Ήταν ένας παγκόσμιας κλάσης στράικερ, τεχνικά, τακτικά ήταν έξυπνος παίκτης, μπορούσε να παίξει σε οποιαδήποτε θέση στην επίθεση. Ο Γκιούλα Σζένγκελερ απέφευγε τις μονομαχίες αλλά ταυτόχρονα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και τα δύο πόδια.
Γεννήθηκε στις 27 Δεκεμβρίου του 1915 στο Σέγκλεντ και ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην ομάδα της πόλης του μέχρι και το 13 όταν και μετακόμισε στην Βουδαπέστη λόγω και του ότι ο αδερφός του ήταν στρατιώτης.
Η πρώτη του ομάδα στην πρωτεύουσα θα είναι η Σαλγκοταριάν το 1931, με την οποία θα κατακτήσει δύο ερασιτεχνικά Πρωταθλήματα το 1933 και το 1935. Την περίοδο 1935-1936 στην ανώτερη κατηγορία θα πετύχει 19 γκολ σε 24 ματς και συνολικά θα έχει 102 συμμετοχές και 81 γκολ.
Το καλοκαίρι του 1936, ο 20χρονος Ζένγκελερ ήταν το πιο περιζήτητο όνομα στο ουγγρικό ποδόσφαιρο, έχοντας μόλις αναδειχθεί πρώτος σκόρερ της υποβιβασμένης Σαλγκοταριάν με 19 γκολ. Οι δύο μεγάλοι σύλλογοι της πρωτεύουσας, η Φερεντσβάρος και η Ούιπεστ, ξεκίνησαν έναν μεταγραφικό «πόλεμο» για να τον αποκτήσουν.
Η Φερεντσβάρος θεωρούνταν το φαβορί,, όμως ο διεθνής μέσος της Ούιπεστ, Γιάνος Λάζαρ, ο οποίος καταγόταν επίσης από τη Σαλγκοταριάν, μεσολάβησε προσωπικά. Έπεισε τον νεαρό επιθετικό ότι στην Ούιπεστ θα είχε περισσότερες ευκαιρίες να καθιερωθεί άμεσα ως το απόλυτο «9άρι», καθώς η Φερεντσβάρος διέθετε ήδη πολλούς έμπειρους διεθνείς στην επίθεση.
Η Ούιπεστ ικανοποίησε οικονομικά τη Σαλγκοταριάν προσέφερε 12.000 με 15.000 πένγκο, απο τα οποία η Σαλγκοταριάν έλαβε ένα σημαντικό ποσό σε μετρητά (περίπου 8.000 πένγκο) για να παραχωρήσει τα δικαιώματά του.
Παραχώρησε στη Σαλγκοταριάν δύο ποδοσφαιριστές της ως έμψυχα ανταλλάγματα για να καλύψει το κενό του. Η Ούιπεστ ανέλαβε να καλύψει όλα τα έξοδα μετακόμισης του παίκτη στη Βουδαπέστη, καθώς και την εξασφάλιση μιας σταθερής δουλειάς, καθώς το καθαρά επαγγελματικό ποδόσφαιρο είχε ακόμη ιδιαιτερότητες και ενός διαμερίσματος στην περιοχή του Ούιπεστ.
Με την μεταγραφή αυτή έχασε την δυνατότητα να αγωνιστεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου. Στην Σαλγκοταράν ήταν ερασιτέχνης, μόλις όμως υπέγραψε τη μεταγραφή του στην Ούιπεστ, απέκτησε αυτόματα την ιδιότητα του επαγγελματία ποδοσφαιριστή, καθώς η Ούιπεστ ήταν επαγγελματικός σύλλογος της πρώτης κατηγορίας.
Αυτή η αλλαγή στο στάτους του σήμαινε ότι έχασε αμέσως το δικαίωμα συμμετοχής στην ολυμπιακή ομάδα της Ουγγαρίας. Αν αγωνιζόταν, η Ουγγαρία κινδύνευε με μηδενισμό. και έτσι, τον Αύγουστο του 1936, ενώ οι συμπατριώτες του ταξίδευαν στο Βερολίνο (όπου η Ουγγαρία αποκλείστηκε νωρίς από την Πολωνία), ο Σζένγκελερ έμενε στη Βουδαπέστη για να ενσωματωθεί στην προετοιμασία της Ούιπεστ.
Στα 11 χρόνια που παρέμεινε στον σύλλογο της Βουδαπέστης κατέκτησε 4 Πρωταθλήματα το 1939, το 1945, το 1946 και το 1947, και το Μιτρόπα Καπ του 1939 όπου ήταν και ο πρώτος σκόρερ με 9 τέρματα.
Σε 325 παιχνίδια πέτυχε 368 γκολ αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ πέντε φορές και το 1947 ο Ζένγκελερ ήταν 31 ετών. Είχε κατακτήσει τα πάντα στην Ουγγαρία με την Ούιπεστ και αναζητούσε μια νέα πρόκληση, αλλά κυρίως ένα μεγάλο, επαγγελματικό συμβόλαιο στη Δύση για να εξασφαλίσει το μέλλον του.
Οι ιταλικές ομάδες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να επενδύουν τεράστια ποσά για να προσελκύσουν τους κορυφαίους παίκτες της Κεντρικής Ευρώπης ειδικά από την Ουγγαρία, που διέθετε την καλύτερη «σχολή» τότε
Η Ρόμα κινήθηκε μεθοδικά και πρόσφερε ένα μυθικό ποσό 14 εκατομμυρίων ιταλικών λιρετών τόσο στην Ούιπεστ όσο και στον ίδιο τον παίκτη, κλείνοντας τη συμφωνία το καλοκαίρι του 1947. Η ιταλική ομάδα κατέβαλε το μεγαλύτερο μέρος του ποσού απευθείας στον σύλλογο της Βουδαπέστης για να σπάσει το συμβόλαιο του παίκτη.
Εκτός από τις 14.000.000 λιρέτες της μεταγραφής, η Ρόμα πρόσφερε στον ίδιο τον 31χρονο επιθετικό ένα μυθικό συμβόλαιο, το οποίο περιλάμβανε ένα μεγάλο ποσό ως πριμ υπογραφής, πολυτελές διαμέρισμα στη Ρώμη και έναν από τους υψηλότερους μηνιαίους μισθούς στο ιταλικό πρωτάθλημα.
Το ονομά του βρισκόταν στα μπλοκάκια πολλών ευρωπαϊκών συλλόγων, η Ρέμς και η Ρασίνγκ Παρί είχαν κάνει διερευνητικές επαφές, καθώς το γαλλικό πρωτάθλημα είχε παράδοση στην απόκτηση Ούγγρων, αλλά δεν μπόρεσαν να ανταγωνιστούν οικονομικά τις ιταλικές προτάσεις.
Η θρυλική «Grande Torino» η κορυφαία ομάδα της Ιταλίας τότε είχε εξετάσει την περίπτωσή του ως εναλλακτική λύση για την επίθεσή της, όμως τελικά προτίμησε να διατηρήσει τον αμιγώς ιταλικό κορμό της.
Μάλιστα ήταν ο τελευταίος Ούγγρος που θα του δοθεί άδεια για να φύγει στο εξωτερικό. Στους "τζιαλορόσι" θα αγωνιστεί για δύο χρόνια μέχρι το 1949 σε 34 παιχνίδια όπου πέτυχε 6 γκολ, ενώ τη δεύτερη χρονιά του (1948-49), ο 32χρονος πλέον Ζένγκελερ έχασε τη θέση του στην αρχική ενδεκάδα λόγω αλλαγής της τακτικής από τον προπονητή Λουίτζι Μπρουνέλα, ο οποίος προτιμούσε ένα πολύ πιο αμυντικό στυλ παιχνιδιού. .
Μετά τον παραγκωνισμό του στη Ρόμα, ο 33χρονος Ζένγκελερ ήθελε να αγωνίζεται. Η Ανκόνα, που έψαχνε το μεγάλο όνομα για να κερδίσει την άνοδο στη Serie B, του πρόσφερε ηγετικό ρόλο. Ο Ούγγρος σταρ δέχτηκε να «κατέβει» κατηγορία, καθώς το πλάνο της ομάδας ήταν φιλόδοξο και οι οικονομικοί όροι παρέμεναν ελκυστικοί.
Στην Ανκόνα ο Ζένγκελερ θύμισε τον παλιό καλό του εαυτό από την εποχή της Ούιπεστ, διαλύοντας τις αντίπαλες άμυνες, όπου σε 30 συμμετοχές πέτυχε 18 γκολ, η Ανκόνα πραγματοποίησε μια εξαιρετική χρονιά.
Τερμάτισε στην 1η θέση του ομίλου της και πανηγύρισε την απευθείας άνοδο στη Serie B, με τον Ούγγρο θρύλο να γνωρίζει την αποθέωση από τους Ιταλούς φιλάθλους. Η Ανκόνα ήταν μια μικρή επαρχιακή ομάδα, η προσπάθεια να κρατήσει έναν παγκοσμίου φήμης σταρ όπως ο Ζένγκελερ στη Serie C είχε ήδη εξαντλήσει τα ταμεία της.
Με την άνοδο στη Serie B, η διοίκηση συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να καλύψει το υψηλό συμβόλαιό του για δεύτερη σεζόν, ούτε να χρηματοδοτήσει τις μεταγραφές που απαιτούνταν για τη μεγαλύτερη κατηγορία.
Τον Αύγουστο του 1950 η Ρώμη είχε γεμίσει με Ούγγρους, Πολωνούς και Κροάτες ποδοσφαιριστές που είχαν δραπετεύσει από τα κομμουνιστικά καθεστώτα των χωρών τους. Καθώς η FIFA τους είχε επιβάλει αποκλεισμό από επίσημα ματς μετά από πιέσεις των χωρών τους, οι παίκτες αυτοί δεν είχαν δικαίωμα να υπογράψουν σε κανονικούς συλλόγους.
Για να επιβιώσουν και να βγάλουν χρήματα, μαζί με άλλους Ούγγρους θα δημιουργήσουν μια ομάδα που ονομάστηκε Hungaria FbC Roma η οποία έδινε φιλικά παιχνίδια με τον Σζένγκελερ να είναι παίκτης-προπονητής.
Έκανε περιοδεία σε Γερμανία όπου έδωσαν σειρά αγώνων με κορυφαίους γερμανικούς συλλόγους όπως η Μπάγερν Μονάχου, σημειώνοντας εντυπωσιακά αποτελέσματα, Ισπανία όπου έπαιξαν κόντρα στην Εθνική Ισπανίας που προετοιμαζόταν για το Μουντιάλ και τη Ρεάλ Μαδρίτης.
Οι εμφανίσεις του Κουμπάλα ήταν τόσο εξωπραγματικές που η Μπαρτσελόνα κινήθηκε αμέσως κρυφά και τον έκλεψε από την ομάδα. Χάνοντας τον Κουμπάλα, η ομάδα συνέχισε την περιοδεία της και αποδέχτηκε μια άκρως δελεαστική πρόταση να ταξιδέψει στη Νότια Αμερική.
Όλα τα χρήματα πήγαιναν απευθείας στους παίκτες ως πριμ υπογραφής και μισθοί. Οι διοικούντες της Ντεπορτίβο Σαμαρία εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ από την ποδοσφαιρική ιδιοφυΐα του Ζένγκελερ κατά τη διάρκεια αυτών των φιλικών, που του πρόσφεραν αμέσως το «χρυσό» συμβόλαιο για να μείνει μόνιμα εκεί ως παίκτης-προπονητής, παίρνοντας μαζί του και αρκετούς από τους Ούγγρους συμπαίκτες του από την περιοδεία.
Έβλεπε ότι τα χρόνια του στα γήπεδα τελείωναν και η πρόταση αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία να κάνει τη μετάβαση στην προπονητική, ενώ παράλληλα θα εξασφάλιζε οικονομικά το μέλλον της οικογένειάς του.
Έτσι, ο Ούγγρος θρύλος αποχαιρέτησε την Ιταλία και πέταξε για τη Νότια Αμερική, ξεκινώντας ένα νέο, εξωτικό κεφάλαιο και σε 36 συμμετοχές σημείωσε 23 γκολ. Το 1953 η Κολομβία υπέγραψε το «Σύμφωνο της Λίμα» με τη FIFA, το οποίο επέβαλε την επιστροφή όλων των ξένων παικτών στους προηγούμενους συλλόγους τους.
Αυτό σήμανε το τέλος της χρυσής εποχής των μεγάλων συμβολαίων στη χώρα. Καθώς το σώμα του δεν άντεχε πλέον τους ρυθμούς των αγώνων, ο Ζένγκελερ αποφάσισε να μην ψάξει άλλη ομάδα για να παίξει. Παρέμεινε στην Ντεπορτίβο Σαμαρία αποκλειστικά ως πρώτος προπονητής για το υπόλοιπο εκείνης της χρονιάς.
Στις 2 Δεκεμβρίου του 1936 στο Λονδίνο κόντρα στην Αγγλία θα κάνει ντεμπούτο με την εθνική Ουγγαρίας. Θα είναι στην αποστολή των Μαγυάρων για το Παγκόσμιο Κύπελλο της Γαλλίας όπου θα φτάσει μέχρι τον τελικό της διοργάνωσης αλλά θα ηττηθεί απο την Ιταλία.
Θα παίξει και στα τέσσερα παιχνίδια όπου θα πετύχει πέντε τέρματα, απο δύο κόντρα στις Ολλανδικές Ινδίες και στην Σουηδία και ένα απέναντι σε Ελβετία. Στις 20 Αυγούστου του 1947 στην Βουδαπέστη κόντρα στην Αλβανία για το Βαλκανικό Κύπελλο, θα κάνει την 39η και τελευταία παρουσία έχοντας πετύχει και 32 τέρματα που τον φέρνει στην όγδοη θέση της σχετικής λίστας.
Όταν αποφάσισε το 1953 να αποχωρήσει από την Κολομβία, δεν μπορούσε να επιστρέψει στην κομμουνιστική Ουγγαρία και άρχισε να ψάχνει δουλειά ως προπονητής στην Ευρώπη. Εκείνη την περίοδο, οι Ούγγροι προπονητές ήταν οι πιο περιζήτητοι στον κόσμο και υπήρχε ένα άτυπο δίκτυο μεταξύ τους σε Ιταλία, Αυστρία και Ελλάδα όπου αντάλλασσαν πληροφορίες για κενές θέσεις εργασίας.
Ο Πεζοπορικός Λάρνακας αναζητούσε έναν προπονητή διεθνούς βεληνεκούς για να κάνει το άλμα και να σπάσει την κυριαρχία των ομάδων της Λευκωσίας. Παράγοντες του σωματείου, οι οποίοι είχαν εμπορικές και προσωπικές επαφές στην Αθήνα, ήρθαν σε επαφή με ανθρώπους του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα, όπου ήδη εργάζονταν αρκετοί Ούγγροι τεχνικοί (όπως ο Όλεγκ Μπόξεϊ).
Μέσω αυτών των επαφών, το όνομα του ελεύθερου πλέον Σζένγκελερ προτάθηκε στους διοικούντες τον Πεζοπορικό. Οι Κύπριοι παράγοντες του έστειλαν επίσημη πρόσκληση-πρόταση μέσω αλληλογραφίας, προσφέροντάς του τον ρόλο του πρώτου προπονητή, αλλά και του υπευθύνου για την οργάνωση όλων των τμημάτων υποδομής του συλλόγου.
Η Κύπρος αποτελούσε έναν ιδανικό προορισμό: μια ήσυχη χώρα, με εξαιρετικό κλίμα παρόμοιο με αυτό που είχε συνηθίσει στην Κολομβία και την Ιταλία και μια νέα ποδοσφαιρική αγορά όπου θα μπορούσε να χτίσει το όνομά του ως προπονητής χωρίς την ασφυκτική πίεση των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων.
Αποδέχθηκε την πρόταση και τον Νοέμβριο του 1953 πάτησε το πόδι του στο νησί. Η άφιξη ενός παίκτη που είχε σκοράρει στον τελικό του Μουντιάλ του 1938 αποτέλεσε τη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική είδηση της εποχής για την Κύπρο.
Μέσα σε λίγους μήνες, οδήγησε τον Πεζοπορικό στην κατάκτηση του πρώτου τίτλου πρωταθλήματος στην ιστορία του συλλόγου. Την επόμενη σεζόν 1954-55, η ομάδα της Λάρνακας διατήρησε τα σκήπτρα της κατακτώντας ξανά το Πρωτάθλημα, ενώ παράλληλα κατέκτησε και το Σούπερ Καπ.
Οδήγησε την ομάδα σε δύο συνεχόμενους τελικούς Κυπέλλου Κύπρου (1954 και 1955), χάνοντας όμως και τις δύο φορές από την Τσετίνκαγια. Καθοδήγησε την ομάδα σε συνολικά 72 επίσημους αγώνες, καταγράφοντας 43 νίκες, 14 ισοπαλίες και 15 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1957 μετά από τέσσερα χρόνια γεμάτα επιτυχίες, η σχέση του με τη διοίκηση του Πεζοπορικού είχε αρχίσει να φθείρεται. Τη σεζόν 1956-1957, ο Πεζοπορικός αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και εσωτερικές διοικητικές διαμάχες.
Η ομάδα δεν μπορούσε πλέον να εγγυηθεί στον Ούγγρο τεχνικό το υψηλό συμβόλαιο που ζητούσε, ούτε τα απαραίτητα κεφάλαια για την ενίσχυση του ρόστερ. Ένιωσε ότι η ομάδα είχε πιάσει το «ταβάνι» της.
Ο ΑΠΟΕΛ, που ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του κυπριακού ποδοσφαίρου αλλά είχε να πάρει πρωτάθλημα από το 1953 (λόγω της ανόδου του Πεζοπορικού και της Τσετίνκαγια), έψαχνε ένα ισχυρό σοκ.
Οι διοικούντες τον ΑΠΟΕΛ τον προσέγγισαν προσφέροντάς του ένα συμβόλαιο με πολύ υψηλότερες αποδοχές σε σχέση με αυτές της Λάρνακας. Του υποσχέθηκαν απόλυτη ελευθερία κινήσεων, κορυφαίες (για την εποχή) συνθήκες προπόνησης στη Λευκωσία και τη δυνατότητα να χτίσει μια νέα, ανίκητη ομάδα.
Ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για τη μετακόμισή του στη Λευκωσία ήταν η Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου. Καθώς τα γραφεία της ομοσπονδίας και το κέντρο των αποφάσεων βρίσκονταν στην πρωτεύουσα, του προτάθηκε να αναλάβει παράλληλα με τον ΑΠΟΕΛ και τον ρόλο του Ομοσπονδιακού Προπονητή της Μικτής Κύπρου.
Για έναν φιλόδοξο τεχνικό, η προοπτική να κοουτσάρει τους καλύτερους παίκτες ολόκληρου του νησιού και να οργανώσει το κυπριακό ποδόσφαιρο σε διεθνές επίπεδο ήταν μια πρόκληση που δεν μπορούσε να αρνηθεί.
Κατά τη διάρκεια της διετίας στον πάγκο του ΑΠΟΕΛ 1957-1959, καθοδήγησε την ομάδα σε 33 επίσημους αγώνες, καταγράφοντας 17 νίκες, 7 ισοπαλίες και 9 ήττες. Ανέλαβε μια ομάδα σε φάση αναδιοργάνωσης, και την σεζόν 1958-1959 κατέκτησε το Κύπελλο Κύπρου, κερδίζοντας στον τελικό την ΑΕΛ με 2-0.
Το 1959 ήταν μια μεταβατική και εξαιρετικά έκρυθμη χρονιά για την Κύπρο, καθώς το νησί βρισκόταν στη διαδικασία της ανακήρυξης της Ανεξαρτησίας του μετά τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Λόγω των πολιτικών εντάσεων, της απαγόρευσης κυκλοφορίας και των ταραχών, το κυπριακό πρωτάθλημα της σεζόν 1958-59 διακόπηκε οριστικά.
Επικρατούσε μεγάλη αβεβαιότητα για το πότε και πώς θα ξεκινήσει η επόμενη αγωνιστική περίοδος. Ο Ζένγκελερ, βλέποντας το ποδόσφαιρο στο νησί να «παγώνει», άρχισε να αναζητά μια πιο σταθερή επιλογή.
Παρά την τεράστια επιτυχία της κατάκτησης του Κυπέλλου τον Ιούνιο του 1959, η διοίκηση του ΑΠΟΕΛ βρέθηκε σε οικονομικό αδιέξοδο λόγω της γενικότερης κατάστασης στη χώρα. Δεν υπήρχαν έσοδα από εισιτήρια αφού δεν γίνονταν αγώνες πρωταθλήματος και ο σύλλογος αδυνατούσε να καλύψει το υψηλό συμβόλαιο του Ούγγρου τεχνικού για την επόμενη χρονιά.
Οι δύο πλευρές έλυσαν τη συνεργασία τους κοινή συναινέσει σε πολύ φιλικό κλίμα. Το 1959 η Κοζέντσα αγωνιζόταν στη Serie C και η διοίκησή της είχε σχεδιάσει ένα φιλόδοξο τριετές πλάνο με μοναδικό στόχο την ιστορική επιστροφή στη Serie B, από την οποία απουσίαζε για 13 ολόκληρα χρόνια.
Οι Ιταλοί έψαχναν έναν τεχνικό με τεράστια προσωπικότητα και διεθνείς παραστάσεις για να αναμορφώσει τον σύλλογο. Ήταν ελεύθερος στην αγορά και λόγω του σπουδαίου παρελθόντος του στην Ιταλία ως παίκτης (σε Ρόμα και Ανκόνα), είχε διατηρήσει άριστες σχέσεις με Ιταλούς μάνατζερ και παράγοντες.
Η απόφαση να πάει στην Κοζέντσα αποδείχθηκε μία από τις καλύτερες της προπονητικής του καριέρας, καθώς η παρουσία του εκεί ήταν θριαμβευτική. Ανέλαβε την ομάδα τη σεζόν 1959-1960, βάζοντας τις βάσεις και σταθεροποιώντας το ρόστερ.
Τη δεύτερη σεζόν του (1960-1961), ο Ζένγκελερ παρουσίασε ένα απίστευτο σύνολο, οδήγησε την Κοζέντσα στην κατάκτηση του Πρωταθλήματος της Serie C, αφήνοντας πίσω της την Τράπανι. Με αυτή την επιτυχία, η Κοζέντσα πανηγύρισε την άνοδο στη Serie B μετά από 13 ολόκληρα χρόνια, με τον Ούγγρο τεχνικό να λατρεύεται σαν θεός από τους οπαδούς της ομάδας.
Συνολικά σε 69 επίσημους αγώνες κατέγραψε 35 νίκες, 21 ισοπαλίες και 13 ήττες αλλά μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος και την άνοδο, το συμβόλαιο του με την Κοζέντσα έληγε. Ο Ούγγρος τεχνικός, έχοντας πετύχει έναν τεράστιο άθλο, ζήτησε μια γενναία αύξηση των αποδοχών του για να ανανεώσει, καθώς και εγγυήσεις για ένα μεγαλύτερο μπάτζετ, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες μεταγραφές για τη δύσκολη κατηγορία της Serie B.
Η διοίκηση της Κοζέντσα, παρά τον ενθουσιασμό της ανόδου, ήταν ιδιαίτερα σφιχτή οικονομικά. Οι διοικούντες θεώρησαν τις απαιτήσεις του Ζένγκελερ υπερβολικές για τα δεδομένα του συλλόγου και του πρότειναν ανανέωση με τους ίδιους ακριβώς οικονομικούς όρους που είχε και στη Serie C. Ο Ζένγκελερ ένιωσε ότι η προσφορά αυτή δεν ανταποκρινόταν στην επιτυχία που είχε φέρει και αρνήθηκε να υπογράψει.
Καθώς οι διαπραγματεύσεις με την Κοζέντσα είχαν κολλήσει, ο Απόλλων Αθηνών κινήθηκε αστραπιαία. Οι άνθρωποι της ελληνικής ομάδας του προσέφεραν ένα εξαιρετικό συμβόλαιο με τα χρήματα που ζητούσε, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι ο Ζένγκελερ είχε αφήσει πολύ καλές εντυπώσεις στην Ελλάδα από τη θητεία του στην Κύπρο.
Έτσι, ο Ούγγρος θρύλος αποχαιρέτησε την Καλαβρία μέσα σε κλίμα συγκίνησης, αφήνοντας την Κοζέντσα στα κρύα του λουτρού για χάρη της «Ελαφράς Ταξιαρχίας». Αποδέχθηκε την πρόταση και μετακόμισε στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας τον Απόλλωνα για τη σεζόν 1960-1961, όπου μάλιστα πραγματοποίησε μια εξαιρετική πορεία, τερματίζοντας στην 5η θέση του βαθμολογικού πίνακα της Α' Εθνικής και σε 34 παιχνίδια είχε 13 νίκες, 9 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Μετά την εξαιρετική 5η θέση που κατέκτησε με τον Απόλλωνα Αθηνών, οι μετοχές του ως προπονητή ανέβηκαν ξανά στην Ευρώπη. Παρά την εξαιρετική 5η θέση στην Α' Εθνική, η διοίκηση του Απόλλωνα ένιωθε ότι η ομάδα είχε αμυντικά προβλήματα λόγω του άκρως επιθετικού στυλ της ουγγρικής σχολής (είχε δεχτεί 41 γκολ).
Οι διοικούντες προτίμησαν να στραφούν σε μια διαφορετική αγωνιστική κατεύθυνση για την επόμενη σεζόν, χωρίς να μπουν σε διαδικασία διαπραγματεύσεων για νέο συμβόλαιο. Ο ίδιος δεν πίεσε για να παραμείνει στην Αθήνα, η Ιταλία παρέμενε ο μεγάλος του ποδοσφαιρικός έρωτας από την εποχή που αγωνιζόταν στη Ρόμα.
Ανέλαβε επίσημα την τεχνική ηγεσία της Σαλερνιτάνα τον Δεκέμβριο του 1961, μεσούσης της αγωνιστικής περιόδου 1961–1962. Η ομάδα είχε ξεκινήσει τη σεζόν στη Serie C με μεγάλες προσδοκίες, έχοντας στον πάγκο της τον Ιταλό προπονητή Σίλβιο Ντι Τζένιο. Ωστόσο, η πορεία ήταν απογοητευτική και μετά από μια σειρά κακών αποτελεσμάτων που έφεραν τον σύλλογο κοντά στις τελευταίες θέσεις, η διοίκηση αποφάσισε να απολύσει τον Ντι Τζένιο στις 13 Μαρτίου 1962
Σε 10 αγώνες είχε απολογισμό 5 νίκες, 2 ισοπαλίες και 3 ήττες και ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα τερματίζοντας στην 3η θέση του ομίλου, χάνοντας την άνοδο στη Serie B από την πρωταθλήτρια Φότζια.
Μετά τη λήξη της σεζόν τον Ιούνιο του 1962, αποχώρησε από το Σαλέρνο για να αναλάβει τη Ραβέννα. Η κατάληψη της 3ης θέσης θεωρήθηκε αποτυχία για μια ομάδα που είχε επενδύσει πολλά χρήματα. Απ την στιγμή πυ αρέμεινε στη Serie C, τα έσοδα του συλλόγου μειώθηκαν δραματικά.
Η διοίκηση δεν μπορούσε πλέον να υποστηρίξει το υψηλό κασέ ενός ξένου προπονητή του βεληνεκούς του Ζένγκελερ για ολόκληρη τη νέα σεζόν (1962-1963) και αποφάσισε να στραφεί σε μια πιο οικονομική, ιταλική λύση
Η Ραβέννα, η οποία αγωνιζόταν στον άλλο όμιλο της Serie C, εκμεταλλεύτηκε αμέσως το γεγονός ότι ο Ούγγρος τεχνικός έμεινε ελεύθερος. Του κατέθεσε μια εξαιρετική πρόταση με πολυετές πλάνο, προσφέροντάς του τις εγγυήσεις που ήθελε, και έτσι ο Ζένγκελερ μετακόμισε αμέσως στην Εμίλια-Ρομάνια.
Η σεζόν στη Serie C, ήταν ιδιαίτερα απαιτητική και σκληρή, προσπάθησε να περάσει τη γνωστή επιθετική του φιλοσοφία, όμως το ιταλικό ποδόσφαιρο της εποχής βασιζόταν σε πολύ κλειστές άμυνες, με αποτέλεσμα η ομάδα να έχει πολλά σκαμπανεβάσματα στην απόδοσή της.
Υπό τις οδηγίες του, η Ραβένα ολοκλήρωσε το πρωτάθλημα των 34 αγωνιστικών τερματίζοντας ακριβώς στη μέση του βαθμολογικού πίνακα, στην 11η θέση ισοβαθμώντας με την Τσεζένα. Η ομάδα συγκέντρωσε 32 βαθμούς, έχοντας έναν απόλυτα ισορροπημένο αλλά μέτριο απολογισμό.
Την δεύτερη χρονιά 1963-1964 ξεκίνησε τη χρονιά στον πάγκο, όμως τα συνεχή αρνητικά αποτελέσματα και η επιθετική δυστοκία της ομάδας ανάγκασαν τη διοίκηση να τον απολύσει αμέσως μετά την ολοκλήρωση της 15ης αγωνιστικής τον Δεκέμβριο του 1963.
Σε 49 επίσημους αγώνες πρωταθλήματος, καταγράφοντας 13 νίκες, 16 ισοπαλίες και 20 ήττες, είχε εξαιρετικό όνομα στην Ελλάδα μετά την επιτυχημένη θητεία του στον Απόλλωνα Αθηνών το 1961. Όταν έμεινε ελεύθερος από τη Ραβέννα, παράγοντες του Απόλλωνα Καλαμαριάς που είχαν διασυνδέσεις με το δίκτυο των Ούγγρων προπονητών καθώς πολλοί Ούγγροι δούλευαν τότε στη Βόρεια Ελλάδα, τον προσέγγισαν αμέσως.
Του πρότειναν ένα συμβόλαιο-«διάσωσης» με πολύ καλές οικονομικές αποδοχές για τα δεδομένα του συλλόγου, με μοναδικό στόχο να κρατήσει την ομάδα στην κατηγορία. Η σεζόν 1964-1965 είχε ξεκινήσει εφιαλτικά για την ομάδα της Θεσσαλονίκης και βρισκόταν σταθερά στις τελευταίες θέσεις της βαθμολογίας και ο υποβιβασμός φαινόταν αναπόφευκτος.
Η διοίκηση αποφάσισε να προχωρήσει σε μια ριζική αλλαγή και έψαχνε έναν προπονητή με τεράστια προσωπικότητα που θα μπορούσε να αλλάξει την ψυχολογία των παικτών. Ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της ομάδας μεσούσης της περιόδου, όμως το έργο του αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολο, καθοδήγησε την ομάδα συνολικά σε 23 αγώνες, καταγράφοντας 5 νίκες, 6 ισοπαλίες και 12 ήττες.
Προσπάθησε να επιβάλει το γνωστό επιθετικό του παιχνίδι, όμως το ρόστερ της Καλαμαριάς είχε σοβαρές ελλείψεις, ειδικά στην άμυνα. Παρά τη μεγάλη προσπάθεια, ο Απόλλων Καλαμαριάς τερμάτισε στην 15η θέση (προτελευταία) με 53 βαθμούς (με το τότε σύστημα βαθμολογίας 3-2-1) και υποβιβάστηκε στη Β' Εθνική.
Μετά τον υποβιβασμό, η Καλαμαριά δεν μπορούσε να συντηρήσει το συμβόλαιο ενός τόσο ακριβού ξένου τεχνικού. Αποχαιρέτησε τη Θεσσαλονίκη σε πολύ φιλικό κλίμα και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου τον περίμενε ο ΑΠΟΕΛ για τη δεύτερη θητεία του.
Ήθελε να επιστρέψει στο γνώριμο και αγαπημένο του περιβάλλον στην Κύπρο, ο ΑΠΟΕΛ, από την άλλη πλευρά, είχε τερμάτισε στην απογοητευτική 5η θέση το 1965. Η διοίκηση των «γαλαζοκιτρίνων» στράφηκε στον άνθρωπο που τους είχε χαρίσει το Κύπελλο του 1959, ελπίζοντας ότι η εμπειρία του θα επανέφερε την ομάδα στον δρόμο των επιτυχιών.
Η σεζόν 1965-66, εξελίχθηκε σε μια σκληρή μάχη για τον τίτλο, κυρίως απέναντι στην Ομόνοια και τον Ολυμπιακό Λευκωσίας. Πραγματοποίησε μια πολύ καλή πορεία, παρουσιάζοντας μια άκρως ανταγωνιστική ομάδα αλλά τερμάτισε τελικά στην 3η θέση του βαθμολογικού πίνακα (πίσω από την πρωταθλήτρια Ομόνοια και τον Ολυμπιακό), μένοντας ζωντανός στη διεκδίκηση μέχρι τις τελευταίες αγωνιστικές.
Η πορεία της ομάδας στο Κύπελλο, σταμάτησε πρόωρα, καθώς αποκλείστηκε στη φάση των προημιτελικών και σε 22 αγώνες είχε 12 νίκες, 3 ισοπαλίες και 7 ήττες και συνολικά σε 55 αγώνες είχε 29 νίκες, 10 ισοπαλίες και 17 ήττες.
Παρά το γεγονός ότι ο ΑΠΟΕΛ παρουσίασε σαφή βελτίωση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, η απώλεια των τίτλων οδήγησε τη διοίκηση και τον Ζένγκελερ στην απόφαση να μην ανανεώσουν τη συνεργασία τους το καλοκαίρι του 1966.
Μετά από αυτό, ο Ούγγρος τεχνικός παρέμεινε για λίγο εκτός πάγκων, προτού αποδεχθεί μια νέα πρόκληση στην Ελλάδα, αυτή τη φορά στην περιοχή της Μαγνησίας για λογαριασμό του Ολυμπιακού Βόλου.
Μετά την πανηγυρική άνοδο το 1967, η διοίκηση του Ολυμπιακού Βόλου συνειδητοποίησε ότι το επίπεδο της Α' Εθνικής απαιτούσε έναν προπονητή με τεράστια εμπειρία και διεθνές κύρος για να μπορέσει η επαρχιακή ομάδα να σταθεί απέναντι στους γίγαντες του κέντρου (Ολυμπιακό, Παναθηναϊκό, ΑΕΚ).
Το όνομα του προτάθηκε στους Βολιώτες παράγοντες μέσω του δικτύου επαφών που είχε ο ίδιος στην Ελλάδα από τα επιτυχημένα περάσματά του από τον Απόλλωνα Αθηνών και τον Απόλλωνα Καλαμαριάς.
Οι άνθρωποι του Ολυμπιακού Βόλου ταξίδεψαν για να τον συναντήσουν, προσφέροντάς του ένα άκρως δελεαστικό συμβόλαιο, το οποίο περιλάμβανε πλήρη ελευθερία κινήσεων για την αναδιοργάνωση του ποδοσφαιρικού τμήματος και τη μετακόμιση της οικογένειάς του στην όμορφη πόλη του Βόλου.
Η σεζόν στην Α' Εθνική αποδείχθηκε ένα πραγματικό «θρίλερ» για την ομάδα της Μαγνησίας, καθώς το πρωτάθλημα εκείνης της περιόδου ήταν εξαιρετικά σκληρό (συμμετείχαν 18 ομάδες). Έφερε ευρωπαϊκό αέρα στις προπονήσεις και προσπάθησε να μεταδώσει τη γνωστή επιθετική φιλοσοφία του.
Υπό την καθοδήγησή του, ο Ολυμπιακός Βόλου έδωσε συγκλονιστικές μάχες. Κατέγραψε μεγάλες και ιστορικές νίκες στην έδρα του, όμως η έλλειψη βάθους στο ρόστερ και η απειρία των παικτών σε εκτός έδρας αναμετρήσεις κόστισαν ακριβά.
Η ομάδα πάλεψε μέχρι την τελευταία αγωνιστική, αλλά τερμάτισε εν τέλει στην 15η θέση (ισοβαθμώντας με τον Πανσερραϊκό) και υποβιβάστηκε ξανά στη Β' Εθνική, λόγω της διαφοράς τερμάτων και σε 35 παιχνίδια είχε 8 νίκες, 6 ισοπαλίες και 21 ήττες.
Μετά το τέλος της σεζόν και τον υποβιβασμό της ομάδας, αποχώρησε από τον Βόλο έχοντας κερδίσει τον σεβασμό ολόκληρης της φίλαθλης κοινότητας της πόλης για το ήθος και τις γνώσεις του. Επέστρεψε για άλλη μια φορά στην Κύπρο, όπου λίγο αργότερα (το 1969) ανέλαβε τον Πεζοπορικό για το τελευταίο μεγάλο προπονητικό κεφάλαιο της ζωής του.
Ο 54χρονος πλέον Ζένγκελερ, ο οποίος είχε δεθεί άρρηκτα με τη Λάρνακα, αποδέχθηκε αμέσως την πρόταση για να καθοδηγήσει τη νέα γενιά ποδοσφαιριστών του συλλόγου. Η επιστροφή του συνοδεύτηκε από μια εξαιρετική αγωνιστική παρουσία, με τον Πεζοπορικό να παίζει ελκυστικό ποδόσφαιρο και να διεκδικεί τον τίτλο
Στο Πρωτάθλημα την οδήγησε στην τιμητική 2η θέση του βαθμολογικού πίνακα (πίσω από την πρωταθλήτρια ΕΠΑ Λάρνακας, χάνοντας τον τίτλο στις λεπτομέρειες. Το απόλυτο highlight της σεζόν γράφτηκε στο Κύπελλο όπου αντιμετώπισε την Αλκή Λάρνακας στον τελικό
Ο Πεζοπορικός θριάμβευσε με 2-1, κατακτώντας το Κύπελλο Κύπρου και αυτός ήταν ο πρώτος τίτλος του συλλόγου μετά από 15 χρόνια και ο τελευταίος μεγάλος τίτλος στην καριέρα του. Σε 26 αγώνες είχε 17 νίκες, 4 ισοπαλίες και 5 ήττες και συνολικά σε 98 παιχνίδια είχε 60 νίκες, 18 ισοπαλίες και 20 ήττες.
Το καλοκαίρι του 1970 ανακοίνωσε την οριστική του αποχώρηση από την προπονητική. Έχοντας ζήσει μια γεμάτη ζωή σε Ουγγαρία, Ιταλία, Κολομβία, Ελλάδα και Κύπρο, παρέμεινε μόνιμα στο νησί ως απλός φίλαθλος και πολύτιμος σύμβουλος, έχοντας κερδίσει την καθολική αναγνώριση.
Δεν μπορούσε να ζήσει μακριά από το ποδόσφαιρο και λόγω του παγκόσμιου κύρους του και της βαθιάς γνώσης του αθλήματος, ξεκίνησε μια νέα καριέρα ως αθλητικός συντάκτης, αναλυτής και σχολιαστής σε κυπριακές εφημερίδες και περιοδικά.
Τα άρθρα του, στα οποία ανέλυε την τακτική των ομάδων και την πορεία του κυπριακού πρωταθλήματος, θεωρούνταν «ευαγγέλιο» για τους φιλάθλους της εποχής. Άν και δεν εργαζόταν πλέον ως πρώτος προπονητής, παρέμενε ένας άτυπος σύμβουλος για πολλές κυπριακές ομάδες, αλλά και για την ίδια την Κυπριακή Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου.
Πολλοί νεαροί Κύπριοι προπονητές και παράγοντες τον επισκέπτονταν για να ζητήσουν τη συμβουλή του, με τον ίδιο να βοηθά πάντα στην ανάπτυξη των τμημάτων υποδομής και των ακαδημιών στο νησί. Η Κύπρος είχε γίνει η δεύτερη πατρίδα του, ζούσε μια ήρεμη και γεμάτη σεβασμό ζωή στη Λευκωσία μαζί με τη σύζυγό του, Ίλμα.
Εκεί μεγάλωσε και ο γιος του, Ζολτ ο οποίος εντάχθηκε πλήρως στην κυπριακή κοινωνία και αργότερα ασχολήθηκε επίσης ενεργά με το κυπριακό ποδόσφαιρο, δουλεύοντας για χρόνια ως αθλητικός δημοσιογράφος και ανταποκριτής ξένων μέσων (όπως του διεθνούς δικτύου World Soccer).
Έφυγε από τη ζωή στη Λευκωσία στις 29 Μαρτίου 1999, σε ηλικία 83 ετών, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο θάνατός του σκόρπισε θλίψη σε ολόκληρο το κυπριακό ποδόσφαιρο, το οποίο τον αποχαιρέτησε ως έναν από τους μεγαλύτερους αναμορφωτές του.
Όταν έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου 1999, η κηδεία του τελέστηκε στη Λευκωσία με βαθιά συγκίνηση. Παρευρέθηκε σύσσωμη η ποδοσφαιρική ηγεσία της Κύπρου, αντιπροσωπείες του Πεζοπορικού και του ΑΠΟΕΛ, καθώς και πλήθος παλαιών παικτών που τον είχαν ως δάσκαλο.
Αρχικά τάφηκε στην Κύπρο, τη χώρα που τον αγκάλιασε και έγινε η δεύτερη πατρίδα του για 46 ολόκληρα χρόνια. Τον Οκτώβριο του 2013, μετά από επιθυμία και συντονισμένες ενέργειες της οικογένειάς του, της ουγγρικής κυβέρνησης και της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Ουγγαρίας τα οστά του μεταφέρθηκαν από την Κύπρο στην Ουγγαρία
Στις 23 Νοεμβρίου 2013, πραγματοποιήθηκε η επίσημη επαναταφή του με πλήρεις τιμές στο Πάνω Κοιμητήριο) της γενέτειράς του, της πόλης Τσεγκλέντ. Η τελετή έγινε με βάση το μεταρρυθμιστικό χριστιανικό τυπικό, παρουσία του Πρέσβη της Κύπρου στην Ουγγαρία, εκπροσώπων της Ούιπεστ και κρατικών αξιωματούχων.
Παράλληλα με την επαναταφή του το 2013, εγκαινιάστηκε μια ειδικά διαμορφωμένη Αίθουσα Μνήμης «Γκιούλα Σζένγκελερ» στο Αθλητικό Μουσείο του Τσεγκλέντ, όπου εκτίθενται προσωπικά του αντικείμενα, φανέλες, φωτογραφίες και κειμήλια από την Κύπρο και την Ιταλία.
Η Ουίπεστ τον έχει κατατάξει στο πάνθεον των «Αθάνατων Θρύλων» του συλλόγου. Στις μεγάλες επετείους του σωματείου, αντιπροσωπείες των οργανωμένων οπαδών και της διοίκησης ταξιδεύουν στο Τσεγκλέντ για να καταθέσουν στεφάνια στον τάφο του.
Η FIFA και η Διεθνής Υπηρεσία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον έχουν αναγνωρίσει επίσημα ως έναν από τους κορυφαίους σκόρερ όλων των εποχών στον 20ό αιώνα, με τον διεθνή Τύπο να αναφέρεται σε αυτόν ιστορικά με το προσωνύμιο «Ο Παγκανίνι του ποδοσφαίρου» λόγω της απαράμιλλης τεχνικής του.
