Ο Mario Jorge Lobo Zagallo κατέχει ένα εντυπωσιακό ρεκόρ στην ιστορία του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου αφού είναι ο μοναδικός που έχει ενεργό ρόλο στην κατάκτηση των τεσσάρων από τα πέντε Παγκόσμια Κύπελλα που κέρδισε η χώρα του από τρία διαφορετικά πόστα. Ως παίκτης στα δύο πρώτα Παγκόσμια Κύπελλα το 1958 και το 1962, ως προπονητής το 1970 και ως μέλος του τεχνικού τιμ το 1994.
Ο "λύκος" όπως ήταν το παρατσούκλι του γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου του 1931 στην πόλη Μασέιο της πολιτείας Αλαγκόας Το αρχικό όνειρο του νεαρού Ζαγκάλο δεν ήταν το ποδόσφαιρο, αλλά το να γίνει πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, ένα ονειρο το οποίο διακόπηκε απότομα λόγω προβλημάτων στην όρασή του, στρέφοντάς τον στις σπουδές λογιστικής.
Παράλληλα, ο πατέρας του ήταν κάθετα αντίθετος με το ποδόσφαιρο, καθώς εκείνη την εποχή δεν θεωρούνταν σοβαρό ή αξιοπρεπές επάγγελμα, πιέζοντάς τον να ακολουθήσει μια συμβατική καριέρα γραφείου.
Αγνοώντας τις πατρικές επιθυμίες, ο Ζαγκάλο ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο σε ερασιτεχνικό και ημιεπαγγελματικό επίπεδο. Εντάχθηκε στα τμήματα υποδομής της Αμέρικα του Ρίο το 1948 και εκεί άρχισε να ξεχωρίζει για την τακτική του ευφυΐα και την εργατικότητά του ως αριστερός ακραίος επιθετικός/μέσος.
Το 1950, κατά τη διάρκεια του Μουντιάλ της Βραζιλίας, ο 18χρονος Ζαγκάλο υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία στην αστυνομία στρατού. Στις 16 Ιουλίου 1950, βρισκόταν με τη στολή του στο στάδιο Μαρακανά, εκτελώντας χρέη ασφαλείας στις κερκίδες.
Έζησε από πρώτο χέρι το ιστορικό σοκ του «Μαρακανάζο», βλέποντας την Ουρουγουάη να κερδίζει τη Βραζιλία με 2-1 και να της κλέβει τον τίτλο. Αυτή η εμπειρία τον σημάδεψε και γέννησε το πείσμα του να φέρει τη χώρα του στην κορυφή του κόσμου στο μέλλον.
Αμέσως μετά το Μουντιάλ, έκανε το μεγάλο βήμα μετακομίζοντας στη Φλαμένγκο αρχικά για την ομάδα νέων. Το 1951 προωθήθηκε στην πρώτη ομάδα, υπογράφοντας το πρώτο του επαγγελματικό συμβόλαιο, γεγονός που ανάγκασε τον πατέρα του να αποδεχθεί επιτέλους την πορεία του.
Κατέκτησε τρία Campeonato Carioca το 1953, το 1954 και το 1955, και το Κύπελλο Βραζιλίας το 1957 έχοντας σε 217 παιχνίδια πετύχει 30 γκολ. Ο σύλλογος βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση το 1958 και χρειαζόταν άμεσα ρευστότητα και η πώληση ενός πρόσφατα στεφθέντος Παγκόσμιου Πρωταθλητή ήταν ο πιο γρήγορος τρόπος για να γεμίσουν τα ταμεία.
Επιστρέφοντας από το Μουντιάλ του 1958 ως βασικός και αναντικατάστατος παίκτης της Εθνικής Βραζιλίας, ο Ζαγκάλο ζήτησε από τη Φλαμένγκο μια δίκαιη αύξηση των αποδοχών του και ένα καλύτερο συμβόλαιο.
Η διοίκηση της «Φλα» αρνήθηκε πεισματικά, θεωρώντας τις απαιτήσεις του υπερβολικές, γεγονός που οδήγησε τη σχέση τους σε οριστική ρήξη. Η Μποταφόγκο εκείνη την εποχή διέθετε τεράστια οικονομική επιφάνεια και έχτιζε μια ομάδα-όνειρο και μόλις έμαθε ότι ο Ζαγκάλο ήταν προς πώληση, κινήθηκε αστραπιαία, ικανοποίησε όλες τις οικονομικές του απαιτήσεις και πλήρωσε ένα πολύ μεγάλο ποσό στη Φλαμένγκο για να τον αποκτήσει.
Η μετακόμιση αυτή αποδείχθηκε ευλογία για τον Ζαγκάλο. Στην Μποταφόγκο ενώθηκε με μερικούς από τους μεγαλύτερους μύθους του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, όπως ο Γκαρίντσα, ο Ντίντι, ο Νίλτον Σάντος και ο Ζαϊρζίνιο.
Μαζί δημιούργησαν μία από τις κορυφαίες ομάδες του πλανήτη, κατακτώντας δύο Campeonato Carioca το 1961 και το 1962 και το περίφημο Τουρνουά Ρίο-Σάο Πάουλο το 1962. Ύστερα απο 302 συνολικούς Αγώνες και 23 γκολ αποφάσισε το 1966 να τερματίσει την ποδοσφαιρική του καριέρα.
Την πρώτη του εμφάνιση με την "σελεσάο" την έκανε στις 4 Μαΐου του 1958 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απέναντι στην Παραγουάη στο πλαίσιο του τουρνουά "Oswaldo Cruz". Κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο της Σουηδίας το 1958 όπου αγωνίστηκε και στα έξι παιχνίδια της διοργάνωσης πετυχαίνοντας ένα γκολ στον τελικό απέναντι στην Σουηδία, και το Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής το 1962 όπου επίσης ήταν βασικός και στα έξι παιχνίδια του τουρνουά.
Ακόμα πήρε μέρος στο Πρωτάθλημα Νοτίου Αμερικής το 1959 όπου ήταν φιναλίστ, και την 33η και τελευταία του εμφάνιση την πραγματοποίησε στις 7 Ιουνίου του 1964 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απέναντι στην Πορτογαλία στο πλαίσιο του Nations Cup έχοντας πετύχει 5 τέρματα.
Η προπονητική του καριέρα χωρίζεται σε δύο περιόδους την συλλογική και την εθνική. Ξεκίνησε ως προπονητής της ομάδας νέων της Μποταφόγκο, μαθαίνοντας τα μυστικά του πάγκου. Ανέλαβε την πρώτη ομάδα και έδειξε αμέσως την τακτική του ευφυΐα, κατέκτησε δύο συνεχόμενα Campeonato Carioca το 1967 και το 1968 και το Πρωτάθλημα Βραζιλίας το 1968.
Η κυριαρχία της Μποταφόγκο υπό τις οδηγίες του ανάγκασε την Ομοσπονδία της Βραζιλίας να του παραδώσει εσπευσμένα τα κλειδιά της Εθνικής ομάδας, μόλις 75 μέρες πριν από το Μουντιάλ του 1970.
6 αγώνες με 6 νίκες ο πρώτος που κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο ως παίκτης και ως προπονητής και έσπασε τα ταμπού, δημιουργώντας ένα πρωτοποριακό 4-2-3-1 τοποθετώντας στην ίδια ενδεκάδα πέντε παίκτες που στις ομάδες τους φορούσαν το νούμερο 10
Πελέ (Σάντος) που αγωνίστηκε ως κεντρικός επιθετικός/συνδετικός κρίκο, Τοστάο (Κρουζέιρο) που Αγωνίστηκε ως "ψεύτικο εννιάρι", Ζαϊρζίνιο (Μποταφόγκο) που μετακινήθηκε στη δεξιά πλευρά της επίθεσης (πέτυχε το απίστευτο ρεκόρ να σκοράρει σε όλα τα ματς του Μουντιάλ), Ριβελίνο (Κορίνθιανς) που τοποθετήθηκε στην αριστερή πλευρά, συγκλίνοντας προς τα μέσα και Ζέρσον (Σάο Πάουλο) που ανέλαβε τον ρόλο του βαθιού οργανωτή (regista) από τη μεσαία γραμμή.
Το 1971 θα αναλάβει την Φλουμινένσε και οδήγησε την ομάδα στην κατάκτηση του Campeonato Carioca το 1971 και την επόμενη χρονιά το 1972, κατέκτησε με την «Τρικολόρ» το διάσημο Torneio Quadrangular International στη Βραζιλία και σε 51 αγώνες είχε 24 νίκες, 17 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Αποχώρησε απο την Φλουμινένσε στις αρχές του 1972, για να αναλάβει τη Φλαμένγκο κυρίως λόγω της μεγάλης οικονομικής επένδυσης της Φλαμένγκο, της ισχυρής συναισθηματικής του σύνδεσης με τον σύλλογο και της πρόθεσης της διοίκησης να χτίσει μια ομάδα-μοντέλο γύρω από έναν εν ενεργεία Παγκόσμιο Πρωταθλητή.
Η διοίκηση της Φλαμένγκο αποφάσισε να επενδύσει τεράστια ποσά για το 1972, ήθελε τον κορυφαίο προπονητή της χώρας, ο οποίος είχε οδηγήσει τη Βραζιλία στην κατάκτηση του Μουντιάλ το 1970. Επισης έφερε πίσω τον εμβληματικό Αργεντινό επιθετικό Ναρκίζο Ντοβάλ και αγόρασε σπουδαίους παίκτες, όπως τον Πάουλο Σέζαρ Καζού, δημιουργώντας ένα πανίσχυρο σύνολο
Κατέκτησε το Campeonato Carioca του 1972 όπου η ομάδα παρέμεινε αήττητη σε ολόκληρη τη διοργάνωση, σημειώνοντας 20 νίκες και 8 ισοπαλίες σε 28 αγώνες.
Μέσα στο 1972, ο Ζαγκάλο δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα αήττητα σερί στην ιστορία του συλλόγου, έμεινε αήττητη για 29 συνεχόμενα παιχνίδια (21 νίκες, 8 ισοπαλίες), από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Δυτικης Γερμανίας το 1974 πέρασε απο την πρώτη φάση των ομίλων με δύο ισοπαλίες και μία νίκη, και στην δεύτερη φάση των ομίλων έκανε δύο νίκες αλλά στα ημιτελικά αποκλείστηκε απο την Ολλανδία και κατέλαβε την τέταρτη θέση αφού έχασε στον μικρό τελικό απο την Πολωνία.
Σε αντίθεση με τη θεαματική ομάδα του 1970, ο Ζαγκάλο παρουσίασε το 1974 μια ομάδα πολύ πιο αμυντική, σκληρή και βασισμένη στη φυσική κατάσταση ενώ του έλειπαν και σημαντικοί παίκτες όπως οι Πελέ, Τοστάο, Ζερσον και Κάρλος Αλεπέρτο.
Αυτό προκάλεσε έντονη κριτική από τον Τύπο και τους φιλάθλους στη Βραζιλία, ενώ δέχθηκε σφοδρή κριτική επειδή άφησε στον πάγκο τον σπουδαίο μέσο της Παλμέιρας, Αντεμίρ ντα Γκία, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει τη δημιουργικότητα που έλειπε από τη μεσαία γραμμή.
Το 1974 αποχώρησε απο την Φλαμένγκο λόγω αθέτησης συμφωνιών από τη διοίκηση,ένιωσε βαθιά εξαπατημένος από τους διοικούντες τη Φλαμένγκο. Η ηγεσία του συλλόγου δεν τήρησε τον λόγο της και αθέτησε σημαντικούς όρους που είχαν συμφωνηθεί για το μέλλον και τη λειτουργία της ομάδας.
Η αγανάκτησή του ήταν τόσο μεγάλη, που για ένα διάστημα σκέφτηκε ακόμα και να εγκαταλείψει οριστικά το ποδόσφαιρο, καθώς θεωρούσε ότι θίχτηκε η προσωπική του τιμή. Αφού ηρέμησαν τα πνεύματα, το 1975 επέστρεψε στον πάγκο της Μποταφόγκο, ήταν ο σύλλογος στον οποίο είχε κλείσει την ποδοσφαιρική του καριέρα και είχε ξεκινήσει την προπονητική του πορεία στα τέλη της δεκαετίας του '60
Σε 59 παιχνίδια είχε 23 νίκες, 20 ισοπαλίες και 16 ήττες και τον Δεκέμβριο του 1975 αποδέχθηκε μια ασύλληπτη οικονομική πρόταση από την Εθνική ομάδα του Κουβέιτ, η οποία συνοδεύτηκε από την ολοκλήρωση του συμβολαίου του και τη μέτρια πορεία της ομάδας στο εθνικό πρωτάθλημα.
Μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου του 1977 είχε σε 31 αγώνες, καταγράφοντας 19 νίκες, 6 ισοπαλίες και 6 ήττες, έφτασε στην κατάκτηση του Κυπέλλου του Κόλπου το 1976 και ήταν φιναλίστ στο Κύπελλο Ασίας του 1976, όπου έχασε τον τίτλο οριακά με 1-0 από το Ιράν.
Στην πρώτη φάση των προκριματικών για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978, έκανε το απόλυτο με 4 νίκες σε 4 ματς. Στην τελική φάση της Ασίας, το Κουβέιτ τερμάτισε στην 3η θέση (πίσω από Ιράν και Νότια Κορέα), χάνοντας για λίγο την ιστορική πρόκριση στα γήπεδα της Αργεντινής.
Στις 15 Δεκεμβρίου του 1977 θα επιστρέψει στην Μποταφόγκο και θα ξεκινήσει τότε το μυθικό αήττητο σερί της, το οποίο διήρκεσε από το 1977 έως το 1978 για 52 συνεχόμενους αγώνες. Ο «Λύκος» παρέλαβε την ομάδα αήττητη από τον προκάτοχό του και κατάφερε να επεκτείνει και να διατηρήσει αυτό το ιστορικό ρεκόρ σε ολόκληρο το πρώτο μισό του 1978, γράφοντας μία από τις πιο χρυσές σελίδες στην ιστορία του συλλόγου.
[ετά την ήττα από την Γκρέμιο τον Ιούλιο του 1978, η οποία έσπασε το μυθικό αήττητο σερί των 52 αγώνων, η Μποταφόγκο έχασε τη δυναμική της, η ομάδα αποκλείστηκε από την τελική φάση του Πρωταθλήματος Βραζιλίας (τερματίζοντας στην 9η θέση), γεγονός που προκάλεσε απογοήτευση.
Η πίεση προς το πρόσωπό του αυξήθηκε μετά τον αποκλεισμό στο εθνικό πρωτάθλημα, ενώ υπήρχαν διαφωνίες με τη διοίκηση για την ενίσχυση του ρόστερ ενόψει της συνέχειας του Πρωταθλήματος Καριόκα.
Λίγους μήνες νωρίτερα, ο Ζαγκάλο είχε προκαλέσει σάλο όταν απέσυρε την ομάδα από το γήπεδο σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη διαιτησία, κάτι που του κόστισε τιμωρία και δημιούργησε αρνητικό κλίμα γύρω από το όνομά του στα θεσμικά όργανα του ποδοσφαίρου της Βραζιλίας.
Κατέκτησε το Πρωτάθλημα της Σαουδικής Αραβίας το 1979, ενώ αναδείχθηκε νικήτρια σε ένα άτυπο «Σούπερ Καπ» το 1979 κόντρα στην Άλ Αχλί και σε 18 παιχνίδια είχε 12 νίκες και 6 ισοπαλίες.
Στις 3 Δεκεμβρίου του 1979 θα επιστρέψει στην Φλουμινένσε μέχρι και τις 4 Αυγούστου του 1980 καθοδήγησε την ομάδα σε 26 επίσημους αγώνες, καταγράφοντας 11 νίκες, 10 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1980, η Φλουμινένσε βρισκόταν σε τροχιά προεδρικών εκλογών, μεταξύ του τότε προέδρου Φρανσίσκο Χόρτα και του μετέπειτα νικητή Ούγκο Γκεράρντ. Το κλίμα στα αποδυτήρια ήταν εξαιρετικά αβέβαιο, οι πληρωμές καθυστερούσαν και ο Ζαγκάλο ένιωθε ότι δεν υπήρχε σταθερότητα και καθαρό πλάνο για το μέλλον της ομάδας.
Ο πρόεδρος της Βάσκο ντα Γκάμα, Αλμπέρτο Πίρες Ριμπέιρο, εκμεταλλεύτηκε τη δυσαρέσκεια του Ζαγκάλο και του κατέθεσε μια εξαιρετική οικονομική πρόταση, η Βάσκο διέθετε τότε διοικητική υγεία και την απαραίτητη οικονομική άνεση για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του.
Η Φλουμινένσε εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να βασίζεται σε πολλούς νεαρούς παίκτες από τις ακαδημίες της (τη γενιά που ονομάστηκε "Máquina de Garotos"), αντίθετα, η Βάσκο ντα Γκάμα διέθετε ένα ρόστερ γεμάτο έμπειρους σταρ και διεθνείς παίκτες (όπως ο θρυλικός επιθετικός Ρομπέρτο Ντιναμίτε), γεγονός που έπεισε τον Ζαγκάλο ότι με τη Βάσκο θα είχε πολύ περισσότερες πιθανότητες να κατακτήσει άμεσα το Πρωτάθλημα Καριόκα.
Η αποχώρησή του προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις στους οπαδούς της Φλουμινένσε, καθώς άφησε την ομάδα αήττητη στο ξεκίνημα του τοπικού πρωταθλήματος. Μέχρι τις 30 Ιουνίου του 1981 σε 53 αγώνες, είχε 26 νίκες, 19 ισοπαλίες και 8 ήττες, χωρίς όμως να κατακτήσει κάποιον τίτλο.
Μετά από μια καλή πορεία στο εθνικό πρωτάθλημα, η Βάσκο ξεκίνησε πολύ άσχημα στον πρώτο γύρο του τοπικού πρωταθλήματος του 1981. Η ομάδα σημείωσε πολλές ισοπαλίες και απώλειες βαθμών, μένοντας νωρίς εκτός διεκδίκησης του πρώτου τίτλου της χρονιάς.
Οι διοικούντες τον σύλλογο άσκησαν έντονη κριτική στον Ζαγκάλο για τις επιλογές του και την αμυντική τακτική της ομάδας. Η κατάσταση έγινε μη αναστρέψιμη μετά από μια σειρά ανεπιτυχών αποτελεσμάτων, οδηγώντας στη λύση της συνεργασίας τους.
Η ποδοσφαιρική ομοσπονδία της Σαουδικής Αραβίας αναζητούσε έναν κορυφαίο τεχνικό για να αναδιοργανώσει το ποδόσφαιρο της χώρας. Η πρόταση που κατατέθηκε στον Ζαγκάλο ήταν οικονομικά ασύλληπτη, διευκολύνοντας την απόφασή του να αφήσει το Ρίο ντε Τζανέιρο
Την 1η Ιανουαρίου του 1982 ανέλαβε την τεχνική της ηγεσία και όπως είχε κάνει παλαιότερα στο Κουβέιτ, ο Ζαγκάλο έβαλε τις βάσεις για τον επαγγελματισμό στη χώρα, εισάγοντας σύγχρονες μεθόδους τακτικής και φυσικής κατάστασης.
Παράλληλα με την ανδρική ομάδα, βοήθησε στην ανάδειξη μιας σπουδαίας γενιάς νεαρών Σαουδαράβων παικτών, οδηγώντας την ομάδα Νέων στα τελικά του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Νέων στην Αυστραλία το 1981.
Προετοίμασε την ομάδα που λίγο αργότερα, το 1984, θα κατακτούσε για πρώτη φορά στην ιστορία της το Κύπελλο Ασίας, αν και ο ίδιος αποχώρησε λίγους μήνες πριν από την τελική φάση, παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Χαλίλ Αλ-Ζαγιάνι) και σε 17 αγώνες, έκανε 8 νίκες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες.
Στις 18 Μαρτίου του 1984 αποχώρησε και στις 30 Μαϊου προσλήφθηκε απο την Φλαμένγκο η οποία αναζητούσε έναν προπονητή με ισχυρή προσωπικότητα για να διαχειριστεί ένα ρόστερ που βρισκόταν σε φάση μετάβασης, μετά τη «χρυσή εποχή» των αρχών της δεκαετίας του '80.
Ο Ζαγκάλο κλήθηκε να χτίσει την ομάδα χωρίς τον απόλυτο ηγέτη της, τον Ζίκο, ο οποίος εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν στην Ιταλία με τη φανέλα της Ουντινέζε, έχοντας μέχρι τις 3 Αυγούστου του 1985, σε 60 αγώνες, 30 νίκες, 16 ισοπαλίες και 14 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1985 ο Ζίκο επέστρεψε θριαμβευτικά από την Ουντινέζε, η επιστροφή του «Βασιλιά» αύξησε κατακόρυφα τις απαιτήσεις για άμεσες επιτυχίες και ελκυστικό ποδόσφαιρο, κάτι που η ομάδα του Ζαγκάλο, βασισμένη στην τακτική πειθαρχία και την άμυνα, δυσκολευόταν να προσφέρει.
Mετά από μια σειρά κακών εμφανίσεων σε φιλικά και φιλικά τουρνουά προετοιμασίας ενόψει του Πρωταθλήματος Καριόκα, η διοίκηση αποφάσισε να τον αντικαταστήσει με τον Σεμπαστιάο Λαζαρόνι.
Στις 15 Ιουλίου του 1986 θα αναλάβει την Μποταφόγκο για την τέταρτη θητεία του στον πάγκο της. Η ομάδα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και στερούταν μεγάλων αστέρων, γεγονός που αποτυπώθηκε στα αποτελέσματα
Η Μποταφόγκο είχε μια εντελώς ασταθή πορεία στο τοπικό πρωτάθλημα του Ρίο, τερματίζοντας στην 5η θέση της γενικής κατάταξης και μένοντας νωρίς εκτός της διεκδίκησης του τίτλου. Στο εθνικό πρωτάθλημα τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα, η ομάδα αποκλείστηκε από την πρώτη κιόλας φάση των ομίλων, τερματίζοντας στην 20ή θέση της συνολικής βαθμολογίας.
Λόγω της κακής αγωνιστικής εικόνας και της αδυναμίας της διοίκησης να ενισχύσει το ρόστερ, ο Ζαγκάλο ολοκλήρωσε τη σύντομη παρουσία του στην ομάδα πριν από το τέλος του έτους στις 13 Νοεμβρίου και σε 34 αγώνες είχε 13 νίκες, 10 ισοπαλίες και 11 ήττες.
Η Μπανγκού εκείνη την περίοδο διέθετε σημαντική οικονομική άνεση και ένα ποιοτικό ρόστερ, έχοντας μάλιστα αναδειχθεί φιναλίστ του Πρωταθλήματος Βραζιλίας λίγα χρόνια νωρίτερα (1985). Όμως η θητεία του αποδείχθηκε εξαιρετικά σύντομη και ολοκληρώθηκε πρόωρα τον Μάιο του 1988, λόγω διοικητικών παρεμβάσεων στο έργο του και αγωνιστικής κάμψης της ομάδας.
Σε 16 αγώνες είχε απολογισμό 6 νίκες, 5 ισοπαλίες και 5 ήττες κια στς 2 Ιουνίου του 1988 αποδέχτηκε την πρόταση απο την εθνική ομάδα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, και ανέλαβε μια ομάδα που δεν είχε ποτέ ξανά πρωταγωνιστήσει σε παγκόσμιο επίπεδο.
Κατάφερε να περάσει τη Φάση των Ομίλων της Ασίας στα τελικά προκριματικά της Σινγκαπούρης τον Οκτώβριο τυ 1989). Εκεί, σε ένα τουρνουά-θρίλερ 5 αγώνων, η ομάδα του παρέμεινε αήττητη και με 1 νίκη και 4 ισοπαλίες, τα ΗΑΕ τερμάτισαν στη 2η θέση του ασιατικού ομίλου, πίσω από τη Νότια Κορέα και εξασφάλισαν το «χρυσό» εισιτήριο για τα γήπεδα της Ιταλίας, προκαλώντας εθνικό ντελίριο στη χώρα.
Σε 10 αγώνες είχε 4 νίκες, 5 ισοπαλίες και 1 ήττα, παρά όμως την ιστορική επιτυχία, ο Ζαγκάλο δεν κάθισε ποτέ στον πάγκο των ΗΑΕ στα γήπεδα της Ιταλίας. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ, στις 14 Ιανουαρίου του 1990, ήρθε σε ρήξη με την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας.
Σε 10 αγώνες είχε 4 νίκες, 5 ισοπαλίες και 1 ήττα, παρά όμως την ιστορική επιτυχία, ο Ζαγκάλο δεν κάθισε ποτέ στον πάγκο των ΗΑΕ στα γήπεδα της Ιταλίας. Λίγους μήνες πριν από την έναρξη του Μουντιάλ, στις 14 Ιανουαρίου του 1990, ήρθε σε ρήξη με την ποδοσφαιρική ομοσπονδία της χώρας.
Οι λόγοι της απόλυσης ήταν κυρίως οικονομικοί, διαφωνίες για τα μπόνους της πρόκρισης και την ανανέωση του συμβολαίου του), καθώς και τακτικοί, καθώς οι διοικούντες πίεζαν για αλλαγές στο ρόστερ που ο ίδιος δεν δεχόταν.
Επιστροφή στην Βάσκο Ντα Γκάμα για δεύτερη φορά στις 26 Αυγούστου του 1990 μέχρι τις 18 Φεβρουαρίου 1991 και σε 38 αγώνες, κατέγραψε 17 νίκες, 14 ισοπαλίες και 7 ήττες. Απο τις 26 Σεπτεμβρίου του 1991 έως τις 10 Αυγούστου του 1994, ήταν μέλος του τεχνικού τιμ του Κάρλος Αλμπέρτο Παρείρα στο νικηφόρο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1994 στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 10 Αυγούστου του 1994 ανέλαβε για τρίτη φορά την Εθνική Βραζιλίας μέχρι την 1η Αυγούστυ του 1998 και την οδήγησε σε μία ακόμα τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου το 1998 στην Γαλλία όπου ήταν φιναλίστ.
Κατέκτησε το Copa America και το Confederations Cup του 1997 και έατσε στον πάγκο της συνολικά σε 126 παιχνίδια πρώτος στην σχετική λίστα έχοντας απολογισμό 90 νίκες, 26 ισοπαλίες και 10 ήττες.
Ανέλαβε την ολυμπιακή ομάδα της εθνικής Βραζιλίας στους Ολυμπιακούς αγώνες της Ατλάντα όπου σε 6 παιχνίδια είχε 4 νίκες και 2 ήττες και στις 22 Δεκεμβρίου του 1998 ανέλαβε την Πορτουγκέζα και σε 45 αγώνες είχε 21 νίκες, 9 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Στις 23 Οκτωβρίου του 2000 ανέλαβε την Φλαμένγκο για τρίτη φορά κατέκτησε το Campeonato Carioca του 2001 και το Κύπελλο Πρωταθλητών Βραζιλίας το 2001, εξασφαλίζοντας παράλληλα την έξοδο στο Copa Libertadores και σε 48 παιχνίδια είχε 19 νίκες, 9 ισοπαλίες και 20 ήττες.
Στις 17 Νοεμβρίου του 2001 υπέβαλε την παραίτησή του, η Φλαμένγκο βρισκόταν σε βαθιά αγωνιστική κρίση στο Πρωτάθλημα Βραζιλίας, η εντός έδρας ήττα με 2-0 από την Πορτουγκέζα στο Μαρακανά, έφερε τον σύλλογο στην 25η θέση της βαθμολογίας, δηλαδή εντός της ζώνης του υποβιβασμού.
Ο 70χρονος τότε τεχνικός ένιωσε και δήλωσε στη διοίκηση ότι η ομάδα δεν ανταποκρινόταν πλέον στις οδηγίες του και είχε χάσει τον έλεγχο της κατάστασης, η Φλαμένγκο αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, έχοντας καθυστερήσεις στις πληρωμές των μισθών των παικτών για έως και τρεις μήνες, κάτι που επηρέαζε αρνητικά το κλίμα στην ομάδα.
Τον Νοέμβριο του 2002, μετά την αποχώρηση του Λουίς Φελίπε Σκολάρι, ανέλαβε για έναν αποχαιρετιστήριο αγώνα ως προπονητής της εθνικής Βραζιλίας, οδηγώντας την ομάδα σε νίκη με 3-2 σε φιλικό παιχνίδι κόντρα στη Νότια Κορέα.
Από τις αρχές του 2003 έως τις 27 Ιουλίου του 2006, ανέλαβε τον ρόλο του τεχνικού συντονιστή της εθνικής ομάδας, στο πλευρό του προπονητή Κάρλος Αλμπέρτο Παρέιρα. Τον Αύγουστο του 2013 οι αρχές του Ρίο Ντε Τζανέιρο αποφάσισαν έξω από το Ολυμπιακό Στάδιο της πόλης να αναγείρουν άγαλμα προς τιμήν του, ενώ επιλέχθηκε από την Βραζιλιάνικη ομοσπονδία ως πρεσβευτής του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014.
Το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε πρόβλημα με την υγεία του, τον Σεπτέμβριο του 2023 είχε νοσηλευθεί στο νοσοκομείο για 20 ημέρες λόγω λοίμωξης στο ουροποιητικό σύστημα. Στις 26 Δεκεμβρίου μπήκε εκ νέου στο νοσοκομείο Barra D'Or λόγω πολλαπλής ανεπάρκειας οργάνων και το πρωί της 5ης Ιανουαρίου του 2024 άφησε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 92 ετών.
Η βραζιλιάνικη κυβέρνηση ανακήρυξε τριήμερο εθνικό πένθος με την σορό του τοποθετούταν στα γραφεία της ομοσπονδίας για να ταφεί στην συνέχεια στο νεκροταφείο São João Batista.

