στο Κατάρ για τον 3ο γύρο των προκριματικών αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας στην ζώνη της Ασίας όπου και αναδείχθηκε ισόπαλη χωρίς τέρματα.
Στο συγκεκριμένο πόστο παρέμεινε μέχρι τις 26 Φεβρουαρίου του 2015, και παρότι είχε δηλώσει την πρόθεση του να μην ξανακάτσει σε πάγκο ομάδας, τον Οκτώβριο του 2016 η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Κίνας ανακοίνωσε την πρόσληψη του στον πάγκο της Εθνικής ομάδας της χώρας.
Έκανε ντεμπούτο στις 15 Νοεμβρίου κόντρα στο Κατάρ για τον 3ο γύρο των προκριματικών αγώνων του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Ρωσίας στην ζώνη της Ασίας όπου και αναδείχθηκε ισόπαλη χωρίς τέρματα.
Δεν κατάφερε να την οδηγήσει στο Παγκόσμιο Κύπελλο αλλά την οδήγησε στο Κύπελλο Ασίας τον Ιανουάριο του 2019 πέρασε απο την φάση των ομίλων και στην φάση των "16" απέκλεισε την Ταϊλανδη αλλά στα προημιτελικά το Ιράν αποδείχτηκε υψηλό εμπόδιο.
Τον Μάρτιο του 2019 ανέλαβε χρέη συμβούλου του Φάμπιο Καναβάρο, αλλά δύο μήνες αργότερα επανήρθε στην θέση του ομοσπονδιακού προπονητή λόγω απόλυσης του Καναβάρο. Ήταν μικρό το δεύτερο πέρασμά του αφού τον Νοέμβριο ύστερα απο την ήττα απο την Συρία για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου παραιτήθηκε.
Συνoλικά στον πάγκο της Κίνας είχε σε 36 παιχνίδια απολογισμό, με 14 νίκες, 10 ισοπαλίες και 12 ήττες. Στις 22 Οκτωβρίου του 2020 ανακοίνωσε την αποχώρηση του οριστικά απο τους πάγκους χωρίς όμως να αποκλείει το ενδεχόμενο να αναλάβει κάποιον άλλο ρόλο.
Είχε δεχτεί κρούσεις από ομάδες των ΗΠΑ (MLS) και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, τις οποίες απέρριψε καθώς προτίμησε το συγκεκριμένο πλάνο της Κίνας. Το 2016 είχε πρόταση από την Ιταλική Ομοσπονδία για να αναλάβει τον ρόλο του Τεχνικού Διευθυντή όλων των εθνικών ομάδων της Ιταλίας.
Παρότι είχε συμφωνήσει, η πρόταση «ναυάγησε» την τελευταία στιγμή λόγω ενός κανονισμού για τη σύγκρουση συμφερόντων, καθώς ο γιος του Νταβίντε εργαζόταν ως μάνατζερ ποδοσφαιριστών.
Λόγω της ομοιότητας του με τον γνωστό Αμερικάνο ηθοποιό Πολ Νιούμαν του έβγαλαν το παρατσούκλι "Πόλ Νιούμαν της προπονητικής" . Επίσης εξέδωσε βιβλίο με το όνομα "Il Gioco delle Idee: Pensieri e Passioni da Bordo Campo(σ.σ. Ένα παιχνίδι Ιδεών: Σκέψεις και πάθη έξω από τα παρασκήνια)" μέσα από το οποίο ανέλυε την ποδοσφαιρική του φιλοσοφία.
