Ο Ζόλταν Τσίμπορ έπαιζε κυρίως αριστερός ακραίος επιθετικός αλλά και ως κλασικός επιθετικός. Διακρίθηκε για το εξαιρετικό του σουτ, τον έλεγχο της μπάλας αλλά και τον καλό ρυθμό που διατηρούσε στο παιχνίδι του.
Γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1929 στο Κάποσβαρ και ξεκίνησε να κάνει άλμα εις ύψος. Τα τρία απο τα έξι αδέρφια του έπαιζαν ποδόσφαιρο με τον Τσίμπορ να τους ακολουθεί και να ξεκινάει την ποδοσφαιρική του καριέρα απο την Komarom AC και την Komarov MAV, ενώ εργαζόταν παράλληλα και ως μηχανοδηγός
H κλήση του στην εθνική ομάδα των νέων ώθησε την Φερεντσβάρος να τον αποκτήσει το 1948 όπου θα αγωνιστεί μέχρι το 1950 και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα το 1949 έχοντας 96 συμμετοχές και 45 γκολ.
H κλήση του στην εθνική ομάδα των νέων ώθησε την Φερεντσβάρος να τον αποκτήσει το 1948 όπου θα αγωνιστεί μέχρι το 1950 και θα κατακτήσει το Πρωτάθλημα το 1949 έχοντας 96 συμμετοχές και 45 γκολ.
Η παραμονή του στη Φερεντσβάρος δεν κράτησε πολύ λόγω των πολιτικών εξελίξεων. Το κομμουνιστικό καθεστώς της Ουγγαρίας άρχισε να ελέγχει το ποδόσφαιρο και χαρακτήρισε τη Φερεντσβάρος ως ομάδα με «δεξιές/αντιδραστικές» τάσεις.
Αρνήθηκε να ντυθεί στο χακί και να μπει στον στρατό, με αποτέλεσμα να σαμποτάρει την άμεση μεταγραφή του εκεί. Καθώς η παραμονή του στη Φερεντσβάρος ήταν αδύνατη, η Τσέπελ αποτέλεσε μια συμβιβαστική λύση.
Ήταν η ομάδα των εργοστασίων και της εργατικής τάξης, γεγονός που την καθιστούσε ιδεολογικά αποδεκτή από το καθεστώς, χωρίς όμως να έχει τη στρατιωτική πειθαρχία της Χόνβεντ. Θα πάιξει στην
Στις αρχές του 1953, το κομμουνιστικό καθεστώς άσκησε ασφυκτικές πιέσεις και ο Ζόλταν Τσίμπορ αναγκάστηκε τελικά να υποκύψει και να μεταγραφεί στη Χόνβεντ. Η μετακίνησή του ολοκληρώθηκε λόγω ενός συνδυασμού εκβιασμών και αθλητικής στρατηγικής.
Τσέπελ την περίοδο 1951-1952 όπου σε 43 παιχνίδια είχε 17 τέρματα.
Είχε συλληφθεί στα σύνορα καθώς προσπαθούσε να επισκεφθεί κρυφά τη μητέρα του που ζούσε σε περιοχή που είχε παραχωρηθεί στην Τσεχοσλοβακία. Το καθεστώς χρησιμοποίησε αυτό το περιστατικό ως μοχλό πίεσης, απειλώντας τον με φυλάκιση για «απόπειρα παράνομης εξόδου από τη χώρα» αν δεν δεχόταν τη μεταγραφή.
Ο προπονητής της Εθνικής Ουγγαρίας, Γκούσταβ Σέμπες, πίεζε επίσης τον Τσίμπορ. Το σχέδιο του Σέμπες ήταν να έχει όλο τον βασικό κορμό της «Χρυσής Ομάδας» (Πούσκας, Κότσις, Μποζίκ) στην ίδια ομάδα, ώστε να προπονούνται καθημερινά μαζί.
Αν ο Τσίμπορ έμενε στην Τσέπελ, κινδύνευε να χάσει τη θέση του στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954.
Με τη μεταγραφή του στη Χόνβεντ που ήταν η ομάδα του Στρατού, αναγκάστηκε να ντυθεί στο χακί.
Με τη μεταγραφή του στη Χόνβεντ που ήταν η ομάδα του Στρατού, αναγκάστηκε να ντυθεί στο χακί.
Έλαβε τον βαθμό του υπολοχαγού του στρατού, κάτι που μισούσε θανάσιμα, ο ίδιος, με το γνωστό του χιούμορ και τον ανυπότακτο χαρακτήρα του, έλεγε συχνά: «Αν γινόταν πόλεμος, το μόνο που θα μπορούσα να κάνω με το όπλο θα ήταν να σουτάρω τη σφαίρα με το αριστερό μου πόδι».
Θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 1954 και το 1955 πετυχαίνοντας 53 γκολ σε 75 αγώνες και όταν θα γίνει η σοβιετική εισβολή το 1956 θα είναι απο αυτούς που δεν θα γυρίσουν στην Ουγγαρία. Μετά την Ουγγρική Επανάσταση του 1956, ο Τσίμπορ κατέφυγε αρχικά στη Βιέννη και με τη μεσολάβηση του σπουδαίου Ούγγρου προπονητή Γκιόργκι Σάροσι, ο οποίος δούλευε στην Ιταλία, ήρθε σε συμφωνία με την Ρόμα.
Υπέγραψε κανονικά το συμβόλαιό του, η Ρόμα του παραχώρησε διαμέρισμα για να μείνει με την οικογένειά του και ο ίδιος πρόλαβε να αγωνιστεί μόνο σε 2 ανεπίσημα φιλικά παιχνίδια με τη φανέλα των «τζιαλορόσι»
Η Ουγγρική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία ελεγχόμενη από το κομμουνιστικό καθεστώς κατήγγειλε τον Τσίμπορ, τον Πούσκας και τον Κόκτσις στη FIFA ως «λιποτάκτες» επειδή εγκατέλειψαν παράνομα τη χώρα.
Η FIFA δικαίωσε την Ουγγαρία και επέβαλε στους παίκτες διετή αποκλεισμό από κάθε επίσημη ποδοσφαιρική δραστηριότητα. Η Ρόμα βρέθηκε να πληρώνει έναν παίκτη που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει, έτσι η διοίκηση της ιταλικής ομάδας αποφάσισε να ακυρώσει το συμβόλαιο και του ζήτησε να ξεσπιτωθεί, αφήνοντάς τον σε δεινή οικονομική κατάσταση.
Θα προσπαθήσει να βρει κάποια ομάδα στην Ιταλία αλλά αποδείχθηκε μάταιος κόπος. Την λύση θα την δώσει ο Λαντισλάο Κουμπάλα ο οποίος θα τον προτείνει στην Μπαρτσελόνα και θα βρεί στην Βαρκελώνη τον Σάντορ Κόκσιτς.
Με τους "μπλαουγκράνα" σε 84 παιχνίδια θα πετύχει 36 τέρματα, θα κατακτήσει 2 Πρωταθλήματα το 1959 και το 1960, 1 Κύπελλο το 1960, 1 Κύπελλο Εκθέσεων το 1960 κόντρα στην Μπέρμιγχαμ ενώ το 1961 θα παίξει στον χαμένο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στην Βέρνη κόντρα στην Μπενφίκα.
Τον Μάιο του 1961, η Μπαρτσελόνα έχασε με 3-2 από την Μπενφίκα στον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών στη Βέρνη, σε ένα ματς όπου οι Καταλανοί είχαν τέσσερα δοκάρια. Ο Τσίμπορ σκόραρε ένα απίστευτο γκολ, αλλά η ήττα στο ίδιο γήπεδο όπου είχε χάσει το Μουντιάλ του 1954 με την Ουγγαρία τον σημάδεψε ψυχολογικά.
Μετά το ματς δήλωσε: «Αυτό το γήπεδο είναι καταραμένο για μένα». Ο τελικός αυτός σήμανε το τέλος μιας εποχής για την ομάδα. Η κατασκευή του νέου σταδίου Καμπ Νου είχε κοστίσει πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, βυθίζοντας τον σύλλογο σε τεράστια χρέη.
Η διοίκηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε δραστική μείωση του μπάτζετ και να απαλλαγεί από τα βαριά συμβόλαια των ξένων αστέρων της. Το 1961 ο Τσίμπορ ήταν ήδη 32 ετών και ο νέος προπονητής, Λιούμπισα Μπρότσιτς (και στη συνέχεια ο Ενρίκε Οριζαόλα), ήθελε να ανανεώσει την ομάδα με νεότερους παίκτες.
Καθώς το συμβόλαιο του Τσίμπορ έληγε, η διοίκηση αποφάσισε να μην του προσφέρει ανανέωση, αφήνοντάς τον ελεύθερο. Είχε δημιουργήσει τη ζωή του στη Βαρκελώνη, είχε ανοίξει ένα επιτυχημένο εστιατόριο/μπαρ με το όνομα «Las Cinco Copas» (Τα Πέντε Κύπελλα) και η οικογένειά του δεν ήθελε να μετακομίσει.
Όταν έμεινε ελεύθερος από την Μπαρτσελόνα, η Εσπανιόλ του προσέφερε συμβόλαιο, επιτρέποντάς του να παραμείνει στην πόλη χωρίς να αλλάξει καθημερινότητα. Η παρουσία του περιορίστηκε σε ελάχιστα παιχνίδια, καθώς ο 32χρονος τότε εξτρέμ ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς και έλλειψη σταθερότητας, κατέγραψε μόλις 11 συμμετοχές και σημείωσε 2 γκολ.
Η σεζόν 1961-1962 ήταν ιστορικά μία από τις χειρότερες στην ιστορία της Εσπανιόλ. Η ομάδα τερμάτισε στη 13η θέση του πρωταθλήματος και οδηγήθηκε σε αγώνες μπαράζ κόντρα στη Ρεάλ Βαγιαδολίδ. Η Εσπανιόλ ηττήθηκε στα μπαράζ και υποβιβάστηκε στη Segunda División για πρώτη φορά στην ιστορία της και αυτή η εξέλιξη σφράγισε και το τέλος της παρουσίας του Τσίμπορ στην ομάδα.
Μετά τον υποβιβασμό, η Εσπανιόλ δεν μπορούσε να συντηρήσει το συμβόλαιο ενός ακριβού ξένου παίκτη, ενώ και ο ίδιος ο Τσίμπορ δεν επιθυμούσε να αγωνιστεί στη δεύτερη κατηγορία. Το καλοκαίρι του 1962 έλυσε το συμβόλαιό του και αποχώρησε από την Ισπανία για να συνεχίσει την καριέρα του στην Ευρώπη.
Η Βασιλεία έψαχνε ένα μεγάλο όνομα για να ενισχύσει το γόητρό της και του προσέφερε συμβόλαιο, το οποίο ο 33χρονος τότε Ούγγρος αποδέχθηκε. Έφτασε στην Ελβετία χωρίς να βρίσκεται σε καλή φυσική κατάσταση και ταλαιπωρημένος από χρόνιους τραυματισμούς.
Δεν κατάφερε ποτέ να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της ομάδας, αγωνίστηκε κυρίως σε φιλικά προετοιμασίας και ελάχιστα επίσημα ματς, μόλις 1 χωρίς να σημειώσει κάποιο γκολ στο πρωτάθλημα. Συνειδητοποιώντας ότι το ελβετικό ποδόσφαιρο δεν του ταίριαζε και έχοντας προβλήματα επικοινωνίας, έλυσε κοινή συναινέσει το συμβόλαιό του πριν καν βγει το φθινόπωρο του 1962,
Μετά το αποτυχημένο πέρασμα από τη Βασιλεία, πολλοί πίστευαν ότι ο 33χρονος Τσίμπορ είχε τελειώσει ποδοσφαιρικά. Η Αούστρια Βιέννης, όμως, του έδωσε την ευκαιρία να βρει ξανά τα παλιά του πατήματα.
Σε ένα περιβάλλον με έντονο το ουγγρικό στοιχείο (καθώς η Βιέννη ήταν γεμάτη Ούγγρους πρόσφυγες), ο Τσίμπορ προσαρμόστηκε αμέσως και έβγαλε τον καλύτερό του εαυτό. Συνολικά είχε 19 επίσημες εμφανίσεις και 5 γκολ και κατέκτησε τόσο το Πρωτάθλημα όσο και το Κύπελλο όπου αγωνίστηκε σε όλο το 90λεπτο, πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του Νταμπλ.
Αφού εκπλήρωσε τον στόχο του και απέδειξε ότι παρέμενε νικητής, αποφάσισε το καλοκαίρι του 1963 να αποχωρήσει από την ομάδα και την Ευρώπη. Επέστρεψε για λίγο στη Βαρκελώνη προτού πάρει τη μεγάλη απόφαση να μετακομίσει μόνιμα στην Αμερική, κλείνοντας οριστικά τον κύκλο του στα ευρωπαϊκά γήπεδα.
Μετά την Ουγγρική Επανάσταση του 1956, χιλιάδες Ούγγροι μετανάστευσαν στον Καναδά, με επίκεντρο το Τορόντο. Εκεί δημιουργήθηκαν ποδοσφαιρικοί σύλλογοι με έντονο εθνικό χαρακτήρα (όπως η Hungaria SC Toronto).
Οι ομάδες αυτές είχαν την οικονομική στήριξη πλούσιων Ούγγρων μεταναστών, οι οποίοι ήθελαν να φέρουν τους ήρωες της «Χρυσής Ομάδας» στην Αμερική για να τονώσουν το γόητρο της κοινότητας.
Το Eastern Canada Professional Soccer League, ήταν ένα αναπτυσσόμενο, επαγγελματικό πρωτάθλημα που πλήρωνε πολύ καλά.
Όντας πλέον 35 ετών, έβλεπε το τέλος της καριέρας του να πλησιάζει και χρειαζόταν ένα τελευταίο, δυνατό συμβόλαιο για να εξασφαλίσει το μέλλον του, αφού τα προηγούμενα χρόνια στην Ευρώπη ειδικά μετά την περιπέτεια με τη Ρόμα και την κρίση της Μπαρτσελόνα δεν του είχαν αποφέρει τα χρήματα που αναλογούσαν στην αξία του.
Υπέγραψε αρχικά τον Απρίλιο του 1964 στους Hamilton Steelers, η άφιξή του προκάλεσε ντελίριο, όμως λόγω γραφειοκρατικών προβλημάτων με τη βίζα του, καθυστέρησε να πατήσει το πόδι του στον Καναδά μέχρι τα τέλη Μαΐου.
Οι Steelers σύντομα αντιμετώπισαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και σταμάτησαν να τον πληρώνουν, με αποτέλεσμα να... εξαφανιστεί από την ομάδα. Προς έκπληξη όλων, τον Ιούλιο του 1964 εμφανίστηκε να αγωνίζεται με τη φανέλα της Hungaria SC Toronto σε 5 παιχνίδια με 1 γκολ.
Η ουγγρική κοινότητα του Τορόντο έβαλε χρήματα από την τσέπη της για να τον στηρίξει οικονομικά και να καλύψει τα έξοδά του. Το 1965 μεταπήδησε στην Toronto City, όπου είχε την ευκαιρία να παίξει μαζί με άλλους θρύλους που έκαναν το ίδιο «ταξίδι» για τα τελευταία τους ένσημα, όπως ο Σερ Στάνλεϊ Μάθιους, πριν αποσυρθεί οριστικά έχοντας 10 συμμετοχές και 2 γκολ.
Στις 8 Μαΐου του 1949 κόντρα στην Αυστρία θα κάνει ντεμπούτο με την εθνική ομάδα της χώρας του. Μέλος της ομάδας που θα κατακτήσει το χρυσό Ολυμπιακό μετάλλιο στο Ελσινκι το 1952, θα πάρει μέρος στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1954 στην Ελβετία και στα πέντε παιχνίδια όπου θα πετύχει και τρία τέρματα κόντρα σε Νότιο Κορέα, Ουρουγουάη και στον χαμένο τελικό κόντρα στην Δυτική Γερμανία.
Μαζί με τον Φέρεντς Πούσκας και τον Ουρουγουανό Πέδρο Τσέα είναι οι μοναδικοί που έχουν καταφέρει να πετύχουν γκολ τόσο σε τελικό Ολυμπιακών Αγώνων όσο και σε αντίστοιχο του Παγκοσμίου Κυπέλλου.
Στις 14 Οκτωβρίου του 1956 στο "Πράτερ" κόντρα στην Αυστρία θα είναι η 43η και τελευταία του εμφάνιση έχοντας πετύχει και 17 τέρματα. Αντιμετώπισε αρκετά οικογενειακά προβλήματα, χώρισε με την γυναίκα του η οποία και πήρε την επιμέλεια των παιδιών τους.
Το βασικό αντικείμενο του πολέμου στα δικαστήρια της Βαρκελώνης ήταν η ιδιοκτησία και τα κέρδη του μπαρ "Γαλάζιος Δούναβης" που είχε αγοράσει με τα λεφτά που είχε βγάλει απο το ποδόσφαιρο. Έχοντας τον γνωστό εκρηκτικό και ανυπότακτο χαρακτήρα του, δεν μπόρεσε να διαχειριστεί ψυχραιμα τη γραφειοκρατία και τις νομικές πιέσεις.
Η δικαστική διαμάχη κράτησε χρόνια, του κόστισε μια περιουσία σε δικηγόρους και τελικά τον οδήγησε στην απόφαση να πουλήσει το μπαρ για να καλυφθούν τα έξοδα και οι απαιτήσεις του διαζυγίου.
Η απώλεια του «Γαλάζιου Δούναβη» ήταν το τελειωτικό χτύπημα για τον Τσίμπορ στη Βαρκελώνη, από εκεί που ήταν ένας ευκατάστατος επιχειρηματίας και είδωλο της πόλης, βρέθηκε να ζει σε συνθήκες φτώχειας.
Μετά το διαζύγιο, η πρώην σύζυγός του και τα παιδιά του παρέμειναν μόνιμα στην Ισπανία, ενώ ο ίδιος απομονώθηκε και ένιωθε πλέον ξένος στην πόλη που κάποτε τον αποθέωνε. Όταν ολοκλήρωσε την καριέρα του στον Καναδά το 1965, βρέθηκε σε ένα σταυροδρόμι.
Στην κομμουνιστική Ουγγαρία δεν μπορούσε να επιστρέψει, καθώς εξακολουθούσε να θεωρείται «προδότης» από το καθεστώς. Η επιλογή της Βαρκελώνης ήταν η πιο φυσική: ήταν η πόλη όπου λατρεύτηκε, όπου οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν ακόμα «Pájaro Loco» (Τρελοπούλι) και όπου η οικογένειά του ένιωθε πλέον σαν στο σπίτι της.
Ήταν ένας άμεσος φόρος τιμής στη θρυλική ομάδα της Μπαρτσελόνα της σεζόν 1951-1952 (την οποία οδηγούσε ο συμπατριώτης του, Λάζλο Κουμπάλα). Εκείνη η ομάδα είχε καταφέρει να κατακτήσει 5 τίτλους σε μία μόνο χρονιά (Πρωτάθλημα, Κύπελλο, Λατινικό Κύπελλο, Κύπελλο Εβούα Ντουάρτε και Κύπελλο Μαρτίνι Ρόσι), μένοντας στην ιστορία του συλλόγου ως «Barça de les Cinc Copes».
Αν και ο ίδιος ο Τσίμπορ δεν αγωνιζόταν ακόμα τότε στην ομάδα, το όνομα επιλέχθηκε για να κερδίσει αμέσως τις καρδιές των Καταλανών οπαδών. Το μπαρ, που βρισκόταν στην περιοχή Les Corts (κοντά στο παλιό και το νέο γήπεδο της Μπαρτσελόνα), μετατράπηκε γρήγορα σε ένα ζωντανό ποδοσφαιρικό μουσείο.
Οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι με ιστορικές φωτογραφίες, λάμπουσες φανέλες της Μπαρτσελόνα και της Εθνικής Ουγγαρίας, καθώς και αναμνηστικά από τη «Χρυσή Ομάδα». Έγινε το απόλυτο σημείο συνάντησης για τους φιλάθλους πριν και μετά τους αγώνες στο Καμπ Νόου.
Εκεί μπορούσε να συναντήσει κανείς παλιούς συμπαίκτες του Τσίμπορ, όπως τον Σάντορ Κότσις και τον Λάζλο Κουμπάλα, οι οποίοι περνούσαν τα βράδια τους συζητώντας για ποδόσφαιρο και πίνοντας κρασί.
Δεν ήταν απλώς ο ιδιοκτήτης, αλλά η ψυχή του μαγαζιού. Παρά τον κυκλοθυμικό και συχνά εκρηκτικό χαρακτήρα του, απολάμβανε να σερβίρει ο ίδιος τους πελάτες, να διηγείται απίστευτες ιστορίες από τα παρασκήνια του Μουντιάλ του 1954 και να αναλύει τα παιχνίδια της Μπαρτσελόνα με το γνωστό, καυστικό του χιούμορ.
Το μπαρ του εξασφάλισε μια άνετη ζωή στη Βαρκελώνη για περισσότερες από δύο δεκαετίες. Παρέμεινε ανοιχτό μέχρι τη στιγμή που οι πολιτικές αλλαγές στην ανατολική Ευρώπη του επέτρεψαν να κάνει το τελευταίο μεγάλο ταξίδι της ζωής του.
Παρά το γεγονός ότι η Βαρκελώνη του είχε προσφέρει ασφάλεια και αναγνώριση, δήλωσε: «Ένας άνθρωπος έχει μόνο μία πατρίδα και θέλω να πεθάνω εκεί που γεννήθηκα». Πουλώντας το θρυλικό «Las Cinco Copas», ο Τσίμπορ μάζεψε τα πράγματά του και επέστρεψε στην πόλη Κόμαρομ, εκεί όπου είχε ξεκινήσει την πορεία του ως νεαρός ποδοσφαιριστής και οδηγός τρένων.
Η υποδοχή που του επιφύλαξαν οι συμπατριώτες του ήταν συγκλονιστική, καθώς για δεκαετίες το όνομά του ήταν απαγορευμένο στα επίσημα ουγγρικά μέσα ενημέρωσης. Αμέσως μετά την επιστροφή του, ανέλαβε την προεδρία της τοπικής ομάδας της πόλης, της Komárom FC, αφιερώνοντας όλη του την ενέργεια, τις γνώσεις και τις διασυνδέσεις του για να βοηθήσει τον σύλλογο να αναπτυχθεί και να αναδείξει νέα ταλέντα, επιστρέφοντας στο ποδόσφαιρο από ένα εντελώς διαφορετικό πόστο.
Έζησε στο Κόμαρομ μέχρι το τέλος της ζωής του και έφυγε από τη ζωή την 1η Σεπτεμβρίου 1997, σε ηλικία 68 ετών, νικημένος από τον καρκίνο. Καθώς είχε τον βαθμό του υπολοχαγού από την εποχή που αγωνιζόταν στη Χόνβεντ, η σορός του τάφηκε με πλήρεις στρατιωτικές τιμές.
Η κηδεία του έγινε στην κρύπτη της Βασιλικής του Αγίου Στεφάνου στη Βουδαπέστη, δίπλα στον στενό του φίλο και συμπαίκτη Σάντορ Κότσις, μετατρέποντας τον χώρο σε ένα άτυπο εθνικό πάνθεον για τη «Χρυσή Ομάδα».
Στην τελετή έδωσαν το «παρών» οι εναπομείναντες τότε θρύλοι της Aranycsapat, όπως ο Φέρεντς Πούσκας και ο Γιένε Μπουζάνσκι, καθώς και επίσημες αντιπροσωπείες από τη Φερεντσβάρος, τη Χόνβεντ και την Μπαρτσελόνα.
Προς τιμήν του, το γήπεδο της πόλης μετονομάστηκε σε «Czibor Zoltán Városi Sporttelep», ενώ σήμερα λειτουργεί εκεί και ένα μουσείο αφιερωμένο στη ζωή του. Στην επέτειο των 90 χρόνων από τη γέννησή του, αποκαλύφθηκε ένα χάλκινο άγαλμα του σε πλήρη ποδοσφαιρική δράση έξω από το αθλητικό κέντρο της πόλης.
Το 2004, το ουγγρικό κράτος τού απένειμε μεταθανάτια το βραβείο «Ουγγρική Κληρονομιά», αναγνωρίζοντας την προσφορά του στην παγκόσμια προβολή της χώρας. Η Μπαρτσελόνα τοποθέτησε μια αναμνηστική πλακέτα (προτομή) στους εσωτερικούς χώρους του Καμπ Νου, τιμώντας την ουγγρική τριάδα (Κουμπάλα, Κότσις, Τσίμπορ) που άλλαξε την ιστορία του συλλόγου.
Σε μεγάλες επετείους του συλλόγου, η Ένωση Βετεράνων της Μπαρτσελόνα, πραγματοποιεί τακτικά ταξίδια στην Ουγγαρία για να καταθέσει στεφάνι στον τάφο του στη Βασιλική της Βουδαπέστης.
