Αποτέλεσε το άλλο μισό του Γιόχαν Κρόιφ σε Άγιαξ, Ολλανδία και Μπαρτσελόνα στον χώρο της μεσαίας γραμμής. Οι Ισπανοί του έβγαλαν το παρατσούκλι "Γιόχαν ο δεύτερος" και παρότι είχε απαράμιλλη τεχνική κατάρτιση δεν δίσταζε να μπαίνει στην μάχη χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες.
Γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 1951 στο Χέεμστεντε και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην τοπική ομάδα την RCH απο το 1968 έως το 1970, Μάλιστα τους καλοκαιρινούς μήνες έπαιζε μπείζμπολ αλλά όταν ασχολήθηκε με το επαγγελματικό ποδόσφαιρο το παράτησε.
Ο πρώτος ο οποίος τον εντόπισε και ήθελε να τον αποκτήσει ήταν ο Μπάρι Χιούς στην Χάαρλεμ αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Πίετ Πέεμαν τότε προπονητής της RCH παρά τις αντιδράσεις θα τολμήσει και θα τον χρησιμοποιήσει ως δεξί μπακ, και τότε ήταν που εμφανίστηκε ο Άγιαξ.
Ο "Αίαντας" προσέφερε το ποσό των 225.000 φιορινιών και το καλοκαίρι του 1970 εντάχθηκε στην ομάδα του Ρίνους Μίχελς, Ο Μίχελς θα είναι αυτός που θα τον μετατοπίσει στον χώρο του κέντρου για να εκμεταλλευτεί την ταχύτητα του, την τεχνική του ικανότητα και την έφεση του στο σκοράρισμα αποτελώντας το "άλτερ έγκο" του Γιόχαν Κρόιφ.
Στον "Αίαντα" παρέμεινε τέσσερα χρόνια μέχρι το 1974 και κατέκτησε 2 Πρωταθλήματα το 1972 και το 1973, 2 Κύπελλα το 1971 και το 1972, 3 Κύπελλα Πρωταθλητριών κόντρα στον Παναθηναϊκό στο Λονδίνο το 1971, κόντρα στην Ίντερ στο Ρότερνταμ το 1972 και κόντρα στην Γιουβέντους στο Βελιγράδι το 1973, 2 Ευρωπαϊκά Σούπερ Καπ το 1972 και το 1973 και το Διηπειρωτικό Κύπελλο του 1972 κόντρα στην Ιντεπεντιέντε.
Κατά την παραμονή του στο Άμστερνταμ θα ανοίξει ένα καφέ στο Ζάανταμ όμως αυτή η δραστηριότητα δεν θα πάει καλά και θα δημιουργήσει χρέος κοντά στις 200.000, Τότε θα εμφανιστεί η Μπαρτσελόνα η οποία έκλεισε τη συμφωνία πριν από την έναρξη του Παγκοσμίου Κυπέλλου, προλαβαίνοντας οποιοδήποτε άλλο σύλλογο δαπανώντας το ποσό των 2,4 εκατομμυρίων ολλανδικών φιορινιών.
Έτσι ύστερα απο 171 παιχνίδια και 39 γκολ θα αφήσει την Ολλανδία και θα πάει στην Ισπανία για να παίξει για την Μπαρτσελόνα και να ξανασυναντήσει τους Μίχελς και Κρόιφ. Εκεί θα του δοθεί το πρoσωνύμιο "Johan Segundo(Γιόχαν ο δεύτερος)" αλλά και το "Εl Torrero(ταυρομάχος)" και στην πενταετία που θα παίξει στο "Καμπ Νου"θα κατακτήσει το Κύπελλο Ισπανίας το 1978 και το Κύπελλο Κυπελλούχων του 1979 στην Βασιλεία κόντρα στην Φορτούνα Ντίσελντορφ.
Πάντως σύμφωνα με το βιβλίο Barca Inedit ο λόγος της αποχώρησης απο την Βαρκελώνη δεν ήταν για αγωνιστικούς λόγους αλλά για ένα χαρτί υγείας. Το σκηνικό διαδραματίστηκε στο "Εστάδιο Χοσέ Ρίκο Πέρεθ" του Αλικάντε, όταν ο τότε πρόεδρος των "μπλαουγκράνα", Χοσέ Λουίς Νούνιες, ένιωσε έντονο πόνο στο στομάχι κι αναγκάστηκε να πάει στην τουαλέτα.
Κάποιος έπρεπε να του πάει χαρτί υγείας στην τουαλέτα και ο κλήρος έπεσε στον Γιόχαν Νέεσκενς, ο οποίος αρνήθηκε να το κάνει και έτσι σύμφωνα με τους συγγραφείς του βιβλίου, ιστορικούς Μανουέλ Τομάς και Φρεντερίκ Πόρτα, αποτέλεσε την αρχή του τέλους.
Επίσης εκείνη την εποχή, οι ισπανικές ομάδες είχαν δικαίωμα να έχουν στο ρόστερ τους μόνο δύο ξένους παίκτες, είχε ήδη τον Νέεσκενς και τον Αυστριακό επιθετικό Χανς Κρανκλ. Ο Νούνιεθ ήθελε να φέρει στην ομάδα το νέο μεγάλο αστέρι του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, τον Δανό Άλαν Σίμονσεν
Για να αδειάσει θέση ξένου, ο πρόεδρος επέλεξε να θυσιάσει τον Νέεσκενς, παρά τις έντονες αντιδράσεις των φιλάθλων και των συμπαικτών του. Στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων του 1979 στη Βασιλεία (λίγο πριν φύγει), χιλιάδες οπαδοί της Μπαρτσελόνα φώναζαν ρυθμικά "Neeskens, Neeskens!" και απαιτούσαν να του ανανεωθεί το συμβόλαιο, όμως ο Νούνιεθ είχε ήδη πάρει την οριστική του απόφαση, οδηγώντας τον παίκτη στους New York Cosmos.
Υπήρξαν έντονες φήμες και διερευνητικές επαφές από τη μεγάλη αντίπαλο, τη Ρεάλ Μαδρίτης. Η «Βασίλισσα» έψαχνε έναν παγκόσμιας κλάσης μέσο για να απαντήσει στις μεταγραφικές κινήσεις των άλλων ομάδων.
Ωστόσο, ο Νέεσκενs είχε δεθεί τόσο πολύ με τον κόσμο της Μπαρτσελόνα (τον αποκαλούσαν "Johan Segon"), που ξεκαθάρισε αμέσως ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να φορέσει τη φανέλα της Ρεάλ, καθώς κάτι τέτοιο θα θεωρούνταν απόλυτη προδοσία.
Μεγάλες ιταλικές ομάδες (όπως η Μίλαν και η Γιουβέντους) παρακολουθούσαν στενά την περίπτωσή του. Ωστόσο, το ιταλικό πρωτάθλημα είχε ακόμη αυστηρούς περιορισμούς και «κλειστά σύνορα» για τους ξένους παίκτες εκείνη τη συγκεκριμένη χρονιά (τα σύνορα άνοιξαν πλήρως το 1980), γεγονός που εμπόδισε την κατάθεση μιας επίσημης, δελεαστικής πρότασης.
Η Στρασμπούρ η οποία είχε στεφθεί πρωταθλήτρια Γαλλίας το 1979, έκανε μια διερευνητική κίνηση για να ενισχύσει το ρόστερ της ενόψει του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, οι οικονομικές της δυνατότητες όμως δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα δεδομένα του Ολλανδού σταρ.
Η Άρσεναλ ενδιαφέρθηκε πολύ ζεστά για να τον φέρει στο αγγλικό πρωτάθλημα, όμως οι Λονδρέζοι του προσέφεραν αυστηρά συμβόλαιο 3 ετών, κάτι που δεν ικανοποίησε τον παίκτη. Η New York Cosmos, του κατέθεσε μία μυθική πρόταση για την εποχή, 5ετές συμβόλαιο μαζί με ένα τεράστιο πακέτο χορηγιών και διαφημίσεων στις ΗΠΑ.
Αυτή η πρόταση τον έπεισε να αφήσει την Ευρώπη και να γίνει συμπαίκτης με τον Πελέ και τον Φραντς Μπεκενμπάουερ. Θα παραμείνει στο "Μεγάλο Μήλο" πέντε χρόνια μέχρι το 1984, κατακτώντας τα Πρωταθλήματα του 1980 και του 1982, έχοντας 117 εμφανίσεις και 18 τέρματα.
Παρότι είχε προτάσεις απο την Μποταφόγκο αλλά και την Γουέστ Χαμ, θα επιστρέψει στην πατρίδα του για την Γκρόνινγκεν την περίοδο 1984-1985, αλλά τα προβλήματα τραυματισμού που αντιμετώπιζε δεν τον άφησαν να αγωνιστεί πάρα μόνο σε εφτά παιχνίδια.
Θα επιστρέψει στην Βόρεια Αμερική για τους Φορτ Λότερντειλ, τους Κάνσας Σίτυ(ποδόσφαιρο σάλας) και την FC Lowenbrau(ερασιτέχνες) και θα κλείσει την καριέρα του στην Ελβετία στην FC Baar απο το 1987 έως το 1990 με 23 συμμετοχές και 9 τέρματα και στην FC Jug την περίοδο 1990-1991 με 1 συμμετοχή όταν και θα αποχωρήσει.
Στις 11 Νοεμβρίου του 1970 κόντρα στην Ανατολική Γερμανία στην Δρέσδη για τα προκριματικά του EURO 1972 θα κάνει ντεμπούτο. Βασικό στέλεχος στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Δυτικής Γερμανίας το 1974 θα παίξει σε όλα τα παιχνίδια και θα πετύχει πέντε τέρματα, δύο κόντρα στην Βουλγαρία και απο ένα κόντρα σε Ανατολική Γερμανία, Βραζιλία και Δυτική Γερμανία στον τελικό όπου ευστόχησε στο πέναλντι που κέρδισε ο Κρόιφ μόλις στο 1ο λεπτό.
Θα παίξει στην τελική φάση του EURO 1976 στην Γιουγκοσλαβία όπου στον ημιτελικό κόντρα στην Τσεχοσλοβακία θα αποβληθεί στο 76ο λεπτό για φάουλ πάνω στον Νέχοντα. Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αργεντινής το 1978, στο παιχνίδι με το Περού θα χτυπήσει στα πλευρά, χάνοντας τα υπόλοιπα παιχνίδια της πρώτης φάσης κόντρα σε Αυστρία και Γερμανία.
Στην δεύτερη φάση θα κάνει ακόμα και ενέσεις για να αντέξει το πόνο, και θα μπορέσει τελικά να αγωνιστεί σε πέντε παιχνίδια όπου και πάλι θα χάσει στον τελικό απο την οικοδέσποινα. Στις 18 Νοεμβρίου του 1981 στο Παρίσι κόντρα στην Γαλλία για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου θα συμπληρώσει 49 συμμετοχές έχοντας και 17 τέρματα.
Απο την Ελβετία θα ξεκινήσει η προπονητική του καριέρα απο την FC Staffa όπου κατάφερε να παρουσιάσει ένα εξαιρετικά πειθαρχικό σύνολο, εξασφαλίζοντας με άνεση την παραμονή της ομάδας στην κατηγορία και αποδίδοντας ελκυστικό ποδόσφαιρο βασισμένο στις ολλανδικές αρχές.
Εκμεταλλευόμενος τις εξαιρετικές προσωπικές του σχέσεις και τη μυθική του φήμη στην Μπαρτσελόνα, ο Νέεσκενς κατάφερε να πάρει την ερασιτεχνική ομάδα της Στέφα για προετοιμασία στη Βαρκελώνη, δίνοντας στους παίκτες του τη μοναδική εμπειρία να προπονηθούν και να ζήσουν στις εγκαταστάσεις του Καμπ Νου.
Θα ακολουθήσει η Ζίνγκεν στην Γερμανία απο την 1η Ιουλίου του 1995 έως τις 30 Ιουνίου του 1996, θα προσληφθεί ως βοηθός προπονητή της εθνικής Ολλανδίας στο πλευρό του Γκους Χίντινκ αρχικά απο το 1996 έως το 1998 και στην συνέχεια του Φράνκ Ράικαρντ απο το 1998 έως το 2000.
Παρότι υπήρξε φιλολογικό ενδιαφέρον από μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς συλλόγους για να ενταχθεί στα τεχνικά τους τιμ ως άμεσος συνεργάτης, ο Νέεσκενς τις απέρριψε, καθώς ένιωθε έτοιμος να βγει μπροστά ως πρώτος προπονητής μετά από τέσσερα χρόνια θητείας δίπλα στους Χίντινκ και Ράικαρντ.
Η διοίκηση της Ναϊμέχεν του προσέφερε τα κλειδιά του συλλόγου, βλέποντας στο πρόσωπό του τον ιδανικό αναμορφωτή. Αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση και ανέλαβε καθήκοντα την 1η Ιουλίου 2000 ξεκινώντας μια από τις πιο πετυχημένες περιόδους στη σύγχρονη ιστορία της ομάδας.
Το 2003 κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα στην έξοδο στο Κύπελλο ΟΥΕΦΑ για πρώτη φορά μετά απο 20 χρόνια και σε 158 παιχνίδια είχε 51 νίκες, 36 ισοπαλίες και 71 ήττες. Στις 13 Δεκεμβρίου του 2004 απολύθηκε, ως αποτέλεσμα της κακής πορείας της ομάδας στο πρωτάθλημα, καθώς μετά την ήττα με 3-2 από την ουραγό Ντε Γκράαφσχαπ, ο σύλλογος είχε υποχωρήσει στη 14η θέση της βαθμολογίας
Για έναν χρόνο έμεινε εκτός πάγκων, μέχρι που δέχθηκε το κάλεσμα του Γκους Χίντινκ. Ο Χίντινκ είχε αναλάβει την Εθνική Αυστραλίας με στόχο την πρόκριση και μια καλή πορεία στο Μουντιάλ του 2006. Του κατέθεσε επίσημη πρόταση να γίνει ο άμεσος βοηθός του (μαζί με τον Γκράχαμ Άρνολντ).
Ο Νέεσκενς αποδέχθηκε την πρόταση στα τέλη του 2005, βοηθώντας τα «Καγκουρό» να φτάσουν μέχρι τη φάση των «16» του Παγκοσμίου Κυπέλλου στη Γερμανία. Η Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Αυστραλίας εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από τη δουλειά του κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ, που του πρότεινε επίσημα να αναλάβει αυτός ως πρώτος προπονητής της εθνικής ομάδας μετά τη διοργάνωση, καθώς ο Χίντινκ είχε ήδη συμφωνήσει να αποχωρήσει για την Εθνική Ρωσίας.
Αν και η Αυστραλία τον ήθελε για πρώτο, ο Νέεσκενς απέρριψε την πρόταση επειδή δέχθηκε μια άλλη, ακαταμάχητη κρούση. Ο Φρανκ Ράικαρντ του πρότεινε να επιστρέψει στην Μπαρτσελόνα για να γίνει το «δεξί του χέρι» στο τεχνικό τιμ, αντικαθιστώντας τον Χενκ τεν Κάτε.
Η προοπτική της επιστροφής στο Καμπ Νου και η συνεργασία με την ομάδα που μόλις είχε κατακτήσει το Champions League τον έκαναν να πει το μεγάλο «ναι». Το 2008 όταν ο Ράϊκαρντ αποχώρησε, το όνομά του εξετάστηκε σοβαρά από μεσαίες και μικρομεσαίες ομάδες του ολλανδικού πρωταθλήματος που αναζητούσαν έναν έμπειρο τεχνικό με διεθνείς παραστάσεις για να αναλάβει τον ρόλο του πρώτου προπονητή.
Όμως προτίμησε την ασφάλεια, το κύρος και το πρότζεκτ της ομοσπονδίας της χώρας του. Λόγω της τεράστιας εμπειρίας του στην ανάδειξη ταλέντων και της βαθιάς γνώσης των αρχών του Total Football, δέχθηκε προτάσεις από ευρωπαϊκούς συλλόγους για να αναλάβει ρόλο τεχνικού συμβούλου ή διευθυντή ακαδημιών.
Άν και απέρριψε τις περισσότερες για να επικεντρωθεί στην προπονητική, αυτή η πτυχή (η εκπαίδευση νέων παικτών και προπονητών) έγινε η βασική του απασχόληση στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του μέσω των προγραμμάτων "WorldCoaches" της ομοσπονδίας.
Ανέλαβε να καθοδηγεί και να αξιολογεί τους παίκτες που βρίσκονταν στον προθάλαμο της πρώτης ομάδας των "Oranje" και υπέγραψε συμβόλαιο έως το καλοκαίρι του 2009. Το καλοκαίρι του 2009 όταν ο Ράϊκαρντ ανέλαβε την Γαλατασαράι μέχρι και όταν αποχώρησε απο την Κωνσταντινούπολη.
Κατά τη διάρκεια της ανάπαυλάς του το 2010-2011, το όνομά του εξετάστηκε από ομάδες των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Σαουδικής Αραβίας. Οι σύλλογοι αυτοί αναζητούσαν ευρωπαϊκό κύρος για τα τεχνικά τους τιμ, όμως οι συζητήσεις δεν προχώρησαν σε επίσημη γραπτή πρόταση που να τον ικανοποιεί.
Η μοναδική πρόταση που μετουσιώθηκε σε επίσημη συμφωνία ήρθε στις 28 Ιουνίου του 2011 από τη Νότια Αφρική, προσφέροντας του συμβόλαιο για τη θέση του πρώτου προπονητή. Ο Νέεσκενς αποδέχθηκε την πρόκληση, υπογράφοντας διετές συμβόλαιο και την πρώτη χρονιά τερμάτισε στην 4η θέση του βαθμολογικού πίνακα.
Οδήγησε την ομάδα στον μεγάλο τελικό της διοργάνωσης τον Μάιο του 2012, όπου οι Σάνταουνς ηττήθηκε με 2–1 από τη Σούπερσπορτ Γιουνάιτεντ, χάνοντας την ευκαιρία να κλείσει τη χρονιά με έναν μεγάλο τίτλο.
Όμως την δεύτερη σεζόν ξεκίνησε με εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα. Μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, οι Σάνταουνς βρισκόταν στην προτελευταία θέση (15η) του βαθμολογικού πίνακα, έχοντας συγκεντρώσει μόλις 9 βαθμούς σε 12 αγώνες, μια συγκομιδή απαράδεκτη για το ακριβότερο ρόστερ της χώρας.
Η κατάσταση στις κερκίδες είχε γίνει επικίνδυνη, οι οπαδοί της ομάδας τον θεωρούσαν τον αποκλειστικό υπεύθυνο, τον γιουχάριζαν έντονα και σε αρκετά παιχνίδια εκτόξευσαν αντικείμενα (όπως πέτρες και μπουκάλια) εναντίον του, αναγκάζοντας την αστυνομία να τον φυγαδεύσει από τον αγωνιστικό χώρο.
Η οριστική απόφαση της διοίκησης πάρθηκε μετά την ήττα με 2-0 από τη Μορόκα Σουάλοους την 1η Δεκεμβρίου. Την επόμενη ημέρα, ο πρόεδρος του συλλόγου, Πατρίς Μοτσέπε, ανακοίνωσε τη λύση της συνεργασίας τους, αντικαθιστώντας τον Ολλανδό με τον Πίτσο Μοσιμάνε.
Μετά το πέρασμά του από τη Νότια Αφρική (το οποίο αποτέλεσε και την τελευταία του δουλειά σε συλλογικό επίπεδο), ο Νέεσκενς έλαβε μια ανοιχτή πρόταση από την ολλανδική ομοσπονδία για να γίνει ο πρεσβευτής του προγράμματος WorldCoaches.
Αποδέχθηκε αυτόν τον ρόλο με θέρμη, ταξιδεύοντας για πολλά χρόνια σε όλο τον κόσμο (μέχρι τον θάνατό του το 2024) για να εκπαιδεύει προπονητές σε αναπτυσσόμενες χώρες. Στις 6 Οκτωβρίου του 2024 και ενώ βρισκόταν στην Αλγερία όπου έδινε το παρών σε εκδήλωση ως εκπρόσωπος της ολλανδικής ομοσπονδίας υπέστη καρδιακή προσβολή, αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε ηλικία 73 ετών.
Η είδηση έγινε γνωστή στις 7 Οκτωβρίου 2024 μέσω επίσημης ανακοίνωσης της ομοσπονδίας, η οποία ανέφερε: «Με βαθιά θλίψη, η KNVB πληροφορήθηκε τον ξαφνικό θάνατο του Γιόχαν Νέεσκενς. Ο Γιόχαν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους παίκτες μας. Θα μας λείψει τρομερά».
Οι δύο ομάδες με τις οποίες μεγαλούργησε ο Άγιαξ και η Μπαρτσελόνα, εξέδωσαν άμεσα συγκινητικές ανακοινώσεις, χαρακτηρίζοντάς τον ως «θρύλο» και «αιώνιο είδωλο». Δεκάδες πρώην συμπαίκτες του, αντίπαλοι και σύγχρονοι ποδοσφαιριστές εξέφρασαν τα συλλυπητήριά τους, εξαίροντας όχι μόνο την ποδοσφαιρική του αξία και το ασταμάτητο τρέξιμό του στο γήπεδο, αλλά και τον σεμνό του χαρακτήρα έξω από αυτό.
