www.goahits.blogspot.com

Διεθνές ποδόσφαιρο όπως δεν έχετε ξαναδιαβάσει!

23/8/26

Αλσίντες Γκίγκια Ο άνθρωπος που σιώπησε το "Μαρακανά"


"Τρείς μόνο άνθρωποι κατάφεραν να σιωπήσουν το Μαρακανά με μια μόνο κίνηση. Ο Φράνκ Σινάτρα, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο 2ος και εγώ". Αυτά ήταν τα λόγια του Αλσίντες Εντγκάρντο Γκίγκια του ανθρώπου που το 1950 πέτυχε το νικητήριο γκολ της Ουρουγουάης στο "Μαρακανά" στον αγώνα που θα έκρινε ποιος θα κατακτούσε το Παγκόσμιο Κύπελλο με τους Βραζιλιάνους να έχουν υπέρ τους ακόμα και την ισοπαλία.


Γεννήθηκε στις 22 Δεκεμβρίου του 1926 στην περιοχή Λα Μπλανκεάδα του Μοντεβίδεο και ξεκίνησε
το 1944 από τις χαμηλότερες κατηγορίες όταν ο αδερφός του τον πήρε μαζί του για να δοκιμαστεί στην Sud America.

Τότε αγωνιζόταν ως κεντρικός επιθετικός αλλά ο τότε προπονητής του του άλλαξε θέση και τον μετέφερε στο αριστερό άκρο της επίθεσης. Το 1946 η Club Atletico Progresso ομάδα που αγωνιζόταν στην πρώτη κατηγορία του ουρουγουανικού ποδοσφαίρου τον απέκτησε αλλά ο ίδιος ήταν άτυχος αφού ένα χρόνο αργότερα η ομάδα του υποβιβάστηκε στην δεύτερη τη τάξει κατηγορία.

Η Νασιονάλ ενδιαφέρθηκε πολύ ζεστά για τον Γκίγκα στα τέλη του 1947, όταν εκείνος έβγαζε μάτια στη Β' Κατηγορία με τη φανέλα της Σουντ Αμέρικα. Δεν προχώρησε ποτέ, καθώς η οικογένεια του και κυρίως ο πατέρας του είχε πολύ στενούς δεσμούς με την Πενιαρόλ και αρνήθηκε κατηγορηματικά να τον δει να φοράει τη φανέλα της αιώνιας αντιπάλου

Ο εμβληματικός αρχηγός Ομπντούλιο Βαρέλα, ο οποίος είχε δει το ταλέντο του νεαρού, εισηγήθηκε ο ίδιος στη διοίκηση της Πενιαρόλ να τον αποκτήσει. Στις 22 Απριλίου 1948, κατέθεσε επίσημα αίτηση για να μεταγραφεί στην Πενιαρόλ. 

Επειδή η μεταγραφή έγινε εκτός της κανονικής προθεσμίας, στην αρχή αγωνίστηκε στα τμήματα υποδομής, και λόγω της απεργίας που είχαν κηρύξει οι ποδοσφαιριστές.πριν καθιερωθεί στην πρώτη ομάδα και γίνει μέλος της περίφημης «Μηχανής του '49» που αποτέλεσε τη βάση για το έπος του Maracanazo το 1950.

Πανηγύρισε με τους "μάνιας" την κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων το 1949 και το 1951, ήταν μέλος της περίφημης επιθετικής γραμμής που αποτελούταν απο τους Χόχμπερκ, Σκιαφίνο, Μίγκεζ και τον ίδιο και αποκαλούταν "escuadrilla de la muerte(σ.σ. το τάγμα θανάτου)" πετυχαίνοντας 118 γκολ σε μια χρονιά και σε 169 εμφανίσεις πέτυχε 26 γκολ . 

Το 1952 έφαγε τιμωρία αποχής οκτώ μηνών έως ενός χρόνου από τους αγωνιστικούς χώρους λόγω του ότι επιτέθηκε σε διαιτητή που του ακύρωσε γκολ σε ντέρμπι κόντρα στην Νασιονάλ.  Μην μπορώντας να αγωνιστεί στην πατρίδα του και με την επιθυμία να δείξει ξανά την αξία του διεθνώς στράφηκε στην Ευρώπη.

Στις 31 Μαΐου του 1953 ο πρόεδρος της Ρόμα Ρενάτο Σακερντότι ανακοίνωσε στους υπόλοιπους μετόχους την απόκτηση του δίνοντας το ποσό των 40 εκατομμυρίων λιρετών. Η μεταγραφή διευκολύνθηκε νομικά επειδή είχε ιταλικές ρίζες (από την περιοχή του Τιτσίνο). 

Αυτό του επέτρεψε να αγωνιστεί ως oriundo (παίκτης ιταλικής καταγωγής γεννημένος στο εξωτερικό), γεγονός που αργότερα του έδωσε το δικαίωμα να παίξει και στην Εθνική Ιταλίας. Όταν έφτασε σιδηροδρομικώς στον σταθμό Stazione Termini της Ρώμης, επικράτησε το απόλυτο χάος. 

Χιλιάδες οπαδοί της Ρόμα κατέκλυσαν τις αποβάθρες, τον σήκωσαν στα χέρια και δημιούργησαν μια ανεπανάληπτη γιορτή. Για να παρουσιαστεί στο κοινό, η Ρόμα διοργάνωσε ένα φιλικό παιχνίδι στο νεότευκτο τότε Stadio Olimpico εναντίον της αγγλικής Τσάρλτον στις 4 Ιουνίου. 

Το στάδιο γέμισε ασφυκτικά, με τις εισπράξεις του αγώνα να αγγίζουν τα 15 εκατομμύρια λιρέτες, καλύπτοντας άμεσα ένα μεγάλο μέρος του κόστους της μεταγραφής του. Παρέμεινε στο Ολίμπικο μέχρι το 1961 έχοντας 213 συμμετοχές και 19 γκολ παίρνοντας ακόμα και το περιβραχιόνιο του αρχηγού την σεζόν 1957-58 πανηγυρίζοντας την κατάκτηση του Κυπέλλου Εκθέσεων το 1961 έστω και αν δεν αγωνίστηκε στους τελικούς με την Μπέρμιγχαμ.

Ο κύκλος στους "τζαλορόσι" είχε κλείσει, ήταν πλέον  34 ετών. Η Μίλαν, η οποία έψαχνε έμπειρες λύσεις για να πλαισιώσει το ρόστερ της και να διεκδικήσει το πρωτάθλημα, τον απέκτησε ως ελεύθερο ή με χαμηλό κόστος, ποντάροντας στην τεράστια προσωπικότητά του.

Είχε χάσει τη σπιρτάδα, την εκρηκτικότητα και την απίστευτη ταχύτητα που τον χαρακτήριζαν ως δεξί εξτρέμ στα νιάτα του. Τα πολλά χρόνια σκληρού παιχνιδιού στη Serie A είχαν επιβαρύνει το σώμα του, με αποτέλεσμα να βγάζει συχνούς μικροτραυματισμούς που δεν του επέτρεπαν να βρει ρυθμό.

Η τότε Μίλαν διέθετε μια πανίσχυρη μεσοεπιθετική γραμμή με αστέρες όπως ο νεαρός Τζάνι Ριβέρα, ο Ζοζέ Αλταφίνι και ο Ντίνο Σάνι, δεν μπορούσε να βρει μόνιμη θέση στην αρχική ενδεκάδα. Λόγω των παραπάνω, κατέγραψε μόλις 4 επίσημες εμφανίσεις σε ολόκληρη τη σεζόν και δεν κατάφερε να σκοράρει κανένα γκολ, κατέκτησε το Πρωτάθλημα.

Το 1962 επέστρεψε και πάλι στο Μοντεβιδέο, όμως δεν επέστρεψε στην αγαπημένη του Πενιαρόλ στην οποία είχε αγωνιστεί πριν φύγει για την Ευρώπη, επειδή η διοίκηση της ομάδας θεώρησε ότι ήταν πλέον πολύ μεγάλος σε ηλικία (ήταν ήδη 35-36 ετών) και ότι τα ποδοσφαιρικά του χρόνια είχαν περάσει

Θα έρθει η  Ντανούμπιο η οποία θα του προσφέρει συμβόλαιο και θα κλείσει την ποδοσφαιρική του καριέρα το 1968 στην ηλικία των 42 ετών και με 128 συμμετοχές και 12 τέρματα.

Με την "σελέστε" έκανε ντεμπούτο στις 6 Μαίου του 1950 στο Ρίο Ντε Τζανέιρο απέναντι στην Βραζιλία στο πλαίσιο του τουρνουά Rio Branco Cup έχοντας συνολικά 12 εμφανίσεις και 4 γκολ. Ήταν βασικό στέλεχος της ομάδας που κατέκτησε το δεύτερο Παγκόσμιο Κύπελλο το 1950 στην Βραζιλία και το παράδοξο είναι ότι όλα τα γκολ τα σημείωσε στην τελική φάση.

Στην ιστορία βέβαια έχει μείνει αυτό που πέτυχε στον χαρακτηριζόμενο και ως τελικό της αναμέτρησης απέναντι στους οικοδεσπότες στο 79ο λεπτό προκαλώντας το περίφημο "Maracanazo".

Κατά την παραμονή του στην Ιταλία το 1957 απέκτησε την ιταλική υπηκοότητα, πρόλαβε μάλιστα να παίξει και τρεις αγώνες της προκριματικής φάσης για το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 όπου οι "ατζούρι" απέτυχαν να προκριθούν. Συνολικά φόρεσε την φανέλα της 5 φορές πετυχαίνοντας και ένα γκολ.

Η κυβέρνηση της Ουρουγουάης τού παραχώρησε μια μόνιμη θέση εργασίας στο κρατικό καζίνο του Μοντεβιδέο. Η δουλειά του ήταν να επιβλέπει τον χώρο και να εντοπίζει τυχόν απατεώνες παίκτες. 
Εργάστηκε για κάποιο διάστημα ως εκπαιδευτής οδηγών για να συμπληρώσει το εισόδημά του. Μάλιστα, η τρίτη του σύζυγος, την οποία γνώρισε σε μεγάλη ηλικία, υπήρξε αρχικά μαθήτριά του.

Το 1980 κάθισε για τρία παιχνίδια στον πάγκο της αγαπημένης του Πενιαρόλ με 2 νίκες και 1 ισοπαλία χωρίς ωστόσο να συνεχίσει την καριέρα του ως προπονητής. Λόγω της πενιχρής σύνταξης που λάμβανε από το καζίνο, αναγκάστηκε να πουλήσει το χρυσό μετάλλιο του Μουντιάλ του 1950 για να ανταπεξέλθει στα έξοδα και ευτυχώς, ένας Βραζιλιάνος-Ουρουγουανός επιχειρηματίας το αγόρασε και του το επέστρεψε.

Στα μετέπειτα χρόνια της ζωής του, το όνομά του έγινε σύμβολο, το 2009, προσκλήθηκε στο θρυλικό στάδιο Μαρακανά (Maracanã) της Βραζιλίας (το οποίο είχε ο ίδιος «σιωπήσει» το 1950), όπου άφησε το αποτύπωμα των ποδιών του στη Λεωφόρο της Δόξας, δίπλα σε παγκόσμιους θρύλους όπως ο Πελέ.

Το 1996 η ουρουγουανική μπάντα Casa de Jardineria διασκεύασε το τραγούδι των Los Del Rio Macarena προς τιμήν του Γκίγκια.  Προσκλήθηκε στην τελετή έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2006, ενώ στις 28 Σεπτεμβρίου του 2011 στα 120 χρόνια της Πενιαρόλ τιμήθηκε απο την ομάδα σε μια τελετή που πραγματοποιήθηκε στο "Σεντενάριο". 

Στις 15 Ιουνίου του 2012 λίγο έλειψε να φύγει από την ζωή όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε συγκρούστηκε με ένα ημιφορτηγό, υπέστη πολλαπλά τραύματα στο κεφάλι, σπασμένο πόδι και χέρι και εξάρθρωση ώμου. Πέρασε δύο εβδομάδες στην εντατική όντας σε τεχνητό κώμα και ύστερα από ένα μήνα κατάφερε να ξεφύγει τον κίνδυνο.

Στις 6 Δεκεμβρίου του 2013 ο Αλσίντες Εντγκάρντο Γκίγκια ήταν ένας από τους οκτώ παγκόσμιους πρωταθλητές του παρελθόντος που διεξήγαγαν την κλήρωση της τελικής φάσης του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 που πραγματοποιήθηκε στην Μπαία εκπροσωπώντας την Ουρουγουάη.

Στις 22 Ιουλίου του 2014 μαζί με τους Ρούντι Φέλερ, Κάρλο Αντσελότι και Βενσάν Καντελά εντάχθηκε στο Hall of Fame της Ρόμα. Στις 16 Ιουλίου του 2015, 65 χρόνια μετά το "Maracanazo" άφηνε την τελευταία του πνοή σε ηλικία 88 ετών, ύστερα απο καρδιακή προσβολή όπως ανέφερε ο γιός του Αρκάντιο. 

Η κυβέρνηση της Ουρουγουάης κήρυξε επίσημο πένθος και οι σημαίες σε όλα τα δημόσια κτήρια της χώρας κυμάτιζαν μεσίστιες. Η σορός του μεταφέρθηκε στο Νομοθετικό Παλάτι (Palacio Legislativo) στο Μοντεβιδέο και εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στην περίφημη Αίθουσα των Χαμένων Βημάτων μια τιμή που επιφυλάσσεται μόνο για τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του έθνους.

Μετά την ολοκλήρωση των τιμών, η νεκρική πομπή κατευθύνθηκε στο νεκροταφείο Cementerio del Buceo. Ο Γκίτζια τάφηκε στο Πάνθεον των Ολυμπιονικών (Panteón de los Olímpicos), δίπλα σε άλλες μυθικές μορφές του ουρουγουανικού αθλητισμού
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...